Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καζαντζίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καζαντζίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Βυθίσατε τη χώρα!


Κάποιες περιοχές ορισμένοι τις είχανε μόνο ακουστά και τους φάνταζαν εξωτικά σημεία που έχει ο χάρτης. Μερικές από αυτές τις έχουν πλέον σε card postal αναμνηστικές ή σε φωτογραφίες που τράβηξαν σε εκδρομές, όταν κάποτε αξιώθηκαν να τις επισκεφτούν οι ίδιοι τους και άλλες πια, γίνονται οι φιλόξενες ή αφιλόξενες γαίες που δέχονται απάτριδες στην ουσία μετανάστες, αφού τη χώρα τους φρόντισαν να τη διαλύσουν οι επικεφαλής στα εξ ων συνετέθη κάποτε (ει ποτέ!).  
Η μετανάστευση, εσωτερική ή εξωτερική, ως κοινωνικό φαινόμενο δεν είναι κάτι καινούργιο. Από τον Αφιλόξενο Πόντο που έγινε κατ’ ευφημισμόν και κατευναστικά Εύξεινος, δλδ Φιλόξενος, και τον Τρωικό πόλεμο που τελικά έγινε για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη, ως την Ελλάδα της δεκαετίας του ’60 και του Καζαντζίδη, αλλά και στην άναρχη αστικοποίηση της δεκαετίας του ’70 που δημιούργησε μια υδροκέφαλη πρωτεύουσα με τη συνθηματολογία του τοίχου «Έξω οι Βλάχοι από την Αθήνα», φτάσαμε να μιλάμε σήμερα για κύκλο και επανάληψη της ιστορίας αυτή τη φορά και αντιστρόφως. Οι «Βλάχοι» επιστρέφουν στα χωριά τους, αφού προηγήθηκε λουκέτο στις επιχειρήσεις της πόλης, αφού διώχθηκαν κακήν κακώς από τα εργοστάσια ή τις βιοτεχνίες που κλείνουνε με ταχύτητα του φωτός, αφού τα χρηματιστήρια τους απομύζησαν όλα τα κομποδέματα που είχανε κάποτε φτιάξει με κόπο και ιδρώτα ή αφού δεν αποπλήρωσαν τα δάνεια που αβγάτισαν υπερχρέη και έκοψαν και έραψαν το πάπλωμα πολύ πιο μακρύ από τα ποδάρια τους.
 Έτσι είναι οι «Βλάχοι»! Αποποιούμενοι την προσωπική τους ταυτότητα και την παραδοσιακή τους φλοκάτη, επιθύμησαν το πουπουλένιο πάπλωμα και τις εκδρομές σε παραδοσιακούς ξενώνες κατασκευασμένους από πακέτα Leader, σαν να μην είχαν δει ποτέ στη ζωή τους πέτρα και ξύλο σε αγροικία, ενώ η μπουρζουαζία της ελληνικής πρωτεύουσας πάθαινε αλλεργία στην ιδέα και μόνο ότι η οικονομική ταυτότητα της χώρας της είναι κατά βάση αγροτική και κτηνοτροφική και όχι βιομηχανική. Ωστόσο, από τους αριστοκράτες στους ψευτοαριστοκράτες και από κει στην ξεφτισμένη αριστοκρατία εξακολουθούμε να βλέπουμε την Ελλάδα να διαγράφει αν όχι κυκλική τουλάχιστον σπειροειδή πορεία της ιστορίας, με έντονα τα χαρακτηριστικά του αυτισμού και της απομόνωσης. Ετερόφωτη και κατ’ επανάληψη τηλεκατευθυνόμενη, η χώρα αυτή που γέννησε τη δημοκρατία, σήμερα σαν μια σύγχρονη Μήδεια σκοτώνει τα γεννήματα και τα θρέμματα της, αλλά για να εκδικηθεί ποιον? 
Οι νέοι μετανάστες, λοιπόν, που δεν αντέχουν άλλο να πέφτουν θύματα κακοποίησης μιας σχιζοφρενούς μάνας τολμούν τη μεγάλη Έξοδο, ακόμη κι αν θα ακολουθήσουν απώλειες για τη γενέτειρά τους. Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης δεν υπολογίζει κοινωνικά ιδεώδη και συλλογικούς για την πατρίδα αγώνες. Κι αν κάποτε ο τόπος τούτους γέννησε ήρωες επαναστάτες, ήταν ο ίδιος που εξέθρεψε προδότες και πατριδοκάπηλους. Γέννησε ναι, τον Κολοκοτρώνη, αλλά η ίδια γέννησε και τον Μιαούλη, έφερε ναι, τον Καποδίστρια, αλλά η ίδια εξέθρεψε και τον Μαυρομιχάλη, έφτιαξε και προώθησε απαίδευτους αλλά και εξύμνησε παιδιά overqualified, αλλά αδυνατεί ή αδιαφορεί να τα εκμεταλλευτεί για να χτυπήσει αυτή τη χώρα από την αρχή στο σφυρί και στο αμόνι. Επέτρεψε δήθεν ηγέτες να την κυβερνούν και εξακολουθεί να πιστεύει σε οικογενειοκρατικές ηγεμονίες. Θίγεται δήθεν για την βασιλεία που ρήμαξε τον τόπο, καυχιέται για τη δημοκρατία που κατασκεύασε, αλλά εμμένει σε ένα πολίτευμα οξύμωρο εν τη γενέσει του: την “αιρετή βασιλεία” που θρέφει βασιλείς και αυτοκράτορες με πλήρη δηλ εξουσιοδότηση, «αρχηγούς» απερίσκεπτων κινήσεων στο τιμόνι, «αρχηγούς» με απερισκεψία και ασυνεννοησία έως ανοησία του τύπου «Βυθίσατε το “Χόρα”» στο τραγικότερο ανόητο «Βυθίσατε τη χώρα»... Κατά μάνα κατά κύρη, κατά γιο καραβοκύρη.
Έλληνα εκεί είναι η μοίρα σου, στον βυθό...

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Πριν αλέκτωρ λαλήσει...

«Μη με ξυπνάς απ’ τις έξι....πριν ακόμα ο ήλιος να φέξει, ξυπνητήρι τρελό σε μισώ σε μισώ σε μισώώώ!! Σήκω! Ξύπνα! Σήκω! Ξύπνα! Σήκω! Ξύπνα!....». Αναβολή! Σε δέκα λεπτά επανάληψις: «...Σήκω! Ξύπνα! Σήκω! Ξύπνα!....» Και ο μικρός μαθητάκος, κάτι μεταξύ Σκουντούφλη και Χουζούρη, αφού πατήσει τελικά «απενεργοποίηση» στο ξυπνητήρι του κινητού του, σέρνοντας τα βαριά από το πρωινό ξύπνημα πόδια του, κατευθύνεται προς το μπάνιο να ρίξει νερό στο πρησμένο από τον ύπνο πρόσωπό του. Στη διπλανή κρεβατοκάμαρα, ένα άλλο άσμα, παρεμφερές ως προς το περιεχόμενο της επωδού (συγχωρέστε με για την υβριστική σύγκριση!), σε λαϊκή αυτή τη φορά πενιά προσπαθεί να σηκώσει το μπαμπά από το κρεβάτι με τη φωνή του μεγάλου τροβαδούρου Στέλιου: «Γιατί με ξύπνησες πρωίίίίίίί, μέσα στον ύπνο τον βαθύύύύ..., γιατί την πόρτα μου ξυπνάς, τι θέλεις τώρα τι ζητάς, ω ω ωωω...κλπ κλπ κλπ». Με ακόμη πιο βαριά βήματα ο μπαμπάς, μετά από τρεις περιοδικές αναβολές, κατευθύνεται στο μπάνιο επίσης.
Πάντως, εδώ που τα λέμε, γίνεται με στρουμφάκια, γίνεται με Καζαντζίδη, μια φορά το πρωινό ξύπνημα με τυμπανοκρουσίες ή άνευ είναι λίγο μισητό.
        Όταν η τελευταία σου αίσθηση πριν πέσεις για ύπνο είναι η λαχτάρα του μαλακού σου κρεβατιού και του πουπουλένιου σου μαξιλαριού, η απόλαυση της καθαρότητας του προσώπου σου μετά την κρέμα ματιών, χεριών και νυκτός, η φρεσκάδα που αναδύει  η μαλακιά σου φρεσκοσιδερωμένη πυτζάμα ή νυχτικιά και κυρίως το εξάωρο- οχτάωρο που απλόχερα προσφέρεται ολοδικό σου στο εγγύς μέλλον μετά τα τρεχάματα της αδηφάγας μέρας, το πρωινό ξύπνημα γίνεται πρωινός εφιάλτης. Τα όνειρα άλλωστε δεν είναι μόνο βραδινά.  
Και όλα λειτουργούν με σύμμαχο τη βαρύτητα: το πάπλωμα, ακόμα και στην καλοκαιρινή του έκδοση, τουτέστιν σεντόνι, βαραίνει περισσότερο. Το μαξιλάρι, όσο πουπουλένιο και να ‘ναι, δεν υπακούει στην άνωση αλλά σε έλκει σαν μαγνήτης προς το κρεβάτι. Το σώμα σου ζηλεύει τον Τιτανικό και θέλει να βουλιάάάζει, να χουχουλιάάάζει, όλο και πιο βαθιά στα μαλακά σου σκεπάσματα. Τα μάτια σου αρνούνται να αναλάβουν τα καθήκοντά τους και να ενεργοποιήσουν την αίσθηση της όρασης.
Και σφίγγεις το μαξιλάρι, στριφογυρίζεις σαν τη γη γύρω από τον εαυτό σου και θες με αγωνία να συνεχίσεις το έργο που έβλεπες στα βραδινά σου όνειρα κάτω από το πάπλωμα ή κουκουλώνεσαι με το σεντόνι δημιουργώντας ψευδαισθήσεις περί του αδίστακτου χρόνου. Ρίχνεις μια αναβολή και γυρίζεις από την άλλη. Όμως η αναβολή στο ξυπνητήρι δεν ακυρώνει το χρόνο, που εξακολουθεί αγχωμένα και αγχωτικά να τρέχει σαν τον Σπύρο Λούη!
Κι εσύ πρέπει να αρνηθείς τον πολυαγαπημένο σου φίλο, το κρεβάτι. Πώς? Οι τύψεις σε κατακλύζουν! Το συναίσθημα υπερισχύει. Προδίδεις τους φίλους σου? Στο κάτω-κάτω το κρεβάτι μπορεί και να είναι ο μόνος φίλος που δε πρόδωσε ποτέ. Εσύ γιατί να του το κάνεις αυτό? Είναι ο σύντροφος που σε περιμένει να πλαγιάσετε αγκαλιά, ακόμη κι αν είσαι σ’ αυτή τη ζωή μόνος. Είναι εκείνος που ακούει τις βραδινές σου σκέψεις και αντέχει τα οικογενειακά βάρη  που γεμίζουν το κεφάλι σου. Είναι πάντα εκεί, γιατρός, να διώξει τους πονοκεφάλους σου και δε σε παρεξηγεί ποτέ, ακόμη κι αν σε δει απεριποίητο, άβαφη ή ατημέλητο.
Ξεκούραση στην κούραση, γιατρός στον πυρετό σου, συμπαραστάτης, στυλοβάτης στις αϋπνίες σου. Βλέπει τα όνειρα σου, ακούει το παραμιλητό σου, σκουπίζει το βράδυ τον ιδρώτα σου, χαλαρώνει το πιασμένο σου κορμί. Σκούντα το. Κάθισέ το. Πάτα πάνω του για να κατεβάσεις από τη ντουλάπα το χειμερινό σου παλτό. Δε θα πει λέξη. Δε θα παραπονεθεί. Θα σε υπομείνει καρτερικά....
Ωστόσο το στρουμφάκι ή ο Καζαντζίδης θα τραγουδούν κάθε πρωί. Κι εσύ εν τέλει θα αναγκαστείς να σηκωθείς. Προδοσία! Τι να κάνουμε? Κι αυτή η ακούσια προδοσία μες στη ζωή μας είναι. Στη διαδρομή για το μπάνιο, φωνάζεις:
«Μαμάάάά!!! Γάλα!»
«Γυναίκαααα!!! Καφέ»
Γιατί η μάνα-γυναίκα, φύσει και θέσει, δεν περιμένει κανένα στρουμφάκι, κανέναν Καζαντζίδη και κανένα κοκοράκι να τη σηκώσει από το εξίσου γι’ αυτήν θελκτικό και υποτίθεται ακατανίκητο κρεβάτι.  Είναι η μόνη σ’ αυτή τη ζωή που στην πρωινή μάχη με το κρεβάτι, έχει την «υπέροχη υπεροχή» και «προνόμιο» να πρέπει να βγει πάντα νικητής...
Καλή σου μέρα αν ξυπνάς...