Όταν ήμουνα μικρή καθόμουνα πολλές φορές ακίνητη πάνω στην ταράτσα του σπιτιού μου, γιατί μου άρεσε να παρακολουθώ τον κόσμο από ψηλά. Άλλες φορές ανέβαινα σε μια μεγάλη αερογέφυρα που είχε η γειτονιά μου και περίμενα να περάσει κάτω από τα πόδια μου το τρένο. Φανταζόμουνα ότι με έπαιρνε μαζί του κάπου μακριά. Δεν ήξερα πού πάει. Δε μ’ ένοιαζε κιόλας. Ίσως στο πουθενά. Ωραίο είναι το πουθενά και το κάπου. Το «εδώ κι εκεί» καμιά φορά ζαλίζει. Μια εδώ μια εκεί να περιφέρεσαι ασκόπως! Αλλά το «κάπου»...κρύβει μιαν αοριστία, μια απορία και μια μαγεία. Τα τρένα έφευγαν μαζί και το μυαλό μου. Κι όταν έτρεχαν, έτρεχε ξωπίσω τους η φαντασία μου κυνηγώντας τους ίδιους άγνωστους προορισμούς.
Μια πόλη μικρή ή ένα χωριό μεγάλο. Πάντως τα σπίτια φαντάζανε περίεργα. Δεν τα ‘λεγες μεγάλα. Μα ούτε και μικρά. Αυλές πολύπλοκες αλλά και πολύβουες, φασαρίες, καβγάδες, γέλια. Έπλαθα σαν ένας μικρός θεός με μεγάλη όμως φαντασία μικρές καθημερινές οικογενειακές ιστορίες. Καθισμένη αφ’ υψηλού, στην άκρη της μεγάλης ταράτσας, απωθώντας τις υψοφοβικές μου τάσεις έφτιαχνα έναν κόσμο γυάλινο, δηλαδή διάφανο μα συνάμα εύθραυστο. Τα σπίτια δεν είχανε για μένα τούβλινους τοίχους, αλλά διαφανείς τζαμαρίες. Άκουγα φωνές αλλά και σιωπές και τότε ενθουσιαζόμουνα πιο πολύ. Με όπλο πάντα μιαν οργιάζουσα φαντασία αναρωτιόμουνα πόσοι άνθρωποι κοιμούνται εκείνη την ώρα ή πόσοι κάνουν μπάνιο ή τρώνε ή διαβάζουν. Έβλεπα τη γειτόνισσα να περνάει την πόρτα της αποθήκης και τη φανταζόμουνα να ψάχνει τη σκάλα πίσω από κάτι τενεκέδες με τυρί. Θαρρούσα πως κάποιος καθότανε στον καναπέ αραχτός μιλώντας με τη γυναίκα του που τηγάνιζε πιπεριές και οι διπλανοί πάλι καβγάδιζαν, γιατί ξεχάσανε να ταΐσουνε τις κότες. Εγώ άκουγα μόνο τις φωνές, αλλά έβλεπα μέσα από το γυάλινο τοίχο να υψώνονται χέρια πέρα από φωνές και τα βλέμματα να γίνονται βλοσυρά. Ανέβαιναν οι τόνοι μαζί με την πίεση για να ακολουθήσει ύφεση και μια νεκρική σιγή στο μεσημεριανό τραπέζι, όχι κατά πίστη στο «όταν τρώμε δε μιλάμε», αλλά γιατί ένας γνήσιος καβγάς συνοδεύεται από μουγκαμάρα τουλάχιστον για κάποια ώρα μετά.
Και πιο πέρα, κάτι άλλες ζωές τροχήλατες περνούσανε ανάμεσα από οικόπεδα γεμάτα απλωμένες μπουγάδες και από χωράφια, σχισμένα στα δύο από μια λωρίδα άσφαλτο με προορισμό ... πάλι το πουθενά. Πού πηγαίνανε, από πού ερχόντουσαν, τι λέγανε σαν μας βλέπανε αυτά τα αυτοκινητάκια, τα μηχανάκια και τα φορτηγάκια? Κάποιοι από αυτούς κάνανε αυτόν τον δρόμο καθημερινά και άλλοι περνούσανε για πρώτη φορά. Κοιτάζανε το σπίτι μου δίπλα στο δρόμο παρατηρητικά. Ή και αδιάφορα. Και σίγουρα αφηρημένα. Καμιά φορά κι εμένα: να κάθομαι στην ταράτσα με τα χεράκια μου στα μάγουλα, και τα μικρά μου ποδαράκια κρεμασμένα στο κενό και να παρατηρώ. Να βλέπω το σπίτι μου από μια άλλη οπτική, ριζωμένο στον τόπο του κι ακίνητο. Η μόνη του κίνηση ήταν στροβιλική. Στριφογύριζε μονάχα γύρω από τη ρουτίνα του ίδιου τόπου. Ενός τόπου με πολύ πρωινά και λαλίστατα πετεινάρια που κάνανε παρέα σε αγουροξυπνημένους αγρότες. Με μυρωδάτες αυλές από τα μεσημεριανά τηγανητά κεφτεδάκια. Με ξεφωνητά απογεματινών παιδιών της αλάνας και με τραγούδια από νυχτερινά τριζόνια.
«Κι εκείνοι οι επιβάτες στο λεωφορείο του δρόμου, γιατί να προσπερνούν την εικόνα αυτήν αδιάφορα...?» «Γιατί να ζητάει η ρουτίνα από τον άνθρωπο σημασία?» έλεγα! Δεν πρωτοτύπησε κανείς σ’ αυτήν την πόλη. Την προσπερνάν όλοι τους επιδεικτικά και δίχως όνειρα. Μονάχα δουλειά, φαγητό, ύπνος και σύρε κι έλα. Πάνω σ’ ένα τρένο, μέσα από ένα λεωφορείο ή κάποιο φορτηγό. Αρκεί να έχει ρόδες για να τρέχει, έστω και αγκομαχώντας...έστω στο πουθενά και στο κάπου.
Κι ένα μικρό κορίτσι, πάνω σε μια ταράτσα ή μια αερογέφυρα παρίστανε τη στατική κάμερα. Κατέγραφε τις φαντασιακές ζωές που σκηνοθετούσε μόνη με αφορμή τις σιωπές που υπαγόρευαν οι ψηλοί τοίχοι αλλά και οι υψηλοί τόνοι ή η εύθραυστη ησυχία. Η ησυχία που πληγώνεται από τις φωνές και η ηρεμία που ταράζεται από τα νεύρα όσων θαρρούν πως μέσα στο σπίτι τους μπορούν να κάνουν τα πάντα, γιατί είναι σπίτι τους και γιατί κανείς δεν τους βλέπει! Πού να φανταστούν όμως ότι και οι τοίχοι έχουν αφτιά, οι γείτονες φαντασία που οδηγεί άλλοτε ναι και άλλοτε όχι σε εσφαλμένη εικασία...
Ουδέν κρυπτόν...
Μια πόλη μικρή ή ένα χωριό μεγάλο. Πάντως τα σπίτια φαντάζανε περίεργα. Δεν τα ‘λεγες μεγάλα. Μα ούτε και μικρά. Αυλές πολύπλοκες αλλά και πολύβουες, φασαρίες, καβγάδες, γέλια. Έπλαθα σαν ένας μικρός θεός με μεγάλη όμως φαντασία μικρές καθημερινές οικογενειακές ιστορίες. Καθισμένη αφ’ υψηλού, στην άκρη της μεγάλης ταράτσας, απωθώντας τις υψοφοβικές μου τάσεις έφτιαχνα έναν κόσμο γυάλινο, δηλαδή διάφανο μα συνάμα εύθραυστο. Τα σπίτια δεν είχανε για μένα τούβλινους τοίχους, αλλά διαφανείς τζαμαρίες. Άκουγα φωνές αλλά και σιωπές και τότε ενθουσιαζόμουνα πιο πολύ. Με όπλο πάντα μιαν οργιάζουσα φαντασία αναρωτιόμουνα πόσοι άνθρωποι κοιμούνται εκείνη την ώρα ή πόσοι κάνουν μπάνιο ή τρώνε ή διαβάζουν. Έβλεπα τη γειτόνισσα να περνάει την πόρτα της αποθήκης και τη φανταζόμουνα να ψάχνει τη σκάλα πίσω από κάτι τενεκέδες με τυρί. Θαρρούσα πως κάποιος καθότανε στον καναπέ αραχτός μιλώντας με τη γυναίκα του που τηγάνιζε πιπεριές και οι διπλανοί πάλι καβγάδιζαν, γιατί ξεχάσανε να ταΐσουνε τις κότες. Εγώ άκουγα μόνο τις φωνές, αλλά έβλεπα μέσα από το γυάλινο τοίχο να υψώνονται χέρια πέρα από φωνές και τα βλέμματα να γίνονται βλοσυρά. Ανέβαιναν οι τόνοι μαζί με την πίεση για να ακολουθήσει ύφεση και μια νεκρική σιγή στο μεσημεριανό τραπέζι, όχι κατά πίστη στο «όταν τρώμε δε μιλάμε», αλλά γιατί ένας γνήσιος καβγάς συνοδεύεται από μουγκαμάρα τουλάχιστον για κάποια ώρα μετά.
Και πιο πέρα, κάτι άλλες ζωές τροχήλατες περνούσανε ανάμεσα από οικόπεδα γεμάτα απλωμένες μπουγάδες και από χωράφια, σχισμένα στα δύο από μια λωρίδα άσφαλτο με προορισμό ... πάλι το πουθενά. Πού πηγαίνανε, από πού ερχόντουσαν, τι λέγανε σαν μας βλέπανε αυτά τα αυτοκινητάκια, τα μηχανάκια και τα φορτηγάκια? Κάποιοι από αυτούς κάνανε αυτόν τον δρόμο καθημερινά και άλλοι περνούσανε για πρώτη φορά. Κοιτάζανε το σπίτι μου δίπλα στο δρόμο παρατηρητικά. Ή και αδιάφορα. Και σίγουρα αφηρημένα. Καμιά φορά κι εμένα: να κάθομαι στην ταράτσα με τα χεράκια μου στα μάγουλα, και τα μικρά μου ποδαράκια κρεμασμένα στο κενό και να παρατηρώ. Να βλέπω το σπίτι μου από μια άλλη οπτική, ριζωμένο στον τόπο του κι ακίνητο. Η μόνη του κίνηση ήταν στροβιλική. Στριφογύριζε μονάχα γύρω από τη ρουτίνα του ίδιου τόπου. Ενός τόπου με πολύ πρωινά και λαλίστατα πετεινάρια που κάνανε παρέα σε αγουροξυπνημένους αγρότες. Με μυρωδάτες αυλές από τα μεσημεριανά τηγανητά κεφτεδάκια. Με ξεφωνητά απογεματινών παιδιών της αλάνας και με τραγούδια από νυχτερινά τριζόνια.
«Κι εκείνοι οι επιβάτες στο λεωφορείο του δρόμου, γιατί να προσπερνούν την εικόνα αυτήν αδιάφορα...?» «Γιατί να ζητάει η ρουτίνα από τον άνθρωπο σημασία?» έλεγα! Δεν πρωτοτύπησε κανείς σ’ αυτήν την πόλη. Την προσπερνάν όλοι τους επιδεικτικά και δίχως όνειρα. Μονάχα δουλειά, φαγητό, ύπνος και σύρε κι έλα. Πάνω σ’ ένα τρένο, μέσα από ένα λεωφορείο ή κάποιο φορτηγό. Αρκεί να έχει ρόδες για να τρέχει, έστω και αγκομαχώντας...έστω στο πουθενά και στο κάπου.
Κι ένα μικρό κορίτσι, πάνω σε μια ταράτσα ή μια αερογέφυρα παρίστανε τη στατική κάμερα. Κατέγραφε τις φαντασιακές ζωές που σκηνοθετούσε μόνη με αφορμή τις σιωπές που υπαγόρευαν οι ψηλοί τοίχοι αλλά και οι υψηλοί τόνοι ή η εύθραυστη ησυχία. Η ησυχία που πληγώνεται από τις φωνές και η ηρεμία που ταράζεται από τα νεύρα όσων θαρρούν πως μέσα στο σπίτι τους μπορούν να κάνουν τα πάντα, γιατί είναι σπίτι τους και γιατί κανείς δεν τους βλέπει! Πού να φανταστούν όμως ότι και οι τοίχοι έχουν αφτιά, οι γείτονες φαντασία που οδηγεί άλλοτε ναι και άλλοτε όχι σε εσφαλμένη εικασία...
Ουδέν κρυπτόν...