Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φαντάσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φαντάσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Αλαφροΐσκιωτος



Έλααα!! Δε μου το βγάζεις από το νου! Αφού κι εσύ είχες! Έχεις δλδ! Γιατί ακόμα το ‘χεις στον νου σου. Δεν μπορεί να μην το θυμάσαι! Ναι! Σ’ εκείνο το παγωμένο δωμάτιο αναφέρομαι! Που ήτανε πάντα απομονωμένο και άνοιγε με δυο συρόμενες πόρτες που είχανε πάνω γυαλί ματ και δεν έβλεπες ποτέ προς τα μέσα, αλλά ούτε από μέσα προς τα έξω. Ήτανε το δωμάτιο βιτρίνα. Το καλό το δωμάτιο. Για τον κόσμο… Ένα δωμάτιο μόνο για καλεσμένους... Εκείνο που είχε μία μεγάλη βαριά τραπεζαρία καρυδένια σε σκούρο καφέ προς το μαύρο χρώμα με πόδια λεονταρίσια και νύχια γαμψά σαν να θέλανε να σε κατασπαράξουν και ήτανε σκεπασμένη με εργόχειρο κόπου ημερονυκτίων πάνω από το βελονάκι... Εκείνο το δωμάτιο που είχε κάτι καρέκλες σαν βασιλικούς θρόνους του Λουδοβίκου και του Ναπολέοντα στο Φοντενεμπλό με πλάτες φαρδιές, υφασμάτινες και κεντητές και που φρουρούσαν την τραπεζαρία σαν κόρη οφθαλμού... Και είχε και εκείνον τον μπουφέ, τον ξέχασες? Από κάποια πλανεύτρα-ψεύτρα Γερμανία φερμένος, ταξιδεμένος με τον Καρβουνιάρη, που σαν έφτασε, πήρε τον ρόλο του πολύ στα σοβαρά. Έκρυβε στα ντουλάπια του προστατευτικά, όπως η έγκυος το έμβρυο, λικεράκια, βερμουτάκια και σοκολατάκια. Απαγορευτικά! Ήτανε μόνο για τους ξένους, για τους άλλους, τους καλεσμένους… Αυτοί οι άλλοι και οι ξένοι είχανε πάντα προτεραιότητα. Δικαιούνταν πάντα σοκολατάκια και ήτανε οι μόνοι δικαιούχοι χρήσης του δωματίου-ψυγείου. Μικρή όταν ήμουνα –αλλά ούτε και τώρα- ποτέ δεν κατάλαβα, γιατί για να φάω σοκολατάκια έπρεπε να μου τα προσφέρουν φανερά σε ένα ξένο τέτοιο παγωμένο σαλόνι. Στο δικό μου τα προσφέραμε σε κάποιους άλλους ξένους (εκτός από μένα) και πήγαινε λέγοντας!
Εκτός… εκτός εάν είχαμε γιορτή. Τότε κοντά στους ξένους έπαιρνα κι εγώ ένα. Μόνο ένα όμως και εάν περίσσευε. Και εκτός… ναι, ναι! Έχει κι άλλο εκτός. Εκτός εάν τα έκλεβα! Αλλά και πάλι δεν ήμουνα καλή σ’ αυτό. Γιατί το τρίξιμο της πόρτας του σαλονιού ήτανε πολύ χαρακτηριστικό, όπως κάθε πόρτας, σε κάθε σπίτι κι η μάνα μου με έπαιρνε χαμπάρι! Γιατί αυτό το τρίξιμο της πόρτας, το άνοιγμα του ντουλαπιού, το σύρσιμο του συρταριού που το ξέρεις μόνον εσύ και μόνον άλλοι δυο τρεις άνθρωποι μέσα στο ίδιο σπίτι, αυτήν την μυρωδιά του παλιού παγωμένου και απομονωμένου δωματίου που αναδύεται από την χαραμάδα της πόρτας και μόνο που περνάς απ’ έξω, αυτό που σαν κοινό μυστικό μοιράζεστε όλοι, σχετικά με το πού βάζετε τις άδειες σακούλες από του σούπερ μάρκετ, είναι πράγματα που συμβαίνουν σε πολλά εκατομμύρια ανθρώπους που έχουνε σπίτι.
Όλοι μεταλάβαμε από την ίδια σοκολατιέρα τα ίδια –κλασικά εικονογραφημένα- πράσινα ακριβοθώρητα και υπερπροστατευμένα σοκολατάκια ΙΟΝ με το φουντούκι στη μέση ή τα πιο πρωτοκλασάτα χρυσαφένια της Τζοκόντα, κυρία που τη γνωρίσαμε πριν πάμε στον Λούβρο. Όλοι κοινωνήσαμε το ίδιο λικέρ μέντας ή από κράνα και βουτήξαμε το δάχτυλο στο ίδιο βάζο για να φάμε το γλυκό του κουταλιού. Και όλους μας τρόμαζε το παγωμένο δωμάτιο, γιατί καμιά φορά είχε σκεπασμένα με λευκά σεντόνια τα έπιπλα για να μην λερώνονται. Κι αυτά στη φαντασία όλων των παιδιών τα βράδια περπατούσαν σαν τα φαντάσματα, τα γαμψά νύχια του τραπεζιού θέλανε να κατασπαράξουν όποιον έβρισκαν μπροστά τους, σαν να θέλανε να πιάσουν τον κλέφτη που έβαζε χέρι στη σοκολατιέρα και ο καθρέφτης που ήταν κολλημένος στην πίσω πλάτη του μπουφέ έκανε τα θηρία περισσότερα, και τα κρυστάλλινα ποτήρια τσουγκρίζανε μεταξύ τους στην υγειά του φόβου, και οι πορσελάνες με τις βικτοριανές φιγούρες θορυβούσανε μέσα στη νύχτα, γιατί τα ζωγραφισμένα άλογα ξεκολλούσανε από τις κούπες και αλώνιζαν με τις άμαξες μέσα στο σαλόνι, κάτω από τις καρέκλες, πάνω στο τραπέζι, πίσω από τις κουρτίνες, ανάμεσα τις πολυθρόνες, μέσα σε εκείνο το παγωμένο, αποστειρωμένο και προστατευμένο δωμάτιο των εορτών.
Εγώ πιστεύω πως μας κοροϊδεύανε όλα τα έπιπλα και τα πιατικά σε εκείνο το δωμάτιο, γιατί κάθε βράδυ στήνανε το δικό τους πανηγύρι, όταν όλοι οι υπόλοιποι πηγαίναμε για ύπνο. Το θέμα είναι ότι κάποιοι δεν ξύπνησαν ποτέ από εκείνο το αλλοτινό όνειρο, ενώ ορισμένοι άλλοι δεν κοιμήθηκαν καν όπως έπρεπε…
Όνειρα βαθιά…

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Το tango των σοσιαΛΗΣΤΩΝ!!!

Τα κλειδιά προορίζονται για να είναι κρεμασμένα πάνω στις πόρτες από την έξω μεριά του σπιτιού μας και οι κλειδαριές για να είναι ξεκλείδωτες, όταν ο νοικοκύρης βρίσκεται μέσα.
Οι αυλές των σπιτιών στα χωριά στις ζεστές ακόμα νύχτες του Σεπτέμβρη πρέπει να ξεχειλίζουν από  γιαγιάδες που παρέα με τις γειτόνισσες κουτσομπολεύουν τα τεκταινόμενα του χωριού.
Τα πλακάκια στα πεζοδρόμια και στις πλατείες είναι φτιαγμένα για να χαράσσουν τα παιδιά αριθμούς από το 1 έως το 8 και για να γεμίζουν από τα ξεφωνητά τους. Κατόπιν τρέχοντας σαν συλφίδες πάνω-κάτω και ενοχλώντας τους γκρινιάρηδες παππούδες, εκείνοι να τα κάνουν συνεχώς παρατήρηση: «Πηγαίνετε να παίξετε πιο κάτω! Μας ζαλίσατε».
Οι τηλεοράσεις εφευρέθηκαν για να στρώνεις πάνω τους τα πλεχτά σεμεδάκια της γιαγιάς και να τα τραβάς μονάχα μετά τις 17.00 μ.μ., όταν ξεκινάει το «Σουσάμι Άνοιξε!»
Οι θείοι και οι θείες μας μετανάστευσαν στην Αμερική για να μας φέρνουν, όταν έρχονται, δώρα που δεν μπορούμε να τα βρούμε αλλού.
Το γέλιο και το χαμόγελο είναι ο απώτερος στόχος όλων, ακόμη και εκείνων που φύσει είναι μουντρούχες.
Ο άνθρωπος οφείλει, κατά κοινωνική σύμβαση τουλάχιστον, να έχει ως στόχο του τη διαιώνιση του είδους του και τη δημιουργία μίας υγιούς οικογενειακής θαλπωρής, ενός κατάλληλου περιβάλλοντος δηλαδή στο οποίο θα γεννήσει  και θα αναθρέψει τα τέκνα του.
Το χρήμα φτιάχτηκε κάποτε για να αποτελέσει το μέσο, ώστε να διευκολυνθούν οι ανταλλακτικές σχέσεις των πολιτών μέσα σε μία κοινωνία.
Το συμβατικό ταγκό των ’60s χορεύονταν δύο βήματα μπρος και ένα πίσω. Σε κάθε περίπτωση ένιωθες ότι κινείσαι και  κάνοντας  πιρουέτες πως λικνιζόσουνα στο χώρο μέσα από άλλη αίσθηση, ακόμα κι αν πήγαινες ΜΠΡΟΣΤΑ με ρυθμούς αργούς.
Ο σοσιαλισμός κατασκευάστηκε για να έχει ως βάση την κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και για να θεωρείται το πιο δίκαιο για τον απλό λαό πολιτικοοικονομικό σύστημα.
Και ο Αύγουστος... προορίζονταν κάποτε ως ο μήνας των ονείρων, όπως έγραψε ο Roger Cohen, των ανέμελων περιπλανήσεων στους άδειους δρόμους της πόλης και του διαβάσματος των άνευ ουσιαστικού περιεχομένου και μάλλον «χαζών» ρεπορτάζ στις εφημερίδες.
Ο Αύγουστος όμως, διαπιστώνει ο ίδιος,  αναβλήθηκε για φέτος.
Και να αναβλήθηκε μονάχα αυτός?
Τα κλειδιά άλλαξαν ρόλο, κλειδαμπαρώνουν πόρτες, ακόμη κι αν ο νοικοκύρης βρίσκεται μέσα.
Οι αυλές ερήμωσαν από Σεπτέμβρη ακόμη μήνα και αρνούνται πεισματικά να ακούσουν τα κουτσομπολιά του χωριού. Προτιμούν να βυθίζονται στα μαύρα, αν και ζεστά σαν του καλοκαιριού, σκοτάδια.
Τα πεζοδρόμια δεν είναι γραμμένα με αριθμούς από το 1 ως το 8 αλλά είναι απλά λευκά, σαν τα φαντάσματα.
Τα σεμεδάκια ξεστρώθηκαν από τις τηλεοράσεις, γιατί πρέπει να είναι σε κάθε σπίτι ανοιχτές επί 24ώρου βάσεως.
Οι θείοι δεν θα ξανάρθουν ποτέ από την Αμερική να μας φέρουν δώρα, γιατί τώρα θα μεταναστεύσουμε εμείς εκεί.
Οι στόχοι μας χαθήκανε, το χαμόγελό μας πάγωσε και το γέλιο μας κόπηκε. Γίναμε όλοι ανταγωνιστικοί μεταξύ μας στη μαυρίλα της ψυχής.
Οι οικογένειες νοσούν, οι θεσμοί ψυχορραγούν, το χρήμα από μέσο έγινε πρώτα στόχος και μετέπειτα από στόχος μάσκα οξυγόνου για επιβίωση στην ασφυξιογόνα ελληνική πραγματικότητα.
 Το ταγκό χορεύεται πια επί τόπου και ενίοτε με βήματα που πάνε ΜΟΝΟ  ΠΙΣΩ  και ο σοσιαλισμός στη γενέτειρα της δημοκρατίας έγινε συνώνυμο του  ολοκληρωτισμού και της τρομοκρατίας και μας χορεύει όλους πηγαίνοντας τον τόπο ετούτο ΠΙΣΩ. Καμία πρόοδος. Στασιμότητα και ακαμψία. (Πού είσαι Στάλιν!!)
Σκέψεις κομμάτια, κατακερματισμένες σαν τις ασύνειδες σημερινές συνειδήσεις. Στη βασιλεία της απόγνωσης, στην ολιγαρχία των μέσων, στη δικτατορία των αιρετών και την πτώση της δημοκρατίας, βουλιάζει η νήσος των πάλαι ποτέ Μακάρων. Κάπου εδώ βρίσκονταν κάποτε τα Ηλύσια πεδία. Τα αντικατέστησε τώρα απλά μια Ηλίθια Παιδεία. Μέσα σε αυτά τα ξεκλείδωτα «θέλω», δίπλα σε  αυτά τα χορευτικά «μπορώ», τα χαμογελαστά «αγαπώ» παρατάχτηκαν πεισματικά αμπαρωμένα «Επιβάλλεται», απολυταρχικά και στάσιμα «Πρέπει», αυστηρώς ακατάλληλα «Δεν επιτρέπεται».
 Οι δρόμοι γεμάτοι σιωπή. Πού πήγαν τα παιδικά ξεφωνητά και οι γεροξεκούτηδες παππούδες? Ποιος φίμωσε τις γιαγιάδες στα χωριά και σφάλισε  ερμητικά τα πατζούρια τους? Πόσο φοβήθηκαν τους γέρους τα παχύσαρκα πια παιδάκια και το ‘ριξαν απ’ το κουτσό στο playstation τρώγοντας πίτσα που παρήγγειλε η μαμά απ’ έξω? Γιατί η μαμά πάλι παρήγγειλε απ’ έξω και δεν πρόλαβε να μαγειρέψει? Πού έτρεχε πάλι ολημερίς? Και γιατί η θεία μου από την Αμερική δε θα ξανάρθει πια εδώ με δώρα-surprise !? Γιατί να γίνω εγώ η θεία που θα έρχεται σε λίγα (?) χρόνια εδώ μόνο τα καλοκαίρια να δει τα ανίψια της?
Κι αυτά τα οξύμωρα πια σχήματα να τα αναπνέω παντού! Να έχει 35 βαθμούς Σεπτέμβρη μήνα, αλλά μια παγωμένη ησυχία στους δρόμους που θυμίζει πρόωρα τον θάνατο της φύσης του χειμώνα. Με το στανιό να έρθει το κρύο και η κρυάδα! Η χιονισμένη ερημιά.
Θα προχωρήσω πιο κάτω, δεν μπορεί! Με περιμένει ετοιμόγεννη η ελπίδα! Στη στροφή του δρόμου θα είναι η παρέα μου. Θα καθίσουμε στην ταβέρνα να πιούμε μια ρετσίνα. Χαχα! Με βλέπει ο Θεός και γελά. Λάθος! Η μήτρα της ελπίδας μου, καθημαγμένη πια, απέβαλε! Επρόκειτο για κύημα-έκτρωμα! Δεν είναι κανείς στην άκρη του δρόμου. Κλείστηκαν όλοι στο σπίτι και στον εαυτό τους. Κι ο ταβερνιάρης τα πίνει μόνος του. Έδιωξε τα γκαρσόνια. Σηκώνεται από την καρέκλα με αργό βηματισμό σέρνοντας ξοπίσω την πιστή σαν το σκύλο αξιοπρέπειά του για να κολλήσει στο τζάμι μια ασπροκόκκινη μακρόστενη ταμπέλα γνώριμη. Τελευταία τη βλέπω παντού. Γράφει  κι ετούτη:  
«Ενοικιάζεται / Πωλείται».