Σε ένα παραδοσιακό γλέντι σίγουρα δε
θα ήμουνα αυτή που θα με παρακαλούσανε να σηκωθώ για να σύρω το χορό! Δεν θα
υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να με τραβάνε και να με σβαρνίζουνε, αφού σίγουρα
τα πόδια μου θα είχανε ακολουθήσει ήδη την ψυχή μου που με κάποιον τρόπο θα
είχε ανέβει ήδη στην πίστα και θα έδινε ρεσιτάλ. Ευτυχώς από παιδί τέτοια
κολλήματα ή κωλύματα δεν είχα. Φρόντισαν μάλιστα κάποιοι εκουσίως ή άθελά τους ώστε
ο ήχος του κλαρίνου, της τρομπέτας ή του σαντουριού να αποτελεί για μένα μια
γλώσσα ερεθιστική που να μου δίνει πάντοτε διαζύγιο από την αναπαυτική μου
καρέκλα και να με γνωστοποιεί στους θεατές που κάθονται ολόγυρα της σκηνής. Και
η παράσταση αρχίζει...
Με μια διάθεση να ανεβαίνει σαν το
καλοκαιρινό θερμόμετρο και μια κούραση να με τραβάει απ’ το μανίκι, αλλά εγώ να
της λέω επιδεικτικά «Άσε με!», μπορώ επί ώρες και μισοεξαντλημένη να χορεύω
επάνω στα δωδεκάποντά μου σε μια πίστα από φώσφορο ή μέσα στα ζεστά μου μποτάκια
σε κάποια πλατεία ενός χωριού ή ξυπόλυτη εκεί που σκάει το κύμα σε ένα νησί.
Και καθόλου δε μ’ ενδιαφέρει αν ο κόσμος απλώς με κοιτάει με το απλανές βλέμμα
του ροφού και αδιάφορα, και καθόλου δε με νοιάζει αν με γδύνουν κάποια μάτια με
ύφος μπλαζέ και υποτιμητικό και καρφάκι δε μου καίγεται αν μερικοί δεν
καταλαβαίνουν τον παθιασμένο μου έρωτα εκείνη τη στιγμή με το χορό, ίσως γιατί
δεν τον γνώρισαν, δεν τους τον μάθανε, δεν τους τον καλλιεργήσανε, δεν τους τον
μεταδώσανε.
Αντίθετα και αντίστοιχα, εμένα πολύ
μου αρέσει να βλέπω ανθρώπους που θέλουν να χορέψουν, αλλά δεν μπορούνε γιατί
δεν τους βαστάν τα πόδια τους, λόγω ηλικίας ή ολικής ή μερικής ανικανότητας. Κουνιούνται
μόνο ρυθμικά επάνω-κάτω στην καρέκλα. Άλλοι πάλι τολμούνε να σηκωθούνε στην πίστα
χωρίς να ξέρουν τα βήματα. Ωστόσο χορεύει η καρδιά τους. Και ακόμη περισσότερο
ενθουσιάζομαι όταν ενσαρκώνεται ο ορισμός του τσάμικου που θέλει τον πρώτο να
χορεύει αγρίως και τους υπόλοιπους να κοιτάζουν ηλιθίως! Ο κύκλος δεν
προχωράει, αλλά σταματάει και περιμένει τον πρώτο ο οποίος είτε δίνει παράσταση
δεινού χορευτή είτε κλέβει την παράσταση λεβέντη είτε απλά χορεύει η καρδιά του
ενώ τα βήματα θυμίζουν εργάτη σε παλιό πατητήρι. Δεν με νοιάζει, τον αγαπώ!....
Μα σαν θυμάμαι εκείνην την κρατική,
την κατ’ ευφημισμόν τηλεόραση, εκείνη που ορά από μακριά και καμιά φορά αφ’
υψηλού -παρόλο που βάσει του χάρτη είμαστε ψηλότερα, ενώ εκείνη και το
επιτελείο της κεντρικοχαμηλότερα- αδυνατώ να φέρω κατά νου μία φορά μια προβολή
«Εθίμων και Παράδοσης, τραγουδιών και χορών» από άλλους πλην βρακοφόρων και
φουστανελοφόρων… και πληγώνομαι.
Εξ ου και ο επαγγελματίας dj-όπως λέγεται νεοελληνιστί (!)- σε γλέντι
της Πρωτεύουσας που του ζητάς να παίξει κάτι μακεδονικό για να το χορέψεις, πέρα
από τα νησιώτικα, τα κρητικά ή τα τσάμικα και τους συρτούς Πελοποννήσου, και σου
βάζει ένα θρακιώτικο ζωναράδικο, επιμένοντας πως είναι μακεδονικό, γιατί ο «καημένος»
μαζί με πολλούς άλλους δεν έμαθε να ξεχωρίζει ότι και από τα Τέμπη και πάνω
Ελλάδα είναι και πως άλλο γεωγραφικό διαμέρισμα είναι η Θράκη και άλλο η
Μακεδονία...γαμώτο! (ποσω δε μάλλον τα τραγούδια τους)
Τόσοι Άγιοι, άλλοι τόσοι Όσιοι, Μεγαλομάρτυρες, Απόστολοι, Εκκλησίες, εκκλησιές, εκκλησάκια, μονές, μοναστήρια, χωριά και χωριουδάκια με έναν πολιούχο ή με δύο εκκλησιές, ή δυο ξωκλήσια. Με μια αφορμή και μια γιορτή. Ένα λαϊκό πανηγύρι…
Η τσίκνα από τις καντίνες πλαισιώνουν τις εκκλησιές και η καμένη ζάχαρη από τα «επίδοξα» μαλλιά της γριάς σε προϋπαντούν στο πανηγύρι. Γυρολόγοι σε πλευρίζουν ή στήνονται αδιακρίτως και ευθαρσώς μπροστά σου επιβάλλοντάς σου να ρίξεις μια ματιά στην πραμάτεια τους, η οποία πλούσια και φθηνή, πλαστική και εμφανώς Β’ διαλογής φιγουράρει πάνω στους ξύλινους πτυσσόμενους πάγκους. Αλλά τη ρίχνεις τελικά τη ματιά! Εκείνοι το απαιτούν, εσύ συνωμοτείς. Περπατάς και περιδιαβάζεις χαϊδεύοντας με το βλέμμα σου ακόμη και πράματα που φύσει και θέσει δεν εμπίπτουν στα ενδιαφέροντά σου. Χαζεύεις κάθε λογής καροτσάκια για παιδικές κούκλες, αυστηρώς ακατάλληλα για ενηλίκους, κουζινικά για εκκολαπτόμενες νοικοκυρές ετών εννέα και κάτω! Πιο πέρα κοκαλάκια, βραχιολάκια, κλαμεράκια και αλυσίδες για το πόδι ή το χέρι. Πιο κει πάλι κουβέρ-λι και πετσέτες πολύχρωμες και παραδίπλα κατσαβίδια, σφυριά και πριόνια. Χαζεύω τα ρούχα: μπλούζες, φουστάνια, πουκάμισα και σόρτς. Τιμές εξευτελιστικές. Για ποιον? για μας που τα αγοράζουμε ή για εκείνους που τα πουλάνε? ακόμη πιο πίσω: μήπως για εκείνους που τα φτιάχνουνε? Α, να και τα παιχνίδια! Πολλά παιχνίδια: κοριτσίστικα, αγορίστικα, unisex. Δεν έχει σημασία. Όλα έχουν θέση στο πανηγύρι. Ό,τι πιο άσχετο, ό,τι πιο αταίριαστο, ό,τι πιο όμορφο, ό,τι πιο άσχημο! Πουθενά δεν ταιριάζουνε τόσα και τόσο αταίριαστα πράγματα μαζί, πουθενά δε δικαιούνται για πιο δίκαιο λόγο πρώτη θέση αντικείμενα Β’ διαλογής, πουθενά δεν είναι πιο νόστιμο το μη σπιτικό φαγητό, το «βρόμικο», όπως συνθηματικά το λέμε στη γλώσσα της μεταμεσονύχτιας τσάρκας και όχι μόνο. Και φυσικά πουθενά αλλού δεν συμβαίνει να έχουν όλοι οι άνθρωποι το δικαίωμα να παρευρεθούν δίπλα-δίπλα ανεξαρτήτως πορτοφολιού, καταγωγής ή παιδείας. Μην κοιτάτε που στα επίσημα gala δεν καταδέχονται και απαξιούν να υπάγουν οι λαϊκοί άνθρωποι. Στα πανηγύρια πηγαίνουν όλοι. Οι «λαϊκοί» και οι «ελίτ», οι «αλήτ-ες» και η «αφρόκρεμα», οι «επίσημοι» και οι «ανεπίσημοι», οι «άσημοι» και οι «διάσημοι». Κάποιοι το περιμένουν πώς και πώς: να βάλουν τα «καλά» τους, να ντυθούν, να βγουν, να δείξουν, να χορέψουν, να φάνε, να πιούνε, να κεράσουν και να κεραστούνε. Περιμένουν το πανηγύρι, γιατί είναι ο μόνος λόγος που θα τους ξεκουνήσει από την καθημερινότητα.
Παλιότερα, στο όχι και πολύ μακρινό παρελθόν περίμεναν το «παϊνύρ’» ή το «παναΰρ’» για να γλεντήσουν, να χορέψουν, να στολιστούν, να φάνε, να πιούνε! Σήμερα οι περισσότεροι χορεύουν κάθε μέρα, εκτός από τη μέρα του πανηγυριού και χορεύουν παντού εκτός από την πλατεία όπου γίνεται το πανηγύρι (γιατί οι χώροι και οι λόγοι διασκέδασης βρίθουν τον κόσμον όλον!). Σήμερα χορεύουν όλοι, εκτός από αυτούς που βγαίνουν σημαιοστολισμένοι στο πανηγύρι (γιατί οι γυναίκες φοβούνται πως θα σκαλώσει το τακουνάκι ανάμεσα στα πλακάκια ή θα καρφωθεί η γόβα στο χώμα ή θα γρατσουνιστεί στο χαλίκι, αλλέως και λαϊκιστί: φοβούνται «μη σκίσουν κανά καλσόν»…) Σήμερα τρώνε παντού (οι ηγεμόνες δε αυτού του τόπου «από παντού») εκτός από το πανηγύρι, γιατί ντρέπονται να φάνε φασολάδα και γίδα βραστή! Η δικαιολογία: «αυτοί που τρώνε στα πανηγύρια είναι (οι) γύφτοι». (Αν όπου γύφτος=ο γύφτος από τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» του Παλαμά, θα ήμουνα περήφανη να ήμουνα ένας τέτοιος). Ένα κατάλοιπο είναι το πανηγύρι… έχει κι αυτό μεταλλαχθεί πια!
Η διασκέδαση μετατράπηκε σε κατανάλωση, ο χορός μετουσιώθηκε σε οφθαλμόλουτρο παραστάσεων παραδοσιακών συλλόγων με «δήθεν» αναβίωση παραδοσιακών εθίμων και χορών παρουσιασμένων βάσει «στημένων» χορογραφιών (αλήθεια, ποιος εγγυάται την πατρότητα και την αυθεντικότητα τους?)!! Δεν ‘ν’ κακό!!!! Αλλά… προτιμώ να σεργιανίσω ανάμεσα στους πάγκους. Με παρέσυρε το καταναλωτικό μου ένστικτο που θέλει να βολτάρει ανάμεσα στα «τζιβιτζιλάκια», αφήνοντας πίσω μου την εξέδρα των χορευτών και παίρνοντας μονάχα για παρέα τη μουσική υπόκρουση των λαϊκών οργάνων…. Όλο και κάποια χαζομάρα θα αγοράσω: ένα βραχιολάκι, κανά σκουλαρίκι ή ένα τραπεζομαντηλάκι για τη μαμα μου που έχει πολλά μα δεν ενοχλείται να τα κάνει περισσότερα! Θα φάω ένα σουβλάκι από τον πλανόδιο ψήστη ακόμη κι αν δεν πεινάω, θα πιω και μια ρετσίνα σε πλαστικό μιας χρήσεως ποτηράκι για να μην ξεχνώ πού βρίσκομαι. Θα ανεχτώ τη χειραψία των υποψηφίων δημάρχων ή βουλευτών που σεργιανίζουν πάντα στα πανηγύρια (τυχαίο? δε νομίζω!) ανάμεσα στα «υποψήφια» θύματά τους. Θα κριτικάρω για άλλη μια φορά την απεγνωσμένη προσπάθεια των συλλόγων να παρουσιάσουν ως παραδοσιακό ό,τι πιο μοντέρνο χωρίς την υπογραφή των παππούδων, χωρίς να προσυπογράψει η παλαιά γενιά. Θα κουνηθώ ωστόσο και θα λικνιστώ στο άκουσμα της χάλκινης τρομπέτας και του κλαρίνου, θα μιλήσω με ανθρώπους που δε συνάντησα ποτέ ξανά στο παρελθόν και πιθανώς να μη ξανασυναντήσω (ΑΝ… μου το επιτρέψει η μοίρα!!), θα πιάσω στα χέρια μου με πρωτοφανές ενδιαφέρον πραμάτεια από τους πάγκους που δε θα αγοράσω ποτέ αλλά θα την αγγίξω, θα την μυρίσω, θα την απορρίψω (ωστόσο θα την χαζέψω, γιατί –είπαμε-το δικαιούται). Και θα συνεχίσω την περιπλάνηση ανάμεσα από τις ψησταριές για να μυρίσουν τα ρούχα μου τσίκνα, θα κεράσω στο μπαμπά ένα σουβλάκι, για να αρχίσω να ξεχρεώνω όσα με κέρασε όλα αυτά τα χρόνια (ματαιοδοξία!)…
Όπως και να ‘χει, το πανηγύρι είναι θεσμός, σταθμός, δεσμός, ελιγμός για άλλους εθισμός και για άλλους καταναγκασμός! Για μένα είναι καημός! Και κρίνω πως πρέπει να είναι και σεβασμός αυτό καθεαυτό ως οντότητα αλλά και για αυτό που εκπροσωπεί, για αυτό που φέρει παλαιόθεν! Είναι λοιπόν θεσμός και μάλιστα ελληνικός, ελληνοπρεπής, ελληνοκεντρικός! Και πώς όχι? Το πανηγύρι δεν είναι ντροπή. Το πανηγύρι είναι ανατροπή στα ευρωπαϊκά και εν γένει ξενόφερτα δεδομένα, είναι προκοπή για τα ελληνικά κεκτημένα!
Ας μην το ξεπουλήσουμε! Ας το στηρίξουμε κι αυτό θα μας ανταμείψει. Αφού κι εγώ κι εσύ, το ξέρουμε καλά πως είμαστε ομαδικώς και όλοι «για τα πανηγύρια».