Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καφές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καφές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Απολογία Δολο-φωνή-ας

Κυκλοφορώ με ένα κόκκινο στυλό. Περιφέρομαι από το γραφείο στην κουζίνα με το μελάνι της σουπιάς στα χέρια. Το χαράζω πάνω σε κόλλες λευκές, μουτζουρωμένες, πάω να φτιάξω καφέ και εναποθέτω το όπλο του θαλάσσιου μαλακίου δίπλα στον πάγκο! Εκεί, για να μην ξεχνώ ποτέ ποια είναι η δουλειά μου! Αφήνω τα ίχνη του σε προσπάθειες άκαρπες, μυαλών που πετάνε ή που ορμάνε, μυαλών που δυσανασχετούν να χωρέσουν την ύπαρξή τους και τη φαιά ουσία τους σε πέντε αδιάφορες αράδες μιας κόλλας αναφοράς. Άλλοτε διαγράφω την ουσία και αφήνω ό,τι φαιό υπάρχει. Άλλοτε διαγράφω το φαιό, μπας και λάμψει από μόνη της η ουσία! ΝΟΜΙΖΩ πως μιλάει ασυνάρτητα κι άλλοτε τη βρίσκω φλύαρη. Προτιμώ την ανυπαρξία της πού και πού. Τα χέρια μου, όπως εκείνα του δολοφόνου, βουτηγμένα στο κόκκινο μελάνι, όπως εκεινού στο αίμα, μόλις σκότωσαν ιδέες έστω και στείρες, έστω και λειψές.
Χα! Προτιμώ τη σιωπή. Μην πεις, μη μιλήσεις, μην ξεστομίσεις σκέψεις κουτσές, μισές, ανολοκλήρωτες, σκέψεις με ειδικές ανάγκες. Εδώ, στο κατάστημά μου, μου είπανε πως πρέπει να  πουλάω το υγιές, το ολοκληρωμένο, το αφράτο και το του αναγεννησιακού ιδεώδους ιδεατό. Το τροφαντό, το γεμάτο, το μεστό από νοήματα και ιδέες, από φωνές που έχουνε πολλά και σπουδαία να πουν. Αν καταθέσεις κάτι λιγότερο, κάτι αποστεωμένο, κάτι λιποβαρές θα σε αποκλείσω. Θα κάνω μια «χρατς!!!» και θα σε διαγράψω. Θα τραβήξω μια γραμμή, για να σε προκαλέσω να την υπερβείς, να υπάγεις παρακάτω. Μα το στυλό είναι παράλληλα και μυτερό και ενίοτε χαράσσει, αφήνει ίχνη, γρατσουνιές ανίατες στο χρόνο. Πληγώνει μυαλά, χαλάει καρδιές, προκαλεί συνοφρυώσεις πάνω από τα μάτια, θαλασσοταραχές και καταιγίδες μέσα στα μάτια. Και όχι. Δε μου φτάνει το στυλό στο χέρι. Έχω κι άλλο, μέσα στο στόμα. Μαλλιάζει. Κόκαλα δεν έχει μα κόκαλα τσακίζει. Λύνεται, δένεται, πάει ροδάνι, στάζει φαρμάκι... Mea culpa! Δεν το θέλω. Δεν το κάνω φύσει, μα θέσει. Μα η θέση μου, πολλές φορές καθορίζει τη φύση μου. Και εκφυλίζεται η πρόθεση, ξεφτιλίζεται η διόρθωση.
Κουσούρι το λένε. Κι είναι το κατεξοχήν ίδιον του δασκάλου. Στην αρχή του το παρουσιάζουνε ως δουλειά του: να διορθώνει-να πνίγει φωνές. Μετά του το τονίζουν ως υποχρέωσή του. Στη συνέχεια εκείνος το εκλαμβάνει ως δικαίωμα. Και τέλος, το λούζεται ως καταδίκη.
Αθώος ή Ένοχος?

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Επάγγελμα: «Κατίνα»

Πάντα λάτρευα τα κουτσομπολιά! Να κάθομαι με τη φίλη μου πίνοντας καφέδες ατελείωτους και να την κουτσομπολεύω μέχρι εκεί που δεν πάει. Το ίδιο και σε εκείνη. Πάρε και δώσ’ του το θάψιμο η μία για την άλλη. Ε καμιά φορά έπαιρνε η μπάλα και τις μαμάδες μας:  «Εμένα μου έκανε εκείνο, μου είπε το άλλο»! Τα ίδια κι εκείνη. Ε μερικές φορές πιάναμε καμιά κουβέντα και για κανένα περιφερειακό αρσενικό που μας πλεύριζε... αυτά! Μέχρις εκεί. Άλλωστε η φιλοσοφία πάει πακέτο με το «τσάι και συμπάθιο». Οι συνειρμοί σε εξοκέλλουν από το θέμα και το κουτσομπολιό είναι μόνο η αρχή. Για να μην καταντήσει «τσάι και αντιπάθιο»! Άλλωστε έχεις τόσα να πεις για τη βουλιμία που σε πιάνει με τα ξεροψημένα βουτήματα του καφέ, για το λεωφορείο που άργησε και πάγωσες στη στάση περιμένοντάς το, αλλά και για την εργασία που έστειλες στον καθηγητή και σου τη γύρισε αγνώριστη σαν να την έκανε μόνος του και ψάχνεις το μερίδιό σου πίσω από ένα σκασμό διορθώσεις, που πού να σου μείνει χρόνος να σχολιάσεις με ποια τα έφτιαξε ο γείτονας και άφησε τη γυναίκα του με τρία παιδιά πίσω, ύστερα από είκοσι επτά χρόνια γάμου!!!
    Είναι κι εκείνα τα όνειρα και οι βλέψεις που έχουν στριμωχτεί κάτω από τη γλώσσα, και ως γνήσια υπογλώσσια θέλουν να καταλαγιάσουν την έξαρση του ενθουσιασμού σου, που όσο μιλάς, εκείνος άλλο τόσο παροξύνεται!! Από πού να αρχίσεις? Τι να πρωτοπείς στη φιλενάδα σου? Ξεστομίζεις τη λεπτομέρεια του άβολου χθεσινοβραδινού σου ύπνου και στο καπάκι το ανάγεις σε θεωρίες περί ηρεμίας, που έχει ή δεν έχει σκοπό να αποκτήσει το σώμα σου, και βρίσκεσαι ξαφνικά να αναλύεις ανατολικής προέλευσης θεωρίες περί ψυχοσωματικών θεμάτων και βάλε.
    Κι όμως! Ξαφνικά, σε μια ομήγυρη, σε μια παρέα, σε ένα ουζάκι, πώς γίνεται και ξεφυτρώνουν καμιά φορά τέτοια παράσιτα που αναρριχώνται γύρω από το λαιμό σου και σε πνίγουν? Επιμέέέένουν...εκείείείεί! Να σου πουν «παρών» με τον χειρότερο τρόπο. Να σπάσουν τον πάγο με την κάκιστη συνήθεια: έμαθαν, άκουσαν, ρώτησαν, τους είπανε τέλος πάντων ότι ο χ τα έφτιαξε με την ψ, και ο δείνα μάλωσε με τη νύφη του και τσακώθηκε το ζευγάρι, και ο τάδε έκανε στη γυναίκα του αυτά και τα άλλα  γι’ αυτό κι εκείνη έφυγε από το σπίτι!!! 
Και μένω ενεή! Από πού στο καλό πηγάζουν οι ανεξάντλητοι κρουνοί της ενημέρωσης σε μια κοινωνία τοπική και όχι μόνο? Οι ειδήσεις των οκτώ δεν κάνουν άλλη δουλειά από απ’ ευθείας μετάδοση -σε real time νεοελληνιστί (!)- ανάμεσα στην κρεβατοκάμαρα του χ και τον ρεπόρτερ του καναλιού? Ή είναι τόσο φίλος ο «ρεπόρτερ της γειτονιάς» με τον τάδε που εκείνος του ξεφούρνισε τα σώψυχά του και του εμπιστεύτηκε τις μύχιες σκέψεις του? Κι αν είναι, γιατί ο άλλος, ως γνήσιος φίλος, δεν κράτησε μυστικό καλά κρυμμένο ούτε τα σώψυχα ούτε τις μύχιες σκέψεις, κι έσπευσε διόλου βραδέως αλλά τάχιστα να το διατυμπανίσει? Όλοι τα ξέρουν όλα πια σ’ αυτόν τον κόσμο?
Μα ποιος τους είπε πως εμένα με νοιάζουν οι ειδήσεις και δη τα συμβάντα σε ξένες κρεβατοκάμαρες?
 Όταν λέω θέλω να κουτσομπολέψω, εννοώ τη φίλη μου που, όταν τη φιλοξενώ, καραδοκώ πότε θα ξυπνήσει για να φτιάξω καφέ σε έναν κουβά και να αρχίσουμε κάτι 3ωρα κουτσομπολιά με τις πυτζάμες για όσα συνέβησαν στα 80 τετραγωνικά της δικής μου ζωής και στα άλλα τόσα της δικής της.
Και μια τελευταία ερώτηση:
Ποιος σοφός το είπε τέλος πάντων ότι «Οι μεγάλοι άνθρωποι μιλούν για ιδέες, οι μεσαίοι για γεγονότα και οι «μικροί»...για του άλλους!»? Θέλω να μάθω τώρα και να του δώσω ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!!!!
Ε? Ποιος?

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Τα λέμε...!!!

«Ναι ναι! Θα τηλεφωνηθούμε»...»Κάποια άλλη στιγμή, τώρα ξέρεις πώς είναι...Δουλειές, τρεχάματα, υποχρεώσεις» «Ναι ναι, θα σε πάρω μόλις ξελασκάρω», «Θα το κανονίσουμε»... «Από την άλλη βδομάδα πιστεύω να είναι καλύτερα τα πράγματα» ... «Ναι μωρέ κι εγώ τρέχω...τρέχω...τρέχω...»
Εγώ τρέχω, εσύ τρέχεις, αυτή τρέχει. Εμείς τρέχουμε ΚΑΙ εσείς τρέχετε, αυτοί τρέχουν επίσης! Προς τα πού πάτε βρε παιδιά? Δεν μπορεί! Όλο και κάποιοι μεταξύ μας -τόσοι είμαστε- όλο και κάποιοι θα τρέχουμε προς την ίδια φορά, μια φορά τουλάχιστον! Θα κάνουμε την ίδια διαδρομή. Να πάρουμε το ίδιο τρένο, το ίδιο αεροπλάνο, την ίδια άμαξα, έτσι, για παρέα. Συνοδοιπόροι στη διαδρομή της ζωής. Τόσα μέσα ΜΑΖΙΚΗΣ μεταφοράς κυκλοφορούν! Δεν είναι κρίμα να  είσαι μόνος σου σε αυτό το ταξίδι?
Ε? Απάντησέ μου! Τώρα! Εγώ τώρα σε θέλω. Σε πήρα τηλέφωνο τώρα. Σου έστειλα γράμμα, e-mail, μήνυμα, σου χτύπησα την πόρτα, σε φώναξα. Τώρα! Βέβαια από ό,τι βλέπω, δεν εδέησες καν να μου απαντήσεις! Θα έχεις δουλειές ε? Θα τρέχεις! Ενώ εγώ η αργόσχολη, μονίμως στέλνω μηνύματα, διότι δεν ξέρω πώς να σκοτώσω το χρόνο μου! Ή είσαι από αυτούς που δεν απαντούν σε μηνύματα γιατί τα βαριούνται? Ναι μωρέ, ξέρω! Προτιμάς τα τηλεφωνήματα. Αλλά όχι τώρα, γιατί είπαμε, έχεις τρεχάματα!
Η ζωή όμως, λένε οι κακές γλώσσες, έχει μόνο παρόν. Πώς θα αφηγείσαι το παρελθόν σου, αν δε ζήσεις ΤΩΡΑ? Οι αναμνήσεις σου στο μέλλον θα είναι στραγγισμένες από παρόν αλλά γεμάτες από απωθημένα. Από δήθεν απωθημένα! Γιατί αν ήθελες.... αν ήθελες, θα ήσουνα ΤΩΡΑ εδώ, μαζί μου... Εν τω μεταξύ δεν ξέρω αν σου το ‘πα: δεν τα πάω καλά και με τις αναβολές πια. Χωρίσαμε. Πήραμε διαζύγιο. Εσείς ακόμα μαζί ε? Μπανάλ!
Μάλλον είναι η πραγματική σου επιθυμία! Οι πράξεις μετράνε. Τα λόγια πετάνε. Το είπανε και οι Λατίνοι πρώτοι! Κι αφού δε θες να τα πούμε καλέ... τι με πιλατεύεις? Δε θες να με δεις. Δε σου λείπω. Δε μ’ έχεις ανάγκη. Μπορείς και μόνος σου. Ναι. Μπορείς! Και κρατάς δίπλα σου μοναχά αυτούς που σε κάνουν να νιώθεις ασφαλής. Αυτοί είναι οι άνθρωποί σου. Εγώ όχι. Εγώ είμαι, ότε, αν, άμα, όταν, εφόσον ΤΥΧΕΙ και βολέψει μία ευχάριστη σύμπτωση στη ζωή σου, που μ’ έφερε στο διάβα σου κάποια τυχαία συγκυρία. Γι’ αυτό δε με αποζητάς, γι’ αυτό δε με επιθυμείς, δε μου τηλεφωνείς, δεν απαντάς στα μηνύματά μου, γι’ αυτό δε επιδιώκεις να πιούμε έναν καφέ, να με αγγίξεις, να με ακούσεις. Μπορείς και μόνος σου.
Κι εγώ  μπορώ! Μόνος μου. Μόνη. Άσ’ το. Μιαν άλλη φορά. Αλλά δεν ξέρω αν στο ‘πα: από το λίγο, το κάπου, κάπως, κάποτε, το όταν βολέψει, προτιμώ το καθόλου, το μπορώ και μόνος μου, το με αυτούς που πραγματικά με θέλουν, με ψάχνουν και τους ψάχνω, με αυτούς που θέλω. Δε θέλω τον πολλά υποσχόμενα λόγο σου, την ακριβοθώρητη παρουσία σου στη ζωή μου. Θα ήθελα τη ματιά σου, τη ζεστασιά και την αγκαλιά σου σε ένα καφέ, στον καναπέ του σπιτιού μου, συμποδηλάτη μου στην παραλία. Αλλά κι έτσι καλά είναι. Μη μου υπόσχεσαι. Άλλωστε «Θέλει μη λόγο ο λόγος για ν’ ακουστεί» διάβασα κάποτε. Και είχε δίκιο η συγγραφέας. Θα τα πω με τον εαυτό μου, με κάποιον που θέλει και ξέρει να με ακούει. Να αφουγκράζεται τις σκέψεις μου...
Θα μείνω μόνη, με τις σκέψεις μου, τις ψεύτικες τις υποσχέσεις σου, μα δε θα τις λάβω τοις μετρητοίς.
Θα αφήσω κι εγώ να συνωμοτήσουν οι συμπτώσεις μας στο βάθος του αθέατου χρόνου.
 Θα είμαι παρατηρητής στη βιαστική ζωή μας!
 Θα διαλέξω μια θέση πανοπτική, απ’ τον εξώστη, και θα παρακολουθώ, σαν ένας μικρός θεός τους ανθρώπους που τους ξεγέλασε η ζωή και είναι σίγουροι πως από βδομάδα «θα ‘ναι πιο χαλαροί».
Τι αφελείς που είμαστε οι άνθρωποι! Απουσιάζουμε από το βίωμά μας το πήρες χαμπάρι? Ποιο συμβόλαιο σου εξασφάλισε πως θα έχεις «άλλη εβδομάδα»? Να το υπογράψω κι εγώ!
Δε θα σε ξαναενοχλήσω. Δε θα σου ξαναζητήσω ποτέ να βγούμε. Κι ούτε θα περιμένω πια. Προτιμώ τα αναπάντεχα και τα απρογραμμάτιστα. Αν μπορείς, έλα τώρα. Αλλιώς έχει ο Θεός. Και μη μου κάνεις ξανά παράπονα «Πού χάθηκες και τέτοιες βλακείες!».
Και μετά με ρωτάς: «Πόσο μ’ αγαπάς? Από πού μέχρι πού?»
 «Μα από μένα μέχρι εσένα φυσικά!»
«Μόνο τόσο?» με ρωτάς!
«Γιατί μόνο? Αφού η απόσταση που δημιουργήθηκε μεταξύ μας είναι πια πολύ μεγάλη!!»
Τα λέμε...





Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Βάλε καφέ….!!!

-Λιτσάάάάά …. κατέβα! Έκανα καφέ!...φωνάζει η Τούλα τη γειτόνισσα από τις σκάλες (μένει στον από πάνω όροφο για!)
-Άντε, να μας πει και το φλιτζάνι! Που λες Κατίνα σήμερα σηκώθηκα αργά. Με πήρε ο ύπνος και ξύπνησα στις 6.00!! Πήγανε όλα πίσω. Κι ο Γιωργάκης πήγε σχολείο αργά, γιατί το αγροτικό δεν έπαιρνε μπρος από την παγωνιά. Ε θέλει να πηγαίνει με τον παππού του. Αλλά τελικά εντάξει. Όλα γίνονται!
-Κι εγώ Τούλα δεν πρόλαβα εχθές να πάω στην αγορά. Όλη μέρα ασβέστωνα την αυλή
-Ο καφές, ο καφές!!! Χύθηκε!
-Άιντε δεν πειράζει. Λεφτά, λεφτά!
-Καλημέρα σας!
-Καλημέρα Λίτσα! Σου χύσαμε τον καφέ! Θα πάρεις λεφτά!
-Πούούού λεφτά τώρα κι εσύ? Τίποτα δε μας έδωσαν ακόμα για τα ροδάκινα. Δε βαριέσαι…. θα κάτσω λίγο και θα πάω επάνω, έχω το φαΐ στη φωτιά
-Ααα! Τι έφτιαξες? Ρεβίθια έβαλα μωρέ σήμερα. Παρασκευή είναι
-Εγώ έκανα φακές. Πολύ βραστερές ε! Αν βρω αύριο στο παζάρι θα πάρω κι άλλες…
-Κι εγώ είχα από χθες…
…και όλο το πρωί λέγανε…
        Άπειρες οι τέτοιου είδους συζητήσεις καθημερινής ρουτίνας, όπως ακούγονται στα σπίτια μιας μικρής γειτονιάς της επαρχίας. Η Κίτσα θα φωνάξει την Τούλα για καφέ κι αν περνάει η Βαρβάρα με τη Χαρίκλεια θα σταματήσουν για μια «καλημέρα». Που λέει ο λόγος! Στην πραγματικότητα θα σταματήσουν για να απολογηθούν για τις γαστριμαργικές τους επιλογές, για να δώσουν οι ίδιες αλλά και να πάρουν από τις άλλες αναφορά για τις δουλειές που έκαναν ή δεν έκαναν, για να εκφράσουν τις ενοχές τους επειδή δεν ξύπνησαν πριν αλέκτωρ λαλήσει και έχασαν τη μέρα τους, για να εξομολογηθούν τις σκέψεις τους σε κάποιον που τους ακούει, για να διαδώσουν τα νέα που έμαθαν για την κόρη της τάδε από την άλλη τη γειτόνισσα σε έναν άλλον καφέ. Ή που της το σφύριξε κάποια από ένα μπαλκόνι την ώρα που πήγαινε να πάρει ψωμί.
        Ενδεδυμένες όλες με τη ρόμπα, κουμπωμένη ή ξεκούμπωτη, με τα μπικουτί στο κεφάλι, την τρουακάρ κάλτσα, το τερλίκι το πλεκτό, το μακρύ γιλέκο, το μαλλί μαζεμένο κότσο ή κοντοκουρεμένο και ψαρό και χέρια ζαρωμένα από τα σκαψίματα, τις δουλειές στα χωράφια, στον κήπο… χαίρονται τον πρωινό τους καφέ σαν το πιο απολαυστικό πράγμα στον κόσμο. Ανέμελες από ενοχλητικές για τις σπιτικές τους δουλειές παρουσίες σαν αυτές του άντρα τους και των παιδιών που μεγάλωσαν πια και είναι φευγάτα. Καθημερινά αναμένουν αυτή τη μικρή χαρά της απόλαυσης σαν την πιο πρωτόγνωρη στον κόσμο ολόκληρο.
        Πρόκειται για στιγμή ιερή, σεβαστή, για μία ιεροτελεστία απαράβατη και απαράμιλλη. Η ώρα του καφέ είναι στιγμή απόλαυσης, συζήτησης, εξομολόγησης. Υπάρχει ο πρωινός αλλά και ο απογεματινός καφές. Ο πρωινός είναι ο απαραίτητος! Υπάρχουν άνθρωποι που μόλις ξυπνήσουν, βάζουν τον καφέ πρώτα να γίνει και μετά πλένονται! Είναι από τις λίγες φορές που η ανώδυνη αυτή εξάρτηση αποτελεί μέρος των πρωινών συνηθειών και ζητά να συγκαταλεχθεί δικαίως στις πρώτες ανάγκες. Με παρέα ή χωρίς, με τσιγάρο ή άνευ, γαλλικός ή νες, διπλός ή μονός, σκέτος ή με ζάχαρη, με γάλα ή όχι, ο καφές μονοπωλεί τη ζωή της πρωινής ζώνης με πολλές δόσεις υπερβολής και αλήθειας ή ακόμη και υπερβολικής αλήθειας στη δράση, την επίδραση και τις ιδιότητές του. Η στέρησή του προκαλεί πονοκέφαλο, «δεν ανοίγει το μάτι». Αποτελεί σημείο αναφοράς ως δηλωτικό έναρξης της ημερήσιας σου διάταξης: «Πρωί-πρωί? Ούτε καφέ δεν ήπιαμε!»
        Ο καφές είναι η συντροφιά μας! Αποτελεί καλή αφορμή να βρεθούμε με την παρέα μας! Λέμε σε  κάποιον «έλα για καφέ στο σπίτι» εννοώντας όχι για φαγητό. Προτείνουμε κάποιον να «πάμε για καφέ» εννοώντας να βγούμε να τα πούμε, «κερνάμε καφέ» για να κάνουμε την αρχή στις σχέσεις μας. Ζητάμε τον καφέ στην πίκρα μας, γιατί είναι η παρηγοριά μας και προστάζουμε  τη γειτόνισσα «να βάλει καφέ» γιατί έχουμε νέα-κουτσομπολιά.
        Και το απογευματάκι, μετά τη μεσημεριανή σιέστα, η κυρα-Κατίνα θα πάρει το πλέξιμο, η κυρα-Λίτσα το κέντημα και θα σεργιανίσουνε στη γειτονιά. Η ώρα είναι 17.30. Χειμώνας είναι. Νυχτώνει νωρίς. Η κουρτίνα τραβηγμένη στην άκρη να μπαίνει το λιγοστό φως. Τα φώτα αναμμένα, για να βλέπουν καλύτερα η μία την άλλη. Μαυροφορούσες και οι δύο, με γυαλιά, καθισμένες αντίκρυ, γίνονται άθελά τους οι πρωταγωνίστριες της σκηνής. Κι εγώ στα σκοτάδια του δρόμου παρακολουθώ, σαν παράνομος θεατής τις ζωές των άλλων να πίνουν καφέ! Δεν ακούω τι λένε. Η παράσταση ανήκει στο βουβό κινηματογράφο. Εικάζω όμως πως δε θα ‘ναι κάτι λιγότερο ή κάτι περισσότερο από όσα ακούω να λέει καθημερινά η Λίτσα στην Κατίνα.
        Δυο μέρες αργότερα κάθομαι στο roof garden του Ηλέκτρα Palace περιμένοντας μια φίλη. Στο διπλανό ακριβώς τραπεζάκι μια παρέα στην ηλικία της γιαγιάς μου και βάλε, από πέντε σημαιοστόλιστες κυρίες με μαλλί φρέσκο από το κομμωτήριο βγαλμένο,  α λα φωλιά πελαργού φουσκωμένο και λακαρισμένο, με μακιγιάζ έντονο που τονίζει μάτια και χείλη σε αποχρώσεις μη διακριτικές, που δεν μπορεί όμως να καλύψει τα σκαψίματα του αμείλικτου χρόνου στα πρόσωπα, με τσιγάρο φινέτσας στα χέρια τα εμφανώς περιποιημένα από μανικιουρίστα και στολισμένα με χρυσαφικά μεγάλης αξίας επιδίδονται σε συζητήσεις του ίδιου τύπου με αυτές της Κατίνας, της Βαρβάρας και της Χαρίκλειας. Αλλά  αυτές έκαναν, όπως έλεγαν,  τις ίδιες δουλειές –περίπου- υπό το ρόλο του ηθικού μονάχα αυτουργού, τουτέστιν με άλλα υποκείμενα: κάποια κυρία που τη λέγανε Σεράντα άργησε να έρθει το πρωί για να καθαρίσει το σπίτι της μιας. Το σχολικό είχε βλάβη και δεν πέρασε στην ώρα του να πάρει τα εγγόνια της αλληνής για το σχολείο. Και η τρίτη της παρέας ήτανε στενοχωρημένη γιατί τελικά δε βρήκε θέση στο ξενοδοχείο για το τριήμερο για να αφήσει το σκυλάκι της και δυστυχώς στο σαλέ της ορεινής Γαλλίας όπου θα πάει για σκι δεν επιτρέπονται τα κατοικίδια…
        Ανεπαίσθητα γέλασα! Όχι από ειρωνεία. Αλλά από το πόσο ίδιος είναι αυτός ο κόσμος πολλές φορές όπως στην παρεΐστικη διάθεση για την απόλαυση του πρωινού καφέ με τις φίλες σου αλλά και πόσο διαφορετικός σε χρόνο, σε τόπο, σε τρόπο και σε περιεχόμενο «κουτσομολιού»! Διαφορετικός σαν δυο σταγόνες νερό…
        Στην υγειά σας!