Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Εχθροί και Φίλοι της ΖΩΗΣ: μην την υποβάλεις ποτέ!

        Προσοχή. Είναι ύπουλη. Ζηλεύει το χταπόδι και απλώνει τα πλοκάμια της παντού. Σφηνώνει στον εγκέφαλο και πολλές φορές τον κυριεύει. Έχει άλλοθι την ηλικία και άλλοτε την κατάσταση. Ζητάει σημασία περισσότερη από αυτήν που της ανήκει. Είναι λαίμαργη και ρουφάει σαν την ηλεκτρική σκούπα την ενέργεια και την καλή διάθεση. Σε εξωθεί σε μελαγχολία και στοχεύει στην κατάθλιψη. Χαίρεται όταν λυπάσαι. Λυπάται όταν χαίρεσαι. Κάνει το σώμα σου πλαδαρό και ευάλωτο σε ψυχοσωματικά σύνδρομα.
       Φυτρώνει και σε μέρη όπου δεν τη σπέρνεις. Απρόσκλητη φωλιάζει στο σαλόνι σου. Σαν τη γειτόνισσα κουτσομπόλα, κρύβεται πίσω από την κουρτίνα και παραμονεύει να σε δει να ξεμυτίζεις από το σπίτι σου, να πας για έναν καφέ, βρε αδερφέ, ένα ποτάκι, ένα θέατρο. Αν την πάρεις χαμπάρι ξαναγυρίζεις πίσω. Γεμάτος ενοχές πετάς τα ρούχα από πάνω σου. Το καινούργιο συνολάκι το ξανακρεμάς στη ντουλάπα. «Τι τα θες τα σκουλαρίκια? Βάλε τη ρόμπα που σου πάει!» σου σιγοψυθιρίζει στο αφτί. «Είσαι εσύ για κομμωτήρια και περιποιήσεις? Κάτσε σπίτι σου να υπηρετείς τους ρόλους σου έναν-έναν» Φωνάζει... Σε ξεκουφαίνει. Της λες «Σταμάτα!» αλλά δε σε ακούει. Την υπακούς. Ακούς υποτακτικά. Με το κεφάλι σκυμμένο, τα μάτια θλιμμένα και με μία αίσθηση ήττας!
          Κατέβασες τα στόρια στα παράθυρα και τα σφάλισες ερμητικά. Το μόνο παράθυρο στο σπίτι σου είναι η tv. Ορθάνοιχτη όλη μέρα για να μπαίνει μες στο σπίτι σου άπλετο το σκοτάδι. Καμιά φορά αν τολμήσεις να κατεβάσεις κανά βιβλίο από το ράφι σου φωνάζει: «Μηήήή! Τρελός είσαι? Τι πας να κάνεις? Ώρα είναι να μας πεις πως θα ανοίξεις το μυαλό σου!! Θες να πάρει αέρα?»... Και κάνεις πίσω. Διστακτικά, αλλά κάνεις πίσω. Μετά την παραδέχεσαι. Λες «Ε κάτι θα ξέρει! Για να μου το λέει αυτή!»
         Πώς και ποιος να σε πείσει ότι είναι λάθος? Δεν πρόκειται για καμία κυρία σιδηρά. Τρέφεται από την υπακοή σου, καλλιεργείται από την ακαλλιέργητη φυσιογνωμία σου, μεγαλώνει από το νωχελικό σου χαρακτήρα και ριζώνει βαθύτερα χάρη στη φιλοξενία που της προσφέρεις στον καναπέ του σπιτιού σου.
        Ε κλείσ’ της την πόρτα πια. Έτσι στα μούτρα. Βγες έξω κι άσ’ τηνα να  κοιτάει πίσω από την κουρτίνα. Ανέβασε τα πατζούρια στο σπίτι σου μπας και σε επισκεφτεί και κανείς άλλος πέρα από αυτήν. Ο ήλιος για παράδειγμα. Πάρε από το χέρι όλους σου τους ρόλους, ας είναι και πολλοί και βολτάρετε μαζί τους στην παραλία. Και χτενίσου επιτέλους που είσαι σαν αναμαλλιασμένος τρελός επιστήμων. Μη νιώθεις τύψεις που έχεις Εαυτό και Αξιοπρέπεια. Και βάλε κλειδαριά στο ψυγείο. Υπάρχει απόλαυση και έξω απ’ αυτό.
          Εκείνη τη δουλειά της κάνει. Πάλι τύψεις θα σου πουλήσει. Εσύ, ως γνήσιο υπερκαταναλωτικό ον του δυτικού κόσμου, θα αγοράσεις περισσότερες από όσες σου χρειάζονται. Έτσι ρε παιδί μου, από ανασφάλεια! Γιατί έχουμε πέντε πακέτα μακαρόνια στο ντουλάπι της κουζίνας? Και θα πας και θα ‘ρχεσαι στα 70 τετραγωνικά σταματώντας μόνο όταν πέφτεις σε τοίχο. Και πάλι πίσω. Στον απέναντι τοίχο. Σαν τα αγρίμια. Ώσπου να ευνουχιστούν οι ορέξεις σου για περπάτημα, τρέξιμο ή κυνηγητό. Να γίνεις ένα εξημερωμένο ακίνδυνο αγρίμι του τσίρκου. Να δίνεις παραστάσεις στους άλλους που θα θαυμάζουν την υποτακτικότητά σου, το πώς περνάς μέσα από πύρινα στεφάνια πηδώντας από το ένα κλουβί στο άλλο. Αρνήθηκες τη φύση σου. Ηττήθηκες. Από απέναντι σε χειροκροτεί στις κερκίδες η νικήτρια. Έτσι είναι. Ο νικητής είναι πάντα υπεράνω. Χειροκροτεί τον ηττημένο. Βλέπεις δεν έχει τίποτε να χάσει.
          Α ναι! Να σας συστήσω: Το όνομα αυτής «ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ»
 

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Κι όμως....

Λένε πως  οι άνθρωποι έχουν περίεργες συμπεριφορές ώρες-ώρες  και ανεξήγητα προαισθήματα που τα επαληθεύει η πραγματικότητα.

Πάνε κιόλας  πέντε ολόκληρα χρόνια. Να! Σαν χθες μου φαίνεται που κάθονταν εκεί στο ντιβανάκι του με τη συνηθισμένη του πυτζάμα και τη ρόμπα του. Καλωδιωμένος με ένα σωληνάκι που του εξασφάλιζε τη δεδομένη για μας, στερημένη για κείνον,  αναπνοή και δεν τον άφηνε να πάει πιο πέρα από το μήκος του σωλήνα. Πληρώνεται ακριβά η ζωή μερικές φορές. Για να σου δώσει τα αυτονόητα πρέπει να της δώσεις κάτι σε αντάλλαγμα. Σαν τον αισώπειο σκύλο που η τροφή του οφειλόταν στη στέρηση της ελευθερίας. Έτσι και ο παππούς μου! Για να αναπνέει έπρεπε να βρίσκεται μέσα στο σπίτι σε ακτίνα μόλις δυο μέτρων!  
Στην αρχή δεν παραπονιότανε ιδιαίτερα. Το μόνο που ζητούσε ήτανε παρέα. Να μας έχει κοντά του! Το δικαιούνταν άλλωστε. Ο παππούς μου, που λέτε, ήτανε ένας αξιολάτρευτος παππούς. Αν αυτό ισχύει για όλους του παππούδες του κόσμου δεν ξέρω. Επίσης δεν ξέρω αν ένας άνθρωπος είναι αξιολάτρευτος ως παππούς αλλά όχι ο ίδιος άνθρωπος ως πατέρας ή ως σύζυγος και τούμπαλιν!  
Ψηλός, γεροδεμένος, από τους ανθρώπους που έστυβαν την πέτρα, με χέρια δυνατά, δουλεμένα. Είχε περήφανο περπάτημα, αργό και σταθερό βήμα και παρά τα γηρατειά του είκαζες εύκολα πως στα νιάτα του ήτανε ωραίος άντρας! Άλλωστε το λένε όλοι κι όχι μοναχά η γιαγιά μου.  
        Αλλά εμένα δε με ένοιαζε η εξωτερική του ομορφιά όσο αυτή της ψυχής του. Με ένοιαζε που ήτανε ένας παππούς ευαίσθητος. Με ενδιέφερε που ήτανε ένας παππούς της δευτέρας Δημοτικού αλλά που ασχολούνταν με τα πολιτικά με εκείνη τη γνωστή σφοδρότητα του καφενείου «Η ωραία Ελλάς» και πως ό,τι έλεγε το πίστευε! Βυθιζόμουνα σε απύθμενες σκέψεις, όταν τον άκουγα να μαίνεται με τους πολιτικούς, γιατί του έφαγαν τους κόπους μιας ζωής σε εργοστάσια και οικοδομές. Μου σπάραζε την καρδιά, όταν τον έβλεπα να κλαίει από διάχυτη ευαισθησία και καμάρι για παιδιά που πετυχαίνουν στόχους μέσα από αγώνες με στερήσεις. Ράγιζα, όταν η δική του η φωνή έσπαγε στο τηλεφώνημα που έπαιρνε από τα αδέρφια του που ήταν μακριά. Τον άκουγα όλη αφτιά, όταν μας συμβούλευε με τον αδερφό μου να είμαστε αγαπημένα και μας τόνιζε συνέχεια με άπταιστα γρεβενιώτικη προφορά: «Τ’ μάνα σας κι τα μάτια σας!!!». Γελούσα, όταν με έστελνε στο προποτζίδικο να του ρίξω το ΛΟΤΤΟ, γιατί, πριν πάω, είχε «μοιράσει» ήδη τα λεφτά, που δεν κέρδισε ποτέ, στα έξι εγγόνια και τις τρεις του κόρες. Και δεν είδα κανέναν άλλον παππού να μοιράζει το πενιχρό της σύνταξής του δώρο και να κρατάει για τον ίδιο μέρισμα που το προόριζε για το οικογενειακό με όλα του τα παιδιά και εγγόνια χριστουγεννιάτικο ή πασχαλιάτικο τραπέζι.
        Κι όμως, αυτόν τον παππού μου στέρησε η μοίρα πολύ νωρίς. Δεν του επέτρεψε να ζήσει με την οικογένειά του, όπως λογάριαζε. Αγώνες μιας ζωής που πήγανε στο βρόντο. Εξασφάλιζε απλά και διεκδικούσε στο τέλος ένα κρεβάτι στο νοσοκομείο και μια ζωή εξαρτημένη από τον τεχνητό παροχέα οξυγόνου και από τους άλλους, τους γιατρούς και τα παιδιά του που θα τον περιθάλπανε. Ζητιάνευε μιαν αξιοπρέπεια από έναν Θεό που του ‘κοβε λίγο-λίγο το πνευμόνι, που του τέλειωσε μέσα σε έξι μήνες το λαδάκι απ’ το καντήλι του με ορμή καλπάζουσα. Μα ήτανε τόσο νέος, αν και παππούς!
 Οι Μοίρες στο κρεβάτι του όταν ήρθαν, τότε, όταν γεννήθηκε, αποφάσισαν για εκείνον μια σύντομη διαδρομή και σίγουρα όχι στρωμένη με ροδοπέταλα. Αλλά εμείς, τα αχόρταγα και εγωιστικά όντα, που δεν καταλήξαμε ακόμα στο αν ο θάνατος για ορισμένες περιπτώσεις είναι λύτρωση, τον θέλαμε «έστω κι έτσι», καθηλωμένο και ανήμπορο κοντά μας. Το γιατί δεν το κατάλαβα ποτέ! Δεν ξέρω αν, όταν κάποιος φεύγει, στενοχωριέμαι για εκείνον που δε ζει πια ή για μένα που δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου δίχως εκείνον.
Εγωισμός ή αλτρουισμός η απώλεια του άλλου?
        Το μόνο που ξέρω είναι ότι προσπαθούσα απεγνωσμένα να δώσω (τρομάρα μου!) κουράγιο στον παππού μου τον Παύλο ότι θα ζήσει. Ακόμη κι αν έβλεπα ότι μετρούσε αντίστροφα το χρόνο. Του έλεγα: «Παππού, στη γιορτή σου θα κάνουμε γλέντι μεγάλο! Θα βγεις από το νοσοκομείο και θα είναι όλα καλά!» και εκείνος, αρχές Ιούνη του 2006 ήτανε, όταν μου απάντησε: «Όχ’ χρυσό μ’ πιδί δέ θα ‘νι! Γιατί ιγώ, θα ζήσου μέχρ’ ντ’ γιουρτή μ’ κι τν άλλ' μέρα θα μι “πάρ’” η μάνα μ’» (=όχι χρυσό μου, δε θα ‘ναι! Γιατί εγώ θα ζήσω μέχρι τη γιορτή μου και την άλλη μέρα θα με “πάρει” η μάνα μου)
        ...όπερ και εγένετο: Ο παππούς έζησε μέχρι τη γιορτή του, Πέτρου και Παύλου, (Καλή ώρα!) στις 29 Ιουνίου, του είπαμε «Χρόνια Πολλά» και του ευχηθήκαμε να ζήσει. Αλλά εκείνος έπραξε με απόλυτη συνέπεια, όπως μας το δήλωσε ένα μήνα πριν: Την επόμενη μέρα, στις 30 Ιουνίου, άφησε την τελευταία του πνοή, την ίδια ημερομηνία, την ίδια ώρα, στην ίδια ηλικία από την ίδια ασθένεια στα 20 χρόνια ακριβώς με τη μάνα του. Κι εκείνη τον “πήρε” κοντά της......
Δεν το πιστεύετε? Κι όμως...
       

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

ευ-family κατάσταση…

Η Θεοδώρα είναι ένα παιδί 5 χρονών και είναι ένα παιδί-θαύμα. Αποτελεί για τους γονείς της αυτό που λέει το όνομά της (Δώρο Θεού) και μεγαλώνει μέσα σε ένα ζεστό οικογενειακό περιβάλλον με άλλες δύο αδερφούλες  μικρότερες από αυτήν, τη Ζωή και τη Φωτεινή. Είναι ένα παιδί όμορφο και αγνό, όπως όλα τα παιδάκια του κόσμου σε αυτήν την ηλικία, τρισχαριτωμένο και πάνω απ’ όλα ΕΞΥΠΝΟ! Σε κάθε της κουβέντα σου κρύβει μία έκπληξη για τις γνώσεις της, σε κάθε της απάντηση μία ξεσυγυρισμένη ατάκα που σε αποστομώνει. Κι αν κάποιος θεωρεί πως όλα τα παιδάκια είναι έξυπνα αυτήν την εποχή λόγω ερεθισμάτων θα του αντιπαρατάξω πως και πολλά χωράφια είναι εύφορα ή δυνάμει εύφορα λόγω γεωργικών μηχανημάτων, λιπασμάτων κ.ο.κ. ωστόσο παραμένουν Α-Καλλιέργητα …
        Η Θεοδώρα δεν είναι ένα παιδάκι σαν τα άλλα. Αν τη ρωτήσεις μπορεί να σου δώσει απαντήσεις για την Οδύσσεια, να σου θυμίσει λεπτομέρειες που δε θυμάσαι ή που δεν έμαθες ποτέ, όπως για παράδειγμα ότι η Αρήτη ήταν η σύζυγος του Αλκίνοου, βασιλιά των Φαιάκων. Θα σου εξηγήσει με δικό της τρόπο πως πλανήτες είναι κάτι μεγάλες μπάλες στον αέρα, πως ένας από αυτούς είναι η γη, ότι εμείς πατάμε πάνω σε αυτήν τη μπάλα και δεν πέφτουμε γιατί εμείς έχουμε βάρος και υπάρχει βαρύτητα!!!!(Τι έγινε? Ποιος ήρθε?) Επίσης γνωρίζει για τις πιο μικρές μπαλίτσες που περιστρέφονται γύρω από τους πλανήτες  και λέγονται «δορυφόροι». Κι αν στο δικό σου το μυαλό ο πρώτος δορυφόρος που έρχεται στο νου σου είναι η σελήνη, στης Θεοδώρας έρχεται η Αμάλθεια που είναι δορυφόρος του Κρόνου και πήρε το όνομά της από μία κατσικούλα μονόκερη, από της οποίας το κέρατο έπινε γάλα ο Δίας….. μπλα μπλα  μπλα !!!!
        Αλλά η Θεοδώρα δεν έχει να σου πει μόνο λεπτομέρειες από όλο το επιστητό που εντυπωσιάζουν ακόμα και τους συγγραφείς της «Παπυρος larousse britannica» (άλλωστε θα μπορούσε να αντιπαρατάξει κανείς το γνωστό «όλα τα παιδιά είναι σφουγγάρια σήμερα και ό,τι τα ποτίσεις θα το ρουφήξουν». Το θέμα είναι όμως , όπως είπαμε, ποιος μπαίνει στη διαδικασία ποτίσματος…) έχει να σου δείξει ακόμα και τρόπους συμπεριφοράς: ξέρει να μοιράζεται τα πράγματα του σπιτιού της  και τις αγκαλιές των γονιών της, να μιλάει και να συμπεριφέρεται ευγενικά παρά την ηλικία της, που για πολλά παιδάκια χρησιμοποιείται η ηλικία ως άλλοθι, και να σου απαντάει με ολοκληρωμένες προτάσεις που έχουν νόημα! Ακόμη και όταν ρωτάει, διαπιστώνεις πως οι ερωτήσεις της έχουνε λογική.
        Επισκέπτομαι τη Θεοδώρα στο σπίτι της πολύ συχνά. Ομολογουμένως είναι ένα παιδί που ζει σε μια ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ευπρεπή. Δεν θα πω τέλεια. Τι είναι άλλωστε το τέλειο σε μία οικογένεια?  Να μην υπάρχουν φωνές ή καβγάδες? να βλέπει το παιδί τη μάνα στο σπίτι ολημερίς? να ζει σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον όπου όλα είναι αγγελικά και ρόδινα και να μην γνωρίζει από στερήσεις και ύπουλα παιχνίδια της ζωής?
        Όχιιιι… Δεν είναι αυτό οικογένεια. Αυτό είναι γυάλα. Δεν είναι αυτό ιδανικό γιατί ως ιδανικό ορίζεται συνήθως το μη εφικτό! Ιδανικό, αν θέλουμε να υπάρχει, πρέπει να θεωρούμε το φυσιολογικό - το φυσικό και το λογικό. Και η λογική λέει πως και καβγάδες υπάρχουν, και φωνές υψώνονται, και η μαμά θα λείψει από το σπίτι και πως η ζωή έχει αναποδιές και κακοκεφιές και ψευτιές…
        Ιδανικό για ένα παιδί είναι το περιβάλλον που του δίνει σημασία, που ασχολείται μαζί του και δε το παρκάρει στον παππού, στη γιαγιά, στη νταντά, στην οθόνη της τηλεόρασης, στο χοροδιδάσκαλο ή την καθηγήτρια των γαλλικών. Είναι το περιβάλλον που είναι ζεστό, που του προσφέρει σιγουριά και του θυμίζει ότι πάντα υπάρχουνε άνθρωποι που το φροντίζουν και το αγαπάνε, όπως είναι ο μπαμπάς και η μαμά, που του δίνουνε αυτό που οι ίδιοι τους «είναι» και όχι μόνο αυτό ή αυτά που «έχουν», που του  απαντάνε όταν ρωτάει και δε το «διώχνουνε συνεχώς από το κεφάλι τους» για να πιουν καφέ ή να δουν τηλεόραση.  Ιδανικοί είναι εκείνοι οι γονείς  που ποντάρουνε στο να φτιάξουνε ανθρώπους στην κοινωνία και όχι να «γεννήσουνε» απλά ένα ακόμη παιδί για να «ολοκληρωθούν» ως άνθρωποι (αυτήν την ολοκλήρωση καθείς τελικά την ερμηνεύει κατά το δοκούν).
        Καβγάδες στο σπίτι της Θεοδώρας υπάρχουνε αλλά δεν είναι ο κανόνας, φωνές και κλάματα επίσης αλλά δεν είναι ο ορισμός, τους παππούδες της τους επισκέπτεται πολύ συχνά αλλά δεν αποτελούν υποκατάστατο των γονιών, τηλεόραση βλέπει αλλά δεν είναι καθημερινό, η μαμά της μπορεί και να τη «διώξει» καμιά φορά από τα πόδια της αλλά αυτό δεν είναι νόμος, και επίσης έχει καθηγήτρια γαλλικών αλλά αυτό δεν είναι «παρκάρισμα».
        Και ευλόγως κατανοεί κανείς τι και ποιος  κρύβεται πίσω από τη Θεοδώρα!  Δυο γονείς συνειδητοποιημένοι, που ξέρουν γιατί γέννησαν, που ξέρουν τι σημαίνει έχω παιδιά, που ξέρουν πώς να τα μεγαλώσουν… Κι αν κάποιοι πιστεύουνε πως η μαμά της έχει χρόνο και της διαβάζει παραμύθια, ότι  χασομεράει και την πηγαίνει στο θέατρο με τις αδερφές της, ότι χαζολογάει και της εξηγεί την Οδύσσεια και  τους πλανήτες του γαλαξία μας, ότι  έχει λύσει το βιοποριστικό της και ότι δε δουλεύει ή ότι έχει 15 παρατρεχάμενους για τις δουλειές του σπιτιού και ότι δεν έχει τίποτε άλλο να κάνει, σας πληροφορώ πως είναι γιατρός με εφημερίες και ολονύκτιες καταστάσεις στην εντατική, κάνει διδακτορικό και είναι μια ΚΟΥΚΛΑ! Και δεν είναι το θέμα μας ότι η μαμά της Θεοδώρας είναι ιδανική. Το θέμα είναι ότι πολλές μαμάδες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, για  το έναν ή τον άλλον λόγο, με το ένα ή το άλλο άλλοθι δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα για τα μόνιμα ξεφορτώματα των παιδιών τους στην τηλεόραση, για τα κατ’ επανάληψιν φορτώματα των παιδιών στους παππούδες, για τους κατεξοχήν καβγάδες και τις μόνιμες φωνές στο σπίτι…
        Γονιός δεν είμαι! Και δεν ξέρω αν θα γίνω ποτέ! Η φόρμα που έχω στο δικό μου το μυαλό όμως προσιδιάζει σε αυτήν της Θεοδώρας. Η οικογένειά της είναι «αξία» για μένα,  η Θεοδώρα ως παιδί «ανταρσία» για τα δεδομένα της εποχής και η μαμά της «άξια» και υπεύθυνη για όσα συμβαίνουν γύρω της. Έχει κάνει το «θέλω» «μπορώ», ενσάρκωσε τις επιθυμίες της και έδωσε πνοή στα όνειρά της.  Έφτιαξε μια οικογένεια μαζί με τον άντρα της  Πρότυπη, Πρωτότυπη για τα περιβάλλοντα που την πλαισιώνουν, χαρούμενη και ευτυχισμένη, μια οικογένεια πώς να το πω? Εφ-άμιλλη( ή ευ-family) των προσδοκιών μου και σου και του… και του κόσμου όλου…
       

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

Θα σας «σύρω» τα εξ αμάξης…

Μοιράζομαι σ’  Ανατολή και Δύση, ανήκω και στις δυο και σε καμιά…
Δεν ξέρω γιατί μου αρέσει πολύ αυτό το τραγούδι, αφού με μελαγχολεί όταν το ακούω. Θαρρώ όμως πως ο εαυτός μας επιδιώκει ενίοτε την μελαγχολία για εξαγνισμό, για κάθαρση, για ανάταση… Μου αρέσει επειδή με εκφράζει, επειδή δε βρίσκω τρόπο να περιγράψω αλλιώς τη ζωή μου. Κάθε που μπαίνω στο αυτοκίνητο για να μετακινηθώ από την πόλη στο χωριό και vice versa, νιώθω τα ίδια συναισθήματα, βλέπω τα ίδια πράγματα, ακολουθώ την ίδια διαδρομή, κάνω τις ίδιες σκέψεις (νομίζω). Το σκηνικό επαναλαμβάνεται, τα μοτίβα των διαδρομών το ίδιο, οι σκέψεις όμως? Ίδιες κι αυτές? Τα ίδια σκηνικά με κάνουν να σκέφτομαι κάθε φορά άλλα. Διαφορετικά μοτίβα μου προκαλούν τις ίδιες σκέψεις. Νομοτέλεια, αφέλεια, γιατί όχι ψυχεδέλεια.
ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΠΡΩΤΗ
Τακτοποιώ τις εμπειρίες του Σαββατοκύριακου στη βαλίτσα. Δεν ξεχνώ να βάλω στη χειραποσκευή τη μελαγχολία της Δευτέρας, ενώ στο  sac voyage στρίμωξα με τα πέντε ζευγάρια παπούτσια την ωραιοπάθεια που μου χαρίζουν τα faux bijoux. Το port baggage έφερε εις πέρας την αποστολή του: επιβίβασε τις αναμνήσεις της αστικής μου ξεγνοιασιάς . Το κλειδί γυρίζει στη μίζα…. Κι ο Πλιάτσικας από το ράδιο συνωμοτεί με το σκοτάδι του μυαλού μου και μου τραγουδάει σιγοψιθυριστά  ό,τι έχω χωμένο στο κέντρο του εγκεφάλου μου:
Είναι η πόλη μας τώρα πια φάντασμα
Μοιάζει με πίνακα που έχει ξεβάψει
Κι έχει απομείνει μονάχα η θάλασσα
Να μου θυμίζει ότι έχω ξεχάσει
Έτσι κοιτάζω την πόλη που αγάπησα
Όταν σε είχα σε αυτή συναντήσει
Έτσι κοιτάζω την πόλη που άφησα


Όταν στην άβυσσο μ είχες αφήσει...
Κλείνω τα μάτια και βλέπω το αύριο
Κι είναι ένα αύριο δίχως εικόνες
Ίσως να ζει η αγάπη μεθαύριο
Ίσως περάσουν κι αυτοί οι χειμώνες…
Τα κατάφερε ο Φίλιππος να με βουρκώσει. Δίχως γιατί… τώρα μέσα από το πρίσμα των δακρύων βλέπω πιο θολό το τοπίο. Για λίγο όμως… Τα δάκρυα ξεπλένουν την ψυχή μου. Γι’ αυτό «Κλάψε!», λέω στον εαυτό μου, «Δίχως ενοχές!»
        Το φανάρι έχει κίνηση. Με έχουν πιάσει δύο στη σειρά. Στο τρίτο περνάω με βαθύ πορτοκαλί. Περνάνε άλλα τρία αυτοκίνητα πίσω μου! Όλοι βιάζονται… Κι εγώ κι αυτοί! Γιατί? Τι έχουμε να προλάβουμε άραγε? Η ζωή σε περιμένει ούτως ή άλλως, όσο κι αν καθυστερήσεις, στο φανάρι, στην κίνηση, κολλημένος πίσω από καμία νταλίκα που πάει πολύ αργά…. Εκεί θα είναι η ζωή! Δε φεύγει! Είτε πας δέκα λεπτά νωρίτερα είτε δέκα λεπτά αργότερα! Πώς? Τρέχεις να προλάβεις το τρένο, γιατί αλλιώς θα το χάσεις? Μα αφού έχει ένα άλλο μετά! Και ίσως μέσα σε αυτό να συναντήσεις κάποιον που δε θα συναντούσες, αν προλάβαινες το προηγούμενο… Ξέρεις πόσες φορές μου ‘χει τύχει?
        Εσύ κύριε με το Mercedes γιατί κορνάρεις και ανάβεις να φώτα στους μπροστινούς σου πάνω στην περιφερειακή? Τι θες ? Να προλάβεις να δεις αν ανοίγουν οι αερόσακοι σε πρόσκρουση με μεγάλη ταχύτητα για να νιώσεις ότι δεν πήγαν στράφι τα πολλά λεφτά που έδωσες? Κι αν η Mercedes διαψεύσει τις προσδοκίες σου? Αν σε προδώσει και στερήσεις τον πατέρα του κοριτσιού ο οποίος προπορεύεται ανυποψίαστος των βιαστικών, με ή χωρίς λόγο, προθέσεών σου? Ρώτησες το κοριτσάκι αν θέλει να μείνει ορφανό από την επιδειξιομανία της τσέπης και του οδηγικού σου ταλέντου που μπορεί να αποδειχθεί fake?
        Το μάτι φεύγει στις  τεράστιες πινακίδες που μου υποδεικνύουν έναν άλλον κόσμο εκεί έξω…  Δεξιά προς Χαλκιδική και ζωγραφίζω πάνω της καραβάκια, αμμουδιές και αλμυρά βράχια με αρμυρίκια… Αριστερά  για Καβάλα, Σέρρες και Κατερίνη και Αθήνα! Έχω φωτογραφίες στο κάστρο της Καβάλας, χάθηκα πολλάκις στους μονοδρόμους της Κατερίνης, στις Σέρρες έχω φίλους που πεθύμησα πολύ. Κι εσύ Αθήνα, συγκεντρωτική, μου στερείς όποιους αγάπησα περισσότερο από κάθε τι άλλο! Αχόρταγη! Δε σε χωνεύω!
Δεξιά η κλινική Genesis: Χαρές που κάνουν άραγε οι νέοι γονείς! Αυτά τα παιδάκια όμως γιατί δεν τα ρωτάνε ποτέ, αν θέλουν να έρθουν σε αυτό τον κόσμο και να ζήσουν με όρους αλλονών σε μια κατά τα άλλα δημοκρατική ζωή?
        Ένα παππούς οδηγός μου κλείνει το δρόμο. Πηγαίνει με 60 στην αριστερή λωρίδα! Θέλω να του πω «Παππού κάθισε σπίτι σου! Φτάνει! Δεν το’ χεις πια!»… και με διακόπτει μία απορία: Πόσο εύκολο είναι να αποδεχθείς την ηλικία αυτή με τόσα παρελκόμενα? Αφού για να ζεις πρέπει να κάνεις όσα έκανες  παλιά κι άλλα τόσα…  Αισθάνομαι πως  οι σκέψεις μας επικοινωνούν και πως μου απάντησε κιόλας: «Κόρη μου, εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα ‘ρθεις». Εντάξει παππού, τα ‘πες όλα… αν και δεν είμαι τόσο αισιόδοξη πως θα φτάσω στην ηλικία σου…. για τα δεδομένα της εποχής εσύ έχεις ξεφύγει πέρα από τα όρια τα ηλικιακά του προσδόκιμου της γενιάς μου!
        Στρατιωτικό νοσοκομείο 424. Πιο δίπλα Νοσοκομείο Παπαγεωργίου. Κι εδώ απορία: Πόσοι άραγε άνθρωποι έχουν αφήσει τη ζωή στα χέρια χειρουργών? Πόσοι πονούν και πόσοι αγωνιούν σε θαλάμους αναμονής έξω από χειρουργεία πίσω από τους τοίχους αυτών των κτιρίων?  Δεν μου απαντάει κανείς. Η στροφή μπροστά μου είναι επικίνδυνη… τα κτίρια του ΤΙΤΑΝ με τρομάζουν. Μεγάλη εταιρεία: πολλές οικογένειες τρέφει. Είναι όμως  και πολύ γενναιόδωρη σε νέφος, όπως προδίδουν τα φουγάρα της… Πιάνω ευθεία! Βαριέμαι τους ευθείς δρόμους!  Αλλά και οι στροφές είναι επικίνδυνες. Δεν ξέρεις αν γλιστρούν, αν θα σε πετάξουν εκτός οι φυγόκεντρες, αν ο απέναντι προσπερνά ως βλαξ τον μπροστινό του.  Δε μ’ αρέσουν οι ευθείες. Ο  Gaudi δεν έφτιαξε ούτε μια ευθεία, γιατί η φύση δεν έχει καμιά και πουθενά. Μ’ αρέσει ο Gaudi. Πετάγομαι στη Βαρκελώνη του 2007. Ξαφνικό, απροσχεδίαστο το ταξίδι μου εκείνο. Αλλά αξέχαστο! Επανέρχομαι στην ευθεία του δρόμου: το αποφάσισα: Δεν μου αρέσουν οι ευθείες… μόνο οι ευθείς άνθρωποι. Αλλά κι αυτοί χρειάζεται κάπου κάπου να κρατούν τα προσχήματα. Αυτό δε λέγεται έλλειψη ευθύτητας ή προσποίηση αλλά διακριτικότητα!
Δεξιά κι αριστερά με διακόπτουν οι εταιρείες, οι εκθέσεις, τα  εμπορεύματα. Αποθήκες! Τι αποθηκεύει ο κόσμος? Σύρμα για μπάλες φυτών!!!! Μία ολόκληρη αποθήκη για σύρμα! Ούτε που θα μου περνούσε ποτέ αυτό από το μυαλό ως επάγγελμα: «εμπορία σύρματος για μπάλες φυτών»! Σωστά! Κάποιος πρέπει να το κάνει κι αυτό για να έχουμε εμείς το ψωμί στο τραπέζι το μεσημέρι… 
Στροφή! Έξοδος από περιφερειακή.. Σίνδος, βιομηχανίες, φορτηγά, εργοστάσια, εργοτάξια, κτίρια-νεκροταφεία, αλλοτινές εμπορικές και βιομηχανικές δόξες, ένα πανό τεράστιο διαλαλεί την κρίση και μου θυμίζει τον ξεπεσμό της χώρας μου! Μου υπόσχεται 70% έκπτωση σε έπιπλα! Κι αυτός ο έμπορος τι θα βγάλει? Θα βγάλει ούτως ή άλλως? Άρα έβγαζε +70% από αυτό που βγάζει τώρα? Ξεπουλάει την αλλοτινή και ακριβή του φήμη, ζητιανεύει την πάλαι ποτέ του φιγούρα μεταξύ εφάμιλλων εμπορικών καταστημάτων! Τώρα το κράτος τον τσακίζει, τον πατάει στο κεφάλι κι αυτός προσπαθεί να το σηκώσει. Υποκλίνεται στον πελάτη που περνάει την πόρτα του και του «χαρίζει». Πριν λίγο όμως «δεν χαριζότανε» σε κανέναν. Κατακλείδα: «όλα εδώ πληρώνονται». Περίοδος παχιών αγελάδων τέλος!
Μπαινοβγαίνω σε χωριά. Άλλοι ρυθμοί: τα παιδιά παίζουν στις αυλές, παλεύουν στα χώματα. Οι γειτόνισσες πίνουν καφέ στη βεράντα. Ένας κύριος μετακινείται από το σπίτι ως το καφενείο με το τρακτέρ… Αυτό έχει, αυτό εμπιστεύεται!
Παλαιά και Νέα Πέλλα: ένας τόπος με ΙΣΤΟΡΙΑ! Ποιοι ανεγκέφαλοι διεκδικούν την πατρότητα της? Με ποια πειθώ? Της ξεφτισμένης ή της κλεμμένης τους ιστορίας? Τόσοι λόφοι μάρτυρες, μαρτυρικοί καταθέτες αφ’ εαυτών! Φωνάζουν από μόνοι τους! Μα δεν ακούει κανείς? Το χώμα αυτό που τρέχει κάτω από τις ρόδες του αυτοκινήτου μου ποιος στρατηλάτης το ‘στρωσε στα βάθη των αιώνων? Για ανάτρεξε στις σελίδες της ιστορίας!
Κι ο δρόμος χάνεται μέσα στις φυλλωσιές του δρόμου… Μυρίζει χώμα, μυρίζει δροσιά, μυρίζει γρασίδι. Μακεδονία τόπος ευλογημένος! Πλούτος, γη, καρποί, πράσινο, νερό. Όλα τους συστατικά ευφορίας, ζωής, εξασφάλισης του «ρτου μν το πιούσιου»! Πλησιάζω στο δικό μου χωριό. Εφοδιάζομαι με ενέργεια. Μπαίνω στο χώρο εργασίας! Οι σκέψεις μου θα ενεργοποιήσουν τις δυνάμεις μου, οι εμπειρίες του Σαββατοκύριακου θα μετουσιωθούν σε θεωρίες περί μαθημάτων ζωής, το μυαλό μου πρέπει να συγκεντρωθεί στη δουλειά μου και η ψυχή μου να ενταφιαστεί στο χωριό: εδώ που είναι η μάνα μου, εδώ που είναι τα «παιδιά» μου, εδώ που είναι η οικογένειά μου…
Σε λίγες μέρες θα επιστρέψω πάλι στην πόλη κουβαλώντας από δω προς τα κει πια (πού είναι το εδώ και πού το εκεί?) μέσα στη βαλίτσα τις εμπειρίες ως αναμνήσεις, τη μελαγχολία στη θέα της μάνας μου, όταν με ξεπροβοδεί και το γεμάτο από εργατικότητα και κούραση πενθήμερο ως χειραποσκευή… Θα κάνω την ίδια διαδρομή αντιστρόφως:
ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
 θα αφήσω τα χωριά με την ανεμελιά, τα χωράφια του πλούτου, τους ιστορικούς μακεδονικούς λοφίσκους της Πέλλας και θα προχωρήσω προς τους εμπόρους των «ισχνών πια αγελάδων», τις συρματαποθήκες, τις βαρετές ευθείες, το ΤΙΤΑΝ, τις επικίνδυνες στροφές, τους επόμενους ασθενείς, τα καινούργια νεογέννητα, κάποιον άλλο «αργόστροφο διαδρομικώς» παππού, έναν άλλο βιαστικό οδηγό που περνάει με κόκκινο ή κάνει σινιάλο στον μπροστινό του για να παραμερίσει, θα ξαναδιαβάσω αντιστρόφως τις ταμπέλες για να πάω πρώτα στην αφιλόξενη Αθήνα, μετά στις Σέρρες, μετά στην Κατερίνη, στην Καβάλα και τέλος στη Χαλκιδική. Θα με ξαναπιάσει το κόκκινο φανάρι. Τελικά όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν! Και μόλις παρκάρω στην πυλωτή, πριν σβήσω το αυτοκίνητο θα προσέξω ότι στο ράδιο παίζει πάλι Πλιάτσικας αλλά αυτή τη φόρα άλλα μου τραγουδάει:
''Θέλω να τρέξω, να πετάξω, να χαθώ
όμως φοβάμαι τι θα γίνει αν γυρίσω
Τον εαυτό μου να γελάσω προσπαθώ
μα κάπου μέσα μου βαθιά δεν θα τον πείσω
Είναι ωραία η θάλασσα γιατί κινείται πάντα
κι αν έχεις βρει πολλές στεριές καμία δεν σ' αράζει
δώσ' μου για φιλοδώρημα τραγούδι μέχρι πάντα
είναι ωραία η θάλασσα γιατί με ΜΕΝΑ μοιάζει