Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Παρ-ετυμο-λογικές ερωτα-πο-κρίσεις της καρδιάς!

Ώρες-ώρες μου γεννιούνται κάτι ερωτήσεις εύλογες, αλλά συγχρόνως παρά-λογες, δλδ δίπλα στο λόγο, τη λογική, αλλά όχι μέσα. Απλά κοντά. Εκεί γύρω. Την πλησιάζουν, την περιτριγυρίζουν αλλά... δεν την αγγίζουν καν. Ή μάλλον την ψιλοακουμπούν, ίσως όμως, μερικές φορές, έτσι ακροθιγώς, αλλά απομακρύνονται από κείνη σαν να δε θέλουν να ακούσουν την αλήθεια, να βρουν το έτυμο που λέγανε οι αρχαίοι, το αληθινό! Γιατί άκουσα πως η αλήθεια είναι σαν τη μύτη μας ώρες-ώρες. Για να την δεις, πρέπει να αλληθωρίσεις. Και απορώ. Απορώ με το στήσιμο ορισμένων λέξεων. Με το φτιάξιμο και το φτιασίδωμά τους. Δεν βρίσκω λογική στα έτυμα. Διψάω για λίγο κουτσομπολιό για την ιστορία τους. Θέλω να βουτήξω ανάμεσα στα γράμματα, να στριμωχτώ μεταξύ των φθόγγων, να καθίσω δίπλα σε συμπλέγματα συμφωνικά ή έστω παράφωνα και να κατανοήσω και να αφουγκραστώ το πώς παντρεύτηκαν. Από πού κι ως πού ταίριαξαν! Να ψάξω για τη λογική ή την παραλογία, την τρέλα που τα έφερε κοντά, που τα έφερε σε επαφή και φτιάξανε, γεννήσανε, παρήγαγαν καινούργιες λέξεις, νέα σημαίνοντα με νέα σημαινόμενα, σημασίες καινούργιες, αλλά σημασίες που κρύβουν έννοιες παλιές με άλλη ιστορία, με άλλο νόημα, κλασικές. Απορώ! Μα λογική δε βρίσκω καμία.
1. Γιατί ας πούμε η λέξη «διεκδίκηση» κρύβει μέσα της μίαν εκδίκηση? Την κρύβει? Την αγκαλιάζει απλά? Την προστατεύει από συνενοχή μήπως? Ή την κυοφορεί? Αυτός που διεκδικεί άραγε, θέλει ταυτόχρονα να εκδικηθεί, είναι κρυφός του πόθος, ακούσια συμπεριφορά? Ή μήπως  αναπόφευκτα χρησιμοποιεί την εκδίκηση ως μέσο να διεκδικήσει? Και πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να εκδικείται, ενώ ταυτόχρονα διεκδικεί? Κι αυτό που διεκδικείται, το αντικείμενο της διεκδίκησης, νιώθει την εκδίκηση? Στον έρωτα ας πούμε, μπορείς να διεκδικείς εκδικούμενος? Τι σόι έρωτας είναι τότε?
2. Κι ο έρωτας, πάλι, μιας και τον πιάσαμε, γιατί σε κάνει συνέχεια να ρωτάς? Να ρωτάς, να αναρωτιέσαι, αλλά σχεδόν ποτέ να μην απαντάς, να μην παίρνεις απάντηση εύκολα και από κανέναν. Κι αν απαντάς, κι αν ένα ερώτημα πιστεύεις πως το εξουδετερώνεις, τότε γιατί σαν την Λερναία Ύδρα ξεπετιούνται άλλα δέκα, δεκαπέντε νέα ερωτήματα, που το καθένα θα ‘χει τη δική του δυσκολία...? Κι αν τολμήσεις να την αντιμετωπίσεις, γιατί θα βρεθούνε κι άλλα πιο υπερβολικά, αλλά πέρα για πέρα αληθινά ερωτήματα?
3. Και τι είναι το  υπερβολικό? Γιατί το λένε έτσι? Είναι αυτό που βάλλεται υπέρ το δέον ή είναι το υπερβολικά βολικό? Εκείνο που βολεύεται μέσα στο «πολύ», πέρα από το «πάνω από», στον ορίζοντα της ποσότητας? Εκεί που δεν σταματά ποτέ κανένας και ειδικά η προσπάθεια? Όπως, ας πούμε, η προσπάθεια του να διεκδικείς τον έρωτα, έστω και σε υπερβολικό βαθμό? Βολικά, έχοντας επαναπαυτεί στη βολή σου και βαλλόμενος από τα ερωτήματα και τις συνεχείς απορίες? Ενίοτε μάλιστα και ως βλαμμένος? Ερωτοχτυπημένος δλδ, τυφλός διότι όντας παθιασμένος, η νηφαλιότητα, η τόσο σοβαρή αυτή σύμβουλος ξε-βολεύεται, παύει εν ολίγοις να είναι βολική ή βολεμένη και θέλει να αποφασίσει χωρίς πιέσεις να διαλέξει το πιο σωστό? Σωστό? Σωστό για ποιον? Για μένα, για κείνη, για εκείνον, για τους άλλους, για τη σχέση? Και ποιες ελπίδες γεννάνε οι κακές σχέσεις? Ποιες ελπίδες έχουνε ζωή και ποιες χαροπαλεύουν?
4. Χαροπαλεύουν? Τι χαρωπό έχει μέσα του ένας θάνατος, ο θάνατος μιας ελπίδας? Είναι αυτή η άλλη όψη του νομίσματος? Του νομίσματος που έχει δίπολα? Θετικά και αρνητικά πρόσημα ταυτόχρονα? Που έχει το «ναι μεν, αλλά»...? Που έχει το «από τη μία», αλλά και το «από την άλλη»...? Είναι αυτό που λένε ορισμένοι μοιρολατρικά «όλα για κάποιον λόγο γίνονται»? Παρηγοριές στον άρρωστο δηλ που ζει στο κρεβάτι του πόνου με επιδέσμους...?
5. Και ο επίδεσμος, γιατί έχει μέσα του τον δεσμό? Ο δεσμός είναι δεσμός, είναι εκούσια παραχώρηση της ελευθερίας σου ή επί-σύρει πληγές, μελανιές,  μπανταρίσματα, ράμματα, κλάματα και τραύματα από μαχαίρια που ανοίγουνε παλιές πληγές? Ε? Τι απ’ όλα?
6. Και τα μαχαίρια, αυτά που χώνονται μέσα σε πληγές και γυρίζουν, στριφογυρίζουν, στροβιλίζουν, ξύνουν παλιές πληγές και μπαίνουν όλο και βαθύτερα, ποιος τα βάζει εκεί? Ποια χέρια? Με ποιες προθέσεις, τι διαθέσεις και τι σκοπούς? Κι αν θες να τα βγάλεις από τη ζωή σου, να τα αφαιρέσεις, τότε γιατί σου λείπουνε? Από διαστροφή?
7. Κι όταν κάτι σου λείπει? Γιατί να σε γεμίζει λύπη? Πού είναι εκείνη «η άλλη μεριά», πού πήγε το νόμισμα με τις δύο όψεις και σ’ αυτήν την περίπτωση νομίζεις πως έχει πάντα μία μόνο πλευρά... μόνο λύπη, λύπη, λύπη?
Καθόμουνα με μια φίλη Κυριακή πρωί και πίναμε καφέ. Και κάπως έτσι απορούσαμε, και ρωτούσαμε, διερωτόμασταν, και αρχίσαμε τις ερωτο-αποκρίσεις...Κρίσεις? Ποιες κρίσεις? Κρίσεις από το κρίνω, ζυγίζω, σταθμίζω, μετράω, συμπεραίνω? Ή κρίσεις από τις άλλες, εκείνες του πανικού, της υστερίας, της έλλειψης λογικής, της απώλειας του  ελέγχου?

Αν θέλετε, βοηθήστε μας, απαντώντας σε μία προς μία λ-έξη... που κρύβει μέσα της την έξη! Γιατί αυτό είναι εξάρτηση, αρρώστια, εμμονή! Εδώ η επιστήμη της ετυμολογίας σηκώνει τα χέρια ψηλά. Και ίσως να αναζητάει τη λογική της καρδιάς...

μήπως να σπούδαζα καρδιολογία αντί για ετυμολογία?

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Ζάβαλη Μάικω... μαρ’ Μάικω, μας «κόψαν» τη γλώσσα!

Όταν πριν από χρόνια διάβαζα τη θεωρία του Fallmerayer σχετικά με τους Έλληνες τη βρήκα υπερβολική, προσβλητική και φυσικά, όπως όλοι, ανθελληνική! Στην πορεία προσπάθησα να αποστασιοποιηθώ, να μάθω, να διαβάσω, να ωριμάσω μέσα από τη μελέτη για να καταλήξω πως και χωρίς να τα κάνω όλα αυτά, τα χρόνια που μεγάλωσα μου θύμιζαν και μου αποδείκνυαν κατά καιρούς πως το όμογλωσσο που μαζί με το ομόαιμο και το ομόθρησκο ήθελαν κατά Ηρόδοτο να συνέχουνε «και» το γένος μου, χανότανε σε μία κατάσταση multi-culti στο μακεδονικό χωριό μου!
Έτσι, θυμάμαι τη γιαγιά μου τη βλάχα τα πρωινά σαν έρχονταν η γειτόνισσα για καφέ να τη ρωτάει «Τσι φάτσι τσαλ Πέτρου?» κι εκείνη να απαντάει στα βλάχικα επίσης «Γκίνι τσαλ Χίλιου». Από τη γιαγιά μου πάλι στα Γρεβενά έχω επίσης αναμνήσεις διόλου ξεθωριασμένες: Σαν μας έβλεπε να κάνουμε καμιά ζημιά με τον αδερφό μου μας φώναζε «Προυπάσκα μι τα προυπάσκα σας! Σκιώρματα!» κι εμείς γουρλώναμε όλο απορία τα ματάκια μας χωρίς να ξέρουμε τι είναι μήτε τα «προυπάσκα» μήτε τα «σκιώρματα», αλλά δε χρειαζότανε και διδακτορική διατριβή στη διαλεκτολογία για να αντιληφθείς από τα εξωγλωσσικά και παραγλωσσικά στοιχεία πως έπρεπε απλά να το βάλουμε στα πόδια και να διακτινιστούμε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα για να μην ακούγεται εκείνο το ισοπεδωτικό «Τσιφτιλίθκα!». Η ανεξίτηλή μου μνήμη θέλει να θυμάται ακόμα μία θεια του μπαμπά, θρακιώτισσα αυτή τη φορά, στην οποία όποτε πήγαινα, την έβλεπα να φοράει  πάντα «ντ’ μπρουστουμούνα τς» γιατί έκανε «δ’λειές»! Τέλος, η θεία Στάσα, μία άλλη θεια, γνήσια Σμυρνιά, και σαν  μετενσάρκωση της Λωξάντρας, αφού ο κατεξοχήν αγαπημένος της χώρος ήτανε η κουζίνα, μου έλεγε μόλις με έβλεπε στην αυλή: «Στέκα! να ΣΕ φτιάξω λουκουμάδες! Γιά πασπάτες? Τι θες?»
Επιστρέφοντας στο παρόν, που είναι  ο αντίποδας της μνήμης, δλδ η ζήση, έχω να καταθέσω ότι ο γλυκύτατος και κατά τα άλλα ήρεμος μπαμπάς μου μόλις προχθές ήτανε που, αφού εγώ, το σπλάχνο του, του έσπασα λίγο τα νεύρα με τη μουρμούρα μου, γύρισε και μου είπε ένα ξεσυγυρισμένο «κι τι τσλιάτναμ!!!», οπότε και έβγαλα απλά το σκασμό ώστε τελικά η συνεργασία μας να υπάρξει εις το εξής αγαστή! Για να μη μιλήσω για μένα την ίδια που αν με ακούσει κανείς γνωστός μου πώς μιλάω όταν υπάγω στο χωριό μου ή όταν μιλάω στη φίλη μου τη μουρ-Λέγκω θα πει πως μάλλον δεν με ξέρει γιατί δεν θα με αναγνωρίζει γλωσσικά!
Συμπερασματικά και αδιαμφισβήτητα, γενικά και ειδικά μπορούμε να πούμε ότι εγώ είμαι και ήμουνα ένα παιδί που από μικρό γύριζα από θεια σε γιαγιά και τούμπαλιν, όπως μπορεί εύστοχα να καταλάβει κανείς, κι αυτό μπορεί να σημαίνει πως α. είμαι γέννημα-θρέμμα παιδί του χωριού, β. αγαπάω τις γιαγιάδες γιατί λατρεύω τη σοφία τους και γ.  υποκλίνομαι στον αυθορμητισμό και τον παλμό της γλώσσας τους!
Αυτό δεν ήτανε καθόλου αδιάφορο ως προς τις μετέπειτα επιλογές μου. Καθορίστηκε ο χαρακτήρας μου, τα ενδιαφέροντά μου και φυσικά οι σπουδές μου! Δεν ξέρω τι θα επέλεγα εάν είχα γεννηθεί απλά σε ένα χωριό της Κρήτης ή έξω από την Άμφισσα ή έστω σε ένα νησί του Ιονίου. Ξέρω πολύ καλά όμως πως και το χρόνο να γύριζα πίσω το μόνο που θα άλλαζα θα ήτανε να αφουγκραστώ πολύ καλύτερα όλες αυτές τις βαλκανικές διαλέκτους για να μάθω να τις μιλάω όχι μονάχα παθητικά, αλλά και ενεργητικά. Και τότε θα γινόμουνα πιο δραστήρια και δραστική στις σπουδές μου και ίσως πιο μάχιμη.
Κι αν μέχρι στιγμής έχω πάει σε μερικές δεκάδες χωριά αναζητώντας με το κασετοφωνάκι και καταγράφοντας παππούδες στα καφενεία, σε πλατανοσκέπαστες πλατείες ή γιαγιάδες γύρω από το τζάκι, τον κήπο τους ή το μαντρί, κι αν μέχρι στιγμής έχω απομαγνητοφωνήσει άλλο τόσο υλικό μέσα σε εργαστήρια ανάλυσης γλώσσας και διαλέκτων ακούγοντας ιστορίες πονεμένες κάποιας άλλης εποχής ανθρώπων που μίλησαν στη γλώσσα της ψυχής τους, σήμερα νιώθω πως ήτανε το ελάχιστο που θα μπορούσα να  προσφέρω σε αυτόν τον κλάδο της επιστήμης μου που λέγεται διαλεκτολογία.
Γιατί ναι, με πονούσε σαν άκουγα έναν ανείπωτο ρατσισμό για «εμάς» εδώ ψηλά τους μεθόριους που δεν μιλάμε μόνο ελληνικά. Γιατί ναι, με έτσουζε σαν περιγελούσανε τα ξαδέρφια μου από τα Γρεβενά που όταν έρχονταν τα καλοκαίρια στο άλλο μου το χωριό δε λέγανε «τρόμαξα», αλλά πολύ αυθόρμητα φωνάζανε «σκιάχτκα», κι ούτε κατάλαβα ποτέ γιατί ο βλάχος είναι περισσότερο άξεστος από έναν Αθηναίο που δεν έχει τρόπους και φωνάζει μυγιάγγιχτος και όντας στριμωγμένος σαν την παστή σαρδέλα μέσα στο τρόλεϊ. Και δεν κατάλαβα επίσης για ποιον λόγο θα έπρεπε ένας λαός εδώ πάνω με διόλου μικρότερο φρόνημα ελληνικό από έναν Πελοποννήσιο, μα ίσα-ίσα πιο ενισχυμένο, να ορκίζεται  μαζικά με άλλους ότι θα ξεχάσει εν μία νυκτί  τη γλώσσα της καρδιάς του, των τραγουδιών και των εθίμων του, τη γλώσσα των παππούδων του και της ιστορίας του για να αποδείξει ότι είναι πιο Έλληνας. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί μαίνονται ακόμα λάβρες συζητήσεις για τέτοια «λεπτά αλλά αυτονόητα θέματα» και γιατί η ανόητη προπαγάνδα των βορείων γειτόνων μας παντρεύτηκε με την πιο ανόητη ημιμάθεια τη δική μας και γέννησε  ρατσιστικές απόψεις περί θεμάτων για τα οποία δεν ακούσαμε κάποιοι ποτέ, δε ρωτήσαμε κανέναν να μάθουμε τίποτα, δε διαβάσαμε πουθενά για όλα αυτά και κυρίως δεν θελήσαμε να ασχοληθούμε καθόλου!
Όλα αυτά τα «ποτέ δεν κατάλαβα...» παρέα με το «τίποτε», το «πουθενά» και το «καθόλου» αποτέλεσαν μια πολύ καλή αιτία και αφορμή να καθίσω να διαβάσω, να μαζέψω υλικό και να το μελετήσω. Και το σπουδαιότερο να σπουδάσω ενδελεχώς και συστηματικώς για να «μάθω» να αντιμετωπίζω, να υποστηρίζω και να μελετώ αυτήν την πανσπερμία των γλωσσών και των διαλέκτων, αυτό το μωσαϊκό των ιδιωμάτων, να βάλω ένα μικρό λιθαράκι στην αποθησαύρισή τους και να γυμνάζομαι να απαντώ σε κάθε ημιμαθή που δεν θέλει να καταλάβει σε τι χρησιμεύουν όλα αυτά.
 Και λέω να «μάθω» και όχι μάθω, γιατί είναι υπό συζήτηση το τι μαθαίνει κανείς, πώς το μαθαίνει, γιατί το μαθαίνει και πώς το υποστηρίζει ή το χρησιμοποιεί! Γιατί η μάθηση κρύβει παγίδες στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων μιας διαλέκτου να αναγνωριστεί ανάμεσα σε άλλες λιγότερο ή περισσότερο αναγνωρισμένες, να συναγωνιστεί μια Κοινή με κύρος, έστω ενίοτε δήθεν και εικονική, να επιβιώσει υπό τον ιμπεριαλισμό κοινωνιολέκτων που εισβάλουν στα σαλόνια μέσω της τηλεόρασης και να διεκδικήσει μερίδιο στον πλούτο της εθνικής μας γλώσσας. Και γιατί το να «μάθω» συνεπάγεται ότι αναγνωρίζω το λόγο για τον οποίο κάτι δε λέγεται όπως στην Κοινή, αλλά λέγεται έτσι ώστε να υπηρετεί κάποιον σκοπό.
Κι όμως, πολλοί ήτανε αυτοί που σαν άκουγαν τι έκανα έσπευδαν να μου μιλήσουνε για τις «λέξεις» τις διαφορετικές που έχουνε στο χωριό τους. Κι όμως πιο πολλοί είναι εκείνοι που καταλαβαίνουνε αυτήν τη στιγμή τι σημαίνει να έχεις πολλές και διαφορετικές γλωσσικές καταγωγές. Κι όμως, ακόμα περισσότεροι είναι εκείνοι των οποίων ο κόσμος τους γλωσσοποιήθηκε σε ένα περιβάλλον ιδιωματικό με μία γιαγιά ή έναν παππού που δεν έβγαλε άλλο πανεπιστήμιο πέρα από εκείνο της ζωής, όπως έλεγε ο αείμνηστος Δάσκαλος, κι ωστόσο δεν έμειναν καθόλου πίσω σε σχέση με όσα διδάχτηκαν στο σχολειό, αλλά ίσα-ίσα πλούτισαν τις εμπειρίες τους, έμαθαν πάμπολλα για τις σκέψεις των απλών ανθρώπων, τις έκαναν δικές τους και βρέθηκαν πιο πλούσιοι γλωσσικά -και όχι μόνο!- σε σχέση με αποστειρωμένους υποστηρικτές της μεγαλορρημοσύνης!
Κι όμως, κι εσύ που διαβάζεις τώρα θυμάσαι κάτι από τους παππούδες σου σε κάποιο χωριό χαμένο στο χάρτη. Κι όμως, αναρωτιέμαι γιατί πολλοί ακόμα δεν ένιωσαν ή δε διάβασαν σπουδαίους λογοτέχνες σαν τον Μυτιληνιό -κατά τα άλλα-  Στρατή Μυριβήλη που περιέγραψε τόσο ζωντανά και παραστατικά σε ένα αντιπολεμικό έργο αυτήν τη γνήσια εμπειρία, κι εμείς «σκοτωνόμαστε» δήθεν για να λάμψει η αλήθεια:
 

“Είναι μια βδομάδα τώρα που η ζωή μου κυλά σαν μια κορδέλα νερό ανάμεσα στη χλόη. Νιώθω μέρα με τη μέρα πιο δυνατή τη σώψυχη ανάγκη να συναγρικηθώ με την πρωτόγονη ψυχή των ανθρώπων που με φιλοξενούν. Αυτό μ’ έκανε από την πρώτη κιόλας μέρα να βαλθώ πεισμωμένα να μπω μέσα στο νόημα του γλωσσικού ιδιώματος.
Έκανα ένα γλωσσάριο που το πλουτίζω, το συμπληρώνω μέρα με τη μέρα. Μιλάνε μια γλώσσα που ‘ναι παρακλάδι σλαβικό, με πολλά τούρκικα και ρωμαίικα στοιχεία. Η αντρίκεια της φτογγολογία μού δίνει ένα τονωτικό συναίσθημα. Τα φωνήεντα είναι σπάνια. Η μαλακιά θηλυκάδα τους πνίγεται σ’ ένα κατρακύλισμα από φωνές αδρές και σκληρές.  Σαν μιλάς ακούς να δρομίζουν τον κατήφορο βότσαλα και χαλίκια στρογγυλεμένα στ’ ορμητικό ρέμα του Δραγόρα. Μερικές λέξεις έχουν την παρθένα παραστατικότητα των πρωτογέννητων γλωσσών, που δεν ήταν παρά ηχητική μίμηση των κρότων και των θορύβων της ζωντανής ζωής. Για να πούνε πως το πουλί «πέταξε», λένε «π’ρρλιτς». Σε καμιά γλώσσα δεν άκουσα τόσο αληθινό το πέταγμα ενός πουλιού.
Στην σπουδή μου τούτη προχώρεσα κιόλας τόσο όσο χρειάζεται για να τους κάμω να ξεκαρδίζονται στα γέλια σε κάθε φράση που ιδρώνω  να συνταιριάξω. Φαίνεται πως τις πιο πολλές φορές ξεφουρνίζω πολύ αστείες γλωσσικές γκάφες που οι μεγάλοι τις σχολιάζουν με δυνατά χάχανα, ώσπου δακρύζουν από τα γέλια, ενώ τα κορίτσια κοκκινίζουν και δαγκάνουνται. Όμως το σπουδαίο είναι που σχεδόν πάντα στο τέλος τα καταφέρνω να μαντέψουν τις απλές ιδέες που πολεμώ να τους εκφράσω. Αυτό βέβαια δείχνει περισσότερο την εξυπνάδα τους και την καπατσοσύνη πόχουν να διαιστάνουνται. Φαντάσου όμως το πανηγύρι που γίνεται μ’ αυτό το μπέρδεμα, αφού το δικό μας το «όχι» το προφέρουν «ναι»!”
Στρ. Μυριβήλης, Η Ζωή εν Τάφω, 1924

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

«Έτσι»...

Ως Πρόλογο έχω να θυμάμαι:

Γυμναστική ή Γραμματική? Ιδού η απορία! Μ’ αυτό το δίλημμα μεγάλωνα από τα 7 μου! Λες και ήξερα τι ενδιαφέροντα έχει η ζωή για να τα αποκτήσω! Λες και γνώριζα ποιες ήτανε οι δυνατότητες και ποιες οι ικανότητές μου για να τις καλλιεργήσω! Κι όμως...Πορεύτηκα μ’ αυτό το δίλημμα δέκα ολόκληρα χρόνια: από τα 7 έως τα 17 μου. Σχοινοβατούσα ανάμεσα σε δυο μεγάλες μου αγάπες και αισθανόμουνα πως βρισκόμουνα σε έναν μπρεχτικό κύκλο από κιμωλία σαν να περίμενα ποια απ’ τις δυο θα με τραβήξει! Τελικά η επιλογή ξεχείλισε (και) από λογική: η γυμναστική γίνεται χόμπι, η γλωσσολογία δύσκολα, αν θες να μη λέγεσαι ερασιτέχνης γλωσσολόγος! Άλλωστε η γλωσσολογία σέρνει από πίσω της συμπαρομαρτούσες ασχολίες, όπως το πολύ διάβασμα, το ψάξιμο, το ξεσκόνισμα σε αραχνιασμενα λεξικά, την μπόλικη φιλολογία, τη διδασκαλία, την έρευνα, το κουβεντολόι με ανθρώπους του χωριού ή των γραμμάτων και πολλά άλλα δελεαστικά πεδία!
Κάπως έτσι κύλησαν οι σπουδές μου, κάπως έτσι κύλησαν και οι δουλειές μου. Εκεί, ανάμεσα σε ανθρώπους του πνεύματος και της γνώσης, ακαδημαϊκούς και σχολαστικούς, άλλοτε μεγαλόψυχους και άλλοτε με σοβαρή έλλειψη συναισθηματικής νοημοσύνης, όφειλα να βρω τρόπους σε κάθε περίπτωση να συνεννοηθώ, να συνεργαστώ, αλλά και να συγκρουστώ. Διότι και οι συγκρούσεις θέλουν τρόπο!

Το (Κύριο) Θέμα είναι ότι...

... σήμερα, δηλώνω περισσότερο εκ-παιδεύτρια. Εκ του «παιδεύω» ή «παιδεύομαι» (?), είπαμε, δεν έχω καταλάβει. Αυτό όμως δεν αναιρεί το ότι αγαπώ πάρα πολύ τη δουλειά μου. Θαρρώ πως δε χρειάζεται να το βροντοφωνάξω. Μάλλον φωνάζει από μόνο του! Το ότι επέλεξα το επάγγελμα που κάνω ήτανε μία πολύ συνειδητή επιλογή τελικά από μικρή! Ναι, ήμουνα πολύ μικρή για να ξέρω τι μου ταιριάζει. Θεωρούσα όμως πως ήμουνα και πολύ μεγάλη για να ξέρω τι θέλω. Η ζωή ευτυχώς ή δυστυχώς μου χαρίστηκε απλόχερα από τα 18 μου με αυτή τη δουλειά τη μερικώς στρωμένη που κληρονόμησα ευχάριστα, αλλά που την εξέλιξα ακόμη πιο ευχάριστα για να τη φτάσω ως εδώ.
Συνεχίζω να την εξελίσσω. Και συνεχίζω να την καλλιεργώ. Και συνεχίζω να σέβομαι κάτι από το οποίο τρώω ψωμί –ενίοτε και παντεσπάνι-  και ναι, τολμώ να πω, τη χαίρομαι! Κι αν κάποτε στεναχωριόμουνα, επειδή την ώρα που εγώ ξεκινούσα δουλειά παίρνοντας το δισάκι μου στον ώμο, όλοι οι άλλοι επιστρέφανε στα σπίτια τους για τη μεσημεριανή τους σιέστα, σήμερα το ‘χω ξεπεράσει και έχω πάρει κοντά σε άλλες και το ίδιον της φύσης της δουλειάς μου απόφαση! Άλλωστε τα χειρότερα που υπάρχουν σε κάνουν να σέβεσαι ως καλύτερα αυτά που έχεις.

Βαδίζοντας στον Επίλογο μιας μέρας λοιπόν...
 
... θεωρώ ότι για μένα δεν ξεκινάει η δουλειά, αλλά η παρέα. Κάθε μεσημέρι έρχονται οι συντροφιές μου κάπου εκεί στις 14.30. Οι φατσούλες αλλάζουνε εκ περιτροπής μέχρι να πάει 22.30 και να καταλάβω πως πέρασε άλλη μια μέρα που μου μάθανε. Πέρασε άλλη μια μέρα που δε με αφήσανε έξω από τον κόσμο τους, τις αγωνίες και τα θέλω τους. Που με επιλέξανε για να συμπληρώσουμε μαζί τα κενά τους και κοντά στα δικά τους να συμπληρώσω κι εγώ τα δικά μου κενά. Που μου μάθανε πως η δουλειά θέλει παρέα, θέλει υπομονή, θέλει επιμονή και άσκηση και πως ο ίδιος ο «πελάτης» είναι ταυτόχρονα ο εργοδότης σου, ακόμα και στην περίπτωση που δεν έχεις κανένα αφεντικό πάνω από το κεφάλι σου. Που μου μάθανε πως η δουλειά μου είναι συνάμα η διαφήμιση ή η δυσφήμισή μου.
Κάπως «έτσι» περνάω μια καθημερινή μου στη δουλειά μέρα. Βάζοντας μια κούπα τσάι και κουτσομπολεύοντας τον Αριστοτέλη που αναίρεσε ή εξέλιξε τον Πλάτωνα, αλλά παράλληλα πελαγοδρομώντας ανάμεσα σε ψιλές, δασείες και περισπωμένες, γενικές κτητικές ή αντικειμενικές, σε έτυμα και ανέτοιμα μυαλά που προσπαθούν να κατανοήσουν τι ήθελε να πει ο ποιητής που ανάθεμα κι αν ο ίδιος του ήξερε! Παλεύουμε αντάμα να ξεκλειδώσουμε φωνηέντα κείμενα του Ισοκράτη και του Αντιφώντα, σφραγισμένα με το λουκέτο της αρχαίας αττικής διαλέκτου, που όμως σαν ανοίξει, οι αρχαίοι ρήτορες φαντάζουνε Μεγάλοι Αδερφοί που περιγράφουν την σημερινή και στάσιμη εδώ και 2500 χρόνια ελληνική πραγματικότητα! Στοιχηματίζουμε στις ιδέες και τις αξίες που εξομολογείται η μετάφρασή μας, η άλλοτε ελεύθερη και άλλοτε πιστή, αλλά ενίοτε και άπιστη στη γλώσσα του τότε, που κάποτε σου ψιθυρίζει με έναν θαυμάσιο τρόπο και κάποτε τσιρίζει - εξαρτάται από τη διάθεσή σου να την ακούσεις. Στοχεύουμε να συνταχθούμε με τα υποκείμενα, αλλά και να υψώσουμε κεφάλι στις προστακτικές εξασφαλίζοντας μετοχές στην αρχαία αγορά του Σωκράτη. Τολμούμε να υπερβούμε τις αυτοπάθειες ή τις αντιπάθειες που μας προκαλούν οι υπογεγραμμένες και να βρούμε τα κατηγορούμενα για να τα αθωώσουμε.
Κάπως «έτσι» τσουλάνε οι μέρες: συζητώντας παράλληλα για τα κακώς κείμενα της πλανεύτρας τηλεόρασης και της ψεύτρας διαφήμισης, για την προπαγάνδα και τον λαϊκισμό των πολιτικών και τον κομφορμισμό των πολιτών, με στόχο να φτιάξουμε καλώς κείμενα με συνοχή και αντοχή στο χρόνο που έχουνε επιλόγους γεμάτους ελπίδα στη ζωή. Κάπως «έτσι» τσουλάει μια μέρα μαθαίνοντας για τη ζωή του Οβίδιου του ποιητή που εξορίστηκε στη γη του Πόντου..κάπως έτσι...
Κι αυτό το «έτσι» έχει επεξηγήσεις. Άλλες φορές είναι με κέφι, με γέλια, με χαχανητά και με πειράγματα. Το «έτσι» αυτό έχει όρεξη για δουλειά, έχει πολλή συζήτηση, έχει κανόνες που καλλιεργούν τη δημοκρατία, την ελευθερία και την ανταλλαγή απόψεων. Έχει πολλά ζευγάρια μάτια στραμμένα επάνω στα δικά μου. Έχει αφτιά τεντωμένα σαν το σκοινί του ακροβάτη που θέλει προσοχή και τόλμη. Τόλμη να απορείς, να ρωτάς και να διεκδικείς απάντηση από εκείνον που σου «πουλάει» πνεύμα και γνώση. Αυτό το «έτσι» είναι ένα δίκοπο μαχαίρι, που οξύνει μυαλά, αλλά και στριφογυρίζει μέσα στην βαθιά πληγή μου.
Γιατί  αυτό το «έτσι» έχει και κούραση, δική μου και δική τους. Έχει μια επανάληψη - μητέρα της ορφανής μας μάθησης, που συνεπάγεται όμως μάλλιασμα της γλώσσας (μου) και κούραση στο χέρι (τους). Αυτό το «έτσι» έχει νεύρα, ίσως και κλάματα, έχει άγχη, αγωνίες, ανοησίες και ενίοτε βαριεστημάρα. Η άλλη όψη του νομίσματος που λέγεται «έτσι» περιέχει φωνές και τόνους υψηλούς. Καμιά φορά αυτό το «έτσι» όμως μένει και άφωνο, γιατί δε σέβομαι τις φωνητικές μου χορδές που βραχνιάζουν και απεργούν, αλλά τις καταχρώμαι. Αυτό το άλλο «έτσι» έχει μάτια κάτω από συνοφρυωμένα μέτωπα πολέμου! Συγκρούσεις και συμπεριφορές που οδηγούν σε ουρλιαχτά. Και τα ουρλιαχτά αυτά βγάζουν και πόδια που παίρνουν σβάρνα όλη τη γειτονιά και φεύγουν παρακάτω. Και ναι, τότε με ακούει όλο το οικοδομικό τετράγωνο και το Δημαρχείο μαζί (τρία τετράγωνα πιο πέρα). Και οι φωνές φέρνουν κούραση, εξάντληση και νύστα που πολλές φορές με θέλει να πέφτω επάνω στο γραφείο και να με παίρνει ο ύπνος πριν τα παιδιά προλάβουν να κλείσουν την πόρτα πίσω τους λέγοντάς μου «Κυρία, καληνύχτα!». 

«Παιδάκια μου γλυκά, συγνώμη!»

Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Μη μου βγάζεις γλώσσα εμένα....

Σε μία αίθουσα αναμονής της Παιδείας συναντιούνται δύο...
-Αχ! Εσάς κάπου σας ξέρω! Είστε η...
-Γλώσσα!
-Γλώσσα? Όπως λένε Βακαλάος, Σολομός κλπ
-Όχι. Όπως λένε Αγγλική, Γαλλική κλπ
-Α μάλιστα. Και το Επίθετό σας?
-Ελληνική
-του...
-του Ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού
-και της...
-και της μόνης ανάδελφης, Αρχαίας Ελληνικής
-και πόσο χρονών είσαστε?
-πόσω χρονών είμαι?
-Ακριβώς!
-Σε μια κυρία δε ρωτάνε την ηλικία της αλλά τέλος πάντων
-Με συγχωρείτε κυρία μου. Έχετε δίκιο. Παραφέρθην. Εσείς είσαστε που κατηγορείστε  για εγκατάλειψη συζυγικής στέγης και για συνεργία σε έγκλημα περί αποκοπής του έθνους από τον ομφάλιό του λώρο, την αρχαιότητα και τα τοιαύτα. Εκκρεμεί και μία δικογραφία εις βάρος σας, εδώ και τρεισήμισι  χρόνια, αν δεν κάνω λάθος, που περιέχει πάμπολλα στοιχεία εκ του συζύγου σας, του Αρχαίου Ελληνικού Λόγου καθώς και από κυρίως ομιλητές οι οποίοι εμφορούνται από ευγενές αισθήματα περί ελληνικότητας και πατριδογνωσίας κατηγορώντας σας για άκριτη υιοθέτηση ξενικών τύπων από άλλες γλώσσες, ελεύθερη είσοδο ιδιωματικών στοιχείων στην καθημερινότητα, αποκοπή από την αρχαία ελληνική
-Μμμάλιστα... κι εσείς είστε ο...?
-Εγώ ονομάζομαι Εθνικισμός και είμαι ο κυρίως πολέμιος των στοιχείων που τείνουν να αλλοιώσουν αυτό που ονομάζουμε Έθνος. Υπηρετώ την Παιδεία!
-Μμμάλιστα. Και οι κυρίες που στέκονται δίπλα σας?
-Α με συγχωρείτε. Δε σας σύστησα!  Είναι οι αδελφές μου: η Εμμονή και η Ημιμάθεια.
-Και τι λέγατε για μένα?
-Άκουσα ότι οι ομιλητές, οι υποστηριχτές αυτού του τόπου, οι εθνικόφρονες, λέγω, ζητούν την καταδίκη σας σε ισόβια κάθειρξη προκειμένου να μην επιτραπεί άλλο η σπίλωση από τους νέους ομιλητές της αμιγής ελληνικότητας αυτού του ιστορικού έθνους
-Μμμάλιστα. Και τι είναι αυτό που τους ενοχλεί?
-Μα δεν καταλάβατε?
-Niente!
-Αααα...Ωραία λοιπόν, να σας εφιστήσω την προσοχή ξαναεπαναλαμβάνοντας: Γνωρίζετε πάρα πολύ καλά, όπως φαντάζομαι, ότι από ανέκαθεν οι Έλληνες ήταν ένας λαός φιλομαθής.
-Το γνωρίζω αλλά εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω πώς αυτό συνδέεται με μένα
-Μα σας εξηγώ τη μοναδικότητα αυτού του λαού, ο οποίος αυτός κάθε αυτός είχε ένα μοναδικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους υπόλοιπους λαούς του κόσμου. Ήταν πάντα ο πιο καλύτερος. Έχει παράγει τόσα προϊόντα πολιτισμού! Πρόκειται για την πιο άριστη γλώσσα όλων παγκοσμίως, την  «επικεφαλή των επικεφαλών». Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν αποθανατίσει όλους τους θησαυρούς αυτής της γλώσσας με τόσους κόπους! Επιστρατεύτηκαν οι καλύτεροι μέθοδοι  όλων των εποχών για να μείνετε εσείς στην ιστορία αλλά δυστυχώς οι κόποι τους δεν ανταμοίφθησαν. Τζάμπα όλα τους τα μεγαλεπίβολα σχέδια. Υιοθετείτε άκριτα στοιχεία αφειδώς!
-Με συγχωρείτε κύριε Εθνικισμέ. Αλλά έχω την αίσθηση ότι υπερβάλλετε λιγάκι.
-Υπερβάλω? Ποιος εγώ? Θεωρείται δλδ πως είμαι υπέρ του δέοντος υποστηριχτής σας? Αντί να είστε υπερήφανη που ακόμα υπάρχει κόσμος πολύς τόσα χρόνια μετά Χριστού που εξακολουθεί και πιστεύει στην αρχαιοελληνική σας αίγλη, έχετε ένα ύφος αθώας περιστεράς, εμφανίζεσθε χαλαρή, με ένα σορό άχρηστες εκφράσεις που δεν προσφέρουν απολύτως τίποτε στην υπεράσπισή σας. Μη τα βλέπετε όλα τόσο επιφανειακά κυρία μου. Ως αναφορά τώρα τη χρήση σας, παρατηρείται εδώ και τόσα πολλά χρόνια ότι προσέχετε μοναχά την επιφάνεια και ποτέ το βάθος. Μην τα παίρνετε όλα εξ απαλών ονύχων τέλος πάντων! Εδώ σας λέμε ότι πρόκειται να συμμετέχετε στην μεγαλύτερη καταδίκη που έγινε ποτέ περί γλώσσας.
-Κοιτάξτε να δείτε... ή μάλλον κοίτα να δεις, να κόψουμε τον πληθυντικό για να μιλήσουμε πιο ελεύθερα.
-Όπως θέλετε... ή μάλλον... όπως θες
-Πρέπει να μάθεις να με χρησιμοποιείς αυθόρμητα αλλά όχι αυθαίρετα, κατάλαβες?
-Ε? Προσπαθώ! Συνέχισε!
-Κι εγώ έχω απαυδήσει τόσο πολλά χρόνια να με κακομεταχειρίζονται αλλά δεν κάνω κι έτσι. Ότι είσαι υποστηριχτής της αρχαιότητας υπέρ το δέον είναι πασιφανές! Κάνε κάτι αλλά με σωστό τρόπο.
-Δηλαδή?
-Δηλαδή εδώ εγώ που είμαι η Γλώσσα αυτοπροσώπως και δεν είμαι υστερική, αν και ιστορική ως γλώσσα! Μη θεωρείς κι εσύ, όπως οι άλλοι, ότι όλος ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από την Ελλάδα και την ελληνική αρχαιότητα και όχι γύρω από τον ήλιο!
Αστυνόμευση στη γλώσσα  δεν μπορούμε να θέσουμε. Να κάνουν λάθη στη γλώσσα ομιλητές μόλις ενός μηνός ή ενός χρόνου να το καταλάβω. Να κάνουν όμως και αυτοί που εξ απαλών ονύχων ακούν, μαθαίνουν και ΥΠΟΤΙΘΕΤΑΙ σπουδάζουν τα ελληνικά, δλδ  από τα γεννοφάσκια τους, κι έχουν γίνει τώρα ολοκληρωμένοι άνθρωποι, με πτυχία, νομίζω πως αυτό δε με αφορά. Ας πρόσεχαν οι δάσκαλοι να με διδάξουν σωστά. Προσωπικά δεν απολογούμαι. Την πατριδογνωσία την εξασφαλίζεις ΚΑΙ μέσα από τη γλώσσα, εφόσον κάποιος σου τη διδάξει όπως μιλιέται. Κι αν ένα λάθος πάνω μου, από κάποιον, κάπου, κάποτε, υιοθετηθεί από όλους σας και για μεγάλο χρονικό διάστημα, πρέπει να το αποδεχτείτε ως ένα επόμενο στάδιό μου. Διαφορετικά, θα μιλούσαμε 2000 χρόνια μετά Χριστόν, όπως μιλούσανε προ Χριστού. Σκέψου!
Όσον αφορά τώρα τη χρήση που λες, μάθε πως αυτή κατακτιέται. Δεν επιβάλλεται! Η σχέση του ομιλητή με τη γλώσσα είναι αυτόματη και καλλιεργήσιμη!
-Μεταξύ εμού κι εσού εννοείς?
-Μάλιστα μεταξύ εμού και σου
-Δεν μπορείς να ταράξεις τα νερά των υπαρχουσών δομών. Καταλαβαίνεις?
-Πώς?
-Επίτρεψέ μου να έχω καλύτερη άποψη επί του θέματος. Είναι εύκολο να πιω ένα καφεδάκι?
-Πώώώς! Βεβαίως! Ό,τι θέλεις!
-Ωραία τότε! Παράγγειλέ μου έναν καφέ και επίστρεψε αμέσως να σου εξηγήσω ενδελεχώς τι ακριβώς εννοώ! Και μη μου παριστάνεις άλλο τον Δευκαλίωνα μετά την καταστροφή της ανθρωπότητας ότι θα είσαι ο μόνος επιζών!
-Πάλι δε σε καταλαβαίνω. Πετάγομαι ως το καφέ της κυρίας Γενατάς επί της Τσιμισκής και έρχομαι να συνεχίσουμε τη συζήτηση
-Κάν’ το. Και να ‘σαι εδώ το συντομότερο, γιατί θέλω να φύγω μέχρι τις τεσσερισήμισι
-Μάλιστα. Κι ο κύριος Τριανταφυλλίδης δλδ θα υποστήριζε κι εκείνος, αν ζούσε....
-Αν ζούσε απλά θα ήταν κύριος. Τώρα δεν είναι, επειδή πέθανε κατάλαβες?
-Καλά συγγνώμη! Πώς ξεκινήσαμε και πού καταλήξαμε! Εκεί που μας χρωστούσανε, μας πήραν και το βόδι
-Ποιο είν’ το βόδι και ποιος ο οφειλών θες να το συζητήσουμε?
-Εγώ πάντως δεν είμαι. Κι αν το πάρουμε δια της εις άτοπου επαγωγής...
-...ναιαιαι! Γιααα συνέχισε...θα ‘χει γούστο! Σηκώθηκαν και τα ρηχά πιάτα να ζητήσουν σούπα!
-Μα! Δε σου επιτρέπω!
-Τι δε μου επιτρέπεις βρε γελοίε! Βρε δήθεν, βρε ανίδεε, που από την ώρα που άνοιξες το στόμα σου ως δήθεν υπερασπιστής μου με έχεις κατακρεουργήσει κι εμένα και την αδερφή μου τη Γραμματική ολόκληρες και το Συντακτικό μαζί. Σας κάνουν πλύση εγκεφάλου περί πατριωτισμού και σας ποτίζουν στο αίμα φανατισμό χωρίς να γνωρίζετε ότι η φιλοπατρία σας δεν αποδεικνύεται με απαρχαιωμένες αίγλες λαμπρών παρελθόντων. Η Παιδεία σού λείπει κύριε, για να διασφαλίσεις τα εθνικά σου κεκτημένα και όχι η προσκόλληση, τα κολλήματα και τα κωλύματα σε σκουριασμένες ιδέες.... που τις αναπαράγεις με λάθος τρόπο, επειδή σου πήρε τα μυαλά η Ημιμάθεια και όχι η εκ  βαθέων γνώση!
        Η γνωριμία κατέληξε εν τέλει σε καβγά υψίστης σημασίας. Η Παιδεία αργούσε πολύ να ‘ρθει. Ο Εθνικισμός πήρε τις αδερφές του, την Εμμονή και την Ημιμάθεια και φεύγοντας δε χαιρέτησαν τη Γλώσσα, ούτε της πρόσφερε καφέ εννοείται από το καφεδενάκι της κυρίας Γενατά επί της Τσιμισκή, αποχαιρέτησαν όμως την Παιδεία. Ήξεραν πως δε θα ‘ρθει ποτέ. Δεν έτρεφαν αυταπάτες. Άλλωστε στον ίδιο χώρο Παιδεία και Ημιμάθεια δε χωρούν. Η Γλώσσα πάλι έμεινε πίσω, σκεπτική, εκνευρισμένη απ’ τις απαρχαιωμένες αντιλήψεις που την περικύκλωσαν και αποθαρρυμένη από την Ημιμάθεια η οποία είχε κατακλύσει τα μυαλά των δήθεν πατριωτών.  Ήλπιζε στην έλευση κάποια στιγμή της Παιδείας. Όταν εκείνη θα ερχότανε, θα μάθαινε στον κόσμο ότι «αγαπώ το έθνος μου» δε σημαίνει ετεροχρονισμένη και με κουτσουρεμένο τρόπο γλώσσα, προσκολλημένη σε ένδοξα παρελθόντα, ούτε σε γλωσσικό κλίβανο αποστειρωμένη και στερημένη από γλωσσικές επαφές που υπό φυσιολογικές συνθήκες επιτρέπουν συναλλαγές και ανταλλαγές δομών με εκ  βαθέων γνώση του γραμματικού και λεξιλογικού αλλά και σημασιολογικού της συστήματος! Δυστυχώς αυτό μόνη της δεν μπορούσε να το κάνει. Χρειαζόταν αρωγούς, λειτουργούς. Τους δασκάλους....που θα μάθαιναν στα παιδιά να μιλούν σωστά τα ελληνικά και τότε  όλα τα άλλα θα έπονταν αβίαστα! Αλλά πού καιρός για τέτοιες πολυτέλειες!
Για Λακεδαιμονίους θα μιλούμε τώρα?

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2010

Υστερική γλωσσολογία


Cogito ergo sum. Σκέφτομαι άρα υπάρχω, υπάρχω άρα μιλάω, αρθρώνω άρα σκέφτομαι, γιατί η γλώσσα είναι σκέψη και η σκέψη αποτυπώνεται στη γλώσσα. Ο άνθρωπος υπάρχει μέσα από το λόγο, τη λογική, τη σκέψη, την εκπεφρασμένη σκέψη, άρα τον έναρθρο λόγο, τη γλώσσα… Γλώσσα – Άνθρωπος! Τι σχέση; Απόλυτη! Άνθρωποι, τύποι και τύποι ανθρώπου, συνδυασμοί στις σχέσεις τους, διαφορετικοί και πάμπολλοι!
        Άνθρωποι ουσιαστικοί και αν-ούσιοι, περι-ούσιοι και επιθετικοί, προσδιοριστικοί και απροσδιόριστοι, με προθέσεις ή άνευ, σε ρόλο υποκειμένου ή ενός απλού αντικειμένου, άμεσου ή έμμεσου. Σύμφωνοι και ασύμφωνοι, φωνήεντες ή άφωνοι, παράφωνοι, άηχοι , ηχηροί. Άνθρωποι που ζουν με συμπλέγματα ή χωρίς complex, αντιθετικοί μεταξύ τους, συζυγικοί ή ανώμαλοι, με κλίσεις ή άκλιτοι προς καμία κατεύθυνση, με μεταπτώσεις και  πτώσεις, ελεύθερες ή ελεγχόμενες! Άνθρωποι από γένος μεγάλο και τρανό, που έχουνε θέμα, αρσενικοί, θηλυκοί άλλοτε θρυλικοί ή ουδέτεροι, συντάσσονται ή υποτάσσονται, παραγωγικοί ή άπρακτοι, σύνθετοι, αληθείς, έτυμοι ή ανέντιμοι και άτιμοι, μέτοχοι και συμμέτοχοι, αμέτοχοι, με διάθεση ή αδιάθετοι, εντός ή εκτός χρόνου, με καθαρό πρόσωπο ή προσωπείο, με ταυτοπροσωπία στις μεταξύ τους ενέργειες ή ετεροπροσωπία στην ασυνεννοησία και την ανοησία (ευτυχώς!), με σκόπιμες ενέργειες  ή άσκοπες, αποτελεσματικές ή και χωρίς αποτέλεσμα. Ενέργειες τελικές ή ατελείς, από ανθρώπους ειδικούς ή ανειδίκευτους που κάνουν πράξεις ευθείες ή πλάγιες και είναι γεμάτοι ενδοιασμούς, που είναι ενδεείς, ενίοτε αδαείς. Δεν τους πειράζει…
        Άνθρωποι! Υπάρχουν άνθρωποι αναφορικοί στις ζωές των άλλων, με περιεχόμενο ή είναι κενοί περιεχομένου, με ποιότητα σε σχέση με τους άλλους ή σε σχέση με το μηδέν. Το απόλυτο μηδέν!  Άνθρωποι με δομή, με υποδομή ή σκέτο με οικοδομή, είναι κι αυτό κάτι ή είναι το παν (σήμερα). Άνθρωποι απλοί ή σύνθετοι, επαυξημένοι ή ελλειπτικοί που προσδιορίζουν αυτόν που έχουν δίπλα τους ή προσδιορίζονται από αυτόν. Άνθρωποι κατηγορηματικοί και αμετάκλητοι, άνθρωποι που δίνουν εξηγήσεις και δεν παίρνουν ποτέ αλλά «τα παίρνουν». Άνθρωποι που μονίμως εξηγούν, παρεξηγούν ή παρεξηγούνται ή και παρα-εξηγούνται, φλύαροι ή άρρητοι, άλαλοι, άφωνοι, άηχοι άνθρωποι.
         Άνθρωποι υποκοριστικοί, ανθρωπάκια, αλλά και ψηλοί, ευθυτενείς, μακροί και βραχείς, πολλοί άνθρωποι. Υπάρχει άνθρωπος «πολύς» και άνθρωπος «λίγος». Τι κρίμα να είσαι άνθρωπος «λίγος»! Υπάρχουν άνθρωποι οξείς αλλά και βαρείς, γεμάτοι ερωτηματικά, σου προκαλούν απορία ή έχουν απορίες, άνθρωποι με άγνοια, μερική ή ολική. Άνθρωποι σύγχρονοι ή προτερόχρονοι με αντιδράσεις υστερόχρονες, αναχρονικοί, ετεροχρονισμένοι. Άνθρωποι με πνεύμα, που το «πουλάνε» ή όχι, άνθρωποι που προορίζονται μόνο για οινό-πνευμα.
        Άνθρωποι τέλειοι ή ατελείς, ατελείωτοι. Που ανήκουν σε κάποιο κόμμα ή ανυπότακτοι, ασύνδετοι με τα δεδομένα. Άνθρωποι γεμάτοι ερωτηματικά χωρίς ερωτικά πολλά. Άνθρωποι απροβλημάτιστοι. Γεμάτοι θαυμασμό για τους άλλους ή για κάποιους άλλους προκαλούν οι ίδιοι τους θαυμασμό όχι όμως για τον εαυτό τους. Δεν είναι αυτοαναφορικοί, ποτέ! Είναι άνθρωποι σιωπηλοί, σιωπαίνουν, αποσιωπούν γιατί είναι εχέμυθοι και εχέφρονες αλλά υπάρχουνε και άφρονες και παράφρονες. Άνθρωποι που αφομοιώνουν ή αφομοιώνονται από το πλήθος, τη μάζα, τον κόσμο και κάποιοι όμως που  ανομοιώνουν το «είναι» τους για να κάνουν την εξαίρεση του κανόνα. Άνθρωποι με ροπή, τροπή και ντροπή σε κάποια, για κάποια θέματα. Άνθρωποι που αναπτύσσονται ή μένουν υπο-ανάπτυκτοι, που αποβάλλονται ή τους αποβάλλει το σύστημα, απορρίπτονται ή εκθλίβονται, συνθλίβονται, συντρίβονται.
         Και άνθρωποι ανέπαφοι, άφθαρτοι, άφατοι, αναίσθητοι, γλαφυροί, γραφικοί, απλοί ή λιτοί, βαρύγδουποι ή στομφώδεις, φαφλατάδες, ανιαροί, ανίεροι, αναβλητικοί ή υποβλητικοί, που έχουν μάθει να προστάζουν, να εύχονται και να απεύχονται, να επιτρέπουν και να αποτρέπουν, να ανατρέπουν, να υποτάσσουν αλλά οι ίδιοι τους να μην υποτάσσονται ΠΟΤΕ κι ούτε να παρατάσσονται δίπλα σε κανέναν γιατί θεωρούν εαυτούς μοναδικούς και ανεπανάληπτους. Επιτάσσουν όμως στους πάντες τα «θέλω» τους!
         Και φυσικά υπάρχουν και οι «κατηγορούμενοι» από τους άλλους. Κάνουν ένα λάθος στη σύνταξη των όρων, προσδιορίζουν οριστικά κάποιους που δεν έπρεπε, βάζουν λάθος υποκείμενα στις πράξεις τους και λάθος αντικείμενα στα μεταβατικά ρήματα. Προτρέχουν! Κάνουν λάθη εκ παραδρομής και τα πληρώνουν, ενίοτε ακριβά, μια περιουσία μη σας πω! Κατεβαίνει ο βαθμός τους εύκολα. Κι όταν διορθώσουν τα εσφαλμένα δεν παίρνουν έπαινο γιατί ούτως ή αλλέως έτσι έπρεπε να γίνει. Το δεδομένο δεν επευφημείται ποτέ, το λάθος λιθοβολείται! Καταδικάστηκε το «κατηγορούμενο» σε πολλάκις ισόβια κάθειρξη χωρίς κάθαρση!
        Τάχα τα συνδετικά ρήματα ονομάζονται έτσι γιατί συνδέουν «Τον κατηγορούμενο» με το Υπο-κείμενο! Και ποιος είναι αυτός που «κείται ΥΠΟ..» σήμερα; Κανείς! Άρα δε συνδέει. Αποσυνδέει! Μαθητικές ανοησίες άρα! Πώς μπορεί αυτός που υπό-κείται να κάνει μία ενέργεια, να «κατηγορήσει» και πόσο μάλλον να συγχωρήσει έναν «κατηγορούμενο». Λίγοι! Α ναι! Οι λίγοι! Ο αιώνας της ολιγαρχίας! Κρεμόμαστε από τους λίγους, βρισκόμαστε στην ευνοϊκή διάθεση των λίγων που έχουν τη δύναμη να συγχωρέσουν ή των «λίγων» ανθρώπων; Είπαμε υπάρχουν άνθρωποι που είναι «λίγοι»! Τι κρίμα! Στην εποχή του πλούτου και του πλουραλισμού να είσαι «Λίγος»! Πώς μπορείς, Άνθρωπε, να είσαι λίγος μέσα σε τέτοια πληθώρα συναισθημάτων; Αν ήξερες τι χάνεις θα πολλαπλασίαζες τους κόπους σου να γίνεις συγκριτικά τουλάχιστον καλύτερος! Κι εμείς; Εμείς τι κάνουμε με τους «λίγους»; Περιμένουμε υπομονετικά την ανομοίωσή τους από τους υπόλοιπους «λίγους», την τροπή τους και την ανατροπή τους, την αφομοίωσή τους με εμάς. Με εμάς που είμαστε large, που είμαστε in σε υπερθετικό βαθμό.
         Άνθρωποι καταλυτικοί εν τέλει και καταληκτικοί ή ακατάληκτοι και ενίοτε ακατάλληλοι, γενικοί ή ειδικοί, δοτικοί κι ανένδοτοι ή ενδοτικοί, αφαιρετικοί, αφηρημένοι, οργανικοί,  οργανωτικοί ή ανοργάνωτοι! Κυριολεκτικοί ή μεταφορικοί, με παροιμιώδη συμπεριφορά, προληπτικοί, υπερβατικοί και παρεμβατικοί…
Άνθρωποι, άνθρωποι, άνθρωποι… κι όμως αυτοί οι άνθρωποι ονομάζονται άνθρωποι γιατί σκέφτονται και άρα υπάρχουν… και εκείνοι που δεν σκέφτονται; Πώς λέγονται; Απ-άνθρωποι; Θα μπορούσε! Η πρόθεση «από» κατά μία έννοια όταν προτάσσεται δηλώνει αφαίρεση. Τελικά όλα έχουν «έτυμον», όλα εξηγούνται!
 Η ιστορική γλωσσολογία είναι ένα θαύμα της επιστήμης αρκεί να την αφήσεις να πράξει το έργο της σωστά. Θα σου πει πολλά, θα σου εξηγήσει τα ανεξήγητα γιατί οι λέξεις γράφουν τη δική τους Ιστορία ασχέτως αν ο Άνθρωπος (πάλι αυτός!) την μετέτρεψε σε Υστερία!