Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιστημοσύνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιστημοσύνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Αναζητώντας το απλό στο «φανταστικό» χωριό μου

Σαν το απλό δεν είναι τίποτα. Σαν το απλό, δεν έχει. Αλλά το απλό, λέει ο δάσκαλός μου στο χορό, είναι δύσκολο. Αναζητώντας την απλότητα, λοιπόν, στον τρόπο σκέψης καταρχήν, στη γλώσσα και στο λόγο κατ’ επέκταση, στο ντύσιμο, στον τρόπο ζωής, στην έκφραση, πέφτεις πάνω σε ανθρώπους του χωριού, παππούδες και γιαγιάδες γερασμένους, ζαρωμένους, ρικνούς από το χρόνο και τα προβλήματα, αλλά και τη ζωή εν γένει που τους έμαθε να μην εμπιστεύονται τις απολαύσεις της, γιατί κρύβουν εκπλήξεις, προδοσίες και πίκρες. Βιώσανε άλλωστε ανεβοκατεβάσματα και καταστάσεις του ύψους και του βάθους. Άλλοτε απλόχερα καθημερινές ευτυχίες και άλλοτε ακόμα πιο γενναιόδωρα χρόνιες δυστυχίες.
Κάτι τέτοια συζητάνε οι γιαγιάδες στο μικρό μικρούτσικο χωριό μου των Γρεβενών, με τα είκοσι ταπεινά σπιτάκια καρφιτσωμένα στην πλαγιά του άγριου βουνού, που καθώς τα βλέπεις έχεις την εντύπωση πως θα πέσουν και κρατιούνται με νύχια και με δόντια σαν τα κατσίκια πιο πέρα στα βράχια. Εκεί ο ήλιος είναι καυτερός ως και τον Σεπτέμβρη, αλλά μέχρι νωρίς το απόγευμα. Μετά, πέφτει δροσούλα. Και ψάχνεις μια ζακέτα να ρίξεις στους ηλιοκαμένους σου ώμους.
Τότε οι μαυροφορεμένες γιαγιάδες με το τσεμπέρι στο μαλλί που είναι ντυμένες με μακριά ρούχα ολημερίς, παίρνουνε το καρεκλάκι αγκαζέ και κάθε μέρα στήνονται σε διαφορετική γωνία του μικρού χωριού με μία και μόνο αγωνία: τα νέα της ημέρας: «Ποιος ήρθε στο χωριό σήμερα?», «Ποιανού είναι το κοριτσάκι το καινούργιο που δεν ήτανε χθες στην παρακάτω αλάνα?» και τι φαΐ να κάνουν για αύριο. Το μάτι τους είναι σαν το ραντάρ. Περιστρέφεται τριγύρω και πιάνει ό,τι πετάει. Και τις ακούς σε άπταιστη γρεβενιώτικη προφορά, και σε ρωτάνε με γνήσια αδιάκριτη περιέργεια, και τις αρέσει πολύ και χαίρονται, όταν τις απαντάς χαρτί και καλαμάρι, και γελάνε χωρίς να βάζουνε το χέρι τους στο φαφούτικό τους στόμα, και η ζωή τους είσαι εκείνη την ώρα ΕΣΥ που τις δίνεις σημασία.  Και σε στολίζουν και σε φλομώνουν σε ευχές και κατευόδια...
Στα χέρια έχουνε ακόμη το πλέξιμο, προίκα της Πηνελόπης. Φτιάχνουν σεμέδες που δεν στρώνονται στα λιτά και απέριττα έπιπλα της ΙΚΕΑ, και πετσετάκια που δεν βολεύονται στην plasma-τική τηλεόραση του σαλονιού πια. Αλλά φτιάχνουν. Γιατί η γενιά τους έμαθε μονάχα να δημιουργεί και τα χέρια εκείνα να δουλεύουν.
Και πιο κάτω, στον παλιό τον καφενέ, με την παλιά την πόρτα με λαδομπογιά βαμμένη και με μια κληματαριά σκαρφαλωμένη στην ετοιμόρροπη λαμαρίνα εν είδει σκεπής, στέκονται κάτι αιωνόβιοι με ροδαλά μάγουλα παππούδες που φοράνε στο κατακαλόκαιρο μακριά πουκάμισα με μάλλινη φανέλα από μέσα. Κρατούν την γκλίτσα στο ένα χέρι και με το άλλο σηκώνουν το ποτήρι που ξεχείλισε. Το ποτήρι που ξεχείλισε τσίπουρο και το ποτήρι της πολιτικής που ξεχείλισε σκέτο. Παραπονιούνται για τους πολιτικούς, αλλά και για την πολιτική. Για τους πολίτες και για την πολιτεία. Θυμούνται νοσταλγικά τα δύσκολα χρόνια, τα γεμάτα όμως δουλειά και όρεξη. Τα χρόνια της πείνας, αλλά και της δύναμης. Τα χρόνια των δυσκολιών, αλλά και της συνεργασίας. Τα χρόνια των βασικών ελλείψεων, αλλά και της έντονης και συνάμα ήρεμης ζωής.
Καταδικάζουν τα σημερινά χρόνια των πολυμέσων επικοινωνίας, αλλά απέραντης ασυνεννοησίας. Αποστρέφονται αυτά τα χρόνια της ακαδημαϊκής επιστημοσύνης και επιστημονικοφάνειας, αλλά κοινωνικής απαιδευσίας.  Περιγελούν το άγχος και μνημονεύουν την ανεμελιά.

--------

Δε ζηλεύω πολλά από παλαιότερες γενιές. Πάντα θα στηλιτεύουν το καινούργιο και θα το κοιτούν καχύποπτα. Άλλωστε, με κάποιον τρόπο συνέβαλαν κι εκείνες κάποτε σε μια καταστροφή. Ζηλεύω όμως την απλότητά τους.
 Καθισμένη δυο βήματα πιο κει, παρακολουθώ με τεντωμένα αφτιά τον υπερβάλλοντά τους ζήλο και πιο πολύ την τόσο απλή, αλλά τόσο περιεκτική τους γλώσσα. Χωρίς βερμπαλισμούς και στόμφους. Απογυμνωμένη από περί- και πολύ-πλοκα φθοροποιά στοιχεία της απλής ντοπιολαλιάς, που περιγράφει και αφηγείται παραστατικότατα τα πολιτικά τεκταινόμενα με τρόπο που δεν ξέρει να κάνει κανείς ρητορεύων πολιτικός!!....

...και σκέφτομαι, και βλέπω διακριτικά, και βάζω με τον νου μου...μέχρι που περνούνε από δίπλα μου δυο γιαγιάδες (δεν ξέρω ποια κρατούσε ποια για να μην πέσει) και, ενώ με σκουντάει, μου λέει η μία όσο πιο αδιάκριτα μπορούσε: «Τίνους είσι συ μανά μ’;;;;; Τς Λ’ιν’ίτσας;;;;;»