Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστοτέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστοτέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Όταν η Εντελέχεια συνάντησε την Ενδελέχεια (?)


Αν αναζητάς τον εαυτό σου στις μίζερες υποσχέσεις των άλλων...Αν σου τάξανε, αλλά δε σου δώσανε, δε σου φέρανε και δεν πήρες, τότε ίσως είναι καλύτερα να στηριχτείς στα πόδια σου, στον εαυτό σου και στην εύθραυστη αλλά εγωλαγνική –κατά βάθος- αυτοπεποίθησή σου! Αποζήτα να μείνεις μόνος σου, για να σκεφτείς νωπά και να ανακτήσεις θρυμματισμένες δυνάμεις σκεπτόμενος! Θα αισθανθείς πως η πανηγυρτζίδικη κοινωνικότητά σου οφείλει προς ώρας να σε εγκαταλείψει.  Κλείδωσέ την κι εσύ σε ένα ντουλάπι και πέτα το κλειδί στη θάλασσα. Τότε θα συνδιαλεχτείς μόνο με τη φλύαρη συνείδησή σου και τη μεθυσμένη μοναξιά σου. Θα έχεις παρέα τον εαυτό σου και δε θα τολμάς να του λες ψέματα για τίποτα. Είναι ο μόνος που μπορεί να σε καταλάβει όταν ψεύδεσαι και να σου τραβήξει το αφτί αν πεις κάτι που δεν ισχύει. Οι άλλοι ας κάνουν τη δουλειά τους...
Η ώρα της σκέψης λοιπόν μπορεί να σε βρίσκει παντού! «Πρέπει να φύγεις!» ίσως να φωνάζει η συνείδηση πανικόβλητη! «Έχεις να κάνεις αυτό, εκείνο, το άλλο, το παράλλο! Κουνήσου». Υπάρχει όμως εκείνη η ώρα που δε θες να ακούσεις κανέναν, αλλά θες να επιτρέψεις στο κορμί σου να κάνει ό,τι θέλει. Να κινηθεί ή να μην κουνηθεί από κει που καθηλώθηκε, αλλά μόνο να σκέφτεται. Να βλέπει, να ακούει και να κάνει παρεκτάσεις ο νους, πέρα από όσα βλέπει...
 Να, κάτι τέτοια κάνω καθώς κάθομαι στο χορτάρι του γηπέδου «...που δεν το χορταίνω!». Δε χορταίνω όντας ξαπλωμένη κάτω να σκέφτομαι και να βλέπω... τα μικρά τοσοδούλικα παιδάκια να βιώνουν στο πετσί τους την ελευθερία από το σχολείο και το πάθος τους για παιχνίδι μαλώνοντας για τους κανόνες του παιχνιδιού καθώς χαίρονται, ίσως γιατί δεν αντιλαμβάνονται ακόμα πως τα περισσότερα παιχνίδια είναι σικέ! Και δε χορταίνω να κάθομαι μόνη αποφεύγοντας τον ίδιο μου τον κακό εαυτό. Ναι! Ακόμη κι εκείνον μπορώ να μην του μιλάω μερικές φορές. Και είμαι ΜΟΝΗ παρατηρώντας τους άλλους και τα άλλα. Περπατώντας ή τρέχοντας. Κάνοντας ξάπλες και κοιτώντας μόνο ουρανό. Μεγάλα κομμάτια γαλάζιου ουρανού. Ενός ουρανού που όσο τον κοιτάω βαθαίνει. Κι όσο τον κοιτάω γίνεται πιο γαλάζιος. Και που όσο τον κοιτάω άλλο τόσο τα σύννεφα αισθάνονται ενοχλητικά και κάνουν τόπο. Παραμερίζονται από μπροστά μου για να περάσει το διορατικό μου βλέμμα. Βλέποντας μόνο μπροστά και ποτέ πίσω...
Αντιστοίχως το ερώτημα είναι κατά πόσο η «ταβανοσκόπηση» ή η «θαλασσοσκόπηση» ή η «τοιχοσκόπηση» αποτελούν επένδυση στη ζωή κάποιου. Γιατί δεν καταλαβαίνω εκείνα τα δεδομένα που μας περικυκλώνουν, όπως η κεκτημένη ταχύτητα η μεταδιδόμενη από την τρελή ταχύτητα της γης επάνω μας, καθώς διαγράφει τροχιές γύρω από τον ήλιο ή όπως στριφογυρνάει φιλάρεσκα γύρω από τον εαυτό της. Όντως! Πολλές είναι οι φορές που δεν έχω καταλάβει γιατί τρέχω. Γιατί τρέχουμε σαν τα χαζά πάνω κάτω? Πιάνω τον εαυτό μου να άγχεται και να μάχεται σε μάχες προδιαγεγραμμένες, σε παιχνίδια στημένα.
Και τι να νικήσεις? Τον ανίκητο και αεικίνητο χρόνο? Σε τι να αντισταθείς? Στο κομμάτι που όρισαν οι Μοίρες και οι Ώρες πάνω από την κούνια σου τη μέρα που γεννιόσουνα? Ή μήπως να ξεπεράσεις τις ανυπέρβλητες ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ?
Και ξαφνικά, εκεί που αντιλαμβάνεσαι και ψευτοσυνειδητοποιείς κάτω από το ταβάνι ότι ο αγώνας φαντάζει μάταιος, πιάνεις τον εαυτό σου να στέκεται στην άκρη του δρόμου. Γυρίζεις το κεφάλι σου για να κοιτάξουν τα μάτια σου εκεί που πριν λίγο καθώς περπατούσες κοιτούσε η πλάτη σου. Και διαπιστώνεις καθώς σκέφτεσαι πως ήσουνα τόσο απορροφημένος όλον τον καιρό, που έκανες χιλιόμετρα χωρίς να δεις τι ήτανε γύρω σου. Έχασες οσμές πρωτόγνωρες και πρωτόγονες, αψήφησες φερορμόνες και διέγραψες εικόνες που δεν αποτύπωσαν τίποτα οι κλεφτές ματιές σου, γιατί κοιτούσες μα δεν έβλεπες. Ξέχασες ήχους και ηχοχρώματα, αρώματα και γεύσεις. Τι να σου αφήσει το fast-food στους γευστικούς σου κάλυκες? 

Τι να σου κάνουν οι άλλοι και οι υποσχέσεις τους?
Επικοινωνούσες με τους απόντες με ένα κινητό-σκουλαρίκι στο αφτί, ενίοτε με δύο ταυτόχρονα, αλλά δεν κοινώνησες τους ανθρώπους που είχες στο πλάι σου και καθόντουσαν δίπλα σου πιάνοντάς σου το χέρι. Μόνο έτρεχες. Και εσύ και η σκέψη σου. Και το κακό είναι ότι ο χρόνος δεν έχει όπισθεν. Φεύγει ανεπιστρεπτί χωρίς περιθώρια αλλαγής. Σου έδωσε ευκαιρίες. Αν τις έζησες, καλώς, αν πάλι τις προσπέρασες, επιλογή σου! Μπορεί να έρθουν άλλες, μπορεί όχι. Το τίμημα μια φορά θα το πληρώσεις μόνος σου.
Και τώρα που σκέφτεσαι όλα αυτά είσαι πάλι μόνος. Εσύ και ένα ταβάνι, ένας ουρανός ή μια θάλασσα. Τελικά ναι, είναι ωραία ώρα! Να αδειάζει το κεφάλι σου κάνοντας απολογισμό των πεπραγμένων. Να ηρεμείς τις σκέψεις σου, να κοιμίζεις λίγο ακόμη τα όνειρά σου και να τα μακραίνεις. Να τα σκηνοθετείς για να τα δώσεις σάρκα και οστά. Και να φαντάζεσαι. Συνάμα να φαντασιώνεσαι. Να πλαισιώνεσαι χαμένος από δυνατά, δυνάμει αλλά και αδύνατα ή αδύναμα σενάρια με σκηνοθέτη εσένα, πρωταγωνιστή πάλι εσένα, συμπρωταγωνιστή όποιον θέλεις, αλλά και κομπάρσο πάλι εσένα. Σκεπτόμενος, λοιπόν, και ανανεωμένος, γεμάτος από νοσταλγικά όνειρα που θα δεις στο μέλλον.
Και η προβολή θα γίνεται πάνω στο γαλάζιο του ουρανού ή της θάλασσας, ή σε άσπρο, όχι πανί, αλλά ταβάνι. Το σώμα θα ηρεμεί, η αναπνοή θα είναι φυσιολογική, τα μάτια κλειστά να βλέπουνε ξεκάθαρα τις ανησυχίες του μυαλού κι άλλες φορές ανοιχτά για να ρουφούν το απόλυτο λευκό. Κι έτσι, εν λευκώ, η ζωή σου θα παίρνει κουράγιο. Θα καταμετράει τα λάθη, θα εκτιμάει τα κατορθώματα, θα χαμογελάει σε γλυκές αναμνήσεις, θα ευλογάει τις κακές μνήμες για να τις αποθέτει στη λήθη και να ονειρεύεται το αύριο για να μην επαναλάβει τα ίδια και να μην προσπερνάει την καθημερινότητα αδιάφορα.
Ε ναι, θέλω να γεμίσω τα μάτια μου με ουρανό. Να ξεχειλίσει το μπλε του ουρανού από τα μάτια μου. Θέλω να με πνίξει το γαλάζιο που ακουμπάει και ξαπλώνει πάνω στις στέγες των σπιτιών του χωριού, εκεί που γίνεται ένα με το  πράσινο του ορίζοντα+. Πέρα, μακριά, στους πέρα κάμπους. Αλλά κι εκεί που με περικυκλώνουν τα βουνά, που μου θυμίζουν ότι έχω όρια, αλλά ταυτόχρονα με προκαλούν να τα ξεπεράσω. Τα βουνά που μου φέρουν στον νου τις δυσκολίες μου, αλλά που με εξιτάρουν στην ιδέα ότι ξεπερνιούνται.   
Άνθρωπε, σώπα μια στιγμή στο χρόνο και μάθε να ακούς. Άκου όσα δεν μπορεί να σου πει καμία γλώσσα στον κόσμο  ακόμη και η πιο πλούσια. Άκου το μπλε του ουρανού και το βαθύ της θάλασσας. Άκου την πέτρα και το ξερό χορτάρι τι ήχους βγάζει όταν το θίξει η σαύρα. Άκου και σένα! Κάτι φωνάζει μέσα σου τόσον καιρό που η κεκτημένη σου ταχύτητα της καθημερινότητας δε σε αφήνει να προσέξεις. Αφού το ξέρεις πως ο σκοπός της ζωής σου βρίσκεται μέσα σου. Τι τον ψάχνεις έξω από κει? Το είπε και ο Αριστοτέλης και το ονόμασε εντελέχεια...αρκεί καθώς ψάχνεις να δείξεις σχολαστικότητα, φροντίδα και ενδελέχεια (?).

Μη φοβάσαι τη μοναξιά! Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας!


Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

«Έτσι»...

Ως Πρόλογο έχω να θυμάμαι:

Γυμναστική ή Γραμματική? Ιδού η απορία! Μ’ αυτό το δίλημμα μεγάλωνα από τα 7 μου! Λες και ήξερα τι ενδιαφέροντα έχει η ζωή για να τα αποκτήσω! Λες και γνώριζα ποιες ήτανε οι δυνατότητες και ποιες οι ικανότητές μου για να τις καλλιεργήσω! Κι όμως...Πορεύτηκα μ’ αυτό το δίλημμα δέκα ολόκληρα χρόνια: από τα 7 έως τα 17 μου. Σχοινοβατούσα ανάμεσα σε δυο μεγάλες μου αγάπες και αισθανόμουνα πως βρισκόμουνα σε έναν μπρεχτικό κύκλο από κιμωλία σαν να περίμενα ποια απ’ τις δυο θα με τραβήξει! Τελικά η επιλογή ξεχείλισε (και) από λογική: η γυμναστική γίνεται χόμπι, η γλωσσολογία δύσκολα, αν θες να μη λέγεσαι ερασιτέχνης γλωσσολόγος! Άλλωστε η γλωσσολογία σέρνει από πίσω της συμπαρομαρτούσες ασχολίες, όπως το πολύ διάβασμα, το ψάξιμο, το ξεσκόνισμα σε αραχνιασμενα λεξικά, την μπόλικη φιλολογία, τη διδασκαλία, την έρευνα, το κουβεντολόι με ανθρώπους του χωριού ή των γραμμάτων και πολλά άλλα δελεαστικά πεδία!
Κάπως έτσι κύλησαν οι σπουδές μου, κάπως έτσι κύλησαν και οι δουλειές μου. Εκεί, ανάμεσα σε ανθρώπους του πνεύματος και της γνώσης, ακαδημαϊκούς και σχολαστικούς, άλλοτε μεγαλόψυχους και άλλοτε με σοβαρή έλλειψη συναισθηματικής νοημοσύνης, όφειλα να βρω τρόπους σε κάθε περίπτωση να συνεννοηθώ, να συνεργαστώ, αλλά και να συγκρουστώ. Διότι και οι συγκρούσεις θέλουν τρόπο!

Το (Κύριο) Θέμα είναι ότι...

... σήμερα, δηλώνω περισσότερο εκ-παιδεύτρια. Εκ του «παιδεύω» ή «παιδεύομαι» (?), είπαμε, δεν έχω καταλάβει. Αυτό όμως δεν αναιρεί το ότι αγαπώ πάρα πολύ τη δουλειά μου. Θαρρώ πως δε χρειάζεται να το βροντοφωνάξω. Μάλλον φωνάζει από μόνο του! Το ότι επέλεξα το επάγγελμα που κάνω ήτανε μία πολύ συνειδητή επιλογή τελικά από μικρή! Ναι, ήμουνα πολύ μικρή για να ξέρω τι μου ταιριάζει. Θεωρούσα όμως πως ήμουνα και πολύ μεγάλη για να ξέρω τι θέλω. Η ζωή ευτυχώς ή δυστυχώς μου χαρίστηκε απλόχερα από τα 18 μου με αυτή τη δουλειά τη μερικώς στρωμένη που κληρονόμησα ευχάριστα, αλλά που την εξέλιξα ακόμη πιο ευχάριστα για να τη φτάσω ως εδώ.
Συνεχίζω να την εξελίσσω. Και συνεχίζω να την καλλιεργώ. Και συνεχίζω να σέβομαι κάτι από το οποίο τρώω ψωμί –ενίοτε και παντεσπάνι-  και ναι, τολμώ να πω, τη χαίρομαι! Κι αν κάποτε στεναχωριόμουνα, επειδή την ώρα που εγώ ξεκινούσα δουλειά παίρνοντας το δισάκι μου στον ώμο, όλοι οι άλλοι επιστρέφανε στα σπίτια τους για τη μεσημεριανή τους σιέστα, σήμερα το ‘χω ξεπεράσει και έχω πάρει κοντά σε άλλες και το ίδιον της φύσης της δουλειάς μου απόφαση! Άλλωστε τα χειρότερα που υπάρχουν σε κάνουν να σέβεσαι ως καλύτερα αυτά που έχεις.

Βαδίζοντας στον Επίλογο μιας μέρας λοιπόν...
 
... θεωρώ ότι για μένα δεν ξεκινάει η δουλειά, αλλά η παρέα. Κάθε μεσημέρι έρχονται οι συντροφιές μου κάπου εκεί στις 14.30. Οι φατσούλες αλλάζουνε εκ περιτροπής μέχρι να πάει 22.30 και να καταλάβω πως πέρασε άλλη μια μέρα που μου μάθανε. Πέρασε άλλη μια μέρα που δε με αφήσανε έξω από τον κόσμο τους, τις αγωνίες και τα θέλω τους. Που με επιλέξανε για να συμπληρώσουμε μαζί τα κενά τους και κοντά στα δικά τους να συμπληρώσω κι εγώ τα δικά μου κενά. Που μου μάθανε πως η δουλειά θέλει παρέα, θέλει υπομονή, θέλει επιμονή και άσκηση και πως ο ίδιος ο «πελάτης» είναι ταυτόχρονα ο εργοδότης σου, ακόμα και στην περίπτωση που δεν έχεις κανένα αφεντικό πάνω από το κεφάλι σου. Που μου μάθανε πως η δουλειά μου είναι συνάμα η διαφήμιση ή η δυσφήμισή μου.
Κάπως «έτσι» περνάω μια καθημερινή μου στη δουλειά μέρα. Βάζοντας μια κούπα τσάι και κουτσομπολεύοντας τον Αριστοτέλη που αναίρεσε ή εξέλιξε τον Πλάτωνα, αλλά παράλληλα πελαγοδρομώντας ανάμεσα σε ψιλές, δασείες και περισπωμένες, γενικές κτητικές ή αντικειμενικές, σε έτυμα και ανέτοιμα μυαλά που προσπαθούν να κατανοήσουν τι ήθελε να πει ο ποιητής που ανάθεμα κι αν ο ίδιος του ήξερε! Παλεύουμε αντάμα να ξεκλειδώσουμε φωνηέντα κείμενα του Ισοκράτη και του Αντιφώντα, σφραγισμένα με το λουκέτο της αρχαίας αττικής διαλέκτου, που όμως σαν ανοίξει, οι αρχαίοι ρήτορες φαντάζουνε Μεγάλοι Αδερφοί που περιγράφουν την σημερινή και στάσιμη εδώ και 2500 χρόνια ελληνική πραγματικότητα! Στοιχηματίζουμε στις ιδέες και τις αξίες που εξομολογείται η μετάφρασή μας, η άλλοτε ελεύθερη και άλλοτε πιστή, αλλά ενίοτε και άπιστη στη γλώσσα του τότε, που κάποτε σου ψιθυρίζει με έναν θαυμάσιο τρόπο και κάποτε τσιρίζει - εξαρτάται από τη διάθεσή σου να την ακούσεις. Στοχεύουμε να συνταχθούμε με τα υποκείμενα, αλλά και να υψώσουμε κεφάλι στις προστακτικές εξασφαλίζοντας μετοχές στην αρχαία αγορά του Σωκράτη. Τολμούμε να υπερβούμε τις αυτοπάθειες ή τις αντιπάθειες που μας προκαλούν οι υπογεγραμμένες και να βρούμε τα κατηγορούμενα για να τα αθωώσουμε.
Κάπως «έτσι» τσουλάνε οι μέρες: συζητώντας παράλληλα για τα κακώς κείμενα της πλανεύτρας τηλεόρασης και της ψεύτρας διαφήμισης, για την προπαγάνδα και τον λαϊκισμό των πολιτικών και τον κομφορμισμό των πολιτών, με στόχο να φτιάξουμε καλώς κείμενα με συνοχή και αντοχή στο χρόνο που έχουνε επιλόγους γεμάτους ελπίδα στη ζωή. Κάπως «έτσι» τσουλάει μια μέρα μαθαίνοντας για τη ζωή του Οβίδιου του ποιητή που εξορίστηκε στη γη του Πόντου..κάπως έτσι...
Κι αυτό το «έτσι» έχει επεξηγήσεις. Άλλες φορές είναι με κέφι, με γέλια, με χαχανητά και με πειράγματα. Το «έτσι» αυτό έχει όρεξη για δουλειά, έχει πολλή συζήτηση, έχει κανόνες που καλλιεργούν τη δημοκρατία, την ελευθερία και την ανταλλαγή απόψεων. Έχει πολλά ζευγάρια μάτια στραμμένα επάνω στα δικά μου. Έχει αφτιά τεντωμένα σαν το σκοινί του ακροβάτη που θέλει προσοχή και τόλμη. Τόλμη να απορείς, να ρωτάς και να διεκδικείς απάντηση από εκείνον που σου «πουλάει» πνεύμα και γνώση. Αυτό το «έτσι» είναι ένα δίκοπο μαχαίρι, που οξύνει μυαλά, αλλά και στριφογυρίζει μέσα στην βαθιά πληγή μου.
Γιατί  αυτό το «έτσι» έχει και κούραση, δική μου και δική τους. Έχει μια επανάληψη - μητέρα της ορφανής μας μάθησης, που συνεπάγεται όμως μάλλιασμα της γλώσσας (μου) και κούραση στο χέρι (τους). Αυτό το «έτσι» έχει νεύρα, ίσως και κλάματα, έχει άγχη, αγωνίες, ανοησίες και ενίοτε βαριεστημάρα. Η άλλη όψη του νομίσματος που λέγεται «έτσι» περιέχει φωνές και τόνους υψηλούς. Καμιά φορά αυτό το «έτσι» όμως μένει και άφωνο, γιατί δε σέβομαι τις φωνητικές μου χορδές που βραχνιάζουν και απεργούν, αλλά τις καταχρώμαι. Αυτό το άλλο «έτσι» έχει μάτια κάτω από συνοφρυωμένα μέτωπα πολέμου! Συγκρούσεις και συμπεριφορές που οδηγούν σε ουρλιαχτά. Και τα ουρλιαχτά αυτά βγάζουν και πόδια που παίρνουν σβάρνα όλη τη γειτονιά και φεύγουν παρακάτω. Και ναι, τότε με ακούει όλο το οικοδομικό τετράγωνο και το Δημαρχείο μαζί (τρία τετράγωνα πιο πέρα). Και οι φωνές φέρνουν κούραση, εξάντληση και νύστα που πολλές φορές με θέλει να πέφτω επάνω στο γραφείο και να με παίρνει ο ύπνος πριν τα παιδιά προλάβουν να κλείσουν την πόρτα πίσω τους λέγοντάς μου «Κυρία, καληνύχτα!». 

«Παιδάκια μου γλυκά, συγνώμη!»

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Γράψε μία έκθεση με θέμα: «Τερλίκι: Θα φορεθεί πολύ φέτος!»

Εμένα μ’ αρέσει το χιόνι. Μ’ αρέσει και ο χειμώνας. Μ’ αρέσει και το κρύο, άσχετα αν είμαι μονίμως με μια θερμοφόρα αγκαζέ ως αξεσουάρ. Αγαπώ την κουβέρτα μου πολύ. Και το πάπλωμα επίσης. Τρελαίνομαι να βρέχει και να ακούω τη λαμαρίνα να χτυπάει ρυθμικά: τικ τικ τάκ και να κοιμάμαι. Και η μαμά μου λέει πως πρέπει να ντύνομαι και να φοράω χοντρές μπλούζες και όταν με βλέπει να πονάει η κοιλιά μου μου λέει καλά να πάθετε αφού δεν ντύνεστε (δεν ξέρω γιατί μου μιλάει σαν να είμαι δύο!).
Και είναι ωραίο να χιονίζει και να κλείνουν τα σχολεία και τα παιδιά να χαίρονται, αλλά δεν είναι καθόλου ωραίο που οι άνθρωποι δεν έχουνε λεφτά για να δίνουνε για θέρμανση και κάθονται μέσα στο σπίτι τους κάτω από την κουβέρτα χωρίς να την αγαπούν. Αλλά από την άλλη πάλι πολλοί άνθρωποι κάνουνε πολλά πράγματα χωρίς να τα αγαπούν, ή δεν κάνουν τα πράγματα που αγαπούν, γι’ αυτό τα κάνουν χάλια και είναι ο κόσμος μας δυστυχισμένος.
Επίσης τις προάλλες που πήγα σε ένα ζαχαροπλαστείο να πάρω γλυκά είδα έναν κύριο να κάθεται εκεί, να βλέπει τηλεόραση και να πίνει έναν καφέ. Μετά από μέρες όταν ξαναπήγα στο ίδιο ζαχαροπλαστείο άλλη ώρα της ημέρας ο ίδιος κύριος ήτανε πάλι εκεί και έβλεπε πάλι τηλεόραση και έπινε έναν καφέ. Όταν ξαναπήγα χθες στο ζαχαροπλαστείο ο ίδιος κύριος ήτανε πάλι εκεί και έπινε πάλι καφέ βλέποντας τηλεόραση. Το συμπέρασμα είναι ή ότι εγώ τρώω πολλά γλυκά (bingo!) ή ότι ο κύριος πίνει πολλούς καφέδες (bingo δις!). Εμένα όμως δε μου έκανε εντύπωση που το είχε κάνει στέκι του για τον καφέ του -γιατί άμα το πάμε έτσι κι εγώ το έκανα στέκι μου για τα γλυκά μου- αλλά ότι φαινότανε να περνάει όλη του τη μέρα εκεί, ενώ εγώ απλά έπαιρνα τα γλυκά μου και έφευγα. Και επειδή λένε ότι την πρώτη φορά είναι τυχαίο που συναντηθήκαμε, τη δεύτερη σύμπτωση, άρα την τρίτη γεγονός, εικάζω ότι ο κύριος αυτός δεν ήτανε εκεί τυχαία ούτε ήτανε εκεί, γιατί συμπτωματικά έχουμε το ίδιο στέκι -εκείνος για τον καφέ του κι εγώ για τα γλυκά μου, αλλά επειδή είναι γεγονός ότι στο σπίτι του δεν έχει θέρμανση. Και το επιβεβαίωσε ο σερβιτόρος που τον άκουσα να το λέει σε έναν συνάδελφό του.
Εμένα πάλι δε μου φάνηκε παράξενο, γιατί, όταν προχθές πήγα σε μία καφετέρια για ένα ραντεβού στο οποίο τελικά με στήσανε, άρχισα να ακούω τα πάντα (βλ. προηγούμενο κείμενο) και κυρίως τις κυρίες που καθόντουσαν στο διπλανό τραπεζάκι και φωνάζανε και ωρυόντουσαν ότι δεν τους ανάβουν στην πολυκατοικία  τα καλοριφέρ και πως μέσα στο σπίτι κυκλοφορούν με τις κουβέρτες, όπως ακριβώς τα φαντάσματα με τα σεντόνια, γι’ αυτό προτιμούν να τη βγάζουν τα πρωινά σε καμιά καφετέρια. Και λέω κοίτα να δεις που μας χαλάσανε και τη ζεστή γωνιά και τη σπιτική μας θαλπωρή και μας διώξανε από το ίδιο μας το σπίτι.
Και όταν γύρισα στο σπίτι βρήκα το λογαριασμό των κοινοχρήστων τόσο μεγάλο που τα μαλλιά μου σηκώθηκαν όρθια και έγινα σαν πανκ χωρίς να χρειαστεί να τα βάλω ζελέ, μπριγιαντίνη ή ζαχαρόνερο για να σταθούν όρθια. Οπότε, κατέβασα το θερμοστάτη του καλοριφέρ, έβγαλα από τη ντουλάπα μια παλιά ρόμπα που φορούσε η μαμά και θυμίζει δεκαετία ’80, αλλά δε με νοιάζει, και τη φόρεσα. Θα αποφύγω τουλάχιστον να φοράω με τη ρόμπα ταυτόχρονα και μπικουτί και να μοιάζω με πρωταγωνίστρια σε ταινίες cult δεκαετίας ‘80. Επίσης ξέθαψα όλα τα τερλίκια-τσουράπια-πασουμάκια-προπόδια (πες μου από πού κατάγεσαι να σου πω πώς τα λένε) και είπα ότι χωρίς αυτά δε γίνεται και δεν πάω πουθενά.
Ωστόσο εμένα ο χειμώνας μου αρέσει. Δεν γκρινιάζω που χιονίζει και κάνει κρύο, γιατί η φύση λέω ότι δεν κάνει λάθη, όπως λέει ο φίλος μου και συνάδελφος δάσκαλος (του Μεγαλέξανδρου) Αριστοτέλης (ναι ναι! ανήκουμε και στον ίδιο σύλλογο καθηγητών-εδώ πιο πάνω είναι η σχολή του!). Θα ανησυχήσω αν δω να χιονίζει Ιούνιο μήνα και τρέχω για σκι στο Καϊμάκτσαλαν ή αν τρέχω Γενάρη μήνα να κλείσω κάμπινγκ στον Αρμενιστή και το βρω γεμάτο!
Τέλος, υπάρχουν και οι άνθρωποι που δεν έχουν κανένα σπίτι αλλά κοιμούνται στο δρόμο. Εμένα δε μου αρέσει που υπάρχουνε τέτοιοι άνθρωποι, αλλά πρακτικά δεν κάνω άμεσα τουλάχιστον κάτι γι’ αυτό, αλλά μόνο λέω ότι δε μου αρέσει αυτό, μόνο τους λυπάμαι και μόνο λίγο μελαγχολώ, αλλά μόλις στρίψω στην άκρη του δρόμου το ξεχνάω. Και είμαι σαν πολλούς άλλους που κάνουν το ίδιο ή κάτι παρόμοιο. Μόνο τα παλιά μου ρούχα που δε μου κάνουν (επειδή –πρόσεξε!-ψηλώνω και όχι επειδή παχαίνω, όπως σκέφτηκε το δηλητηριώδες μυαλό σου) τα πάω στην εκκλησία για να τα μοιράσει στους άστεγους. Παλιά πήγαινα κι εκείνα που δε μου άρεσαν, επειδή δεν ήτανε στη μόδα. Η μαμά μου λέει όμως πως θα έρθουνε φτώχειες και θα γυρίσουμε πάλι πίσω πολλά χρόνια (αιώνια αισιόδοξη ρεαλίστρια μάνα από τότε που γεννήθηκε). Κι εγώ τώρα δε δίνω στην εκκλησία ρούχα που μου κάνουνε, αλλά δεν είναι στη μόδα. Πολλοί άνθρωποι λένε πως οι μαμάδες έχουνε πάντα ένστικτο (άσχετο!) και δίκιο. Και ένας φίλος μου λέει ότι η φράση: «Είχα δίκιο» συντάσσεται στο τέλος πάντοτε με το επίρρημα «Δυστυχώς».
                                 Δυστυχώς (όλοι αυτοί) έχουνε δίκιο...!