Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φυγόκεντρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φυγόκεντρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Απολογισμός και προϋπολογισμός


Μου αρέσει ο θάνατος της φύσης! Είναι η φυσική εξέλιξής της. Είναι ένα photo finish την ώρα που κόβει το νήμα της ζωής σαν τερματίζει τον σκοπό της. Παγώνει η εικόνα, ο κόσμος, οι γεννήσεις και οι γενέσεις. Ναρκώνονται τα πάντα και κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου. Αλλά πολλές φορές και του αδίκου. Άλλοι, πέφτουν σε χειμερία νάρκη, και άλλοι, δεν ξυπνάνε ποτέ! Κρύο, αφεψήματα, χιόνια, πάγοι, κασκόλ, παλτό, σούπες ζεστές, κούπες καυτές, κατσαρόλες ετοιμόγεννες. Εκεί κάπου γύρω δεν είναι δύσκολο να μυρίσεις τη μαμά σου! Σ’ ένα φαΐ, σ’ ένα μπαχάρι, στο απορρυπαντικό, στο μαλακτικό, στο γάλα, στην κρέμα, στο αβγό, στη σούπα...σου στέλνει η μύτη χαιρετίσματα από το προ απογαλακτισμένο παρελθόν σου πως η μάνα σε γυροβολάει. Έτσι είναι κάθε στιγμή της χρονιάς που περνάει. Κάθε άρωμα σε παραπέμπει κάπου, σε κάποιον, σε πρόσωπο, σε στιγμή, σε μέρος, σε...Αλλά και κάθε ήχος, τραγούδι, ρυθμός....παραπομπή!
Ο χρόνος δεν είναι τίποτε παραπάνω από μία κυκλική και περιοδική κίνηση με παραπομπές που κάνει η μύτη, η γλώσσα, το μάτι, το αφτί, η αγκαλιά και με φυγόκεντρο τις ελπίδες, αλλά κεντρομόλο τις αναμνήσεις. Καθώς περνάει η γραφίδα του χρόνου, χαράζει επάνω μας γεύσεις, ακούσματα, εικόνες, ήχους και αγγίγματα. Οσμές, όπως το βρεγμένο χώμα από τις μπόρες της άνοιξης, το νοτισμένο από την παιχνιδιάρα και χαδιάρα βροχή, εκείνη που χτενίζει τα δέντρα πριν πέσει πάνω του και το γονιμοποιήσει και πριν συνθλίψει τη θλίψη, τις στάλες και μαζί τη μύτη, καθώς βγαίνεις έξω από την πόρτα του σπιτιού για να μυρίσεις την Άνοιξη. Ήχοι, όπως οι τηγανητές πιπεριές που τσιτσιρίζουν απ’ τη μέσα μεριά στο παράθυρο της γειτόνισσας και όπως η σπιτική μαρμελάδα που σιγοβράζει στην καλοκαιρινή ηλιοκαμένη αυλή ή το καψαλισμένο στον φούρνο ψωμί και οι φλούδες μανταρίνι επάνω στη σόμπα που σφυρίζει ή το χοιρινό στη γάστρα και η πατάτα η παντρεμένη με μελιτζάνα καθώς σκάει μέσα στις στάχτες του τζακιού. Είναι όμως και τα ακριβά αρώματα στις αίθουσες αναμονής των αεροδρομίων καθώς σούρνεις τη γεμάτη κουρασμένες βόλτες βαλίτσα σου, αλλά και τα φθηνά αρώματα στα ανατολίτικα παζάρια σαν σούρνεις το καροτσάκι της λαϊκής. Είναι το φρύγανο στην αλίκτυπη νησιώτικη πέτρα, είναι και η χρυσή μα τόσο γερασμένη ελιά, η ερημωμένη εκκλησιά και το άσπρο του ασβέστη που γρατσούνισε η φούξια βοκαμβύλια. Είναι το μπλε που ξοδεύει ο θεός για να μην τον βλέπουμε, είναι εικόνες σαν την πασχαλιά που μωβίζει τα παραθυρόφυλλα. Ο χρυσός καλοκαιρινός ήλιος, το ασημένιο μεταμεσονύκτιο φεγγάρι, ο πρωινός ελληνικός καφές με το κουβεντολόι κι οι καλημέρες οι πολλές, οι πολύ πρωινές και οι ύστερες, οι κάτω από τα βαριά παπλώματα και τα δροσερά σεντόνια, τα φρεσκοπλυμένα σε ελληνική μπουγάδα ξαπλωμένη κάτω από τον εραστή της ήλιο....είναι όλα εικόνες, χρώματα κι αρώματα στην κινηματογραφική ταινία της χρονιάς.
Η ζωή της χρονιάς που πέρασε και κάθε χρονιά που περνάει είναι η απαλή χνουδωτή κουβέρτα, τα χουχουλιάρικα πασούμια, η ζεστή αγκαλιά που ξαπλώνει μαζί σου στον καναπέ και το άρωμα του τσαγιού που βράζει στη σόμπα και σκαρφαλώνει το λαιμό της τσαγιέρας και ύστερα τον δικό σου. Ο χρόνος που πέρασε είναι αυτός που καλωσορίζει αυτόν που έρχεται με βανίλια, γαρύφαλλο, μέλι και αλεύρι. Αυτός που μυρίζει οικογένεια, που αγκαλιάζει παιδικές φωνές, που γεύεται σπιτικές μυρωδιές, που αφουγκράζεται το σώμα του άλλου, που μπερδεύει αισθήσεις, που παντρεύει αισθητικές, που διαλύει διχόνοιες. Είναι οι τοίχοι που αντηχούν χάχανα και λάχανα. Βρασμένα ή φρεσκοκομμένα... και άλλες πολλές εικόνες ανακατεμένες με ήχους και γεύσεις και αγκαλιές, γεμάτες ή αδειανές, εξίσου νοσταλγικές:
Ο χρόνος που πέρασε είναι ό,τι ζήσαμε ή χάσαμε, θάψαμε, πετάξαμε, νιώσαμε, κλάψαμε, νοσταλγήσαμε, θυμώσαμε, λυτρώσαμε, φιλήσαμε, αγκαλιάσαμε, κάψαμε, φτιάξαμε, δημιουργήσαμε, κολυμπήσαμε, γυρίσαμε, καθίσαμε, ταξιδέψαμε, στερηθήκαμε, κερδίσαμε, δώσαμε, πήραμε... Τίποτε περισσότερο, και τίποτε λιγότερο.
Ο χρόνος φεύγει, τα χρόνια φεύγουν, η χρονιά απολογείται: Καλή? Κακή? Μία απ’ τα ίδια! Τα είχε όλα. Όπως σε όλους. Και για άλλους ήτανε γενναιόδωρη, για άλλους τσιγκούνα και αρπαχτικό. Τι σημασία έχει όμως πια? Το μόνο που μένει είναι οι μνήμες. Για άλλους μόνο ένα μνήμα. Το θέμα είναι τι θα ‘ρθει και πώς θα το κάνουμε κι αυτό να μην περάσει στη λήθη άχρωμο, άγευστο, άηχο, άοσμο και ανέπαφο. Γιατί η αγάπη ζει στα μικροπράγματα!

Σας εύχομαι ολόψυχα Καλή Χρονιά!





Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Γιαδικιάρογλου

-Δεν ξέρω...δεν πρόσεχα δλδ. Εγώ εκείνη την ώρα μιλούσα με τη Γιαδικιάρογλου. Ε? Δε μιλάγαμε?
 -Βέβαια, βέβαια μιλάγαμε!
-Και ξαφνικά είδα την Παπασταύρου να τσακώνεται με την Αλεξίου. Δεν ξέρω
-Εσύ Γιαδικιάρογλου?
-Εγώ...τώρα δεν σας είπε η Ξανθοπούλου? Μιλούσαμε. Δεν είδαμε τίποτα. Είδαμε? Τίποτα. Δεν είδαμε
-Εσύ Πολυχρονοπούλου?
-Ορίστε? Κι εγώ δεν πρόσεξα κύριε καθηγητά. Εκείνη την ώρα πρόσεχα την Ξανθοπούλου που μιλούσε με τη Γιαδικιάρογλου. Έτσι κορίτσια?
-Ναι. Μας πρόσεχε, ναι. Αυτό.
-Ούτε κι εσύ πρόσεξες Λαζάρου?
-Ούτε κι εγώ κύριε καθηγητά. Εγώ πρόσεχα την Πολυχρονοπούλου που πρόσεχε την Ξανθοπούλου που μίλαγε με τη Γιαδικιάρογλου….


Εάν αυτή είναι η αντιπροσωπευτικότερη σκηνή του ελληνικού κινηματογράφου που αποδεικνύει πως αυτή η χώρα δεν τρέφει δωσίλογους, ερμηνευόμενη αντιστρόφως δεικνύει και αποδεικνύει πως από καταβολής η ίδια χώρα πάσχει από την ασθένεια που λέγεται «Μετάθεση Ευθυνών»! Η αποποίηση πάσης ευθύνης σχετικά με όσα βλέπουμε, με όσα ξέρουμε, με όσα γίνονται ή καλύτερα με όσα κάνουμε είναι ένα ίδιον που φέρει σχεδόν ο καθένας μας ατομικά και σχεδόν εξ ολοκλήρου το έθνος μας συλλογικά. Για καθετί που γίνεται ή που κάνουμε συνήθως αγνοούμε το υποκείμενο των ενεργειών ή προσποιούμαστε πως το αγνοούμε ή συνήθως το θέλουμε να υπάρχει σε μία τροχιά φυγόκεντρης δύναμης που διαγράφεται έξω αλλά γύρω από το Εγώ μας. Η ανάληψη ευθυνών, είναι παραπλήσιας φύσης με την ανάληψη πρωτοβουλιών. Μόνο που η δεύτερη έχει όρο αναφοράς την πράξη πριν αυτή λάβει χώρα, ενώ η πρώτη τον απολογισμό της πράξης μετά την πραγμάτωσή της. Κοινός παρονομαστής είναι πάντοτε η έλλειψη συμμετοχής και η απλή παρατήρηση -η αδιαφορία- σε ό,τι έχει να κάνει με την αμεσότητα που ενδεχόμενα συνδέει το Εγώ μας με αυτό που διαδραματίζεται γύρω μας. Εν ολίγοις η Γιαδικιάρογλου δε συνδέεται πάντοτε με το τακτ ή την διακριτικότητα που πρέπει να φέρει κάθε άνθρωπος όταν συμβαίνουν πράματα και θάματα στη ζωή του Άλλου παρά μόνο εάν δει κανείς απομονωμένη τη σκηνή αυτή του ελληνικού κινηματογράφου από το υπόλοιπο φιλμ! Η Γιαδικιάρογλου και η κάθε Γιαδικιάρογλου είναι χαρακτηριστική καρικατούρα του κάθε Έλληνα ή σχεδόν του κάθε Έλληνα πολίτη ο οποίος ενώ «τραγουδάει» και πάντα και παντού λέει τη γνώμη του χωρίς να τη ζητήσουνε δεν αναλαμβάνει να εκστομίσει τι γνωρίζει για το εν λόγω θέμα, όταν υφίσταται λόγος και δεν έχει το σθένος να αναλάβει ευθύνες για το κακό που συμβαίνει, γιατί αφενός δεν κοτάει και αφετέρου προτιμάει να συμπεριφερθεί σαν κότα!