Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρίκυκλο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρίκυκλο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Η Τύχη ενίοτε δ-Η-γμα δωρεάν!

Η ηλικία της μετρούσε δε μετρούσε 16 Απρίληδες. Τα μάτια της ήτανε γεμάτα κενό. Κοιτούσε μα δεν έβλεπε. Περιφερόμενη με μαλλί μακρύ, πολύ μακρύ και λιγδιασμένο αλλά αμιγώς καστανό, δέρμα σταρένιο, πρόσωπο αρυτίδιαστο και βλέμμα αμυντικό αλλά και καρτερικό με δυο σκουλαρίκια μακριά, όπως και τα χέρια της. Απλωμένα. Το ένα κρατούσε την προέκταση του κορμιού της, τυλιγμένο σε μία ροζ κουβερτούλα παιδική. Το άλλο, βρόμικο και επίμονο εκλιπαρούσε ελεημοσύνη. Μα δεν της έδινε κανείς… κι αποφάσισε να την πάρει μόνη της! Μπήκε σε ένα βιβλιοπωλείο και άρπαξε ένα παιχνιδάκι. Το έβαλε στον κόρφο της και άπλωσε και το χέρι για να την πληρώσουν ΚΑΙ από πάνω!! Σε ευρώ. Μα το σπλάγχνο της την πρόδωσε. Γκρίνιαξε, 2 μηνών βρέφος και ο βιβλιοπώλης την έπιασε!
Βγήκε από το μαγαζί τρέχοντας και μιλώντας την ακαταλαβίστικη γλώσσα των Ρομά. Ένα σκουριασμένο τρίκυκλο, τρίτης ηλικίας την περίμενε απ’ έξω στην παρακάτω γωνία. Ήτανε φορτωμένο με εφήμερες προς το ζην προσδοκίες και άλλα τρία κατσιβελάκια, το ένα πιο μαύρο από το άλλο. Οδηγούσε ένας μπαμπάς-προστάτης με άσπρα και χρυσά δόντια. Φόρτωσε την ξυπόλητη  άγουρη μάνα με το ροζ «κουκλάκι» της και ξεκίνησε τις περιφορές στη γειτονιά διαλαλώντας μέσα από ένα μεγάλο χωνί το ψυχικό του. Δεν πουλούσε. Αγόραζε. Ό,τι παλιό, ό,τι φορτικό. Ό,τι σου γέμιζε γωνιές που ήθελες να αδειάσουν και μνήμες που ήθελες να ξεχάσουν.
Και φόρτωσε πιο κάτω μια παλιά τηλεόραση, ένα σκουριασμένο ντιβανάκι και ένα σώμα καλοριφέρ. Κι η μικρομάνα δε χωρούσε πια στο τρίκυκλο. Κατέβηκε στο δρόμο για να συνεχίσει το «μεροκάματο». Αλλά το μωρό είχε άλλα σχέδια. Του άνοιξε η όρεξη και ήθελε να φάει. Κι εκείνη  έβγαλε το στήθος να βυζάξει το μωρό, κάτω από τη βροχή, χωρίς φόβο μη βραχεί. Ανυπόδητη, χωρίς φόβο μη κρυώσει. Και μια γιαγιά, που περνούσε από κει δα, γυρίζει το κεφάλι της και λέει: «Κοίτα να δεις πού δίνει ο Θεός παιδιά!!»
Κι εγώ αισθανόμουνα στο ίδιο έργο θεατής αλλά σε καμία περίπτωση κριτής. Βαδίζοντας στη γειτονιά με το κεφάλι χαμηλά να αναρωτιέμαι ποιος κρίνει τη μοίρα μας και ποιος μας τη μοιράζει. Τι είναι το «τυχερό» που έχουμε και ποιος μας το ‘δωσε? Ποιος αποφάσισε πού θα  γεννηθούμε και από ποιους? Ποιος ρώτησε αν θέλουμε να έρθουμε στη ζωή και ποιος επέλεξε τους  γονιούς που θα μας μεγαλώσουν, σε ποιο σπίτι ή ποιο δρόμο θα ανατραφούμε…??? Και σκεφτόμουνα αν η γιαγιά ήτανε άξια να κρίνει το αν έκανε ο Θεός καλά που έδωσε στη γύφτισσα παιδιά… και αναρωτιόμουνα σε ποιες περιπτώσεις θεωρείς ότι ο Θεός έκανε καλά ή άσχημα…
Εκεί που έδωσε, ενώ δεν το αξίζανε? Εκεί που δεν έδωσε, ενώ το αξίζανε? Μάνες που είχανε να δώσουνε πολλά αλλά δεν τους το επέτρεψε ο χρόνος και «φύγανε» νωρίς? Μάνες που δεν είχανε να δώσουνε τίποτα παρά αγάπη με το δικό τους τρόπο… έστω ζητιανεύοντας, έστω κλέβοντας, έστω βυζαίνοντας κάτω από την όξινη και παγερή  βροχή? Μάνες με υποχρεώσεις και δουλειές που δεν μπορούν να κάνουν εκπτώσεις στις προσδοκίες της καριέρας τους ακόμα κι όταν γεννήσουν? Μάνες που έχουν να δώσουν πολλά αλλά όχι ακόμα…? Μάνες ανώριμες, παιδούλες, που θαρρούν το μωρό κούκλα… και μάνες που τελευταία στιγμή της παραγωγικής τους ηλικίας θυμήθηκαν να γίνουν μάνες ή τις πίεσαν να γίνουν μάνες…? Κι άλλες πολλές περιπτώσεις, συναφείς στη σύνθεση και το  περιεχόμενο… Όμως.. Μάνες!
Και μετά λένε «Μηδενί συμφοράν ονειδίσης, κοινή γάρ η τύχη και το μέλλον αόρατο». Το πού γεννιέσαι προδιαγράφει την πορεία σου. Μέχρις ενός σημείου. Από ποιο σημείο? Και μέχρι ποιο σημείο? Κι αν γεννηθείς στα «χαμηλά» φτιάχνεις την τύχη μόνος σου, κι αν σε γεννήσουν «οι υψηλοί» σου δίνει ο Θεός μια κλοτσιά και σέρνεσαι… Γι’ αυτό έφτιαξαν οι αρχαίοι τη θεά Τύχη τυφλή!!!! Γιατί πάει σε όλους. Με τι πεσκέσι το ξέρει μοναχά εκείνη…
Σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις… που διακόπηκαν από το θόρυβο του τρίκυκλου: γκρρρρρρ…… Ο γύφτος είχε κάνει άλλη μια βόλτα γύρω από το τετράγωνο, γύρω από τις αναζητήσεις και τις ελπίδες του… ψαχουλεύοντας την τύχη του στον κάδο απορριμμάτων πιο κάτω, επαληθεύοντας τον Ίψεν:


Για μας ο δημόσιος δρόμος, ο κάβος,
τα δάση, τα βράχια. Είμαστε λαός από
τυχοδιώχτες που όλο περπατεί. Σπίτια
και τζάκια για τους άλλους είναι.

Τι περίεργη κι αυτή η ανθρώπινη καθημερινότητα! Είναι γεμάτη διαστροφικές καταστάσεις. Ανθρώπινες. Καταστάσεις του ύψους και του βάθους. Του σαλονιού και του λιμανιού.
Καλή Τύχη!