Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ετυμολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ετυμολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Παρ-ετυμο-λογικές ερωτα-πο-κρίσεις της καρδιάς!

Ώρες-ώρες μου γεννιούνται κάτι ερωτήσεις εύλογες, αλλά συγχρόνως παρά-λογες, δλδ δίπλα στο λόγο, τη λογική, αλλά όχι μέσα. Απλά κοντά. Εκεί γύρω. Την πλησιάζουν, την περιτριγυρίζουν αλλά... δεν την αγγίζουν καν. Ή μάλλον την ψιλοακουμπούν, ίσως όμως, μερικές φορές, έτσι ακροθιγώς, αλλά απομακρύνονται από κείνη σαν να δε θέλουν να ακούσουν την αλήθεια, να βρουν το έτυμο που λέγανε οι αρχαίοι, το αληθινό! Γιατί άκουσα πως η αλήθεια είναι σαν τη μύτη μας ώρες-ώρες. Για να την δεις, πρέπει να αλληθωρίσεις. Και απορώ. Απορώ με το στήσιμο ορισμένων λέξεων. Με το φτιάξιμο και το φτιασίδωμά τους. Δεν βρίσκω λογική στα έτυμα. Διψάω για λίγο κουτσομπολιό για την ιστορία τους. Θέλω να βουτήξω ανάμεσα στα γράμματα, να στριμωχτώ μεταξύ των φθόγγων, να καθίσω δίπλα σε συμπλέγματα συμφωνικά ή έστω παράφωνα και να κατανοήσω και να αφουγκραστώ το πώς παντρεύτηκαν. Από πού κι ως πού ταίριαξαν! Να ψάξω για τη λογική ή την παραλογία, την τρέλα που τα έφερε κοντά, που τα έφερε σε επαφή και φτιάξανε, γεννήσανε, παρήγαγαν καινούργιες λέξεις, νέα σημαίνοντα με νέα σημαινόμενα, σημασίες καινούργιες, αλλά σημασίες που κρύβουν έννοιες παλιές με άλλη ιστορία, με άλλο νόημα, κλασικές. Απορώ! Μα λογική δε βρίσκω καμία.
1. Γιατί ας πούμε η λέξη «διεκδίκηση» κρύβει μέσα της μίαν εκδίκηση? Την κρύβει? Την αγκαλιάζει απλά? Την προστατεύει από συνενοχή μήπως? Ή την κυοφορεί? Αυτός που διεκδικεί άραγε, θέλει ταυτόχρονα να εκδικηθεί, είναι κρυφός του πόθος, ακούσια συμπεριφορά? Ή μήπως  αναπόφευκτα χρησιμοποιεί την εκδίκηση ως μέσο να διεκδικήσει? Και πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να εκδικείται, ενώ ταυτόχρονα διεκδικεί? Κι αυτό που διεκδικείται, το αντικείμενο της διεκδίκησης, νιώθει την εκδίκηση? Στον έρωτα ας πούμε, μπορείς να διεκδικείς εκδικούμενος? Τι σόι έρωτας είναι τότε?
2. Κι ο έρωτας, πάλι, μιας και τον πιάσαμε, γιατί σε κάνει συνέχεια να ρωτάς? Να ρωτάς, να αναρωτιέσαι, αλλά σχεδόν ποτέ να μην απαντάς, να μην παίρνεις απάντηση εύκολα και από κανέναν. Κι αν απαντάς, κι αν ένα ερώτημα πιστεύεις πως το εξουδετερώνεις, τότε γιατί σαν την Λερναία Ύδρα ξεπετιούνται άλλα δέκα, δεκαπέντε νέα ερωτήματα, που το καθένα θα ‘χει τη δική του δυσκολία...? Κι αν τολμήσεις να την αντιμετωπίσεις, γιατί θα βρεθούνε κι άλλα πιο υπερβολικά, αλλά πέρα για πέρα αληθινά ερωτήματα?
3. Και τι είναι το  υπερβολικό? Γιατί το λένε έτσι? Είναι αυτό που βάλλεται υπέρ το δέον ή είναι το υπερβολικά βολικό? Εκείνο που βολεύεται μέσα στο «πολύ», πέρα από το «πάνω από», στον ορίζοντα της ποσότητας? Εκεί που δεν σταματά ποτέ κανένας και ειδικά η προσπάθεια? Όπως, ας πούμε, η προσπάθεια του να διεκδικείς τον έρωτα, έστω και σε υπερβολικό βαθμό? Βολικά, έχοντας επαναπαυτεί στη βολή σου και βαλλόμενος από τα ερωτήματα και τις συνεχείς απορίες? Ενίοτε μάλιστα και ως βλαμμένος? Ερωτοχτυπημένος δλδ, τυφλός διότι όντας παθιασμένος, η νηφαλιότητα, η τόσο σοβαρή αυτή σύμβουλος ξε-βολεύεται, παύει εν ολίγοις να είναι βολική ή βολεμένη και θέλει να αποφασίσει χωρίς πιέσεις να διαλέξει το πιο σωστό? Σωστό? Σωστό για ποιον? Για μένα, για κείνη, για εκείνον, για τους άλλους, για τη σχέση? Και ποιες ελπίδες γεννάνε οι κακές σχέσεις? Ποιες ελπίδες έχουνε ζωή και ποιες χαροπαλεύουν?
4. Χαροπαλεύουν? Τι χαρωπό έχει μέσα του ένας θάνατος, ο θάνατος μιας ελπίδας? Είναι αυτή η άλλη όψη του νομίσματος? Του νομίσματος που έχει δίπολα? Θετικά και αρνητικά πρόσημα ταυτόχρονα? Που έχει το «ναι μεν, αλλά»...? Που έχει το «από τη μία», αλλά και το «από την άλλη»...? Είναι αυτό που λένε ορισμένοι μοιρολατρικά «όλα για κάποιον λόγο γίνονται»? Παρηγοριές στον άρρωστο δηλ που ζει στο κρεβάτι του πόνου με επιδέσμους...?
5. Και ο επίδεσμος, γιατί έχει μέσα του τον δεσμό? Ο δεσμός είναι δεσμός, είναι εκούσια παραχώρηση της ελευθερίας σου ή επί-σύρει πληγές, μελανιές,  μπανταρίσματα, ράμματα, κλάματα και τραύματα από μαχαίρια που ανοίγουνε παλιές πληγές? Ε? Τι απ’ όλα?
6. Και τα μαχαίρια, αυτά που χώνονται μέσα σε πληγές και γυρίζουν, στριφογυρίζουν, στροβιλίζουν, ξύνουν παλιές πληγές και μπαίνουν όλο και βαθύτερα, ποιος τα βάζει εκεί? Ποια χέρια? Με ποιες προθέσεις, τι διαθέσεις και τι σκοπούς? Κι αν θες να τα βγάλεις από τη ζωή σου, να τα αφαιρέσεις, τότε γιατί σου λείπουνε? Από διαστροφή?
7. Κι όταν κάτι σου λείπει? Γιατί να σε γεμίζει λύπη? Πού είναι εκείνη «η άλλη μεριά», πού πήγε το νόμισμα με τις δύο όψεις και σ’ αυτήν την περίπτωση νομίζεις πως έχει πάντα μία μόνο πλευρά... μόνο λύπη, λύπη, λύπη?
Καθόμουνα με μια φίλη Κυριακή πρωί και πίναμε καφέ. Και κάπως έτσι απορούσαμε, και ρωτούσαμε, διερωτόμασταν, και αρχίσαμε τις ερωτο-αποκρίσεις...Κρίσεις? Ποιες κρίσεις? Κρίσεις από το κρίνω, ζυγίζω, σταθμίζω, μετράω, συμπεραίνω? Ή κρίσεις από τις άλλες, εκείνες του πανικού, της υστερίας, της έλλειψης λογικής, της απώλειας του  ελέγχου?

Αν θέλετε, βοηθήστε μας, απαντώντας σε μία προς μία λ-έξη... που κρύβει μέσα της την έξη! Γιατί αυτό είναι εξάρτηση, αρρώστια, εμμονή! Εδώ η επιστήμη της ετυμολογίας σηκώνει τα χέρια ψηλά. Και ίσως να αναζητάει τη λογική της καρδιάς...

μήπως να σπούδαζα καρδιολογία αντί για ετυμολογία?

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

Βιο…γραφικά γεν-άθλια, ένεκα δε μαθητών γεν-αίθρια!!!!

Μία φορά και έναν καιρόν ήτο εις ιατρός ο οποίος προεσπάθει να βοηθήση μίαν τεκούσαν νεαράν μητέρα να φέρη εις τον απάνθρωπον ετούτον κόσμον το σπλάγχνο της. Δυστυχώς όμως δια εκείνην αλλά και διά την μικράν θυγατέρα, το πράγμα απεδείχθη δύσκολον και  και ως εκ τούτου δύστοκον! Υπήρξε μέγα πρόβλημα διότι η παιδίσκη ήρχετο εκ της δελφύος με το πρόσωπον και ουχί με την κεφαλήν, ως είθισται να συμβαίνη με τα κανονικά βρέφη! Εξ αιτίας του επικινδύνου της καταστάσεως  ο ιατρός προσέταξεν τας νοσοκόμας  καισαρικήν τομήν πάραυτα, ώστε να αποφευχθή το μοιραίον δια την μητέρα αλλά και δια το αυτό το βρέφος! Εν τέλει, η επέμβασις επέτυχε, η μήτηρ επεβίωσεν αλλά η μικρά δεσποινίς έφερεν ως τα δεκαεπτά της έτη μίαν ρίνα ελαττωματικήν έως ότου εις άλλος ιατρός την ίασεν και την ευθυγράμμισεν και εκ τότε η νεαρά ήρχισε να αναπνέη ως κανονικός άνθρωπος  δια της ρινός και ουχί δια του στόματος πλέον!
Το κοράσιον τούτο, φιλάσθενον εκ κοιλίας, διήγε τα πέντε πρώτα έτη του βίου του εις εν χωρίον του γνωστού εκ της μακεδονικής ιστορίας Βάλτου. Αποξηραμένον πλέον, δίχως ιδιαιτερότητας εις την αρχιτεκτονικήν αλλά πλούσιον εις την κηπουρικήν, γεωργικήν και κονσερβικήν τέχνην ήτο αρκετόν μέχρις ότου η παιδίσκη μετακομισθή εις το διπλανόν κεφαλοχωρίον μετά του νεωτέρου της αδερφού και της λοιπής οικογενείας και να υπάγη εις το δημοτικόν σχολείον, αργότερα εις το γυμνάσιον και εν τέλει εις το Λύκειον, «εκτίοντας την μαθησιακήν ποινήν» της όπως άπαντα τα παιδία της ηλικίας της…
Καθ’ όλην την διάρκειαν του βίου της ήτο τοσούτως  φιλάσθενος ώστε η περίπτωσις του ρινικού διαφράγματος εφάνταζεν αμελητέα εν συγκρίσει με τας ασθενείας, καίτοι περαστικάς, αι οποίαι ήρχοντο και παρήρχοντο κάθε τόσον! Ο οικογενειακός μάλιστα ιατρός είχε χαρακτηρίσει την παιδίσκη «άτλαντα της παθολογίας» και ώκτιρε την τύχην του που δεν είχε γνωρίσει την οικογένειαν ταύτην κατά τη διάρκεια των σπουδών του εις το έκτον έτος της ιατρικής ώστε να ασκήσει την πρακτικήν του επάνω της…. ο δε πατήρ της μικράς δεσποινίδος, κάποιαν ημέραν, αστεϊζόμενος αλλά εν πλήρη συνειδήσει, είπεν την εξής ιστορικήν ρήσιν: «Εάν σε πετούσαμε και κάναμε ένα άλλο, πιο φθηνό θα μας έβγαινε!!!!»
Αντιλαμβάνεσαι, λοιπόν, αναγνώστα, ότι επρόκειτο περί ιδιαζούσης καταστάσεως, η οποία έχρηζε ειδικής μεταχειρίσεως, διότι το πρόβλημα δεν ήτο μόνο εν αλλά πολλά και προς Θεού δεν ήτο μόνο σωματικό… τουτέστιν, γενικώς η παιδίσκη ήτο υπερκινητική. Βασικό της δε ελάττωμα, οικογενειακώς φερόμενον, ήτο ότι δεν ημπόρει ποτέ να καθίσει στα ωά της. Ζημίας ως παιδίον ου διέπραξε πολλάς, παρά μόνον μίαν ημέραν κατά την οποία η μήτηρ παρετήρει μετά του πατρός της ότι ήτο πολύ ήσυχη και διεπίστωσαν από κοινού ότι η ησυχία εσήμαινε δια το δάπεδον της κουζίνας «τραγωδία», εφόσον το έλαιον του μεταλλικού δοχείου εχύνετο δίχως έλεος από πλευράς της επί του δαπέδου και δή επί των ταπήτων και τα έπιπλα προσομοίαζον «βαρκούλες εις τον αιγιαλόν»! Αυτή ήτο και η μόνη ζημία εις τα παιδικά της χρονικά (διότι εις τα εφηβικά και δή τα ενήλικά της ήτον τόσαι ώστε δεν αρκούν αι σελίδες πεντηκοντάφυλλου τετραδίου!)
Της μικράς της ήρεσαν ιδιαιτέρως τα παίγνια και αι περιπέτειαι, όπως το να αναρριχάται εις δύσβατα μέρη, να κάμνει ορθοπεταλιές, να παίζει μετά του αδερφού της ποδόσφαιρον (απρεπές εις το φύλο της) και το κυριότερον να χορεύη! Ήτο γνωστή και ως «Βασίλω» εις το χωρίον της, εκ της πασιγνώστου ρήσεως «Όπου γάμος και χαρά η Βασίλω πρώτη» αλλέως και λαϊκιστί ήτο «δια τα πανηγύρια».
Η λογική λέγει ότι εν παιδίον καθόσον μεγαλώνει αλλάσσει, αποθέτει τας παλαιάς συνηθείας και προχωρεί εμπρός εις την πεπατημένη οδόν την οποία εχάραξεν ο κόσμος των ενηλίκων κατά τας συνηθείας των πρεσβυτέρων... Και το δίχως άλλο, υπάρχει μία σοβαρότης, εις συνετισμός, εν κούτελον τελος πάντων!
Τό  κοράσιον όμως τούτο, μάλλον μεγάλωνε με κούτελον μεν, και δή μείζονος του κανονικού, δίχως όμως λογικήν ιδιαιτέραν. Ήτοι, μεγάλωνε τω σώματι, κατά πως τω πνεύματι αλλά κατά τη ψυχή παρέμενε μικρόν. Και έπραττε τοιουτοτρόπως ενστικτωδώς και αυθορμήτως! Και πολλάκις κατά τη διάρκεια του βίου του επλήρωσε τον αυθορμητισμόν, επλήγωσε άλλους τινάς αλλά και επληγώθη το αυτό! Και τω είπον τινές πως ταύτα ούτως έχει και ότι ουδόλως έδει να στενοχωρηται δια τοιαύτας καταστάσεις.
Και τότε απεφάσισε πως θα επροσπάθει να μην επηρεάζεται τόσον ευκόλως. Αλλά πάντα ταύτα εισί καλά και αρεστά τοις ωσί ως θεωρίαι. Ως πράξεις όμως?
Τα έτη έφευγον ωσάν ύδωρ κελαρυστόν, η νεαρά παρηκολούθει το σχολείον μεθ’ υπερβάλλοντος ζήλου και λίαν καλάς έως ενίοτε αρίστας επιδόσεις και διακρίσεις, ωστόσο εγίγνωσκεν ενδομύχως και ου μόνον, πως τα τοιαύτα βαθμοθηρικά επεισόδια  ήτον μικροπρεπείς ασχολίαι μίας μικροαστικής κοινωνίας βεβαίως και πως το μέλλον της έδει να διαγραφεί εκτός ορίων του κεφαλοχωρίου (ασχέτως εάν αργότερον ευρέθη τόσο εντός όσο εκτός αλλά -και χειρότερον-και επί τα αυτά!!)
Εις ηλικίαν κατάλληλον δια σπουδάς, ετοιμάσθη μετά της προικός, των αποσκευών και άλλων τινών υλικών αλλά και ψυχικών αποθεμάτων να υπάγη εις μίαν μεγάλην πόλιν δια να πραγματοποιήση τα όνειρά της. Επεθύμει να γίνει δασκάλα δια μεγάλους μαθητάς και να διαβάζει για να υπάγει σε ακόμα μεγαλύτερα σχολεία που ονομάζονται σχολαί, γνωσταί και ως πανεπιστήμια… και επεθύμει να γνωρίση ανθρώπους σπουδαίους με νουν, σοφίαν και γνώσιν, οι οποίοι θα ήτον γενναιόδωροι εις το φως το οποίον θα εξέπεμπαν, όπερ και εγένετο. Και επεθύμει επί πλέον να ταξιδέψει… και τούτο εγένετο, σουρτούκω γαρ, ως έλεγεν και η γιαγιά της! Δια την ακρίβειαν δεν άφησε απάτητο κανένα κουτσοχώριον, βλαχοχώριον και κάθε τι λήγον εις –χώριον,  διότι η καταγωγή της μητρός της, κυρίως δε η ανατροφή της τελευταίας προς ταύτην, -η οποία ήτο ολίγον τι του τύπου  «άρτι αφιχθείσα εκ των ορίων» (ήτοι, «μόλις κατέβηκα απ’ τα βουνά») και "κατέστησα την οικίαν μου ούτως,  ώστε να ενθυμίζει  σχολείον δημοτικόν επί μαύρης επταετίας με το ελάχιστον έναν πολιτικό και έναν γεωφυσικό χάρτη (του Λουκοπούλου βεβαίως-βεβαίως!)-" ήτο αναπόφευκτο να μη καταστήσει το κοράσιον έτοιμο ανά πάσα στιγμήν να λάβει τα βουνά!
Επιπροσθέτως, ηγάπησε δια τους λογικούς, ως προκύπτει, λόγους το μάθημα των αρχαίων, των λατινικών, της ετυμολογίας και λοιπών όσα προεκάλουν ανέκαθεν αλλεργίας εις τους κοινούς θνητούς. Και ως εκ τούτου εσπούδασεν την επιστήμην ταύτην και ηυρέθη μάλιστα να προσπαθεί να την καταστήση αξιαγάπητον εις υποψηφίους μαθητάς ανωτέρων σχολών. Των δε μαθητών, τινές μεν εξετίμων την προσπάθειαν ταύτην, τινές δε ετίμων αλλά και ενίοτε υπετίμων και μάλιστα εχαρακτήριζον την νεαράν καθηγήτριαν προβληματικήν, απαιτητικήν και όλα τα λήγοντα εις –ικήν!!!
Η κορασίς, παρ’όλα ταύτα, ηγάπα τα παιδία της σφόδρα και επεβεβαίωνε την λαϊκήν ρήσιν «Μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε» και, καίτοι εφωνάσκει δια τας ατασθαλίας τους, ουδόλως εσήμαινε δια ταύτην ότι ηγάπα κατά τι λιγότερον τους μαθητάς της… και επεί πιστεύει εις την αντίληψιν των μαθητών της ουδεπώποτε εθεώρει ότι και εκείνοι δεν το κατηνόουν…
Εν κατακλείδι, μαθηταί τε και παιδίσκη ετών πλέον τριάκοντα (και κάτι ψιλά) αποτελούν τον πρέποντα συνδυασμόν  δια την συνέχισιν του ειρηνικού της βίου προκειμένου να μη υποπέση η τελευταία εις κατάθλιψιν διότι ακραδάντως πιστεύει ότι τα καλύτερα έπονται και πως δύναται η ζωή της να ήτο ένας άθλος επιβιώσεως, εντούτοις ηφόρει μικράς και ασήμαντας ασθενείας και σωματικάς βλάβας ιασίμους και περαστικάς.
Για όλους τους ως άνω λόγους και δια άλλους τόσους Ευχαριστώ τα παιδία μου που μετατρέπουν τα γενέθλιά  μου κάθε έτος σε παιδικό πάρτι και εκτός από το επιπλέον κεράκι προσθέτουν και ένα λιθαράκι στη ζωή μου ίνα μην αισθάνωμαι αθλίως που με πήραν τα χρόνια και λαμβάνω την ανιούσα ηλικιακώς και την κατιούσα γενικώς!!!


Υ.Γ: Ει απορείς προς τι η γλώσσα ταύτη, θα σου είπω ότι συνειδητώς είναι ουδόλως συνεπής ορθογραφικώς, συντακτικώς, μορφολογικώς και λεξιλογικώς αλλά σημασιολογικώς καθόλα κατανοητή και αποτελεί  γελοιοποίησιν του «δήθεν», του «λογιοτατισμού» και του  «δήθεν λογιοτατισμού», ωστόσο, ει ευρεθεί μαθητής ο οποίος δεν καταλάβει τι ακριβώς λέγει το κείμενον, «τον έλαβε και τον ήρε», τουτέστιν «τον πήρε και τον σήκωσε», διότι αυτομάτως τούτο σημαίνει πως δεν ασκώ ορθώς το επάγγελμά μου! Και εννοείται ότι εθέλω να αναγνωρίση ,άμα τη αναγνώσει, ο πας τις εις ένας –κατά Ζήκο- μαθητής τας ασυνεπείας κατά την αρχαιοελληνικήν γραμματικήν, μετά της γλωσσολογικής και ουχί της σχολικής σημασίας του όρου!
Αντιλαβού?