Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιχνίδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιχνίδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Η αθωότης στο σκαμνί!


ΥΠΟΘΕΣΗ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟΝ 1:

-ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ονομάζεστε?
-ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: Αναμνήσεις μιας παιδικής αθωότητας.
-ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ξέρετε, σας βαρύνουν κατηγορίες ότι παρεισφρέετε μονίμως σε μυαλά ενηλίκων, εμποδίζοντάς τους να απολαύσουν την τωρινή τους κατάσταση. Τι έχετε να πείτε γι’ αυτό?
-ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: Οι αναμνήσεις, όταν είναι αθώες προκαλούν γλυκιές μελαγχολίες!
-ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ναι, αλλά λειτουργούν ανασταλτικά στις παρούσες απολαύσεις.
-ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: Λειτουργούν ανασταλτικά μοναχά, όταν το παρόν δε έχει να σου δώσει αντίστοιχα πράγματα
-ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Τι διαφορετικό είχε η εποχή σου τότε δηλαδή?
-ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: Τίποτε περισσότερο από ελλείψεις. Απλές ελλείψεις προϊόντων του δυτικού κόσμου.
-ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Όπως και σήμερα δηλαδή. Τότε, όμως, γιατί η έλλειψη εκείνη ήτανε θελκτικότερη?
-ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: Γιατί ως έλλειψη ορίζεται κάτι που υπάρχει, γνωρίζεις την ύπαρξη του, αλλά δεν το έχεις πια. Οι τότε «ελλείψεις» χαρακτηρίζονται ως τέτοιες μόνο σε σχέση με το σήμερα. Τότε, δεν υπήρχε κάτι άλλο για μας προκαλεί μελαγχολία η στέρησή του. Με άλλα λόγια δε μιλούσαμε για ελλείψεις ή τουλάχιστον ζούσαμε με εναλλακτικές
- ΔΙΚΑΣΤΗΣ: όπως?
-ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: όπως  το να στερηθείς τη μερέντα δεν ήτανε και τόσο φοβερό. Η μαμά κάποιες φορές έφτιαχνε εκείνη τη δική της μερέντα, που δεν είχε καμία σχέση με τη μερέντα Παυλίδη και ήτανε φουλ βιτάμ, κακάο ΙΟΝ σε σκόνη και ζαχαρούχο γάλα. Ή έφτιαχνε ένα κέικ δικό της. Και τα παιδιά τρέχανε και περιμένανε να τελειώσει το χτύπημα με το μίξερ για να γλείψουν ό,τι περίσσευε στα τοιχώματα του μπολ. Γυρνούσανε καθημερινές από το σχολείο με τη μαμά να τους περιμένει πίσω από την πόρτα να πάρει το μπουφάν και να τους βάλει ζεστό φαΐ στο πιάτο. Και μετά, πρόγραμμα για τα μαθήματα. Χωρίς δασκάλους υποστηρικτικούς και φροντιστές. Και δυο ματάκια καρφωμένα σε μια κρατική τηλεόραση που λειτουργούσε, μόλις το πολύχρωμο τηλεοπτικό ψηφιακό ρολόι έδειχνε 17.00. Για να ξεκινήσει το πρόγραμμα με το λογότυπο της ΕΡΤ και το «τσοπανάκος ήμουνα» και να ακολουθήσει ο Εθνικός Ύμνος με τη γαλανόλευκη να κυματίζει κάτω από έναν γκρίζο ουρανό. Μετά έβγαινε μία κυρία ξανθιά με γυαλιά και ωραία κόμη για να αναγγείλει το πρόγραμμα. Το πρόγραμμα ήτανε Η χιλιοποδαρούσα, το σουσάμι άνοιξε, τα στρουμφάκια και ο Φρου-Φρου.
-ΔΙΚΑΣΤΗΣ: μάρτυρες έχετε γι αυτά που μας λέτε?
-ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: ναι, αμέ? Η Ψυχή που κάθεται εδώ μπροστά!
-ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Σας ακούμε! Κλαίτε?
-ΠΑΙΔΙΚΗ ΨΥΧΗ: Όχι?
-ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ε πως... αφού τα ματάκια σας γυαλίζουν.
-ΠΑΙΔΙΚΗ ΨΥΧΗ: είναι που θυμήθηκα αυτά που λέτε και άλλα...
-ΔΙΚΑΣΤΗΣ: δηλαδή...
-ΠΑΙΔΙΚΗ ΨΥΧΗ: δηλαδή, σήμερα δεν μπορώ να βγαίνω έξω στη γειτονιά και να παίζω μέχρι ό,τι ώρα θέλω. Τώρα έχω συνέχεια δουλειές και τρεξίματα. Κάποτε, τα καλοκαίρια με αφήνανε στο χωριό, στη γιαγιά και στον παππού, να βρίσκομαι με τους καλοκαιρινούς μου φίλους στην πλατεία κάθε βράδυ και να παίζουμε. Και μετά το τέλος του καλοκαιριού δεν  ξαναβλεπόμασταν μέχρι το επόμενο. Κι όταν τους έβλεπα ξανά έντεκα μήνες μετά, ήτανε σαν να μην πέρασε μια μέρα. Σήμερα η μαμά μου δεν είναι σπίτι. Πρέπει να δουλεύει εκτός σπιτιού. Τότε οι φίλοι μου ερχόντουσαν τα απογέματα στο σπίτι, καθόμασταν σε μάλλινα χαλιά, τα υφαμένα στον αργαλειό, και παίζαμε playmobil και η αδερφή μου έδειχνε τις συλλογές της από χαρτοπετσέτες στις δικές της φίλες. Είχα κι εγώ συλλογές. Από γραμματόσημα. Και όλα τα γράμματα με μια τρύπα από σχίσιμο στη θέση των γραμματοσήμων μαζεμένα σε ένα κουτί. Περίμενα την απάντηση από τη φίλη μου την Ηρώ στην Κόρινθο και είχα έναν λόγο κάθε που γύριζα από το σχολείο να κοιτώ το γραμματοκιβώτιο. Μας επισκέφθηκε ο ταχυδρόμος σήμερα? Μου έγραφε τα νέα της και ύστερα εγώ τα δικά μου. Και σούρτα-φέρτα τα γράμματα ως την Κόρινθο και πάλι πίσω. Τα βράδια καθόμασταν με την αδερφή μου, γιατί μοιραζόμασταν το ίδιο δωμάτιο, και κάναμε από μόνοι μας παιχνίδια χαζά, όπως να κοιταζόμαστε πολλή ώρα μέχρι να γελάσει ο ένας από τους δύο πρώτος και να χάσει. Και λίγο πριν κοιμηθούμε ξεφυλλίζαμε πάντοτε κάτι. Η αδερφή μου εκείνο το περιοδικό της Candy-Candy. Εγώ τα άλμπουμ με τις συλλογές από αυτοκόλλητα με τους αγαπημένους μου ποδοσφαιριστές.
Θέλω να γίνω πάλι ο μικρός και χαϊδεμένος γιος της μαμάς και του μπαμπά. Τότε που κάθε Χριστούγεννα παίρναμε το τρένο για να πάμε στη Θεσσαλονίκη και να ανακατευτούμε με κάτι άλλους ανθρώπους στα σοκάκια της και να βλέπουμε βιτρίνες γιορτινές. Θέλω να ζήσω εκείνη την αθωότητα που μου ‘κλεψε ο χρόνος: να με αφήνει να πιστεύω σ’ αυτό που θα μου πει η μαργαρίτα, αν μ’ αγαπά ή δε μ’ αγαπά, να πετάξω τα νεογιλά μου δόντια μαζί με παιδικές αθώες μου ευχές πάνω σε σπασμένα και μουχλιασμένα κεραμίδια, να κάνω όνειρα κάτω από δέντρα με παχιές σκιές και λίστες από τραγούδια σουξέ της εποχής για να γράψω μία κασέτα στο δισκάδικο της γειτονιάς....θέλω
...να φύγουν τα άγχη από το κεφάλι μου για μια κληρονομιά που με βαραίνει, που δεν την επέλεξα αλλά μου την κληροδοτήσανε με το «Έτσι θέλω». Το δικό τους όμως «Έτσι» και το δικό τους «Θέλω»...

 Το δικαστήριο απεφάνθη ομόφωνα: «Αθώες οι αναμνήσεις της παιδική αθωότητας μιας παιδικής ψυχής. Απαλλάσσονται από κάθε κατηγορία» και συνέχισε το έργο της, όπως όριζε η προγραμματισμένη του καθημερινότητα.

ΥΠΟΘΕΣΗ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟΝ 2:

 «Συνελήφθη παιδάκι  ετών οκτώ να πηγαίνει συστηματικά  σε μεγάλο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς του και να τρώει κρουασάν από τα ράφια. Η παιδική του αθωότητα δε συλλειτούργησε με κινήσεις πονηριάς. Τα χαρτιά από τα κρουασάν τα πετούσε στο πάτωμα και ως εκ τούτου οι αρχές παρακολούθησαν τον Γλυκό Κλέφτη και τον έπιασαν επ’ αυτοφώρω οδηγώντας τον στο δικαστήριο»
 Το δικαστήριο άφησε τον μικρό ελεύθερο χωρίς να κινήσει καμία περαιτέρω διαδικασία εναντίον του, γιατί διαπίστωσε ότι αφενός ο μικρός πεινούσε και δεν είχε χρήματα να αγοράσει κάτι για να φάει και αφετέρου η μητέρα του δεν είχε καν ψωμί και ζάχαρη για να του φτιάξει ένα υποκατάστατο του κρουασάν, όπως τότε...
Θυμάστε?

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

(Το) «παίζουν» στα δάχτυλα!

Όλα τα πεζοδρόμια  είχαν γραμμένους με κεραμίδι αριθμούς  από το ένα ως το οχτώ. Οι πλακουτσωτές πέτρες ήτανε συνήθως στοιβαγμένες στην άκρη του δρόμου μετά από ισχυρές συγκρούσεις με την μπάλα στο «τζαμί». Το ψιλικατζίδικο στη γωνία του κυρ-Φώτη πουλούσε βρακολάστιχο με το μέτρο όχι μοναχά στις γιαγιάδες μας που μπάλωναν παλιές φόρμες με  φθαρμένα λάστιχα. Ο κυρ-Κώστας με τα είδη κήπου και θερμοκηπίου δεν έδινε σχοινί μόνο στους αγρότες για να δέσουν τα δέντρα στο μπόλιασμα, ενώ τα ποδήλατα αποτελούσαν το must όχημα κάθε ανήλικου κατεργάρη που ήθελε «να έχει πρόσωπο» στην τσακαλοπαρέα της γειτονιάς του. Δεν το αγόραζε κατά τις επιταγές της οικολογικής του συνείδησης και της «πράσινης μόδας». Οι «κούνιες» στις παιδικές χαρές δεν ήταν κατ’ αποκλειστικότητα των μικρών παιδιών που τις απολάμβαναν κουνιστά-λυγιστά ως έπαθλο από την «τρελαμένη» μάνα που έτρεχε από πίσω τους με το μπολ και το κουτάλι στο χέρι. Αν, δηλαδή, κατάφερνε το μικρό της να φάει μία για το μπαμπά (κουταλιά), μία για τη μαμά και μία για το θείο το Μήτσο (!!!), εκείνη το ‘βγαζε στην παιδική χαρά! Αντιθέτως, ΚΑΙ πολλά παιδιά-γαϊδούρια οργανώνανε αγώνες σε αυτές για το ποιος θα κάνει το πιο μακρινό πέταγμα.
Αλλά τώρα πια περνώ από τη γειτονιά μου και τη βλέπω άδεια. Δυο τρία παιδάκια μετά βίας, κι αυτά παιδάκια οικονομικών μεταναστών κάνουν υπεράνθρωπες προσπάθειες να γεμίσουν το πάρκο με ξεφωνητά. Μα δεν μπορούν! Δεν αρκούν! Δεν τα καταφέρνουν! Η παρέα τους δεν έχει εκτόπισμα! Δεν είναι  ΤΣΑΚΑΛΟπαρέα. Η οργουελική τους μάνα,  ως Μεγάλος Αδερφός, παρατηρεί από την άλλη γωνία την κάθε τους κίνησή, γιατί ο κίνδυνος, που λέγεται αμάξι μεγάλης ταχύτητας, παιδεραστής ή πωλητής οργάνων, καραδοκεί και στην πιο αθώα γειτονιά (υπάρχει?) ενός χωριού-κουκκίδα στο χάρτη. Τίποτε δε θυμίζει το τότε!
Σε μας οι γονείς δεν ήτανε επόπτες αλλά συμπαίκτες! Στη δική μου γειτονιά έπαιζαν μαζί μας «τζαμί» κάθε απόγεμα σε ένα ανείπωτο ραντεβού μετά τις 7.00 τα καλοκαίρια. Όχι για να επιβλέπουν αλλά για να νιώσουν και κείνοι παιδιά. Και παίζανε και «μήλα» και «ένα-δύο-τρία κόκκινο φως» και «ψείρες»! Αλλά στο «κυνηγητό» και στο «κρυφτό» δε συμμετείχαν. Ούτε στο «τρέξιμο» και τους «αγώνες» που διοργανώναμε με τα ποδήλατα! Ούτε στη «μακριά γαϊδούρα» που ήθελε μια μέση-λάστιχο! Είχαν οριοθετήσει τα χόμπι τους με βάση τις σωματικές αντοχές τους. Κι αν καμιά φορά τους συνέπαιρνε η παιδική ψυχή τους ήταν από αυθορμητισμό και χαβαλέ που έκαναν μεταξύ τους.
Εμείς πάντως συνεχίζαμε… Τα κοριτσάκια κυκλοφορούσαμε με ένα λάστιχο  στη τσέπη και με την πρώτη ευκαιρία το ξετρυπώναμε δείχνοντάς το στις φίλες μας που σημειολογικά ήτανε  πρόταση για παιχνίδι, μόλις σχηματίζαμε τουλάχιστον τριάδα.  Αλλιώς, αν τριάδα δε συμπληρωνότανε και ο καιρός δε συνωμοτούσε, ουδείς αναντικατάστατος! Μία καρέκλα ήταν αρκετή μέσα στο σπίτι να παριστάνει τον στυλοβάτη και να μας βοηθήσει να μη χάσουμε το πολυπόθητο παιχνίδι, το «λάστιχο». Κάτω, γόνατο, γοφούς, μέση, μασχάλες, λαιμός και για τους άλτες εις ύψος ΑΕΡΑΣ! Το «σχοινάκι», άλλος λατρεμένος φίλος, διπλό ή τριπλό, με βαρίδιο ή όχι καταμεσής, με λαβές ξύλινες ή άνευ στις άκρες, μονοπωλούσε στα σχολικά διαλείμματα και τα μετασχολικά απογεματινά. Με ζευγάρια ή κατά μόνας, έπρεπε να μη σταματάς να χοροπηδάς μέχρι τελικής πτώσεως! Λάστιχο ή σχοινάκι, το αριθμητικό ήταν κοινός παρονομαστής!
Και για τους πιο intellectuelle είχαμε τις μέρες θεάτρου: αποσπάσματα ή έργα ολόκληρα του Ψαθά, φιλοξενούνταν στο Ανθολόγιο του Δημοτικού κι αν ήξεραν τη μοίρα τους θα τρόμαζαν! Δε ανέβηκαν μόνο στο θέατρο της Κοτοπούλη ή στο Βασιλικό από σκηνοθέτες διεθνούς φήμης αλλά από παιδιά δημοτικού που στήνανε μια σκηνή στο γιαπί της γειτονιάς και είχανε για σκηνικά τις κλούβες και τα τελάρα του μπαμπά από το χωράφι που σαν τεράστια lego έπαιρναν όποια μορφή ήθελε να δει –με περισσή φαντασία βεβαίως- το μάτι του σκηνοθέτη-ενδυματολόγου-υποβολέα-σκηνογράφου-….όλα τα έκανε! Βάζαμε και είσοδο. Δεν ξέρω γιατί! Για τα έξοδα της ανέξοδης παράστασης! Έτσι, επειδή αλλιώς δε θα είχε νοστιμάδα!
Κι άλλες φορές παίζαμε και μαγαζιά! Γυναίκες γαρ! (είμαι σίγουρη άλλοι λένε γρρρρρρ (!!!) σκέτο, χωρίς το α ανάμεσα!). Βέέέέέβαια! Από μικρή ηλικία καλλιεργείται ο θηλυκός-θρυλικός καταναλωτισμός! Πουλούσαμε πραμάτεια από το σπίτι, κανά γλυκάκι, κανά παλιό λικέρ που αράχνιαζε στο καλό σαλόνι που άνοιγε μόνο στις γιορτές και κανά σοκολατάκι από τη φοντανιέρα της μαμάς. Κι έψαχνε μετά αυτή να βρει πού πήγαν! Μάντεψε!
Κι αφού το παιχνίδι τελείωνε, έπρεπε να τους βάλω όλους για ύπνο και μετά να γυρίσω σπίτι. Η τελευταία από τη γειτονιά. Η μαμά φώναζε (κλασικά!!!) ότι πάλι είχα αργήσει, ότι δεν αφήνα χρόνο να διαβάσω κανένα λογοτεχνικό και τέτοια! Πού να της εξηγούσα τώρα ότι εγώ ήμουν ευτυχισμένη που χόρτασα παιχνίδι με τους φίλους μου και πως ΖΟΥΣΑ αλλιώτικη ζωή έξω από τα βιβλία.
Και μου έλεγε ακόμα η μάνα μου πως δεν έβαζα δράμι, πως ήμουν πετσί και κόκκαλο και η φίλη μου με φώναζε «σαμιαμίδι», «ακτινογραφία με πόδια» και τέτοια! Και πώς όχι? Από πού κι ως πού να πάρω κιλό? Τη ζωή μου τη θυμάμαι γεμάτη παιχνίδι, κίνηση στα όρια της υπερκινητικότητας, γεμάτη δράση (που τη σήμερον κατέληξε σε αντίδραση εν γένει- ΑΣΧΕΤΟ!) και για φαΐ? Ούτε λόγος φυσικά! Μοναχά τα παγωτά με νοιάζανε, γιατί κάναμε κόντρες ποιος θα φάει τα περισσότερα άμα τη ενάρξει της θερινής περιόδου που θεωρούνταν η Πρωτομαγιά και για τους πιο extreme  η 25η Μαρτίου μετά την παρέλαση φυσικά! Και δεν ήμουν ως ισχνή η εξαίρεση. Αλλά ο κανόνας! Είχαμε και σε κάθε παρέα έναν χοντρό ή και μια χοντρή. Αλλά ήτανε δακτυλοδεικτούμενος/-η!
Κι όταν μεγάλωσα και σταμάτησα να έχω τα γόνατά μου γρατσουνισμένα (-terminus post quem ότι μπαίνω στην εφηβεία) πίστεψα πως έδωσα τη σκυτάλη σε σπουδαίους αντικαταστάτες: μικρούς φίλους που πάνε στο δημοτικό και ξεχύνονται στις αλάνες για παιχνίδι μετά το τελευταίο κουδούνι. Μα δυστυχώς οι μικροί φίλοι έγιναν μικρομέγαλοι, καρικατούρες των απωθημένων των γονιών τους στις γλώσσες, στα ωδεία, στο μοντέρνο χορό. Τρέχουν, αλλά όχι σε αλάνες, μα μέσα σε κουτιά τσίγκινα με τέσσερις ρόδες, για να προλάβουν, όχι μη φύγουν οι φίλοι τους από τη γειτονιά σε καμιά άλλη και δεν τους βρουν (άλλωστε θα τους στείλουν μήνυμα), αλλά για να προλάβουν το χρόνο που τρέχει σαν παλαβός και δεν προφταίνουν… Κι αυτός  ο σωματότυπός τους, να πάρει, δεν τα βοηθάει. Τα κάνει δυσκίνητα. Δεν μπορούν να τρέξουν, γιατί το υπέρβαρο είναι πια ο κανόνας και όχι η εξαίρεση! Άλλωστε πώς να μην είναι παχύσαρκα τα παιδάκια σήμερα? Αφού, όταν λένε ότι παίζουνε, εννοούνε απλά τα παιχνίδια που παίζονται με τα δάχτυλα πατώντας απλά πλήκτρα. Τα «κακέκτυπα πιανίστα» ωστόσο, παίζουν τόσο γρήγορα, που θα τους ζήλευε και ο πιο γρήγορος τζαναμπέτης της αλάνας μιας άλλης εποχής! Ασκούν, λέει, το μυαλό τους και ό,τι έχει σχέση με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια?........το παίζουν στα δάχτυλα!