Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Κάποιο άγαλμα που μ’ είδε...


Αυτά τα αγάλματα καμιά φορά τα λυπάμαι που μένουν μέσα στην ακινησία την αιώνια, βρέξει, χιονίσε! Είχα πάντοτε την απορία πώς δεν πάσχουν από αυχενικό! Δεν έχω δει κανένα άγαλμα με κολάρο ωστόσο, ούτε να τρέχει για φυσικοθεραπείες και βελονισμό. Στέκονται απλά σαν στήλες άλατος. Λες και έμειναν ενεοί από κάποια έκπληξη που έπαθαν!
Αν το καλοσκεφτείς, μπορεί και να έπαθαν: κι ο Κασομούλης με το μποτιλιάρισμα της Αγγελάκη, και ο Μέγας Αλέξανδρος στην παραλία χαζεύοντας προς Ανατολάς ό,τι κακό συναπάντημα μαζεύει ο βρόμικος πια Θερμαϊκός, και ο ναύαρχος Βότσης λίγο πιο κάτω προς Δυσμάς επιβλέποντας τους νεαρούς στα καφωδεία της παραλιακής, και ο Χρυσόστομος Σμύρνης στην Αγίας Σοφίας μαλώνοντας τον κόσμο που σύνδεσε το όνομά της με την κατανάλωση!
Άλλωστε, είναι να μην εκπλήσσεσαι όταν σε αναγνωρίζουν μετά θάνατον και ακόμα χειρότερα όταν δε σε γνωρίζουν καν οι διαβάτες και σε προσπερνάν αδιάφορα? Έφυγαν με τις χειρότερες προϋποθέσεις, κι εμείς με το στανιό να τους ανα-στήσουμε και να τους στήσουμε στο κέντρο μιας άδειας πλατείας. Ή στον τοίχο! Τον Μεγαλέξανδρο χωρίς τον Ηφαιστίωνα από δίπλα, τον Κασομούλη να αναζητά τη Φιλική που μετατράπηκε σε Εχθρική, τον Βότση να ψάχνει για θωρηκτά χωρίς την επέλαση του δωδεκάποντου σε γαμογκαλά συνεστιάσεις, και τον Χρυσόστομο Σμύρνης να απορεί που ο κόσμος πλέον «συνωστίζεται» για άλλους λόγους και ψάχνει τη σωτηρία του στη φυγή που χαρίζει το shopping και όχι η Ελλάδα.
Κόπτεται ο Νεοέλληνας για την ένδοξη πατρίδα του και το ενδοξότερο παρελθόν του, υπονομεύοντας η παντελής άγνοιά του το μέλλον του. Περηφανεύεται για τη γλώσσα του, κι ας την κατακρεουργεί ως ορκισμένος ανορθόγραφος. Κοκορεύεται για την ιστορία του, αλλά την αγνοεί. Ζητάει πίσω τα αρχαία αγάλματα που του ανήκουν, αλλά τους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία τα περιφρονεί. Επικαλείται προσωπικότητες-σύμβολα των οποίων τον βίο και την πολιτεία δεν   κατανοεί, αλλά κάποιοι του γέμισαν το κεφάλι με περισσό εγωισμό, μετατρέποντας τον πατριωτισμό σε εθνικισμό να βαφτίζει τα παιδιά του με αρχαιοελληνικά ονόματα, να ζωγραφίζει ανεξίτηλα με tattoo στο σώμα του πανοπλίες και σάρισες και να μισεί αλλόθρησκους, αλλόφυλους και αλλοεθνείς!
Ο Αιγέας συνδέθηκε απώτερα με την Aegean, ο Ίκαρος με τον εκδοτικό οίκο, ο Δαίδαλος έγινε απλώς συνώνυμο του περίπλοκου, και ο Σίσυφος του επίμοχθου έργου. Προσωπικότητες που δε συναντήθηκαν ποτέ στα σοκάκια της ιστορίας ή που υπήρξανε άσπονδοι εχθροί, συμφιλιώθηκαν σε γωνίες οδωνυμίων, όπως ο Αριστοτέλης με τον  Τσιμισκή, και ο Ευριπίδης με τον Αριστοφάνη!
Τα αγάλματα και οι ονοματοδοσίες είναι οι τύψεις που κυνηγούν την κοιμισμένη κυρίως –ίσως καμία φορά από σπόνδα ξάγρυπνη- συνείδηση ενός λαού, όταν στριφογυρίζει βασανιστικά στα αιματοβαμμένα του σεντόνια. Είναι πληγωμένες εξεγέρσεις και τσαλαπατημένα φρονήματα, εθνικά ή μη, κυρίως όμως εθνικιστικά. Κατάλοιπο απόκοσμο, σαν έρχεται από το ξεθωριασμένο παρελθόν και διεισδύει τόσο βαθιά στο DNA, γενεές δεκατέσσερις. Εξιλέωση, από προσωπικότητες-σύμβολα, που για άλλους είναι απλά «κάτι αγάλματα»: αρχαία, νέα, ύστερα! Για άλλους όμως κόποι και βραβεία ζωής, όπως για τον Απάρτη, τον Μουστάκα, τον Καλεβρά ή για τον Δημητριαδη τον Αθηναίο.

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Η Υστερία του Ελληνικού Έθνους


Τόσο ο Νικόλαος Πολίτης όσο και ο Στίλπων Κυριακίδης θεωρούσανε την αποτύπωση του δημοτικού τραγουδιού στο χαρτί «παρά φύσιν», το δε ρόλο του λειτουργικό κάποτε, συνυφασμένο με περιστάσεις της ζωής και την καθημερινότητα, αλλά και μέσο έκφρασης συναισθημάτων και σκέψεων. Λειτουργικό στις εκδηλώσεις άλλοτε της χαράς και άλλοτε της λύπης. Λειτουργικό στις ανησυχίες, τις δοξασίες και τις αξιώσεις. Λειτουργικό στην ανταλλαγή απόψεων, στην αποστολή μηνυμάτων, στην περιγραφή του ωραίου, στη στηλίτευση του άσχημου. Σήμερα, λένε οι μελετητές, κάποιοι το τοποθέτησαν σε ένα χειρουργικό τραπέζι όπου με νυστέρια λεπτά προσπαθούν να το τεμαχίσουν, να το αναλύσουν στα εξ ων συνετέθη και να περάσουν τα αποτελέσματα της τομής στα κιτάπια τραπεζών της γνώσης, τις λεγόμενες βιβλιοθήκες, συνήθως σε κάτι ψηλά της ράφια, από εκείνα που πιάνουν αράχνες, από εκείνα όπου η μούχλα βρίσκει την αγαπημένη της γωνιά με την πρώτη ευκαιρία, όταν αντιλαμβάνεται πως μόνο η λήθη επισκέπτεται τα διαβρωμένα φύλλα τέτοιων βιβλίων. Ας είναι όμως. Διότι ευτυχώς που κάποια μεράκια ανέλαβαν πρωτοβουλία και σκέφτηκαν, έστω κι έτσι, να παγώσουν τον ήχο, τον ρυθμό, το τραγούδι, για να ‘χουνε διάρκεια στο χρόνο. Σκέφτηκαν να τιμήσουν με αυτόν τον τρόπο το απλό, να υπηρετήσουν μια πτυχή της ιστορίας μιας και «...το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά βουλιάζει. Και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα στο πρόσωπό της...», όπως λέει επιτυχημένα ο Σεφέρης! Γι’ αυτό και αναζήτησαν την ουσία στην απλότητα που αποπνέουν αυτά τα λιτά σε περιγραφές, αλλά τόσο εύστοχα τραγούδια. Άλλωστε, εκλείψανε οι μαζώξεις και τα νυχτέρια, ο θερισμός και οι πανηγυρτζίδικοι γάμοι που τα γεννοβολούσαν.
Από την άλλη, οι εθνικές γιορτές δεν είναι παρά κι εκείνες με τη σειρά τους γραφικές και περιττές. Ποιος δάσκαλος να μάθει πια στα μαθητούδια πως «στη στεριά δε ζει το ψάρι, ούτ’ ανθός στην αμμουδιά..»? Οι γιορτές εθνικής παλιγγενεσίας είναι ντεμοντέ. Σε περίπτωση υποστήριξής τους κινδυνεύεις να θεωρηθείς ακροδεξιός. Το μότο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» άλλωστε μας το πρόλαβαν «άλλοι», το καπηλεύτηκαν για την ακρίβεια ορισμένοι που έχοντάς το ως όχημα μπόρεσαν να προπαγανδίσουν τις αξιώσεις τους. Ο ελληνικός κινηματογράφος με τις ταινίες των φουστανελάδων τέτοιες μέρες ξεπεράστηκε από σειρές ανθρώπων με σαρίκια στο κεφάλι. Είναι κι αυτή η παγκοσμιοποίηση φυσικά που το πρωί σε θέλει με σημαιάκια στην παρέλαση να «πανηγυρίζεις» την έναρξη της απελευθέρωσης από την τουρκική σκλαβιά, και το βράδυ να αγωνιάς τι θα γίνει στο νιοστό επεισόδιο της σειράς που παρήγαγε η γείτονος χώρα. Βέβαια κατά πολλούς πάλι, γιορτάζουμε το μεταξικό «ΟΧΙ», διότι το σχολείο με τους έωλους πλέον τρόπους γιορτής και την κακή διδασκαλία δεν κατάφερε ποτέ να διακρίνει με σαφήνεια τις δύο αυτές μέρες στο μυαλό του μαθητή.
Παγκοσμιοποίηση τη λένε? Ανύπαρκτη παιδεία είναι? Η ημιμάθεια μιας ταλαιπωρημένης από δήθεν μεταρρυθμίσεις γενιάς ευθύνεται?... Όπως και να ‘χει, το αποτέλεσμα θέλησε τις γιορτές να διαρκούν πια σε πολλά σχολεία ένα τέταρτο της ώρας, πολλούς μαθητές να προτιμούν την απουσία από τη γιορτή, περισσότερους πολίτες, ακόμη και δημοσιογράφους, να παρομοιάζουν με αφορμή την χθεσινή μέρα το «ΟΧΙ» του Μεταξά σε σχέση με την αντίσταση που θέλουμε να προβάλουμε στους ξένους «κατακτητές» (sic!)...Αχταρμάς... !!! Ίσως βέβαια και να μην έχει και πολλή σημασία. Άλλωστε ο κόσμος σήμερα ψάχνει για «νοήματα» και “resume” από αυτά που χωράνε σε δύο γραμμές για να γίνουν logo στο fb ή σε tweets… Η υπερανάλυση και το αφηγηματικό κοιμίζει...Ποιος να ακούσει τι ακριβώς συνέβη πριν χρόνια αυτή τη μέρα?
Όλα τα υπόλοιπα φαντάζουν γραφικά. Οι προσπάθειες ανθρώπων που προάγουν και προβάλλουν τον πολιτισμό είναι για τους λίγους, αλλά δυστυχώς όχι για τους λίγους που άρχουν, αλλά για τους «λίγους» που άρχονται. Μήτε τα τραγούδια αγαπιούνται, αφού δεν πλέκονται από ελληνικά λαρύγγια. Λείπουν και τα παλιά ανταμώματα.... εκείνα τα ανταμώματα με τα αδέρφια, με τα ξαδέρφια που παίζουν όλα στην αυλή. Δεν έχουνε εκείνο το κάτι! Εκείνες οι σκηνές και τα σκηνικά με το δημοτικό τραγούδι να σιγοψιθυρίζεται στο βάθος δεν υπάρχουν. Πολλές γιαγιάδες εκμοντερνίστηκαν. Περισσότερες δεν κράτησαν επαφές με το χωριό. Πιο πολλές δεν έμαθαν τα δημοτικά τραγούδια, γιατί δεν τους τα τραγούδησε κανείς. Άλλωστε το δημοτικό τραγούδι είναι κάτι που δεν μαθαίνεται παρά βιωματικά. Δε μεταδίδεται παρά με τη ζήση. Δεν μεταλαμπαδεύεται παρά με τη φλόγα, το κάψιμο που νιώθει η ψυχή όταν θέλει να απελευθερωθεί και να χορέψει και στις δύσκολες ακόμη ώρες του σαν τον Ζορμπά. Στις δύσκολες εκείνες ώρες που περνούσε ο Κλέφτης επάνω στα βουνά.
Αν η έρευνα θέλει το δημοτικό τραγούδι μουσειακό στοιχείο, νομίζω πως όσο ζούνε άνθρωποι που το βίωσαν στη λειτουργία του, όσο υπάρχουνε φωνές που  γνωρίζουν τα γυρίσματα, όσο επιβιώνουν άτομα που νιώσανε τον πόνο ενός μοιρολογιού, που αισθάνθηκαν το κρύο που νιώθει το ξενιτεμένο  αγαπημένο προσώπο, που θυμήθηκαν τα νανουρίσματα που τραγουδούσε η μάνα τους στο προσκεφάλι τους για να κοιμηθούν, τότε το τραγούδι αυτό το κατεβάζουμε από τη βιτρίνα, το κάνουμε μέρος ξανά της ζωής μας, αν όχι της καθημερινής, τότε της Κυριακής: πρωί με τον καφέ ή του Πάσχα στο χωριό.

Αν όμως... Αν...

 Γιατί σιγά τώρα μην είναι εποχές να μνημονεύουμε την Παρέν και το χωρίς διακοπή απαράμιλλο έργο της και την συνεισφορά της στο ρόλο της Ελληνίδας και στα δικαιώματά της! Σιγά μην ασχοληθούμε με το Π.Λ.Ι. στο ιστορικό  Ανάπλι και τη συμβολή του στην πορεία της Ελλάδας! Ώρα είναι να μας πει κανείς πως πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη και τον  Ρίτσαρντ Ρόρτι που υποστήριζε με σθένος ότι «ένας λαός γράφει την Ιστορία του όχι για να αφηγηθεί όσα του συνέβησαν στο παρελθόν, αλλά πρωτίστως για να σφυρηλατήσει την αυτογνωσία και την ηθική ταυτότητα που του χρειάζονται για να χτίσει το μέλλον του»...
Βλακείες!

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

Τι προτιμάς? Το Παραδοσιακός ή το Παραδομένος ?

Ήταν κάποτε ένα κοριτσάκι 17 χρονών, που προβληματιζόταν πάνω στο θέμα της «παράδοσης και της ιστορίας και πώς αυτά διαφυλάσσονται ΚΑΙ μέσα από την τηλεόραση». Ήθελε να γράψει έκθεση, λέει, στο σχολείο και –κλασικά- δεν ήξερε τι. Έψαχνε ολημερίς πληροφορίες στο internet και παρακολουθούσε τηλεόραση για να βρει στοιχεία, να πάρει ιδέες, να αποσπάσει γνώσεις. Αλλά εις μάτην. Ο προβληματισμός έδωσε τη θέση του στην απόγνωση και αυτός ο καθημερινός πιστός σαν τον σκύλο φίλος, η tv, ένιωσε πως την πρόδωσε. Κατάλαβε πως δεν είχε ΤΙΠΟΤΑ να της δώσει παρά ψήγματα…
Και μια φωνή, συνείδηση τη λέγαν, είπε:
«Κι αναρωτιέσαι τι είναι η παράδοση και ποια η ιστορία σου? Αν είναι ο Παρθενώνας και ο Περικλής, ο Ιουστινιανός και η Θεοδώρα, ο Διγενής Ακρίτας, ο Ερωτόκριτος,  ο Κολοκοτρώνης και η Μαντώ Μαυρογένους, ο Σεφέρης, ο Παπαδιαμάντης, ο Ελύτης και η Δημουλά? Οι χοροί σου, το λεβέντικο Τσάμικο και ο πολεμικός  Πυρρίχιος? Τα πανηγύρια σου? Το ιδίωμα που μιλούν στο χωριό σου? Τα πετσετάκια που σου ‘πλεξε η γιαγιά σου βγάζοντας τα μάτια της και τα έθαψε σε ένα σεντούκι για την προίκα σου? Η φασολάδα της μαμάς? Τα πασχαλινά τσουρέκια που ζύμωσε όλη η γειτονιά και σου ‘σπασαν τη μύτη, πειρασμός στη νηστεία σου? Τα μπουζούκια και τα ξενύχτια μέχρι πρωίας και η μεταμεσονύχτια μπουγάτσα ή ο πατσάς που στρώνει το στομάχι από τα ξίδια, η βοκαμβίλια με τα ασβεστωμένα σπιτάκια σε φόντο γαλάζιο, το χειροκρότημα στην παράσταση  «Αντιγόνη» στην Επίδαυρο, οι εκκλησιές του Αϊ-Λια στις κορφές των βουνών και τα κρεμαστά στα βράχια μοναστήρια? Αυτά είναι ναι, αλλά και…
Ο συνοφρυωμένος φιλόλογος Παπαγιαννόπουλος  που απαγγέλλει το «Ναυσικα, τ ν σ δε μεθμονα γενατο μτηρ;/εματα μν τοι κεται κηδα σιγαλεντα,/σο δ γμος σχεδν στιν…» στην ξενυχτισμένη Πετροβασίλη που «είχε τριάντα καλεσμένους και της μαθαίνανε κουν-καν», ο καρπαζοεισπράκτορας Τζανετάκος που επιμένει να μας πληροφορεί για το γάμο του αφεντικού του «αλλά δε μας το λέει», ο βλακέντιος Γκιωνάκης που ρωτάει αν «Θέτε Μπορντογκαλλάδα αμπό μπορντογκάλια», ο θρασύτατος υπάλληλος Ζήκος που στέλνει στο «Διάααλο» το κεφάλαιο πληροφορώντας το ότι «πάει στο γιατρό, γιατί έχει γίνει σα σουβλί και μπορεί και ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες» χωρίς να φοβάται την απόλυση και κοροϊδεύει τον «Βατραχονύσσ’» γιατί «κάτι τέτοιους στου χουριό τ’ τς πνίγουνι στου νιρουχύτ’ για να μη χαλάσ’ η ράτσα», η αφράτη Σαμιωτάκη που «τρώει πολύ για να ‘ναι αεράτη», το μαγαζί του Αθηνόδωρου Προύσαλη που έγινε «σαν δρόμος που του περνάνε καλώδια από τον ψηλό, όμορφο, βουτυράτο με την αψηλή τσιριμπίμ τσιριμπόμ», ο κατά φαντασίαν εφευρέτης Ξαρχάκος του οποίου η αυτόματη πόρτα δε βασίζεται στη λογική του φωτοκύτταρου αλλά στο άκουσμα του «Βαγγέλη» και η ανύψωση του αεροπλάνου στο «τράβα μαλλί-άσε μαλλί», τα αξέχαστα χαστούκια του νεοπροσληφθέντα καθηγητή της κλασικής φιλολογίας, Δημήτρη Παπαμηχαήλ,  που δεν ιδρώνει το αφτί του από τις «επιταγές» του «Θεμιστοκλέους Βεβαίως-Βεβαίως», ο διαχρονικός στην Ελλάδα υποψήφιος «Γκόοορτζος, Γκόοορτζος», η «κηδεμονευομένη μαθητρία της ογδόης, Λίζα Πετροβασίλη»-Βουγιουκλάκη που «δεν της κάνει πια η ποδιά», η σοφερίνα που παρακαλάει το Νίκο της «να φύγουνε, να φύγουνε» από το δικαστήριο, ο ψευτοαριστοκράτης Βουτσάς που «έχει κι ένα κότερο» και μας προσκαλεί «να πάμε μια βόλτα», οι στάμνες της θείας από το Σικάγο, ο Κωνσταντάρας που δεν εφαρμόζει το «Χούφτωσ’ την, χούφτωσ’την», ο Κωνσταντίνου που «δε θέλει να το πει το Πρόοφιτερολ αλλά να το φάει», η Σαπφώ Νοταρά που βλέπει ότι εκεί «μέσα γίνονται Σόδομα και Γόμορρα» … Αλλά και η «Στέλλα που πρέπει να φύγει» γιατί ο Φούντας «κρατάει μαχαίρι», κι ο Κούρκουλος που «δε θέλει άλλο κάρβουνο»
Είναι το Σάββατο το βράδυ που είχε νερό βραστό με την καραβάνα στο πετρογκάζ ή στη σόμπα για να κάνεις μπάνιο στη σκάφη πριν ξεκινήσει η ελληνική ταινία στη ΕΡΤ-1 και την χάσεις. Και την είχες δει πολλές φορές, την ίδια ταινία αλλά δε σε πείραζε. Δεν είχες καλωδιακή τηλεόραση, ψηφιακά κανάλια και πιάτα δορυφορικά, ούτε youtube… Είχες ένα κανάλι, σε ασπρόμαυρη τηλεόραση αναλογική, που έπαιζε μία ταινία την εβδομάδα. Δεν είχες επιλογή? Δεχόσουνα τους όρους που ορίζανε άλλοι στη διασκέδασή σου? Είτε έτσι είτε αλλιώς, οι ταινίες αυτές μπήκαν στην καρδιά σου, μονοπώλησαν τη σαββατιάτικη ζωή σου, έβαλαν το πηγαίο χιούμορ στο μυαλό σου, σου έμαθαν τι θα πει γέλιο, τι είναι ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η αποστροφή στο χυδαίο και σου δίδαξαν πώς να επικοινωνείς με την παρέα σου μιλώντας με ατάκες που μόνο ένας Έλληνας μπορεί να κατανοήσει…
Παράδοση είναι… αυτές οι ταινίες γιατί είναι διαχρονικές, αξεπέραστες και επίκαιρες. Παράδοση είναι να γνωρίζεις την υπόθεση, το τέλος της ταινίας αλλά κάθε φορά που την ξαναβλέπεις  είναι σαν να πρόκειται για πρώτη προβολή. Παράδοση είναι να γελάς πριν από την επικείμενη σκηνή που γνωρίζεις το περιεχόμενό της. Παράδοση είναι να γελάς με τις φιγούρες αυτών που ποιούν ήθος χάρη στο πηγαίο ταλέντο τους και όχι χάρη στους κοιλιακούς και τις πλαστικές προσώπου των όλως τυχαίως εξαιρετικών καλλονών. Παράδοση είναι ο Χρόνος! Παρεξηγημένος ο χρόνος! Δε φθείρει μονάχα αλλά εκτιμά και προσδίδει αξία. Σε κάποια πράγματα. Σε αρκετά πράγματα. Διυλίζει τα πράγματα, και ό,τι  αφήνει άθικτο στα βάθη των αιώνων, ό,τι παλιώνει αλλά ανεβάζει την αξία του, το αποκαλεί παράδοση: σαν τις αντίκες στις δημοπρασίες ή το παλιό κρασί.
Παράδοση όμως δεν είναι… όταν το γελοίο γίνεται συνώνυμο του γέλιου, όταν το πρόστυχο παίρνει τη θέση του  αστείου, όταν το συζυγικό κέρατο αποτελεί τον κανόνα και πάει να παραβγεί τον ηθικό αρραβωνιαστικό που φεύγει μετανάστης στη Γερμανία για να μαζέψει λεφτά για την αποκατάσταση της αρραβωνιάρας του, όταν ο χωρισμός και οι μονογονεϊκές οικογένειες είναι ο ορισμός και όχι η εξαίρεση, όταν η νοητική υστέρηση αποτελεί για τους «αρτιμελείς» και «διανοούμενους» αυτής της χώρας λόγο ξεκαρδίσματος μπροστά στην οθόνη, όταν η λογική της κλειδαρότρυπας έχει μονοπωλήσει το ενδιαφέρον σου, όταν προσέχεις το θόρυβο που προκαλούν μόνο οι άδειοι τενεκέδες αυτής της κοινωνίας, όταν η αφρόκρεμα, η ελίτ αυτού του τόπου είναι απλώς φελλοί, εξ ου και επιπλέουν, όταν δέχεσαι, αποδέχεσαι και καταδέχεσαι να συναγελάζεσαι με ανθρώπους μιας μάζας που απλώς μεμψιμοιρεί  στην καθημερινότητα, γιατί η κούραση σε εξαντλεί και δεν έχεις τι άλλο να κάνεις –αλίμονο!!!!- από το να δίνεις απλά το σχήμα του κορμιού σου στον καναπέ του σαλονιού σου με το δάχτυλο στη σκανδάλη-τηλεκοντρόλ σαν ετοιμοπόλεμος στρατιώτης σε αμυντικό ζάπιγκ, όταν δίνεσαι και παραδίνεσαι άνευ όρων σε μία διασκέδαση που αποφάσισαν κάποιοι άλλοι για σένα, χωρίς εσένα, γιατί κατάλαβαν ότι δεν έχεις τη δύναμη να αντισταθείς στο φθηνό χιούμορ, τον κακόγουστο και κιτς τρόπο διασκέδασης, γιατί αντιλήφθηκαν νωρίς πως το μυαλό σου καθοδηγείται και είναι εύκολο να σε αποτρέψουν από την ελεύθερη επιλογή και την πρωτοβουλία, γιατί σε έκαναν πρώτα ανήξερο, μετά ανίδεο και εν τέλει ανήμπορο.
Και ξέχασες τη ζωή, εγκλωβισμένος στις έγχρωμες 3D τηλεοράσεις των πολλών ιντσών. Δε θυμάσαι το πετυχημένο grafity «έγχρωμη tv, ασπρόμαυρη ζωή». Δεν κατάλαβες ότι αυτό το χαζοκούτι δεν παράγει πια αλλά αναπαράγει, δεν εκπέμπει αλλά αναμασά εκπομπές της προηγούμενης ζώνης, δεν πετάει αλλά ανακυκλώνει την είδηση που την πλασάρει αν όχι με το ίδιο αλλά με παρόμοιο περίβλημα λίγες μέρες μετά, και το μόνο που δημιουργεί είναι απλώς κακέκτυπα…
Αλλά γελάς: Επειδή τη βρίσκεις αστεία ή γιατί προσπαθείς απεγνωσμένα να βρεις το χιούμορ σου? Και παρακολουθείς: Επειδή είναι ενδιαφέρουσα ή γιατί προσπαθείς αγχωμένα να είσαι μέσα στα πράγματα? Και τη βρίζεις: Επειδή όντως «δεν έχει τίποτα» ή γιατί σε κάνει να μην αισθάνεσαι αγελαίος? Αλλά είσαι! Ή έγινες? Ή σε κάνανε? Τι σημασία έχει το λογικό Υποκείμενο? Σημασία έχει το παράλογο Κατηγόρημα
Αν δεν ξυπνήσεις από τον τηλεοπτικό λήθαργο, αν δεν καταλάβεις ότι η ζωή σου βρίσκεται έξω από την tv, αν δεν βρεις τη δύναμη να πατήσεις το off, θα παραδοθείς σε ό,τι θέλουν οι άλλοι να ξέρεις.
 Και επειδή δεν είμαστε προγονόπληκτοι, αγιοποιητές του παρελθόντος και πολέμιοι της τεχνοκρατίας αλλά δημοκράτες, τεχνολάτρες και αισιόδοξοι που πιστεύουμε στην ελεύθερη πρωτοβουλία της σκέψης απλά προτείνουμε:
Επίλεξε τι θα δεις, για ποιο λόγο θα το παρακολουθήσεις, πόση ώρα θα αφιερώσεις, ποια χρονική στιγμή θα το κάνεις και φυσικά τον τρόπο που θα το αφομοιώσεις! Φίλτραρέ το! Μη μασάς και καταπίνεις ό,τι σου πλασάρουν! Και προπαντός, φτύσε ό,τι δε σου χρειάζεται, ακόμα κι αν το μάσησες. Ποτέ δεν είναι αργά…
Γιατί διαγράφοντας την πορεία μας, γράφουμε την ιστορία μας. Εμείς και όχι οι άλλοι… Λέμε ναι στην « ελληνική παράδοση» αλλά όχι στην «άνευ όρων παράδοση»
Κοριτσάκι σε βοήθησα ή ου?

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

Θα σας «σύρω» τα εξ αμάξης…

Μοιράζομαι σ’  Ανατολή και Δύση, ανήκω και στις δυο και σε καμιά…
Δεν ξέρω γιατί μου αρέσει πολύ αυτό το τραγούδι, αφού με μελαγχολεί όταν το ακούω. Θαρρώ όμως πως ο εαυτός μας επιδιώκει ενίοτε την μελαγχολία για εξαγνισμό, για κάθαρση, για ανάταση… Μου αρέσει επειδή με εκφράζει, επειδή δε βρίσκω τρόπο να περιγράψω αλλιώς τη ζωή μου. Κάθε που μπαίνω στο αυτοκίνητο για να μετακινηθώ από την πόλη στο χωριό και vice versa, νιώθω τα ίδια συναισθήματα, βλέπω τα ίδια πράγματα, ακολουθώ την ίδια διαδρομή, κάνω τις ίδιες σκέψεις (νομίζω). Το σκηνικό επαναλαμβάνεται, τα μοτίβα των διαδρομών το ίδιο, οι σκέψεις όμως? Ίδιες κι αυτές? Τα ίδια σκηνικά με κάνουν να σκέφτομαι κάθε φορά άλλα. Διαφορετικά μοτίβα μου προκαλούν τις ίδιες σκέψεις. Νομοτέλεια, αφέλεια, γιατί όχι ψυχεδέλεια.
ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΠΡΩΤΗ
Τακτοποιώ τις εμπειρίες του Σαββατοκύριακου στη βαλίτσα. Δεν ξεχνώ να βάλω στη χειραποσκευή τη μελαγχολία της Δευτέρας, ενώ στο  sac voyage στρίμωξα με τα πέντε ζευγάρια παπούτσια την ωραιοπάθεια που μου χαρίζουν τα faux bijoux. Το port baggage έφερε εις πέρας την αποστολή του: επιβίβασε τις αναμνήσεις της αστικής μου ξεγνοιασιάς . Το κλειδί γυρίζει στη μίζα…. Κι ο Πλιάτσικας από το ράδιο συνωμοτεί με το σκοτάδι του μυαλού μου και μου τραγουδάει σιγοψιθυριστά  ό,τι έχω χωμένο στο κέντρο του εγκεφάλου μου:
Είναι η πόλη μας τώρα πια φάντασμα
Μοιάζει με πίνακα που έχει ξεβάψει
Κι έχει απομείνει μονάχα η θάλασσα
Να μου θυμίζει ότι έχω ξεχάσει
Έτσι κοιτάζω την πόλη που αγάπησα
Όταν σε είχα σε αυτή συναντήσει
Έτσι κοιτάζω την πόλη που άφησα


Όταν στην άβυσσο μ είχες αφήσει...
Κλείνω τα μάτια και βλέπω το αύριο
Κι είναι ένα αύριο δίχως εικόνες
Ίσως να ζει η αγάπη μεθαύριο
Ίσως περάσουν κι αυτοί οι χειμώνες…
Τα κατάφερε ο Φίλιππος να με βουρκώσει. Δίχως γιατί… τώρα μέσα από το πρίσμα των δακρύων βλέπω πιο θολό το τοπίο. Για λίγο όμως… Τα δάκρυα ξεπλένουν την ψυχή μου. Γι’ αυτό «Κλάψε!», λέω στον εαυτό μου, «Δίχως ενοχές!»
        Το φανάρι έχει κίνηση. Με έχουν πιάσει δύο στη σειρά. Στο τρίτο περνάω με βαθύ πορτοκαλί. Περνάνε άλλα τρία αυτοκίνητα πίσω μου! Όλοι βιάζονται… Κι εγώ κι αυτοί! Γιατί? Τι έχουμε να προλάβουμε άραγε? Η ζωή σε περιμένει ούτως ή άλλως, όσο κι αν καθυστερήσεις, στο φανάρι, στην κίνηση, κολλημένος πίσω από καμία νταλίκα που πάει πολύ αργά…. Εκεί θα είναι η ζωή! Δε φεύγει! Είτε πας δέκα λεπτά νωρίτερα είτε δέκα λεπτά αργότερα! Πώς? Τρέχεις να προλάβεις το τρένο, γιατί αλλιώς θα το χάσεις? Μα αφού έχει ένα άλλο μετά! Και ίσως μέσα σε αυτό να συναντήσεις κάποιον που δε θα συναντούσες, αν προλάβαινες το προηγούμενο… Ξέρεις πόσες φορές μου ‘χει τύχει?
        Εσύ κύριε με το Mercedes γιατί κορνάρεις και ανάβεις να φώτα στους μπροστινούς σου πάνω στην περιφερειακή? Τι θες ? Να προλάβεις να δεις αν ανοίγουν οι αερόσακοι σε πρόσκρουση με μεγάλη ταχύτητα για να νιώσεις ότι δεν πήγαν στράφι τα πολλά λεφτά που έδωσες? Κι αν η Mercedes διαψεύσει τις προσδοκίες σου? Αν σε προδώσει και στερήσεις τον πατέρα του κοριτσιού ο οποίος προπορεύεται ανυποψίαστος των βιαστικών, με ή χωρίς λόγο, προθέσεών σου? Ρώτησες το κοριτσάκι αν θέλει να μείνει ορφανό από την επιδειξιομανία της τσέπης και του οδηγικού σου ταλέντου που μπορεί να αποδειχθεί fake?
        Το μάτι φεύγει στις  τεράστιες πινακίδες που μου υποδεικνύουν έναν άλλον κόσμο εκεί έξω…  Δεξιά προς Χαλκιδική και ζωγραφίζω πάνω της καραβάκια, αμμουδιές και αλμυρά βράχια με αρμυρίκια… Αριστερά  για Καβάλα, Σέρρες και Κατερίνη και Αθήνα! Έχω φωτογραφίες στο κάστρο της Καβάλας, χάθηκα πολλάκις στους μονοδρόμους της Κατερίνης, στις Σέρρες έχω φίλους που πεθύμησα πολύ. Κι εσύ Αθήνα, συγκεντρωτική, μου στερείς όποιους αγάπησα περισσότερο από κάθε τι άλλο! Αχόρταγη! Δε σε χωνεύω!
Δεξιά η κλινική Genesis: Χαρές που κάνουν άραγε οι νέοι γονείς! Αυτά τα παιδάκια όμως γιατί δεν τα ρωτάνε ποτέ, αν θέλουν να έρθουν σε αυτό τον κόσμο και να ζήσουν με όρους αλλονών σε μια κατά τα άλλα δημοκρατική ζωή?
        Ένα παππούς οδηγός μου κλείνει το δρόμο. Πηγαίνει με 60 στην αριστερή λωρίδα! Θέλω να του πω «Παππού κάθισε σπίτι σου! Φτάνει! Δεν το’ χεις πια!»… και με διακόπτει μία απορία: Πόσο εύκολο είναι να αποδεχθείς την ηλικία αυτή με τόσα παρελκόμενα? Αφού για να ζεις πρέπει να κάνεις όσα έκανες  παλιά κι άλλα τόσα…  Αισθάνομαι πως  οι σκέψεις μας επικοινωνούν και πως μου απάντησε κιόλας: «Κόρη μου, εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα ‘ρθεις». Εντάξει παππού, τα ‘πες όλα… αν και δεν είμαι τόσο αισιόδοξη πως θα φτάσω στην ηλικία σου…. για τα δεδομένα της εποχής εσύ έχεις ξεφύγει πέρα από τα όρια τα ηλικιακά του προσδόκιμου της γενιάς μου!
        Στρατιωτικό νοσοκομείο 424. Πιο δίπλα Νοσοκομείο Παπαγεωργίου. Κι εδώ απορία: Πόσοι άραγε άνθρωποι έχουν αφήσει τη ζωή στα χέρια χειρουργών? Πόσοι πονούν και πόσοι αγωνιούν σε θαλάμους αναμονής έξω από χειρουργεία πίσω από τους τοίχους αυτών των κτιρίων?  Δεν μου απαντάει κανείς. Η στροφή μπροστά μου είναι επικίνδυνη… τα κτίρια του ΤΙΤΑΝ με τρομάζουν. Μεγάλη εταιρεία: πολλές οικογένειες τρέφει. Είναι όμως  και πολύ γενναιόδωρη σε νέφος, όπως προδίδουν τα φουγάρα της… Πιάνω ευθεία! Βαριέμαι τους ευθείς δρόμους!  Αλλά και οι στροφές είναι επικίνδυνες. Δεν ξέρεις αν γλιστρούν, αν θα σε πετάξουν εκτός οι φυγόκεντρες, αν ο απέναντι προσπερνά ως βλαξ τον μπροστινό του.  Δε μ’ αρέσουν οι ευθείες. Ο  Gaudi δεν έφτιαξε ούτε μια ευθεία, γιατί η φύση δεν έχει καμιά και πουθενά. Μ’ αρέσει ο Gaudi. Πετάγομαι στη Βαρκελώνη του 2007. Ξαφνικό, απροσχεδίαστο το ταξίδι μου εκείνο. Αλλά αξέχαστο! Επανέρχομαι στην ευθεία του δρόμου: το αποφάσισα: Δεν μου αρέσουν οι ευθείες… μόνο οι ευθείς άνθρωποι. Αλλά κι αυτοί χρειάζεται κάπου κάπου να κρατούν τα προσχήματα. Αυτό δε λέγεται έλλειψη ευθύτητας ή προσποίηση αλλά διακριτικότητα!
Δεξιά κι αριστερά με διακόπτουν οι εταιρείες, οι εκθέσεις, τα  εμπορεύματα. Αποθήκες! Τι αποθηκεύει ο κόσμος? Σύρμα για μπάλες φυτών!!!! Μία ολόκληρη αποθήκη για σύρμα! Ούτε που θα μου περνούσε ποτέ αυτό από το μυαλό ως επάγγελμα: «εμπορία σύρματος για μπάλες φυτών»! Σωστά! Κάποιος πρέπει να το κάνει κι αυτό για να έχουμε εμείς το ψωμί στο τραπέζι το μεσημέρι… 
Στροφή! Έξοδος από περιφερειακή.. Σίνδος, βιομηχανίες, φορτηγά, εργοστάσια, εργοτάξια, κτίρια-νεκροταφεία, αλλοτινές εμπορικές και βιομηχανικές δόξες, ένα πανό τεράστιο διαλαλεί την κρίση και μου θυμίζει τον ξεπεσμό της χώρας μου! Μου υπόσχεται 70% έκπτωση σε έπιπλα! Κι αυτός ο έμπορος τι θα βγάλει? Θα βγάλει ούτως ή άλλως? Άρα έβγαζε +70% από αυτό που βγάζει τώρα? Ξεπουλάει την αλλοτινή και ακριβή του φήμη, ζητιανεύει την πάλαι ποτέ του φιγούρα μεταξύ εφάμιλλων εμπορικών καταστημάτων! Τώρα το κράτος τον τσακίζει, τον πατάει στο κεφάλι κι αυτός προσπαθεί να το σηκώσει. Υποκλίνεται στον πελάτη που περνάει την πόρτα του και του «χαρίζει». Πριν λίγο όμως «δεν χαριζότανε» σε κανέναν. Κατακλείδα: «όλα εδώ πληρώνονται». Περίοδος παχιών αγελάδων τέλος!
Μπαινοβγαίνω σε χωριά. Άλλοι ρυθμοί: τα παιδιά παίζουν στις αυλές, παλεύουν στα χώματα. Οι γειτόνισσες πίνουν καφέ στη βεράντα. Ένας κύριος μετακινείται από το σπίτι ως το καφενείο με το τρακτέρ… Αυτό έχει, αυτό εμπιστεύεται!
Παλαιά και Νέα Πέλλα: ένας τόπος με ΙΣΤΟΡΙΑ! Ποιοι ανεγκέφαλοι διεκδικούν την πατρότητα της? Με ποια πειθώ? Της ξεφτισμένης ή της κλεμμένης τους ιστορίας? Τόσοι λόφοι μάρτυρες, μαρτυρικοί καταθέτες αφ’ εαυτών! Φωνάζουν από μόνοι τους! Μα δεν ακούει κανείς? Το χώμα αυτό που τρέχει κάτω από τις ρόδες του αυτοκινήτου μου ποιος στρατηλάτης το ‘στρωσε στα βάθη των αιώνων? Για ανάτρεξε στις σελίδες της ιστορίας!
Κι ο δρόμος χάνεται μέσα στις φυλλωσιές του δρόμου… Μυρίζει χώμα, μυρίζει δροσιά, μυρίζει γρασίδι. Μακεδονία τόπος ευλογημένος! Πλούτος, γη, καρποί, πράσινο, νερό. Όλα τους συστατικά ευφορίας, ζωής, εξασφάλισης του «ρτου μν το πιούσιου»! Πλησιάζω στο δικό μου χωριό. Εφοδιάζομαι με ενέργεια. Μπαίνω στο χώρο εργασίας! Οι σκέψεις μου θα ενεργοποιήσουν τις δυνάμεις μου, οι εμπειρίες του Σαββατοκύριακου θα μετουσιωθούν σε θεωρίες περί μαθημάτων ζωής, το μυαλό μου πρέπει να συγκεντρωθεί στη δουλειά μου και η ψυχή μου να ενταφιαστεί στο χωριό: εδώ που είναι η μάνα μου, εδώ που είναι τα «παιδιά» μου, εδώ που είναι η οικογένειά μου…
Σε λίγες μέρες θα επιστρέψω πάλι στην πόλη κουβαλώντας από δω προς τα κει πια (πού είναι το εδώ και πού το εκεί?) μέσα στη βαλίτσα τις εμπειρίες ως αναμνήσεις, τη μελαγχολία στη θέα της μάνας μου, όταν με ξεπροβοδεί και το γεμάτο από εργατικότητα και κούραση πενθήμερο ως χειραποσκευή… Θα κάνω την ίδια διαδρομή αντιστρόφως:
ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
 θα αφήσω τα χωριά με την ανεμελιά, τα χωράφια του πλούτου, τους ιστορικούς μακεδονικούς λοφίσκους της Πέλλας και θα προχωρήσω προς τους εμπόρους των «ισχνών πια αγελάδων», τις συρματαποθήκες, τις βαρετές ευθείες, το ΤΙΤΑΝ, τις επικίνδυνες στροφές, τους επόμενους ασθενείς, τα καινούργια νεογέννητα, κάποιον άλλο «αργόστροφο διαδρομικώς» παππού, έναν άλλο βιαστικό οδηγό που περνάει με κόκκινο ή κάνει σινιάλο στον μπροστινό του για να παραμερίσει, θα ξαναδιαβάσω αντιστρόφως τις ταμπέλες για να πάω πρώτα στην αφιλόξενη Αθήνα, μετά στις Σέρρες, μετά στην Κατερίνη, στην Καβάλα και τέλος στη Χαλκιδική. Θα με ξαναπιάσει το κόκκινο φανάρι. Τελικά όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν! Και μόλις παρκάρω στην πυλωτή, πριν σβήσω το αυτοκίνητο θα προσέξω ότι στο ράδιο παίζει πάλι Πλιάτσικας αλλά αυτή τη φόρα άλλα μου τραγουδάει:
''Θέλω να τρέξω, να πετάξω, να χαθώ
όμως φοβάμαι τι θα γίνει αν γυρίσω
Τον εαυτό μου να γελάσω προσπαθώ
μα κάπου μέσα μου βαθιά δεν θα τον πείσω
Είναι ωραία η θάλασσα γιατί κινείται πάντα
κι αν έχεις βρει πολλές στεριές καμία δεν σ' αράζει
δώσ' μου για φιλοδώρημα τραγούδι μέχρι πάντα
είναι ωραία η θάλασσα γιατί με ΜΕΝΑ μοιάζει



Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Βιβλιο-δίκη!!


        Χθες έδωσα ραντεβού με την αποθήκη μου! Της υποσχέθηκα εδώ και καιρό να την αποκαθαρίσω από οτιδήποτε τη βαραίνει, από κάθε άχρηστο πράγμα για την ξαλαφρώσω. Θα με ρωτήσεις: για ποιο λόγο να γίνει αυτό? αφού οι αποθήκες γι’ αυτό υπάρχουν: για να μαζεύουν τα ασυμμάζευτα, για να βγάζουν από τη δύσκολη θέση οποιαδήποτε clean-freak  νοικοκυρά που διασπείρει τον πανικό, όταν τακτοποιεί το κυρίως σπίτι και για να συγκεντρώνει οτιδήποτε διαφορετικό και ετερόκλιτο που ενώ πρέπει να το πετάξεις, δε θέλεις, που ενώ σου είναι άχρηστο εν συνόλω, ευελπιστείς ότι ένα μέρος μπορεί να σου χρησιμεύσει ως ανταλλακτικό (κά-ποτέ και ενδεχομένως). Προορίζονται επίσης για να προστατεύουν όσα θα ξαναχρειαστείς ίσως το επόμενο καλοκαίρι ή τον επόμενο χειμώνα (ασχέτως αν θα αγοράσεις ένα από τα ίδια άμα τη ενάρξει της νέας σεζόν, αποθέτοντας στην άκρη του μυαλού σου τι έχεις και τι όχι στην αποθήκη από πέρσι, τι πραγματικά χρειάζεσαι… Κάπως έτσι γεμίζουμε άχρηστα πράγματα)  
Εγώ πάλι, θα διαφωνήσω! Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο, αυτό το μικρό, το πιο μικρό σημείο του σπιτιού, το πιο αδικημένο (ένα ανήλιαγο υπό της  γης ντάμι), το πιο άσχημο (άβαφο), το πιο βρόμικο (λιγότερο ξεσκονισμένο και σκουπισμένο) να συγκεντρώνει ό,τι πιο σπουδαίο, ό,τι πιο δυνατό για τη μνήμη, τον πιο δυνατό κρίκο που σε συνδέει με το παρελθόν? και μη μου πεις ότι εσύ στην αποθήκη σου δεν έχεις τίποτα από αυτά που σε ταξιδεύουν πίσω στο χρόνο, έστω στο περασμένο καλοκαίρι, ή στον περασμένο χειμώνα! Δεν θα το πιστέψω και συν τοις άλλοις θα σε πω και αχάριστο: Για ρώτα το ψυγείο θαλάσσης που έχεις στο κάτω ράφι: «πόσα μπουκάλια παγωμένο νερό και πόσες κρύες μπύρες σού εξασφάλισε το καλοκαίρι στην παραλία, όταν ψηνόσουνα σαν αστακός παίζοντας ρακέτες παρά θίν’ αλός?» Δώσε το λόγο στα χαλιά να σου μαρτυρήσουν: «πόσα ζευγάρια παπούτσια φίλων σου φιλοξένησαν στο πέρασμά τους από το ακριβό σου σαλόνι το χειμώνα για να παίξετε μπιρίμπα?». Ρώτα επίσης τα χιονολάστιχα: «πόσες φορές σε γλίτωσαν από εκτροχιασμό όταν εξέδραμες στα όρη παραμονές Πρωτοχρονιάς  αναζητώντας στα σαλέ των χιονοδρομικών τη ρομαντζάδα που σου στερεί το σπίτι της ρουτίνας?» Αμ το βαλιτσάκι με τα εργαλεία?: «λίγες φορές σε γλίτωσε από το ξεχείλισμα της βρύσης στο μπάνιο ή το ξηλωμένο καρφάκι στην άκρη της ντουλάπας?». Μη μου απαντήσεις δε χρειάζεται. Ξέρω!
Όλα αυτά πάντως στη δική μου αποθήκη έχουν «πρώτη μούρη»: από σεβασμό, από ακαταστασία, δεν ξέρω κι ούτε θέλω να μάθω! Και σαν δε μου ‘φταναν όλα τούτα έχω και τα βιβλία… Αυτά θέλουν μια αποθήκη από μόνα τους! Τόσα βιβλία! Για να μην πω είναι μια αποθήκη από μόνα τους!  Αποθηκεύουν γνώσεις, πληροφορία, τη σχολική μου ζωή, τη ζωή μου ολόκληρη, αποθηκεύουν την ευθύνη για αυτό που έγινα, τις αιτίες για όσα έκανα, τις αφορμές για όσα καταπιάστηκα! Μάλιστα! Μια αποθήκη μέσα σε μια άλλη αποθήκη! Η λογική της Ρώσικης Μπάμπουσκας, γνωστή και ως Εγκιβωτισμός!
Και τώρα τι κάνουμε? Τι να καθαρίσω από τα βιβλία, μου λες? Τώρα αισθάνομαι να μου ταιριάζει όσο τίποτε άλλο ο τίτλος του παιδικού bestseller της Άλκης Ζέη «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της»! Όνομα και πράμα! Από πού να αρχίσω? Βιβλία όλων των τάξεων μαζί: Α’ δημοτικού, Β’ λυκείου, Γ’ γυμνασίου. Τέτοια συμφιλίωση γνώσεων, τόσο ανατρεπτική «σειρά» (λέμε τώρα!) γνώσεων, θα ζήλευε οποιαδήποτε εκπαιδευτική μεταρρύθμιση! Το να συγχωνεύονται βιβλία πάνω σε ένα τραπέζι, βιβλία γραμμένα το ’74 και το ’84 ή το ‘94 που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές πολιτικές επιλογές, νομίζω πως ούτε η οικουμενική κυβέρνηση το ’89 δεν είχε καταφέρει. Αμ το άλλο? Να βρίσκεται ο Όμηρος πλάτη με πλάτη με το Σοφοκλή! Η τέλεια αναίρεση του χρόνου! Αν το ήξερε αυτό ο τελευταίος ,  χαρές που θα έκανε!!
Ανοίγω τον Όμηρο. Σταθερότατος στις απαιτήσεις και στα «θέλω» του 29 αιώνες μετά: εξακολουθεί κι εκλιπαρεί τη Μούσα του να τον εμπνεύσει! Βρε να μην είμεθα αι γυναίκες σαν κι αυτόν, που άλλο θέλουμε, άλλο λέμε ότι θέλουμε και άλλο διεκδικούμε? Απαπάάά! Λες να μη με δίδαξε τίποτε ο Όμηρος με αυτή του τη σταθερότητα (29 αιώνες λέμε) στις  διεκδικήσεις του? Δηλαδή η Α’ γυμνασίου «πέρασε από δίπλα μου και δεν ακούμπησε» που λένε! Ντροπή! Προτίμησα να υπερισχύσει επάνω μου η γυναικεία μου φύση? «Καλύτερα» μονολογώ και ομολογώ. Με φαντάζεσθε Όμηρο? Τώρα τουλάχιστον είμαι γυναίκα. Είμαι και «όμηρος» βέβαια αλλά άλλων πραγμάτων: των «θέλω» και των «δεν θέλω» μου… Τέλος πάντων! Ανοίγω και τον Σοφοκλή που είναι δίπλα-δίπλα στον  Όμηρο σαν μαθητούδια που μοιράζονται το ίδιο θρανίο κι ας έχουν μια διαφορά ηλικίας τουλάχιστον 300 χρόνια!  Άλλος και τούτος! «Οτοι συνέχθειν, λλ συμφιλεν φυν» (γεννήθηκα για να αγαπώ και όχι για να μισώ) μας λέει εκ στόματος Αντιγόνης! Κοίτα να δεις πώς γίνονται διάσημοι οι άνθρωποι! Της έβαλε δυο κουβέντες στο στόμα της ο Σοφοκλής κι αυτή καμαρώνει στην αιωνιότητα ως  άλλη DIVA καλλιστείων αναλόγου βεληνεκούς με αυτές του PLAYBOY. Σιγά κοπέλα μου! Ξεπέζευε τον κάλαμον! Τι να πουν τα κάλλη σου που τα πήρε ο άνεμος με την πάροδο του χρόνου? Σήμερα αν δεν είσαι αναλογιών Barbie, τουτέστιν 90 – 60 – 90, δεν πας μπροστά! Τραγούδα εσύ «γεννήθηκα για να αγαπώ». Βλέπεις να σε ακολούθησε η ανθρωπότητα? Μήπως φαντάζεις λίγο γραφική? Θα μου πεις, δουλειά σου είναι αυτή, να αναβιώνεις κάθε χρόνο στην Επίδαυρο ή στο Λυκαβητό  και να μας θυμίζεις «περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα κλαις» και συ και το κοινό σου υποσχόμενη κάθαρση!  Και πώς να σε πείσω τώρα εγώ ότι 2.500 χρόνια μετά, τόσα πανεπιστημιακά εργαστήρια και άλλα τόσα ακαδημαϊκά εργοτάξια δεν έχουν απαντήσει στο αν ο κόσμος πάει μπροστά με το «συμφιλειν» ή με το «συνέχθειν». Οι πόλεμοι δε, μάλλον το δεύτερο αποδεικνύουν. Αρκετά και μαζί σου. Δε βγάζω άκρη! Κάθισε στην άκρη, σε παρακαλώ, να πιάσω τίποτε άλλο.! Μμμμμ! Τώρα μάλιστα! Η Φυσική της Α’ λυκείου πήρε μαζί με την Αστρονομία της Β’ λυκείου τα Θρησκευτικά της Γ’ Δημοτικού και τα έκαναν σάντουϊτς! Η απόλυτη ασυμφωνία χαρακτήρων! Αυτές οι επιστήμες είναι διαζευγμένες εν τη γενέσει τους. Εγώ πώς τα κατάφερα να τις παντρέψω δεν ξέρω! Ούτε η Βασιλειάδου στο ελληνικό σινεμά δεν κατάφερνε τέτοια προξενιά! Ας γελάσω! Η θεωρία του bing bang αγκαζέ με τη Γένεση της Π.Δ. Τελικά είπεν ο Θεός «Γενηθήτω φως» και εκείνο υπάκουσε και «εγένετο» ή έγινε μία μεγάλη έκρηξη κάπου, κάπως, κάποτε? Ποιος Θεός? Πιο δίπλα ο Σεφέρης στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας αναρωτιέται ακόμα «τι ‘ναι Θεός, τι μη Θεός και τι τ’ αναμεσό του». Εδώ δεν ξέρει ο Νομπελίστας,  εγώ η αδαής θα απαντήσω σε τέτοιο ερώτημα? το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι και τα Θρησκευτικά και η Αστρονομία το ίδιο πράγμα λένε αλλά με άλλα λόγια. Ήτοι, το «και εγένετο φως» είναι ταυτόσημο του «bing bang»! Άσε και το άλλο. Έναν χρόνο τον φάγαμε στη Β’ γυμνασίου για τον Τρωικό πόλεμο για να ‘ρθει να μας πει πάλι ο ίδιος Νομπελίστας στην Α’ Λυκείου πως πόλεμος για την Ωραία Ελένη δεν έγινε ποτέ! Παρά μόνο «για ένα πουκάμισο αδειανό». Ωχούούού! Τα παρατάω δεν μπορώ!
Τι ισχύει και τι δεν ισχύει! Εγώ να βάλω μια τάξη ήρθα εδώ. Λες να είναι ματαιοδοξία να συμμαζέψω τα ασυμμάζευτα της επιστήμης? Μάλλον. Θα αρκεστώ στο συμμάζεμα των αναμνήσεών μου! Θα κρατήσω τα βιβλία μου και δε θα πετάξω τίποτε! Πετάς ποτέ φωτογραφίες από το παρελθόν? Μπορεί και να πετάς! Κακώς! Γιατί να μην έχω κι εγώ τη Μαρία Θηρεσία με μουστάκια δλδ όπως η Βουγιουκλάκη? Τι είχε εκείνη παραπάνω από μένα? Εγώ έχω κι άλλα! Λουλουδάκια και καλλιγραφίες στα εξώφυλλα, τηλέφωνα (σταθερά) συμμαθητών μου στην πρώτη σελίδα των βιβλίων (γιατί τότε δεν  είχαμε κινητά), μεγάλες μουτζούρες στα τετράδια ασκήσεων όταν έκανα λάθη, κάτι Χ περίοπτα σε σελίδες που δεν είχαμε στη διδακτέα ύλη των παν-τρελαδικών εξετάσεων και σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις επάνω στο μάθημα της Χημείας που το κατάντησα ένα ακόμα προσωπικό ημερολόγιο… Όπως καταλαβαίνετε τη Λάτρευα τη Χημεία!! Μέχρι και λίστα για ψώνια   βρήκα στο «ΚΕΦΑΛΑΙΟ-ΑΓΚΑΘΙ» στο βιβλίο της ιστορίας, την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας, πάνω από το όνομα του Μέτερνιχ που ποτέ δε χώνεψα. Το τι θα αγόραζα από το super-market είχε μεγαλύτερη σημασία για μένα από τις βλέψεις του Αυστριακού Καγκελάριου! Από τότε το είχα πάρει απόφαση πως οι Γερμανόφωνοι Καγκελάριοι θα κάνουν κουμάντο μια ζωή στον τόπο μας και δεν έδειχνα το ίδιο δέος για τα επιτεύγματα τους,  όπως έκανε ο καθηγητής μου της ιστορίας!
Η ώρα πέρασε. Ξεχάστηκα! Πάλι όπως να ‘ναι τα έβαλα τα βιβλία! αν με  έβλεπε από καμιά μεριά η καθηγήτρια της Οικιακής Οικονομίας, θα έλεγε: "Κρίμα που σου έβαζα και 20άρια με τέτοια αταξία! " Εγώ φταίω? Εδώ ερίζουν επιστήμες, αντιμάχονται, αναιρεί η μία την άλλη ή η ίδια τον εαυτό της μετά από χρόνια και θα κατηγορηθώ εγώ για τις αντιδικίες τους? Τι μας λες! Που κατέβηκα να συμμαζέψω την «αποθηκευμένη» μου παλαιά βιβλιοθήκη και η όλη φάση κατέληξε σε μια βιβλιο-δίκη. Ή βιβλιο-φρίκη? Δεν ξέρω! Φρίκαρα!