Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δουλειά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δουλειά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

Έκθεση: Πώς πέρασα το καλοκαίρι;


Φέτος το καλοκαίρι δεν έμοιαζε με τ’ άλλα! Ήτανε ξεχωριστό. Πολύ ξεχωριστό. Πρώτ’ απ’ όλα έβρεχε συνέχεια και παντού. Ήτανε ένα κακοκαίρι. Το θερμόμετρο δεν έπιασε σχεδόν καμία μέρα καύσωνα και οι μπόρες εναλλάσσονταν αρμονικά με τους κατακλυσμούς, τους καταποντισμούς και τα ψιλόβροχα. Οι διακοπές από τη δουλειά δεν κράτησαν πολύ. Η δουλειά ήτανε πολλή, η εφορεία όμως περισσότερη. Η ευφορία αντιστρόφως ανάλογη προς την εφορεία.  Δουλεύαμε όλοι πολύ και σαν οικογένεια βρισκόμασταν λίγο έως καθόλου, όπως κάνουν όλες οι οικογένειες που σέβονται τον εαυτό τους στις εκπολιτισμένες δυτικές κοινωνίες, οι οποίες διασκεδάζουν μόνο κάθε Σάββατο στο super market! Ωστόσο, ότε και αν βρισκόμασταν, τρωγόμασταν και μαλώναμε, γιατί είχαμε όλοι νεύρα από τη δουλειά και από ανούσια πράγματα που αν είχαμε σοβαρότερα, με αυτά δε θα ασχολιόταν κανείς και ποτέ. Μερικούς ανθρώπους όμως η ζωή τούς χαρίζει τέτοια γκρίνια και τέτοια αχαριστία που τους στερεί παραπάνω μυαλό ώστε να καταλάβουν πως υπάρχουν πολύ χειρότερα…  
Επιπλέον, οι διακοπές έγιναν με φειδώ. Αλλά και με φίδια. Από αυτά που τρέφεις στον κόρφο σου. Οι διακοπές πιο πολύ μοιάζανε με κοπές. Κάναμε κάτι διαλείμματα από χαζοπαρεξηγήσεις, ζήλιες και μπερδέματα. Ξεκινήσαμε και το ψάρεμα. Μάθαμε να ψαρεύουμε πληροφορίες από τους συνομιλητές μας, να βγάζουμε λαβράκια από τις συζητήσεις και να ψήνουμε το ψάρι στα χείλη σε ανθρώπους που ισχυριζόμαστε ότι αγαπάμε. Μετά ζητήσαμε συγνώμη και θέλαμε να έρθουν όλα στη θέση τους!
Το καλοκαίρι όμως τελείωσε. Και τολμώ να πω πως έχω παρατηρήσει το εξής: το φθινόπωρο δε δίνει περίοδο χάριτος σχεδόν ποτέ στο καλοκαίρι. Δεν του δίνει ούτε τόσο από τον χρόνο του. Έγραψε το ημερολόγιο «Σεπτέμβρης», το Καλοκαιράκι παίρνει τις ξαπλώστρες του, κλείνει τις ομπρέλες του, διπλώνει τις πετσέτες του, ξεκρεμάει από τους πασσάλους τις αιώρες του, μαζεύει τα κουβαδάκια του και «μπρος!» για άλλες παραλίες. Μετακομίζει στο νότιο ημισφαίριο.
Απλά ευελπιστώ πως το κλίμα μας εδώ θα γίνει κάποια στιγμή τροπικό σαν αυτό της Κούβας, όπου θα έρχονται όλοι οι τουρίστες από τις βόρειες χώρες να κάνουν πάμφθηνες διακοπές. Οι θερμοκρασίες θα γίνουν σταθερά όλον τον χρόνο 20-30 βαθμούς Κελσίου. Οι παραλίες μας και δη η Χαλκιδική δε θα ζηλεύει τίποτε από την Καραϊβική. Τα αυτοκίνητά μας δεν θα τα αλλάζουμε, γιατί προσεχώς, σε 30 χρόνια θα γίνουν αντίκες και δη ανεκτίμητης αξίας. Τα σπίτια μας θα ανήκουν όλα στο Κράτος (εν Κράτει), δλδ στις Τράπεζες. Εκτός από τις φοιτητικές λέσχες θα τρώμε, θα πίνουμε, αλλά και θα ψωνίζουμε και οι υπόλοιποι –μη φοιτητές- με κουπόνια (Groupon, goldendeals κλπ), ωστόσο θα χορεύουμε και θα διασκεδάζουμε ξένοιαστοι στα καφέ της Νέας Κούβας. Το μόνο που θα μας λείπει θα είναι ένας Τσε και ένας Φιντέλ!

Καλό Χειμώνα



Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

από το ΕργοΣτάσιο στη ΣτάσηΕργασίας

Πολλές φορές, πολλές στιγμές, ξαφνικές, στη μέση του ποτέ και στη μέση του πουθενά, σε στιγμές ηρεμίας, καθώς ποδηλατώ, προσπαθώντας να αποβάλω όλη την υπερένταση της δουλειάς,  πιάνω τον εαυτό μου υπό τη  μουσική υπόκρουση ενός ipod να θέλω να γράψω μια έκθεση σαν μαθητούδι του Δημοτικού!
        Να βάλω μέσα μια γιαγιά που συνομιλεί με τη γειτόνισσα για το πώς έφτιαξε τα φασο(υ)λάκια στη γάστρα, έναν παππού που κάνει βόλτα το εγγόνι του, έναν μπαμπά που περπατάει βιαστικά με το γιο του, ανθρώπους που πάνε κι έρχονται μέσα στο χρόνο, που περιστρέφονται γύρω από τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους, που γράφουν πολλά χιλιόμετρα στην προσωπική τους ζωή.
 Κι όχι μόνον ανθρώπους αλλά και κτίρια. Όπως το Εργοστάσιο της γειτονιάς μου! Το παλιό και κάποτε ένδοξο εργοστάσιο που κάποτε έσφυζε από ζωή! Κάποτε. Τώρα σκουριάζει μέσα στην καταθλιπτική ερημιά του και η μόνη ζωή που πλανάται στους χώρους του είναι οι σαύρες, οι κουκουβάγιες και τα φίδια που μπαινοβγαίνουν από τα σπασμένα πορτοπαράθυρα. Πού? Στο εργοστάσιο αυτό, όπου κάποτε μπαινοέβγαιναν  στους κόλπους του τρένα με βαγόνια που γεμίζανε και αδειάζανε φρούτα, παίρνοντας στη συνέχεια το δρόμο του εξωτερικού. Το τρένο δεν μπαίνει πια! Σηκώσανε απαγορευτικό οι αράχνες που σαν σύγχρονες Πηνελόπες υφαίνουν τον ιστό τους στις πόρτες περιμένοντας τι? Είκοσι χρόνια πέρασαν από κείνο το κάποτε. Ο Οδυσσέας είχε γυρίσει στην εικοσαετία, μα οι εργάτες του κάποτε δεν κάνουν να φανούν!
Οι Εργάτες!  Εκείνοι οι άνθρωποι του μεροκάματου με τα ροζιασμένα χέρια. Με τα χέρια τα σημαδεμένα από τα μικροατυχήματα της δουλειάς. Και η γιαγιά μου. Εργάτρια κι αυτή. «Πρωτεργάτρια» θα ‘λεγα! Κι αν δε δούλεψε όχι σ’ ένα, όχι σε δύο αλλά σε όλα τα εργοστάσια της περιοχής. Πήγαινε όπου είχε μεροκάματο. Αρκεί να έπαιρνε κάτι για τον κάματο της ημέρας. Κι εδώ μέσα? Εδώ κι αν δεν έριξε δουλειά, κι αυτή και όλοι  σ’ αυτό το εργοστάσιο που οι  πύλες  του είναι πια κλειστές και δε δέχονται κανέναν άλλον σήμερα παρά τους παράνομους επισκέπτες που έρπονται κάτω από αυτές ή που παραβιάζουν το FIR του εργοστασίου.
Πόσα άραγε μυστικά κρύβουν οι τοίχοι του? Πόσος ιδρώτας χύθηκε στα πατώματά του? Πόσα ταπεινωτικά λόγια των επιστατών αντήχησαν στις αίθουσές του? Πόση υποταγή στο δίκαιο του ισχυρότερου μαρτυρεί η ζωή του? Πόσα διπλά μεροκάματα μετρούν τα κρυφά βιβλία του? Όλα αυτά τα έκρυψε και τα ‘πνιξε ο χρόνος!  Τα πήρε μαζί της η σιωπή που σφράγισε το άδοξο τέλος του! Κι έμεινε απλώς στην ιστορία, να το μνημονεύουνε στα καφενεία οι παλιοί εργάτες, επιστάτες, εργοστασιάρχες.
        Σαν να μην μπορούνε να κάνουνε τίποτε πια για να το αναστήσουνε! Δεν έχει νόημα! Όσοι θεωρούσανε κάποτε τη δουλειά ευλογία, μέχρι πρό τινος κορόιδευαν λέγοντας πως δουλεύουν τα ρολόγια και οι βλάκες. Οι ίδιοι που έμαθαν να δουλεύουν από παιδιά ακόμα και με μισό μεροκάματο δίπλα στον εργάτη πατέρα τους, έφτιαξαν τα δικά τους παιδιά από «βούτυρο» και όλα τα κομφόρ. Εκείνοι που πάλευαν με τα διπλά μεροκάματα και έφτιαξαν κάποτε μία περιουσία, την έφαγαν με τον πιο ξιπασμένο τρόπο με αγορές-δείκτες μεγαλομανίας…
        Και καθώς σκέφτομαι έξω από το Εργοστάσιο, πάνω στο ποδήλατο, αφαιρέθηκα… Με κορνάρανε! Θα με πατούσανε! Και έκανα στην άκρη… και τότε συγκεντρώθηκα και άρχισα να «προσέχω» τα αυτοκίνητα που περνούσανε: ήταν μια BMW σειρά 5, ένα Porsche Cayenne, ένα άλλο BMW Z4, μια Mercedes CLC Sport Coupe, μια Maserati Quattroporte και άλλα παρόμοια. Είχανε κοινή κατεύθυνση. Πάρκαραν λίγο πιο πέρα: εκεί που είναι οι καφετέριες μαζεμένες κι όταν θες να πιεις καφέ δεν βρίσκεις κάθισμα!
Πέρασα κι εγώ με το ποδήλατο μετά από λίγο και ένιωσα μιαν ανακούφιση! Είπα κι εγώ! Επειδή κλείσανε τα εργοστάσια πάει να πει πως ερήμωσε και η πόλη μας? Όχι βέβαια! Η νέα γενιά είναι εδώ! Δουλειές μπορεί να μην έχει αλλά ξέρει καλά πώς να ζει σε βάρος της προηγούμενης, να τρώει από τα έτοιμα και να γεύεται τους καρπούς των κόπων όλων όσοι κάποτε έσταξαν ιδρώτα σε εκείνα τα εργοστάσια! Άλλωστε πού να τρέχουν τώρα? Αφού πια δουλειές δεν υπάρχουν!

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010

καθα(γ)ριότητα!!!

Ο Σεπτέμβρης εκτός των άλλων (έναρξη ακαδημαϊκής χρονιάς και λήξη διακοπών, έναρξη  χειμερινής  εν γένει σεζόν)  αποτελεί το μήνα της Γενικής για το σπίτι! Τα πάντα βρίσκονται σε ετοιμότητα προκειμένου να ικανοποιήσουν το ετοιμοπόλεμο ένστικτο της νοικοκυράς.
        Δεν αποτελώ εξαίρεση, αν και σε κάποιους θα βόλευε πολύ:
Να συστήσω τα όπλα μου: η σφουγγαρίστρα, η σκούπα, αναλογική και ηλεκτρική, τα  ξεσκονόπανα, τα σφουγγάρια κάθε λογής, με σκληρή ή με μαλακή υφή, οι απλώστρες,  οι σιδερώστρες και τα χτυπητήρια.  Τα χημικά μου όπλα: η χλωρίνη την οποία η οικολογική μου συνείδηση προσπαθεί να της περιορίσει τα πολλά της δικαιώματα, το ξύδι με το βραστό νερό, και όλων των ειδών υγρά καθαρτικά του εμπορίου με χρώματα κι αρώματα! Επ’ ώμου! Εμπρός! Μαρς!
        Θα ξεκινήσω με την απογύμνωση του σπιτιού! Πρέπει να φτιάξω «περιβάλλον». Όλα πρέπει να θυμίζουν αναστάτωση. Τα πάντα οφείλουν να προσφέρουν χώρο στην αναρχία! Να μη βρίσκεται τίποτε στη σωστή θέση… και να προδίδουν ότι κάτι διαφορετικό συμβαίνει σε αυτό το σπίτι!!
 Τα μπιμπελοειδή καταρχήν θα στηθούν στην ουρά περιμένοντας υπομονετικά να πάρουν το συνηθισμένο φθινοπωρινό τους μπάνιο με βραστό νερό στη μπανιέρα. Θα είμαι γενναιόδωρη μαζί τους. Θα τα λούσω σαν αλλοτινές Κλεοπάτρες, θα τα στεγνώσω και θα τα γυαλίσω. Στη συνέχεια θα βρω ένα μέρος του σπιτιού για να τα συμφιλιώσω όλα μαζί για μερικές μέρες, επιβάλλοντάς τα μία υπομονή ωσότου καθαριστεί η γωνιά του καθενός! Κι αυτά θα περιμένουν: θα βρεθούν οι κουτάλες αγκαζέ με τα βάζα, τα γλαστράκια παρέα με τις κατσαρόλες, τα κηροπήγια δίπλα-δίπλα με τα ποτήρια, οι κούπες τετ-α-τετ με τις φωτογραφοθήκες και οι φοντανιέρες σε συνεργασία με τα ράφια του ψυγείου και τα τάπερ! Το σκηνικό θα είναι σουρρεάλ! Και η διάθεσή μου επίσης!
        Η σκάλα! Αυτή θα με εκτοξεύσει στα ύψη του σπιτιού! Θα δω αφ’ υψηλού και από μια άλλη οπτική γωνία το μικρό λημέρι μου: Είναι αστείο πόσο μικρή και μάταια  φαίνεται η αυτού μεγαλειότητα! Όταν το αγόρασα, νόμιζα πως έκανα κάτι σπουδαίο! Από τη σκάλα μου φαίνεται «μικρό»! Φαντάσου, λέω, τι θα λέει ο Θεός που μας κοιτά από ψηλότερα! Ετοιμάζομαι για την υποστολή των κουρτινών! Η περηφάνια τους θα χαμηλώσει και θα βυθιστεί στην μπανιέρα με μπόλικο απορρυπαντικό και μαλακτικό συνάμα. Θα ξεράσουν τον καπνό των χειμερινών παρεΐστικων ομηγύρεων και όλα τα μυστικά που άκουσαν και θα απλωθούν στα σύρματα του πίσω μπαλκονιού για να χαζέψουν τη θέα των απέναντι καταθλιπτικών μπαλκονιών αυτή τη φορά έξω από το τζάμι. Είναι κι αυτό μια εμπειρία!
        Στρωσίδια στα κρεβάτια και στους καναπέδες, χορτάσατε καθισιό! Βουλιάξατε με τόσα και τόσο κουρασμένα κορμιά για τα καλά εν τω βάθει. Η μοίρα σάς επιφυλάσσει την ίδια διαδρομή με τις κουρτίνες! Δεν ακούω τίποτε! Ξεβολευτείτε, πλυθείτε, απλωθείτε, διπλωθείτε, σιδερωθείτε και αναμείνατε στον κάλαθον για να επαναστρωθείτε ξαλαφρωμένα πια από το βάρος και το σχήμα των νωχελικών και νωθρών σωμάτων μας καθώς επιστρέφουμε οίκαδε στο τέλος της ημέρας.
        Χαλιά: έχετε τα μαύρα σας τα χάλια. Σας υπόσχομαι να σας  ξανακάνω από «χάλια» «χαλιά». Προς το παρόν κάντε στην μπάντα για να έχω το ελεύθερο να ρίξω απρόσεκτα όσο νερό θέλω στο πάτωμα.
        Η απογύμνωση έγινε με επιτυχία! Απόδειξη η ηχώ! Μιλώ και κάθε μου κουβέντα την επαναλαμβάνουν οι τοίχοι του σπιτιού! Οι τοίχοι! Τι τύχη να είσαι τοίχος! Έχεις αφτιά, που λέει κι ο σοφός λαός μας, μα έχεις και στόμα σε αυτήν την περίπτωση! Και τότε ποια η διαφορά από τον άνθρωπο? Θέλω να πω, τι το κακό να σε λένε «ντουβάρι» (συνώνυμο του «τοίχου»). Τέλος πάντων… Τι σου είναι κι αυτοί οι συνειρμοί! Θα σε σαπουνίσω και σένα. Δεν είναι καιρός για βαψίματα. Αλλά λαδιές, δαχτυλιές, μαυρίλες από τα βρόμικά μας χέρια άμα τη εισόδω στο σπίτι θα αποτελούν μετά την τριβή παρελθόν!
        Κεφάλαιο «ΚΟΥΖΙΝΑ»: εδώ είμαστε! Τώρα θα δείτε λαδερά πλακάκια! Ρακοσυλλέκτες κορεσμένων ελαίων! Θα σας ξεζουμίσω! Θα σας ξύσω μέχρις ότου ο αρμός σας διαζευχθεί από τη λέρα που άφησε προίκα ο ατμός από τα φασολάκια της κατσαρόλας και το κοκκινιστό κουνέλι της γάστρας! Θα σας κάνω να απολογηθείτε για όσα μυρίσατε, για όσα γευθήκατε! Και σεις μπαχάρια στα ντουλάπια, ρίγανη και κάπαρη, πιπέρι κόκκινο και άσπρο, τριμμένο ή ολόκληρο, σαφράν και δενδρολίβανο, αρκετά με την ανακατωσούρα σας μέσα στα ντουλάπια! Έχετε δαχτυλιές στα βάζα που σας φιλοξενούν! Ασφυκτιάτε εκεί μέσα και όλα έχετε συνδράμει από έναν κόκκο στο ράφι. Μωσαϊκό οσμών σαν να πρόκειται να μπείτε στην κατσαρόλα! Μπρος! Στην αποστείρωση! Τα ράφια πρέπει να σαπουνιστούν και να σκουπιστούν επίσης!
Το πεδίο λοιπόν ελεύθερο: Θα βράσω νερό και θα το μαγειρέψω με μπόλικα αρωματικά απορρυπαντικά:  θα βουτήξω τα σφουγγάρια μου, θα βάλω τα χειρουργικά μου γάντια, θα στύψω τα περισσά νερά και θα αρχίσω τις άλλοτε αρμονικές και άλλοτε ανάρμοστες και άγριες ταλαντώσεις των μπολιασμένων με πανιά εξαγριωμένων μου χεριών προκειμένου να εξαφανίσω από τις επιφάνειες κάθε ίχνος βρομιάς, λαδιάς, σκόνης, λεκέ, κάθε ίχνος ζωής δλδ που έχει κάθε σπίτι που κατοικείται! Αισθάνομαι να λεηλατήθηκε το καθαρό μου σπίτι!
Για μια στιγμή! Σκέφτομαι λιγάκι αντίστροφα (Το συνηθίζω κατά τις επιταγές του «ουδέν κακόν αμιγές καλού και τούμπαλιν»): αν το πάτωμα δεν έχει πατημασιές δείχνει να μην πάτησε άνθρωπος! Αν  οι εστίες  της κουζίνας δεν έχουν χυμένη σούπα και τα πλακάκια τριγύρω από αυτές δεν έχουν λάδια από το τηγάνι που έφτιαξαν πατάτες σημαίνει πως το τραπέζι του σπιτιού δε φίλεψε ποτέ κανέναν. Αν τα βάζα με τα μπαχάρια δεν έχουν δαχτυλιές, αν οι κατσαρόλες δεν έχουν καμένα λίπη στον πάτο σημαίνει πως σπιτικό φαΐ δεν έφαγα ποτέ εδώ μέσα.  Αν οι κουρτίνες δεν έχουν καπνό, αν τα χαλιά δεν έγιναν χάλια πάει να πει πως δε φιλοξένησα φίλους. Κι αν τα στρωσίδια στα κρεβάτια δεν μυρίζουν  ιδρώτα και δεν είναι τσαλακωμένα πάει να πει πως δεν με ξεκούρασαν.
Χα! Γι’ αυτό είμαι χαρούμενη μάλλον όταν κάνω δουλειές τέτοιες! Γιατί κάθε φορά, όσο περισσότερη βρομιά καλούμαι να εξολοθρεύσω, σημαίνει αυτόματα πως τόσο περισσότερο ζωή ένιωσε αυτό το άψυχο σπίτι, το «μικρό», το «πολύ μικρό» για το Θεό σπίτι! Γιατί άκουσαν συζητήσεις οι τοίχοι του, γιατί δόθηκε η ευκαιρία στις κουρτίνες να κρατήσουν εχέμυθα τα μυστικά μου, γιατί τα χαλιά ποδοπατήθηκαν από φίλους που ήρθαν να μοιραστούν το χρόνο τους μαζί μου, και γιατί ο καναπές βόλεψε θεατές κινηματογραφικής προβολής στην 37άρα οθόνη της τηλεόρασής μου σε συνεργασία με τις κα(η)μένες από  τα ποπ κορν (πρώην καλαμπόκι)  κατσαρόλες μου…
 Αλλιώς θα ήταν ένα σπίτι δίχως ιστορία, δίχως ζεστασιά, δίχως νόημα! Αλλιώς θα ήταν ένα απλό, καθαρό αλλά άψυχο σπίτι. Τώρα όμως δεν είναι απλά το σπίτι μου αλλά το σπιτικό μου! Το μικρό, φτωχικό αλλά φιλόξενο και γεμάτο ζωή βρόμικο, αλλά σε χρήση και όχι άχρηστο, «λεηλατημένο» από πολλούς ανθρώπους σπιτικό μου!
         

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

Θα σας «σύρω» τα εξ αμάξης…

Μοιράζομαι σ’  Ανατολή και Δύση, ανήκω και στις δυο και σε καμιά…
Δεν ξέρω γιατί μου αρέσει πολύ αυτό το τραγούδι, αφού με μελαγχολεί όταν το ακούω. Θαρρώ όμως πως ο εαυτός μας επιδιώκει ενίοτε την μελαγχολία για εξαγνισμό, για κάθαρση, για ανάταση… Μου αρέσει επειδή με εκφράζει, επειδή δε βρίσκω τρόπο να περιγράψω αλλιώς τη ζωή μου. Κάθε που μπαίνω στο αυτοκίνητο για να μετακινηθώ από την πόλη στο χωριό και vice versa, νιώθω τα ίδια συναισθήματα, βλέπω τα ίδια πράγματα, ακολουθώ την ίδια διαδρομή, κάνω τις ίδιες σκέψεις (νομίζω). Το σκηνικό επαναλαμβάνεται, τα μοτίβα των διαδρομών το ίδιο, οι σκέψεις όμως? Ίδιες κι αυτές? Τα ίδια σκηνικά με κάνουν να σκέφτομαι κάθε φορά άλλα. Διαφορετικά μοτίβα μου προκαλούν τις ίδιες σκέψεις. Νομοτέλεια, αφέλεια, γιατί όχι ψυχεδέλεια.
ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΠΡΩΤΗ
Τακτοποιώ τις εμπειρίες του Σαββατοκύριακου στη βαλίτσα. Δεν ξεχνώ να βάλω στη χειραποσκευή τη μελαγχολία της Δευτέρας, ενώ στο  sac voyage στρίμωξα με τα πέντε ζευγάρια παπούτσια την ωραιοπάθεια που μου χαρίζουν τα faux bijoux. Το port baggage έφερε εις πέρας την αποστολή του: επιβίβασε τις αναμνήσεις της αστικής μου ξεγνοιασιάς . Το κλειδί γυρίζει στη μίζα…. Κι ο Πλιάτσικας από το ράδιο συνωμοτεί με το σκοτάδι του μυαλού μου και μου τραγουδάει σιγοψιθυριστά  ό,τι έχω χωμένο στο κέντρο του εγκεφάλου μου:
Είναι η πόλη μας τώρα πια φάντασμα
Μοιάζει με πίνακα που έχει ξεβάψει
Κι έχει απομείνει μονάχα η θάλασσα
Να μου θυμίζει ότι έχω ξεχάσει
Έτσι κοιτάζω την πόλη που αγάπησα
Όταν σε είχα σε αυτή συναντήσει
Έτσι κοιτάζω την πόλη που άφησα


Όταν στην άβυσσο μ είχες αφήσει...
Κλείνω τα μάτια και βλέπω το αύριο
Κι είναι ένα αύριο δίχως εικόνες
Ίσως να ζει η αγάπη μεθαύριο
Ίσως περάσουν κι αυτοί οι χειμώνες…
Τα κατάφερε ο Φίλιππος να με βουρκώσει. Δίχως γιατί… τώρα μέσα από το πρίσμα των δακρύων βλέπω πιο θολό το τοπίο. Για λίγο όμως… Τα δάκρυα ξεπλένουν την ψυχή μου. Γι’ αυτό «Κλάψε!», λέω στον εαυτό μου, «Δίχως ενοχές!»
        Το φανάρι έχει κίνηση. Με έχουν πιάσει δύο στη σειρά. Στο τρίτο περνάω με βαθύ πορτοκαλί. Περνάνε άλλα τρία αυτοκίνητα πίσω μου! Όλοι βιάζονται… Κι εγώ κι αυτοί! Γιατί? Τι έχουμε να προλάβουμε άραγε? Η ζωή σε περιμένει ούτως ή άλλως, όσο κι αν καθυστερήσεις, στο φανάρι, στην κίνηση, κολλημένος πίσω από καμία νταλίκα που πάει πολύ αργά…. Εκεί θα είναι η ζωή! Δε φεύγει! Είτε πας δέκα λεπτά νωρίτερα είτε δέκα λεπτά αργότερα! Πώς? Τρέχεις να προλάβεις το τρένο, γιατί αλλιώς θα το χάσεις? Μα αφού έχει ένα άλλο μετά! Και ίσως μέσα σε αυτό να συναντήσεις κάποιον που δε θα συναντούσες, αν προλάβαινες το προηγούμενο… Ξέρεις πόσες φορές μου ‘χει τύχει?
        Εσύ κύριε με το Mercedes γιατί κορνάρεις και ανάβεις να φώτα στους μπροστινούς σου πάνω στην περιφερειακή? Τι θες ? Να προλάβεις να δεις αν ανοίγουν οι αερόσακοι σε πρόσκρουση με μεγάλη ταχύτητα για να νιώσεις ότι δεν πήγαν στράφι τα πολλά λεφτά που έδωσες? Κι αν η Mercedes διαψεύσει τις προσδοκίες σου? Αν σε προδώσει και στερήσεις τον πατέρα του κοριτσιού ο οποίος προπορεύεται ανυποψίαστος των βιαστικών, με ή χωρίς λόγο, προθέσεών σου? Ρώτησες το κοριτσάκι αν θέλει να μείνει ορφανό από την επιδειξιομανία της τσέπης και του οδηγικού σου ταλέντου που μπορεί να αποδειχθεί fake?
        Το μάτι φεύγει στις  τεράστιες πινακίδες που μου υποδεικνύουν έναν άλλον κόσμο εκεί έξω…  Δεξιά προς Χαλκιδική και ζωγραφίζω πάνω της καραβάκια, αμμουδιές και αλμυρά βράχια με αρμυρίκια… Αριστερά  για Καβάλα, Σέρρες και Κατερίνη και Αθήνα! Έχω φωτογραφίες στο κάστρο της Καβάλας, χάθηκα πολλάκις στους μονοδρόμους της Κατερίνης, στις Σέρρες έχω φίλους που πεθύμησα πολύ. Κι εσύ Αθήνα, συγκεντρωτική, μου στερείς όποιους αγάπησα περισσότερο από κάθε τι άλλο! Αχόρταγη! Δε σε χωνεύω!
Δεξιά η κλινική Genesis: Χαρές που κάνουν άραγε οι νέοι γονείς! Αυτά τα παιδάκια όμως γιατί δεν τα ρωτάνε ποτέ, αν θέλουν να έρθουν σε αυτό τον κόσμο και να ζήσουν με όρους αλλονών σε μια κατά τα άλλα δημοκρατική ζωή?
        Ένα παππούς οδηγός μου κλείνει το δρόμο. Πηγαίνει με 60 στην αριστερή λωρίδα! Θέλω να του πω «Παππού κάθισε σπίτι σου! Φτάνει! Δεν το’ χεις πια!»… και με διακόπτει μία απορία: Πόσο εύκολο είναι να αποδεχθείς την ηλικία αυτή με τόσα παρελκόμενα? Αφού για να ζεις πρέπει να κάνεις όσα έκανες  παλιά κι άλλα τόσα…  Αισθάνομαι πως  οι σκέψεις μας επικοινωνούν και πως μου απάντησε κιόλας: «Κόρη μου, εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα ‘ρθεις». Εντάξει παππού, τα ‘πες όλα… αν και δεν είμαι τόσο αισιόδοξη πως θα φτάσω στην ηλικία σου…. για τα δεδομένα της εποχής εσύ έχεις ξεφύγει πέρα από τα όρια τα ηλικιακά του προσδόκιμου της γενιάς μου!
        Στρατιωτικό νοσοκομείο 424. Πιο δίπλα Νοσοκομείο Παπαγεωργίου. Κι εδώ απορία: Πόσοι άραγε άνθρωποι έχουν αφήσει τη ζωή στα χέρια χειρουργών? Πόσοι πονούν και πόσοι αγωνιούν σε θαλάμους αναμονής έξω από χειρουργεία πίσω από τους τοίχους αυτών των κτιρίων?  Δεν μου απαντάει κανείς. Η στροφή μπροστά μου είναι επικίνδυνη… τα κτίρια του ΤΙΤΑΝ με τρομάζουν. Μεγάλη εταιρεία: πολλές οικογένειες τρέφει. Είναι όμως  και πολύ γενναιόδωρη σε νέφος, όπως προδίδουν τα φουγάρα της… Πιάνω ευθεία! Βαριέμαι τους ευθείς δρόμους!  Αλλά και οι στροφές είναι επικίνδυνες. Δεν ξέρεις αν γλιστρούν, αν θα σε πετάξουν εκτός οι φυγόκεντρες, αν ο απέναντι προσπερνά ως βλαξ τον μπροστινό του.  Δε μ’ αρέσουν οι ευθείες. Ο  Gaudi δεν έφτιαξε ούτε μια ευθεία, γιατί η φύση δεν έχει καμιά και πουθενά. Μ’ αρέσει ο Gaudi. Πετάγομαι στη Βαρκελώνη του 2007. Ξαφνικό, απροσχεδίαστο το ταξίδι μου εκείνο. Αλλά αξέχαστο! Επανέρχομαι στην ευθεία του δρόμου: το αποφάσισα: Δεν μου αρέσουν οι ευθείες… μόνο οι ευθείς άνθρωποι. Αλλά κι αυτοί χρειάζεται κάπου κάπου να κρατούν τα προσχήματα. Αυτό δε λέγεται έλλειψη ευθύτητας ή προσποίηση αλλά διακριτικότητα!
Δεξιά κι αριστερά με διακόπτουν οι εταιρείες, οι εκθέσεις, τα  εμπορεύματα. Αποθήκες! Τι αποθηκεύει ο κόσμος? Σύρμα για μπάλες φυτών!!!! Μία ολόκληρη αποθήκη για σύρμα! Ούτε που θα μου περνούσε ποτέ αυτό από το μυαλό ως επάγγελμα: «εμπορία σύρματος για μπάλες φυτών»! Σωστά! Κάποιος πρέπει να το κάνει κι αυτό για να έχουμε εμείς το ψωμί στο τραπέζι το μεσημέρι… 
Στροφή! Έξοδος από περιφερειακή.. Σίνδος, βιομηχανίες, φορτηγά, εργοστάσια, εργοτάξια, κτίρια-νεκροταφεία, αλλοτινές εμπορικές και βιομηχανικές δόξες, ένα πανό τεράστιο διαλαλεί την κρίση και μου θυμίζει τον ξεπεσμό της χώρας μου! Μου υπόσχεται 70% έκπτωση σε έπιπλα! Κι αυτός ο έμπορος τι θα βγάλει? Θα βγάλει ούτως ή άλλως? Άρα έβγαζε +70% από αυτό που βγάζει τώρα? Ξεπουλάει την αλλοτινή και ακριβή του φήμη, ζητιανεύει την πάλαι ποτέ του φιγούρα μεταξύ εφάμιλλων εμπορικών καταστημάτων! Τώρα το κράτος τον τσακίζει, τον πατάει στο κεφάλι κι αυτός προσπαθεί να το σηκώσει. Υποκλίνεται στον πελάτη που περνάει την πόρτα του και του «χαρίζει». Πριν λίγο όμως «δεν χαριζότανε» σε κανέναν. Κατακλείδα: «όλα εδώ πληρώνονται». Περίοδος παχιών αγελάδων τέλος!
Μπαινοβγαίνω σε χωριά. Άλλοι ρυθμοί: τα παιδιά παίζουν στις αυλές, παλεύουν στα χώματα. Οι γειτόνισσες πίνουν καφέ στη βεράντα. Ένας κύριος μετακινείται από το σπίτι ως το καφενείο με το τρακτέρ… Αυτό έχει, αυτό εμπιστεύεται!
Παλαιά και Νέα Πέλλα: ένας τόπος με ΙΣΤΟΡΙΑ! Ποιοι ανεγκέφαλοι διεκδικούν την πατρότητα της? Με ποια πειθώ? Της ξεφτισμένης ή της κλεμμένης τους ιστορίας? Τόσοι λόφοι μάρτυρες, μαρτυρικοί καταθέτες αφ’ εαυτών! Φωνάζουν από μόνοι τους! Μα δεν ακούει κανείς? Το χώμα αυτό που τρέχει κάτω από τις ρόδες του αυτοκινήτου μου ποιος στρατηλάτης το ‘στρωσε στα βάθη των αιώνων? Για ανάτρεξε στις σελίδες της ιστορίας!
Κι ο δρόμος χάνεται μέσα στις φυλλωσιές του δρόμου… Μυρίζει χώμα, μυρίζει δροσιά, μυρίζει γρασίδι. Μακεδονία τόπος ευλογημένος! Πλούτος, γη, καρποί, πράσινο, νερό. Όλα τους συστατικά ευφορίας, ζωής, εξασφάλισης του «ρτου μν το πιούσιου»! Πλησιάζω στο δικό μου χωριό. Εφοδιάζομαι με ενέργεια. Μπαίνω στο χώρο εργασίας! Οι σκέψεις μου θα ενεργοποιήσουν τις δυνάμεις μου, οι εμπειρίες του Σαββατοκύριακου θα μετουσιωθούν σε θεωρίες περί μαθημάτων ζωής, το μυαλό μου πρέπει να συγκεντρωθεί στη δουλειά μου και η ψυχή μου να ενταφιαστεί στο χωριό: εδώ που είναι η μάνα μου, εδώ που είναι τα «παιδιά» μου, εδώ που είναι η οικογένειά μου…
Σε λίγες μέρες θα επιστρέψω πάλι στην πόλη κουβαλώντας από δω προς τα κει πια (πού είναι το εδώ και πού το εκεί?) μέσα στη βαλίτσα τις εμπειρίες ως αναμνήσεις, τη μελαγχολία στη θέα της μάνας μου, όταν με ξεπροβοδεί και το γεμάτο από εργατικότητα και κούραση πενθήμερο ως χειραποσκευή… Θα κάνω την ίδια διαδρομή αντιστρόφως:
ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
 θα αφήσω τα χωριά με την ανεμελιά, τα χωράφια του πλούτου, τους ιστορικούς μακεδονικούς λοφίσκους της Πέλλας και θα προχωρήσω προς τους εμπόρους των «ισχνών πια αγελάδων», τις συρματαποθήκες, τις βαρετές ευθείες, το ΤΙΤΑΝ, τις επικίνδυνες στροφές, τους επόμενους ασθενείς, τα καινούργια νεογέννητα, κάποιον άλλο «αργόστροφο διαδρομικώς» παππού, έναν άλλο βιαστικό οδηγό που περνάει με κόκκινο ή κάνει σινιάλο στον μπροστινό του για να παραμερίσει, θα ξαναδιαβάσω αντιστρόφως τις ταμπέλες για να πάω πρώτα στην αφιλόξενη Αθήνα, μετά στις Σέρρες, μετά στην Κατερίνη, στην Καβάλα και τέλος στη Χαλκιδική. Θα με ξαναπιάσει το κόκκινο φανάρι. Τελικά όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν! Και μόλις παρκάρω στην πυλωτή, πριν σβήσω το αυτοκίνητο θα προσέξω ότι στο ράδιο παίζει πάλι Πλιάτσικας αλλά αυτή τη φόρα άλλα μου τραγουδάει:
''Θέλω να τρέξω, να πετάξω, να χαθώ
όμως φοβάμαι τι θα γίνει αν γυρίσω
Τον εαυτό μου να γελάσω προσπαθώ
μα κάπου μέσα μου βαθιά δεν θα τον πείσω
Είναι ωραία η θάλασσα γιατί κινείται πάντα
κι αν έχεις βρει πολλές στεριές καμία δεν σ' αράζει
δώσ' μου για φιλοδώρημα τραγούδι μέχρι πάντα
είναι ωραία η θάλασσα γιατί με ΜΕΝΑ μοιάζει



Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Μια Καλημέρα είν’ αυτή?...ή πολλές?


Αγαπώ τη λέξη «Καλημέρα» γιατί είναι ευ-λογία και κατά μία έννοια ευ-γλωττία! Αγαπώ την «Καλημέρα», να την λέω σε όλον τον κόσμο
 -και στους πιο ενοχλητικούς που με το «Καλημέρα σας» σε εξετάζουν ιερώς,
- και στους πιο σκληρούς που με το «Καλημέρα σας» σκάει ένα χαμόγελο στο πρόσωπό τους κι ας είναι το πρώτο και το τελευταίο όλης της ημέρας,
-και στους πιο κλειστούς που με το «Καλημέρα σας» θα είναι η μόνη φορά που θα ανοίξουν το στόμα τους και θα σου μιλήσουν ρίχνοντάς σου μια φευγαλέα ματιά,
-και στους πιο χαρούμενους που με το «Καλημέρα σας» θα πλημμυρίσουν τον κόσμο χαμόγελα από τις πρωινές σου ώρες,
-και στους πιο φλύαρους  που με το «Καλημέρα σας» θα πάρουν αφορμή να σου πουν απ’ το πρωί ό,τι σκέφτονται ακόμη κι ό,τι δε σκέφτονται,
-και στους πιο δουλευταράδες που και πυρετωδώς θα κάνουν τον κόπο να σηκώσουν κεφάλι και στο «Καλημέρα σας» θα σου απαντήσουν ένα βιαστικό «καλημέρα» σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό τους
-και στους πιο κεφάτους που στο «Καλημέρα σας» θα σου απαντήσουν ένα τραγουδιστό και μακρόσυρτο «καλημέραααα…» δια ανατάσεως της χειρός,
-και στους πιο βαρείς που περπατάνε με σκυμμένο το κεφάλι και στο «Καλημέρα σας» θα κάνουν τον κόπο να το σηκώσουν και να σου απαντήσουν ένα βαρύ κι ασήκωτο «ΜΜΜέρρααα»…
        Είναι ωραίος αυτός ο κόσμος το πρωί, διαφορετικός. Ακόμη κι όταν είναι αδιάφορος στο μέσο της ημέρας, γίνεται ενδιαφέρων στο «Καλημέρα». Οι ρυθμοί δεν τον έχουνε συνεπάρει ακόμη, το άγχος δεν έχει προλάβει να ανακόψει τους ανθρώπους από την κοινή για τους θνητούς ευχή.
        Μια «καλημέρα» είναι πάντα επίκαιρη όσο και επιτακτική. Ακόμα και ρουτινίστικη μένει πάντοτε πρώτη στις προτιμήσεις των ανθρώπων, ως πρώτη ευχή, ως πρώτη λέξη, ως πρώτη σκέψη, ως πρώτη αρχή, ως πρώτο μέλημα… Σε βγάζει από την αμηχανία, σε μπάζει στη δράση, στην πράξη, στο «ομιλείν», στο «συναναστρέφεσθαι»!
        Μ’ αρέσουν οι «Καλημέρες» το πρωί, όταν οι καθαριστές σκουπίζουν τους δρόμους, όταν οι καθαρίστριες γυαλίζουν τα τζάμια στις καφετέριες από τον χθεσινοβραδινό καπνό και τρίβουν τις σχάρες στα οβελιστήρια.
Μ’ αρέσουν οι «Καλημέρες» στις νοικοκυρές που ξυπνούν πριν την πόλη, πριν το σύζυγο και τα παιδιά για να απλώσουν τα ρούχα της μπουγάδας.
Μ’ αρέσουν οι «Καλημέρες» του φούρναρη της γειτονιάς που το  φούρνισμα το τέλειωσε, πριν ακόμα ξυπνήσεις εσύ, και στο «καλημέρα σας» το ψωμί του φιγουράρει ζεστό-ζεστό δίπλα σε άλλα εξίσου φρέσκα αρτοποίηματα και σε περιμένει…
Μ’ αρέσουν οι «Καλημέρες» του ψαρά και του μανάβη που έχουν ήδη επιστρέψει από την ψαρ- και λαχαν-  αγορά αντίστοιχα, προτού εσύ ανοίξεις το μάτι.
Μ’ αρέσουν οι «Καλημέρες» του ανθοπώλη που πρωί-πρωί ποτίζοντας κι αναδεύοντας τους βασιλικούς μοσχοβολά ο τόπος όλος.
Μ’ αρέσουν και οι πιο τεμπέλικες «καλημέρες», όταν ο ήλιος παίρνει κι ανεβαίνει ψηλά αλλά θεωρείται ακόμη πρωί. Τα καταστήματα ανοίγουν στις εννέα αλλά προηγείται μία προετοιμασία. Καθείς αναλαμβάνει  να σκουπίσει το κομμάτι του πεζοδρομίου που του ανήκει. Οι σκούπες παρελαύνουν πάνω ή κάτω από τα πεζούλια, τα λάστιχα καταβρέχουν γενναιόδωρα τους δρόμους με νερό και το χώμα μυρίζει πρωί. Αυτές είναι οι καλοκαιρινές «καλημέρες» γιατί… υπάρχουν και οι χειμερινές.
Εκείνες, πιο φειδωλές, πιο σπάνιες, «πού να τις βρεις να τριγυρίζουν?». Κουκουλώνονται στα καβούκια τους, γιατί το κρύο δεν τις επιτρέπει να κυκλοφορούν ευρέως, θα συναχωθούν! Εκείνες είναι οι «καλημέρες» των παιδιών, σκεπασμένες με σκουφάκια, γαντάκια, κασκόλ και παλτό και φορούν μια τσάντα μεγάλη στην πλάτη, γεμάτη γράμματα (?). Άλλες φορές οι «καλημέρες» πηγαίνουν καμουφλαρισμένες, πάνω σε τέσσερις ρόδες και σε χαιρετούν μέσα από το τζάμι σηκώνοντας απλά το χέρι συνοδευόμενες από ένα νεύμα. Εκείνες είναι οι βουβές «καλημέρες».
Όπως και να ‘χει, ζεστές ή κρύες, δροσερές ή αέρινες, τραγουδιστές ή βουβές, χειμερινές ή θερινές, βιαστικές ή τεμπέλικες, φλύαρες ή λακωνικές, καταχρηστικές ή εκούσιες, λιτές ή φορτωμένες είναι τόσο επίκαιρες όσο και διαχρονικές. δεν χάνουν την αξία τους, δεν εκπίπτει η τιμή τους, συνεχώς ανατιμώνται.
Οι δικές μου οι «καλημέρες» πάλι ανήκουν και στις βιαστικές και στις τεμπέλικες, ενίοτε δε στις φλύαρες αλλά πάντοτε εκούσιες! Όπως το πάρει κανείς. Σήμερα με βρήκαν να ξεκινάω με πολλή δουλειά και στην πορεία να παρεκκλίνω επειδή τις περιγράφω.
Βιαστικά λοιπόν και εκουσίως (εννοείται!) σας λέω κι εγώ ένα τεμπέλικο και μετά φλυαρίας «καλημέρα σας»….