Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στυλό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στυλό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Ζείδωρα μεθεόρτια για χαίνουσες πληγές!

Κοίταξα από την πόρτα με την άκρη του ματιού μου το φωτισμένο τζάκι με τη φιγούρα του Αϊ-Βασίλη επάνω στο γραφείο. Κλεφτά. Ίσα που φώτιζε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο. Ήξερα πως άλλη μια νύχτα ζωής του μένει. Τη Δευτέρα θα ξανάμπαινε στην κούτα του για να τον ξανακυοφορήσει μαζί με την εκκολαπτόμενη ανεμελιά για άλλους έντεκα μήνες, ώσπου να ξαναγεννηθεί η χαρά μαζί με τον Χριστό. Δοκίμασα στη συνέχεια να μασουλήσω ένα μελομακάρονο από όσα περίσσεψαν. Άκαρπη η προσπάθεια. Στην πρώτη μπουκιά το βρήκα άγευστο. Μετά είπα να ξεφυλλίσω εκείνα τα χριστουγεννιάτικα παραμύθια που κάθε χρόνο τέτοιες μέρες γυροβολάνε από καναπέ σε καναπέ και από πολυθρόνα σε πολυθρόνα -δεν πρόλαβα φέτος να τα ξαναδιαβάσω, ούτε τον θείο Σκρουτζ, ούτε τον Χριστό στο Κάστρο- μα ούτε αυτό μπόρεσα. Οι σελίδες δεν γύριζαν για κάποιον λόγο και οι παραμυθάδες θέλανε επίμονα να ξαναμπούν στα ράφια της βιβλιοθήκης. «Ό,τι πρόλαβες, πρόλαβες» μου σιγοψιθύρισε λίγο αυστηρά ο Παπαδιαμάντης σαν να με μάλωνε που φέτος δεν του έριξα ούτε μισή ματιά... Κι εγώ, τον άκουσα, έσκυψα το κεφάλι μου και φόρεσα το επετειακό μου μελαγχολικό προσωπάκι, όπως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες κι άρχισα να ξεσκονίζω το τραπεζάκι του σαλονιού από τις χρυσόσκονες και τις άχνες του κουραμπιέ.
  Έτσι κλείνει κάθε φορά αυτός ο κύκλος. Με τον ίδιο μελαγχολικό τρόπο: με αναμνήσεις ζώσες, με στομάχια ξεχειλωμένα, με συντροφιές μεγάλες και φλύαρες, που ξαφνικά σωπαίνουν, με πολλά φλιτζάνια καφέ που μετά αδειάζουνε και με  άλλες τόσες κουβέντες φαφλατάδικα ειπωμένες. Με φλουριά που κερδίσαμε, με χαρτιά που χάσαμε, με αγάπες που πεθυμήσαμε, με αγάπες που θάψαμε. Με το χαρτί που κερδίζει την αγάπη. Με την αγάπη που κερδίζει το χαρτί. Αιώνιοι ανταγωνιστές οι δυο τους στα κέρδη! Κερδίζει το ένα πάντα εις βάρος του άλλου. Κι έτσι καταστρατηγείται μέσα σου η πλεονεξία. Μαθαίνεις να χάνεις πάντα σε κάτι. Και χάνεις μαζί τους εγωισμούς, χάνεις και τους θυμούς. Από κάπου μια ανάγκη σε σπρώχνει να πετάξεις τα βάρη της ψυχής σου για να σου δείξει πως ο καινούργιος χρόνος δε σε θέλει μικρόψυχο: «Πέτα! Πέτα! Πέτα! Πέτα ό,τι άχρηστο σε βαραίνει! Να ελαφρύνεις! Και μετά πέτα ψηλά και πιο ψηλά, έτσι ανάλαφρος που είσαι!».
Κάπως έτσι περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά αισθάνθηκα εκείνη την εξομολόγηση που μας έβαζαν οι θεολόγοι στο σχολείο να κάνουμε, για να συνδέσουμε τις γιορτές με το πραγματικό τους νόημα. Εκείνη η εξομολόγηση είναι τελικά στον εαυτό σου, είναι σε έναν φίλο που αγαπάς και που δε βαριέται να σε ακούει, σαν σε βλέπει να τον έχεις ανάγκη. Είναι ο πνευματικός διαλογισμός με τον εαυτό σου για να ξαναθυμηθείς τι έκανες τη χρονιά που πέρασε, τι σου κάνανε και πώς θα το προσπεράσεις, πώς θα το τινάξεις από πάνω σου να μην το κουβαλήσεις στην επόμενη χρονιά.
Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, ξεφυλλίζοντας το περσινό μου πια ημερολόγιο διαπίστωσα πως κάθε του σελίδα ήτανε γραμμένη με άλλο χρώμα. Αλλού διάλεγα ένα συμβατικό μπλε, ίσα που έγραφα όσα έζησα, απλά για να μην περνάει η μέρα απαρατήρητη στον ταξιδιάρη και ξεχασιάρη χρόνο. Αλλού έγραφα με μαύρο μαρκαδόρο-σημειολογική έκφανση μιας μαύρης σκέψης πένθιμης. Κι αλλού, το κόκκινο της φωτιάς ζωγράφιζε το αλλοτινό πάθος, αλλά και τα αλλοτινά πάθη, καταγράφοντας  στιγμές έντονες, αλλά και διαγράφοντας λάθη σοβαρά.  
Τελικά το κόκκινο στυλό είναι το πιο διαστροφικό. Χρησιμεύει για να τονίζει, χρησιμεύει και για να διορθώνει (λάθη). Ή μήπως χειρότερη είναι  η μνήμη που επιμένει να καταγράφει εκείνο που την πλήγωσε και το φυλάει στα άδυτα του μυαλού, σε μια ψυχική άβυσσο απύθμενη, όπως ο σάπιος οισοφάγος του αδηφάγου γέρου χρόνου που έφυγε ανεπιστρεπτί...? Ιδού η απορία! Δεν ξέρω! Το μόνο που ξέρω είναι ότι από φέτος αποφάσισα τις πληγές που μου ανοίγουνε να τις γράφω με μολύβι.... όσο για εκείνες που ανοίγω σε κάποιους... ας σκεφτούν αυτοί οι κάποιοι με τι χρώμα θα τις καταγράφουν!


Καλή Χρονιά-Καλά Μυαλά!