Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κάμπινγκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κάμπινγκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Γράψε μία έκθεση με θέμα: «Τερλίκι: Θα φορεθεί πολύ φέτος!»

Εμένα μ’ αρέσει το χιόνι. Μ’ αρέσει και ο χειμώνας. Μ’ αρέσει και το κρύο, άσχετα αν είμαι μονίμως με μια θερμοφόρα αγκαζέ ως αξεσουάρ. Αγαπώ την κουβέρτα μου πολύ. Και το πάπλωμα επίσης. Τρελαίνομαι να βρέχει και να ακούω τη λαμαρίνα να χτυπάει ρυθμικά: τικ τικ τάκ και να κοιμάμαι. Και η μαμά μου λέει πως πρέπει να ντύνομαι και να φοράω χοντρές μπλούζες και όταν με βλέπει να πονάει η κοιλιά μου μου λέει καλά να πάθετε αφού δεν ντύνεστε (δεν ξέρω γιατί μου μιλάει σαν να είμαι δύο!).
Και είναι ωραίο να χιονίζει και να κλείνουν τα σχολεία και τα παιδιά να χαίρονται, αλλά δεν είναι καθόλου ωραίο που οι άνθρωποι δεν έχουνε λεφτά για να δίνουνε για θέρμανση και κάθονται μέσα στο σπίτι τους κάτω από την κουβέρτα χωρίς να την αγαπούν. Αλλά από την άλλη πάλι πολλοί άνθρωποι κάνουνε πολλά πράγματα χωρίς να τα αγαπούν, ή δεν κάνουν τα πράγματα που αγαπούν, γι’ αυτό τα κάνουν χάλια και είναι ο κόσμος μας δυστυχισμένος.
Επίσης τις προάλλες που πήγα σε ένα ζαχαροπλαστείο να πάρω γλυκά είδα έναν κύριο να κάθεται εκεί, να βλέπει τηλεόραση και να πίνει έναν καφέ. Μετά από μέρες όταν ξαναπήγα στο ίδιο ζαχαροπλαστείο άλλη ώρα της ημέρας ο ίδιος κύριος ήτανε πάλι εκεί και έβλεπε πάλι τηλεόραση και έπινε έναν καφέ. Όταν ξαναπήγα χθες στο ζαχαροπλαστείο ο ίδιος κύριος ήτανε πάλι εκεί και έπινε πάλι καφέ βλέποντας τηλεόραση. Το συμπέρασμα είναι ή ότι εγώ τρώω πολλά γλυκά (bingo!) ή ότι ο κύριος πίνει πολλούς καφέδες (bingo δις!). Εμένα όμως δε μου έκανε εντύπωση που το είχε κάνει στέκι του για τον καφέ του -γιατί άμα το πάμε έτσι κι εγώ το έκανα στέκι μου για τα γλυκά μου- αλλά ότι φαινότανε να περνάει όλη του τη μέρα εκεί, ενώ εγώ απλά έπαιρνα τα γλυκά μου και έφευγα. Και επειδή λένε ότι την πρώτη φορά είναι τυχαίο που συναντηθήκαμε, τη δεύτερη σύμπτωση, άρα την τρίτη γεγονός, εικάζω ότι ο κύριος αυτός δεν ήτανε εκεί τυχαία ούτε ήτανε εκεί, γιατί συμπτωματικά έχουμε το ίδιο στέκι -εκείνος για τον καφέ του κι εγώ για τα γλυκά μου, αλλά επειδή είναι γεγονός ότι στο σπίτι του δεν έχει θέρμανση. Και το επιβεβαίωσε ο σερβιτόρος που τον άκουσα να το λέει σε έναν συνάδελφό του.
Εμένα πάλι δε μου φάνηκε παράξενο, γιατί, όταν προχθές πήγα σε μία καφετέρια για ένα ραντεβού στο οποίο τελικά με στήσανε, άρχισα να ακούω τα πάντα (βλ. προηγούμενο κείμενο) και κυρίως τις κυρίες που καθόντουσαν στο διπλανό τραπεζάκι και φωνάζανε και ωρυόντουσαν ότι δεν τους ανάβουν στην πολυκατοικία  τα καλοριφέρ και πως μέσα στο σπίτι κυκλοφορούν με τις κουβέρτες, όπως ακριβώς τα φαντάσματα με τα σεντόνια, γι’ αυτό προτιμούν να τη βγάζουν τα πρωινά σε καμιά καφετέρια. Και λέω κοίτα να δεις που μας χαλάσανε και τη ζεστή γωνιά και τη σπιτική μας θαλπωρή και μας διώξανε από το ίδιο μας το σπίτι.
Και όταν γύρισα στο σπίτι βρήκα το λογαριασμό των κοινοχρήστων τόσο μεγάλο που τα μαλλιά μου σηκώθηκαν όρθια και έγινα σαν πανκ χωρίς να χρειαστεί να τα βάλω ζελέ, μπριγιαντίνη ή ζαχαρόνερο για να σταθούν όρθια. Οπότε, κατέβασα το θερμοστάτη του καλοριφέρ, έβγαλα από τη ντουλάπα μια παλιά ρόμπα που φορούσε η μαμά και θυμίζει δεκαετία ’80, αλλά δε με νοιάζει, και τη φόρεσα. Θα αποφύγω τουλάχιστον να φοράω με τη ρόμπα ταυτόχρονα και μπικουτί και να μοιάζω με πρωταγωνίστρια σε ταινίες cult δεκαετίας ‘80. Επίσης ξέθαψα όλα τα τερλίκια-τσουράπια-πασουμάκια-προπόδια (πες μου από πού κατάγεσαι να σου πω πώς τα λένε) και είπα ότι χωρίς αυτά δε γίνεται και δεν πάω πουθενά.
Ωστόσο εμένα ο χειμώνας μου αρέσει. Δεν γκρινιάζω που χιονίζει και κάνει κρύο, γιατί η φύση λέω ότι δεν κάνει λάθη, όπως λέει ο φίλος μου και συνάδελφος δάσκαλος (του Μεγαλέξανδρου) Αριστοτέλης (ναι ναι! ανήκουμε και στον ίδιο σύλλογο καθηγητών-εδώ πιο πάνω είναι η σχολή του!). Θα ανησυχήσω αν δω να χιονίζει Ιούνιο μήνα και τρέχω για σκι στο Καϊμάκτσαλαν ή αν τρέχω Γενάρη μήνα να κλείσω κάμπινγκ στον Αρμενιστή και το βρω γεμάτο!
Τέλος, υπάρχουν και οι άνθρωποι που δεν έχουν κανένα σπίτι αλλά κοιμούνται στο δρόμο. Εμένα δε μου αρέσει που υπάρχουνε τέτοιοι άνθρωποι, αλλά πρακτικά δεν κάνω άμεσα τουλάχιστον κάτι γι’ αυτό, αλλά μόνο λέω ότι δε μου αρέσει αυτό, μόνο τους λυπάμαι και μόνο λίγο μελαγχολώ, αλλά μόλις στρίψω στην άκρη του δρόμου το ξεχνάω. Και είμαι σαν πολλούς άλλους που κάνουν το ίδιο ή κάτι παρόμοιο. Μόνο τα παλιά μου ρούχα που δε μου κάνουν (επειδή –πρόσεξε!-ψηλώνω και όχι επειδή παχαίνω, όπως σκέφτηκε το δηλητηριώδες μυαλό σου) τα πάω στην εκκλησία για να τα μοιράσει στους άστεγους. Παλιά πήγαινα κι εκείνα που δε μου άρεσαν, επειδή δεν ήτανε στη μόδα. Η μαμά μου λέει όμως πως θα έρθουνε φτώχειες και θα γυρίσουμε πάλι πίσω πολλά χρόνια (αιώνια αισιόδοξη ρεαλίστρια μάνα από τότε που γεννήθηκε). Κι εγώ τώρα δε δίνω στην εκκλησία ρούχα που μου κάνουνε, αλλά δεν είναι στη μόδα. Πολλοί άνθρωποι λένε πως οι μαμάδες έχουνε πάντα ένστικτο (άσχετο!) και δίκιο. Και ένας φίλος μου λέει ότι η φράση: «Είχα δίκιο» συντάσσεται στο τέλος πάντοτε με το επίρρημα «Δυστυχώς».
                                 Δυστυχώς (όλοι αυτοί) έχουνε δίκιο...!