Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριακή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριακή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά....


Τι σου κάνουν 24 γράμματα σε ένα Αλφάβητο και 7 νότες στο Πεντάγραμμο? Μια ιστορία που όμοιά της δεν θα ξαναϋπάρξει. Γιατί μπορούν να αντανακλούν την ιστορία και να εμπνέονται από αυτήν, αλλά παράλληλα τη γράφουν! Θα την ξαναγράψουν όμως με τον ίδιο τρόπο? Γιατί η ιστορία μάλλον επαναλαμβάνεται σπειροειδώς, απλά ποτέ συγκυριακά και προφανώς δεν ταυτίζεται σε όλες της τις φάσεις με ίδιες παραγωγές, μορφές ή φωνές. Η ιστορία γράφεται, αλλά δε διαγράφεται. Υπάρχει και υφαίνεται και συνυφαίνεται ες αεί με άλλες όμοιες και παρόμοιες.


Ποιος? Τι? Πώς? Γιατί? Πότε? Αυτή πια η απορία που ξεφυτρώνει παντού!!!... τη σπέρνεις δεν τη σπέρνεις...!!! Ανθίζει, λουλουδίζει, πετάει κάτι κλαδιά... να σου βγάλουν το μάτι! Δε θέλω ρε παιδί μου να ξέρω! Φύγε από το κεφάλι μου! Βγήκα να πιω ένα ποτηράκι να ξεχάσω και να ξεχαστώ και να ακούσω δυο στίχους και δυο μελωδίες. Αλλά ποιους στίχους? Και ποιες μελωδίες?
Γιατί δεν είναι που ακούς τη Συννεφιασμένη Κυριακή και αυτομάτως νιώθεις ο Μεγάλος Αδερφός-Τσιτσάνης να παρακολουθεί μια Κυριακή εν έτει 2014 τη ζωή σου και να σε κοροϊδεύει από κει ψηλά, σαν να σου λέει πως σε νιώθει. Είναι που μαθαίνεις πως για κείνον οι Κυριακές συννέφιαζαν για πολύ «πιο σοβαρούς λόγους», ανατριχιαστικά πραγματικούς. Τραγούδια που περιγράφουν κακουχίες, θύματα των Πολέμων, των Εμφυλίων ή των Παγκοσμίων, της καταστροφής της Σμύρνης! Αλλά για σένα η καταστροφή είναι μόλις ένας καβγάς, ένας προβληματισμός για μια σχέση, μια φιλία, μια απογοήτευση.
Ωστόσο, η ενοχοποίηση αυτή μπορεί να θεωρηθεί άκυρη, εάν σκεφτεί κανείς πως οι δυσκολίες για τον καθένα αλλάζουν και μετασχηματίζονται στο χώρο ή στο χρόνο, ανάλογα με τη φάση της ζωής του ή ανάλογα με τη ζωή του σκέτο. Τα τραγούδια και δη τα ρεμπέτικα, ανήκουν στην Τέχνη, γεγονός που σημαίνει ότι, όπως με όλα τα είδη τέχνης, άπαξ και φύγουν από τον στιχουργό-καλλιτέχνη, περνάνε στην ευχέρεια του κοινού να τα ερμηνεύσει και να τα συνδέσει, όπως εκείνο θέλει ή μπορεί. Για τέτοιους περίπου λόγους, τραγούδια, όπως το απαγορευμένο-κατοχικό Κάνε Λιγάκι Υπομονή, ανήκουν στα τραγούδια της «διπλής ανάγνωσης». Θαρρείς πως γράφτηκε για κάποιον απογοητευμένο ερωτευμένο, για να μάθεις πως ο στιχουργός, καθώς το έγραφε, ονειρευόταν την Ελευθερία στην κατοχική Ελλάδα και χρειαζόταν απλά ένα ωραίο καμουφλάζ. Ποιος αποκλείει όμως και το προφανές?  
Και γιατί τα πιο ξεκάθαρα ιστορικά και πονεμένα τραγούδια μιλάνε τόσο στην ψυχή σου, όταν δεν έχεις περάσει ούτε τα μισά απ’ όσα λέει? Τι νιώθεις σαν κατεβάζεις τις ρετσίνες ακούγοντας το Αντιλαλούνε Τα Βουνά από τον Μπιθικώτση ή το Κάποια Μάνα Αναστενάζει από την Μπέλλου? Έχεις σίγουρα αίσθηση, όταν χορεύεις σε ρυθμό συρτού, ότι το ΣτοΤούνεζι στην Μπαρμπαριά εκφράζει τον πόνο αυτών που έχασαν τους ανθρώπους τους στην άβυσσο της θαλάσσιας ξενιτιάς και ίσως ο καλλιτέχνης ποτέ δεν φαντάζονταν με πόσο «κέφι» θα σύρεις τον χορό αυτόν σε κάποιο ξενυχτάδικο-ελληνάδικο-ρεμπετάδικο? Και δεν είναι τόσο «-άδικο» να μην μπορέσει να σου μεταφέρει τον πόνο, ή μήπως η μουσική είναι μαγευτική, γιατί καταφέρνει να κάνει τον πόνο τραγούδι?
Και επιπλέον, έχουμε μάθει να τραγουδάμε μόνο τον ερωτικό μας πόνο? Γιατί πολλά από αυτά τα άσματα ασμάτων μας πιρουνιάζουν το μυαλό? Πάντα υπήρξε κάποια Αρχόντισσα στη ζωή μας, πάντα μια Αχάριστη που φάνηκε ανάξια των προσδοκιών μας? Για όλους μας υπάρχει ένας άνθρωπος που Γεννήθηκε Για Την Καταστροφής μας? Περάσαμε όλοι από τις τρυφερές φάσεις να μας ξενυχτάει ένας έρωτας? Περιμέναμε όλοι κάποιον Χαράματα Η Ώρα Τρεις Να‘ρθει Να μας Ξυπνήσει και ύστερα, αφού έκανε τον κύκλο του, κλάψαμε, αδιαφορήσαμε, γκρινιάξαμε που Μας Ξύπνησε Νωρίς?
Γιατί η Θεσσαλονίκη είναι τόσο Όμορφη, ακόμη και για κείνον που δεν την έζησε ποτέ? Και τι τον συγκινεί από το Μπεχ Τσινάρ(ι) και το Μπαχστέ Τσιφλίκ(ι), όταν δεν ξέρει ούτε πού βρίσκεται, ούτε τι σημαίνει? Γιατί σιγοτραγουδάμε όλοι τον Άγιο Νείλο στο Χατζηκυριάκειο του Πειραιά, ο οποίος δεν ξέρουμε πού πέφτει? Τι οίστρος ανατολίτικος είναι αυτός που μας τσιμπάει, όταν ακούμε για λάγνες Αραπίνες, για τη Ζαΐρα που δε γνωρίσαμε ποτέ, ή τη Σεράχ?
Πόσοι από μας ξενύχτησαν κάτω από παραθύρια Σουρωμένοι Πάλι, πόσοι χτύπησαν κουδούνια νυχτιάτικα, πόσοι ενσάρκωσαν το μοτίβο του παρακλαυσίθυρου και πόσοι πιστεύουν πως Γεννήθηκαν Για Να Πονούν?
Η Μαρίκα Νίνου και ο Βασίλης Τσιτσάνης δεν έμειναν στην ιστορία για τη θυελλώδη σχέση τους και τον ακόμα πιο θυελλώδη χωρισμό τους. Έμειναν κυρίως για το ότι υπήρξαν το πιο γνωστό δίδυμο του ελληνικού πενταγράμμου στα μεταπολεμικά χρόνια λίγο πριν εκείνη φύγει πρόωρα από τη ζωή. Τραγούδησαν μαζί πολλά από τα μεγαλύτερα «καψουροτράγουδα» της εποχής και όχι μόνο, άσματα που έκαναν τόσους από εμάς να απορούμε πόσο παράλληλη μπορεί να είναι η ζωή μας με εκείνων. Και μπορεί τα μοτίβα της ομορφιάς ή της χάρης σε μια κοπέλα, σε έναν μάγκα, σε έναν κουτσαβάκη, να διαφοροποιούνται από εποχή σε εποχή, μπορεί η σύγχρονη Γυναίκα-Vamp να μην γλυκοτηγανίζει κεφτέδες σαν την Κατερίνα ή την Πιο Καλή Γκαρσόνα, και μπορεί η ξενιτιά να μην είναι τόσο μακρινή όσο κάποτε, λόγω εκμηδενισμού των αποστάσεων, Το Παράπονο του Ξενιτεμένου όμως θα είναι μια ζωή κοινό σ’ αυτή τη ζωή, και ο έρωτας για έναν άντρα πάντα θα περνάει από το στομάχι και θα κολακεύεται από την καλή μαγείρισσα που πέρα από το γκουρμεδίστικο πιάτο α λά Botrini, ψιλοζηλεύει την ωραία σκορδαλιά με το περίσσιο λάδι.
Βάζω, λοιπόν, το χέρι μου στη φωτιά! Δεν πά’ να ‘σαι ο πιο στριμμένος γεροξεκούτης άνθρωπος ή η απομίμηση σε πρόωρη φάση ενός κακιασμένου γέρου? Ανέραστος? Αγέλαστος? Άμουσος? Δεν πα’ να ‘σαι ένα αμούστακο κανακεμένο και χλεχλέδικο βουτυρόπαιδο του μπαμπά σου, από εκείνα που σκορπάν γαρούφαλλα από το δίσκο της λουλουδούς? Ό,τι και να ‘σαι, είσαι σίγουρα από εκείνους που εκτέθηκαν σε περιβάλλον με ακούσματα, βαριά και απαγορευμένα, ελαφρά και ταξιδιάρικα, ιστορικά και ανεπανάληπτα. Και ίσως να μην ξέρεις τον Παπαϊωάννου, τον Τούντα, τον Τσάντα, την Παπαγιαννοπούλου, την Αμπατζή, τη Χασκίλ ή τον Σκαρβέλη. Σου είναι όμως σίγουρα γνωστός ο Χιώτης, η Εσκενάζυ, η Νίνου, ο Τσιτσάνης και ο Μπιθικώτσης. Και έχεις ρε παιδάκι μου κάτι που κυλάει στις φλέβες σου μαζί με το τσιπουράκι, όταν τους ακούς, κι αυτό το λένε: Βάσανα Ελληνικά και Χιλιοτραγουδισμένα!

Στην Υγειά Μας...



Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

L’ esprit d’ escalier


Οι Γάλλοι το ονομάζουν esprit d’ escalier! Είναι όλα όσα θα ήθελες να του/της πεις επάνω στον καβγά, τη συζήτηση, τη συνάντηση, αλλά ο χρόνος, το στρες, ο θυμός, ο «δεν ξέρω», δεν σου επέτρεψε. Φεύγοντας και κατεβαίνοντας τις σκάλες, αρχίζεις και παίζεις σε ταινία στο μυαλό σου, όσα είπατε. Και αρχίζουν τα κατηγορώ στον εαυτό σου: «Γιατί δεν του είπα αυτό?», «Γιατί δεν του είπα το άλλο?», «Γιατί όταν με ρώτησε εκείνο, εγώ του απάντησα αυτό αντί για εκείνο?»...Δεν βγάζεις άκρη! Ποτέ δεν είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου! Ή τέλος πάντων δεν είμαι εγώ με τον δικό μου.
Ποιος να μου το ‘λεγε ότι θα έβγαζα το σκασμό σε μια συνάντηση που την ονειρευόμουνα χρόνια και στην οποία είχα να πω τα σώψυχά μου!? Χάρτινα όνειρα! Μα τα ‘καψα, πριν καλά καλά τα ζήσω! Έχασα τα λόγια μου! Ή μάλλον, τα έχανα! Απαντούσα μονολεκτικά στις ερωτήσεις του. Δεν απάντησα τουλάχιστον σε πέντε ερωτήσεις, γιατί απλά «δε θυμόμουνα την απάντηση» και δεν ήθελα -για ανεξήγητο λόγο- να τη θυμηθώ! Δε θυμόμουνα για παράδειγμα πού μου αρέσει να πίνω καφέ. Δε θυμόμουνα γιατί βγήκα με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Δε θυμόμουνα εάν ήμουν ή δεν ήμουνα καλά! Δε θυμόμουνα γιατί με στεναχωρεί αυτός ο κόσμος. Δε θυμόμουνα για ποιον λόγο γελούσα όλη την ώρα. Δε θυμόμουνα γιατί μια ζωή χαμογελάω. Δε θυμόμουνα...
Άφηνα συζητήσεις στη μέση. Τις δε πολιτικές συζητήσεις... ούτε καν στη μέση. Στην άκρη! Εκεί ακριβώς στο χείλος του γκρεμού, μπας και αυτοκτονούσαν οικειοθελώς, πριν τις σπρώξω εγώ με το έτσι θέλω και το σαρδόνιο γέλιο ενός στυγερού δολοφόνου. Κι αν σκεφτείς ότι ο λόγος της συνάντησης ήτανε ακριβώς αυτός.... να δω πόσο πιο βαθιά μπορεί να σκέφτεται ένας άνθρωπος πίσω από το γυαλί της τηλεόρασης, πόσο πιο πολιτικά πίσω από την πένα ενός άρθρου στην κυριακάτικη εφημερίδα, με ποια πνευματική τροφή τρέφεται και παράγει τόσα θρεπτικά συστατικά για τη δική μας κρίση....
 Δεν ξέρω-δεν απαντώ, γιατί μετατράπηκα σε βουβό κινηματογράφο με ένα χαζό και σαστισμένο χαμόγελο αμηχανίας μίας α-νόητης ύπαρξης.
-Πού γεννήθηκες?
-Στην πόλη των καταρρακτών
-Και η πόλη όπου εργάζεσαι πόσο μεγάλη είναι?
-έχει 38 καφετέριες
-ποια βιβλία μου έχεις διαβάσει?
-κανένα
-και από πού με ξέρεις?
-από την τηλεόραση που δεν έχω και τις επιφυλλίδες σας τις (συννεφιασμένες μου) Κυριακές
-μα αυτές είναι αστείες, δεν θεωρούνται σοβαρή παραγωγή
-τις γράφει όμως ένας σοβαρός παραγωγός
-και γιατί ήθελες να με γνωρίσεις?
-για τον ίδιο λόγο που μια τενίστρια θέλει να γνωρίσει τη Σαράποβα!(sic)
-γιατί πιστεύεις τόσο πολύ στο λόγο-την ομιλία κάποιου?
-επειδή δεν έχω εξασκηθεί στο να ακούω τον άλλον
-Θα σε ρωτήσω κάτι, επειδή δεν σε ξέρω, για να τσεκάρω το IQ σου..................................................................... (με πολύ γέλιο φυσικά)
-ΚΕΝΟ! Κουρτίνα! Κόκο μπλόκο! Δε θυμάμαι τι με ρώτησε, ούτε καν το θυμόμουν «όταν κατέβαινα τις σκάλες», πάντως σίγουρα θα τσέκαρε πως το IQ μου είναι IQ ραδικιού, μυρμηγκιού, βρακιού!
Δεν είχα να αποδείξω τίποτα! Δεν του είπα πόσο συμφωνώ, αλλά και πόσο διαφωνώ κάποιες φορές με τις τόσο καλογραμμένες απόψεις του, ακόμη κι όταν η συζήτηση πήγε πολλές φορές κατά κει. Δεν ανέφερα τίποτα για το νεύρο και την σπίθα που βγάζει η γραφίδα του στο χαρτί και που τόσο λατρεύω. Δεν επέμεινα σε διευκρινίσεις για θέσεις του οι οποίες μου φαίνονται ρομαντικές, ανέφικτες και αφηρημένες μερικές φορές, αλλά τόσο σπουδαίες, εάν υλοποιηθούν. Δεν του είπα ότι διάβασα πολύ παλιά βιβλία του, αλλά ήμουν τόσο ανώριμη που δεν μπήκα στο πνεύμα τους και περιμένω το πλήρωμα του χρόνου για να πιαστώ ξανά και πιο σοβαρά με κάτι τέτοια. Δεν του είπα ποιος με πόνεσε εξ αιτίας του. Δεν του μετέφερα καν το σκεπτικό μου περί πολιτικοποιημένης φύσης του Έλληνα το οποίο μοιάζει τόσο πολύ με το δικό του ή μπορεί και να διαμορφώθηκε από εκείνο. Και τέλος, δεν κατέθεσα την αποστροφή μου στα κόμματα τα σημερινά ούτε φυσικά εξήγησα το  γιατί.
Είπα λίγα. Αλλά με πολύ αυθορμητισμό, όπως εύστοχα πρόσεξε. Το μόνο που του εξομολογήθηκα με τον πληγωμένο εγωισμό μιας εξ ορισμού φελλο-λόγου ήταν ότι με εκνευρίζει που σε κάθε επιφυλλίδα του με έκανε παλιά να ανοίγω τουλάχιστον 30 φορές λεξικό και τελευταία το περιόρισα σε πέντε, για να μου απαντήσει πως ο ίδιος, ώσπου να τη γράψει, το ανοίγει τρεις και πως ο Ζήσιμος Λορεντζάτος του είχε πει κάποτε πως το τρεις είναι καλά. Εκείνος το άνοιγε δεκατρείς!
Παρήγορο, δε λέω, αλλά έμεινα στο να μην πω ΤΙΠΟΤΑ! Κι αφού τα κενά ήτανε μεγαλύτερα από τη συζήτηση, μου έμεινε η ανάμνηση ενός θορυβώδους καφωδείου στο κέντρο της μικρής μας πόλης, με θέα αθέατη, επειδή έφταιγε η κοινή μας οπτική, καθώς τρώγαμε κέικ με τυροπιτάκια, γελώντας και λέγοντας ανέκδοτα! Τελικά, είχε πλάκα να «μου παίρνει συνέντευξη» ένας τόσο ευφυής και αξιόλογος πνευματώδης Κύριος τέτοιου βεληνεκούς και να διαπιστώνει απλά ότι έχει μία θαυμάστρια που είναι ανίκανη να του αποδείξει το γιατί (το) είναι  (όπως λένε και πάλι οι φίλοι μας οι Γάλλοι)...

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Δευτέρα κάτι έχω...


...να κάνω: δουλειές, μερεμέτια, υποχρεώσεις. Έχω κάτι να θυμηθώ, να μπω σε πρόγραμμα, να προγραμματιστώ, να ξεκινήσω δίαιτα, να πάω στη δουλειά, να κάνω μιαν αρχή, να δώσω ένα τέλος! Οι Δευτέρες είναι μελαγχολικές! Ποτέ δε μου άρεσαν! Ποτέ δεν άρεσαν σε κανέναν (νομίζω)! Ακόμη και οι Καθαρές Δευτέρες είναι εξίσου μελαγχολικές, λερωμένες σαν να παίζανε με τα χώματα. Παίρνουνε τη θέση της Κυριακής. Είναι η τελευταία μέρα της προηγούμενης εβδομάδας. Η Δευτέρα είναι ωραία μόνο αν ξέρεις ότι θα φύγεις για κάπου «αλλού» κι όχι εάν ξέρεις πως κάποιος θα φύγει μια Δευτέρα και θα σε αφήσει πίσω. Η Δευτέρα είναι ωραία μόνο εάν περιμένεις να ξεκινήσει η άδειά σου και όχι εάν ξέρεις ότι τελείωσε την προηγούμενή της μέρα. Τη Δευτέρα είναι ωραία να προγραμματίζεις πάρτι, να κανονίζεις έξοδο και να πηγαίνεις εκδρομή στο βουνό... Η Δευτέρα πρέπει να είναι το τέλος της προηγούμενης εβδομάδας και όχι η αρχή της επόμενης...
Την Τρίτη δεν αντέχω...
...να περιμένω την επόμενη. Αλλά είναι σε καλύτερη θέση από την προηγούμενη. Έχει το θετικό πρόσημο, γιατί ορίζεται ως: Δευτέρα + 1... Και είναι σε σχέση με τη Δευτέρα μία μέρα «πλην», πιο κοντά στο σαββατοκύριακο. Είναι λίγο αδιάφορη μέρα. Είναι μία Τρίτη. Ευτυχώς όμως όχι Τρίτη και φαρμακερή. Άλλωστε τι φαρμάκι να έχει μια Τρίτη που περιμένει στωικά την Τετάρτη?
Τετάρτη πώς βαριέμαι...
Αν και ο σοφός λαός μας λέει «Ήρθε η Τεταρτίτσα, πάει η βδομαδίτσα», όμως είναι το κέντρο. Το μεταίχμιο από το πριν στο μετά. Είναι το πέρασμα από το 2-3 στο 3-2. Σκέψη τόσο ελληνικά διατυπωμένη! Διότι ως Ελληνίδα πρέπει να είμαι άνθρωπος της αργίας, της απεργίας, της αργοσχολίας... Είμαι?
Την Πέμπτη δεν κρατιέμαι...
Όχι πια. Κάποτε! Διότι οι Πέμπτες, σχεδόν όλες έχουν γίνει σαν τις Μεγάλες Πέμπτες. Κάποτε θυμάμαι λέγανε πως το Σάββατο βγαίνουν όλοι. Την Πέμπτη μόνον ο καλός κόσμος. Ποιος είναι ο «καλός» όμως και πού είναι ο «κόσμος»? Αφού κάθε που βγαίνω, ότε και εάν βγαίνω, έξω πια κυκλοφορούν μόνο τα φαντάσματα.
Παρασκευή πρωί...
λαλαλαλαλαλα Έι, έι, έι!!!! Να έμενε η Παρασκευή στο πρωινό! Να μη σουρούπωνε ποτέ αυτή η μέρα! Να αργούσε έστω να πάει για ύπνο, κι ας δουλεύαμε διπλά! Αλλά θα ήτανε Παρασκευή. Γιατί τα πάντα είναι θέμα ψυχολογίας. Αυτής της κυρίας που πότε είναι στα πάνω της και πότε είναι στα κάτω της....
[Το Σάββατο για κάποιο λόγο δεν στρουμφομνημονεύεται...]
Ωστόσο όμως για τα μη στρουμφάκια υπάρχει. Και πάμε λαϊκή, πάμε αγορά, πάμε  super market, πάμε για καφέ σφήνα ανάμεσα στα ψώνια και στις ψωνάρες, εκείνες που ντύνονται Σάββατο μεσημέρι σαν είναι Σάββατο βράδυ... Και έχουμε έξοδο χωρίς περιορισμό στον ύπνο την επομένη. Και καλούμε πια φίλους στα σπίτια μας ή μας καλούνε, ή ακόμα καλύτερα πάμε απρόσκλητοι σε έκτακτες μαζώξεις με πυτζάμες ή φόρμες πια και όχι με δωδεκάποντα. Η επόμενη μέρα δεν έχει ξυπνητήρι! Γιούπι!
Απ’ όλες τις ημέρες η Κυριακή ΔΕΝ μ’ αρέσει...
Γιατί χωρίς δουλειά πάντα τελείωνε πολύ γρήγορα. Γιατί μέσα σε μια καθημερινή χωράς τόσες δουλειές, γιατί κάνεις αυτό, εκείνο, το άλλο, το παράλλο, πας εδώ, έρχεσαι από κει, πηγαίνεις παραπέρα. Γιατί την Κυριακή πίνεις έναν καφέ το πρωί, ξεφυλλίζεις μια εφημερίδα, χουζουρεύεις λίγο παραπάνω και χάθηκε όλη η μέρα...

...Άλλωστε, εμένα εκείνη η ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΚΥΡΙΑΚΗ κάθε απόγεμα Κυριακής στην ΕΡΤ ΜΟΥ ΤΗΝ ΕΔΙΝΕ (σαν τον Γκρινιάρη και χειρότερα) στα νεύρα... Αντιδρούσα σαν το σκυλί του Pavlov, μόλις άκουγα το ηχητικό σήμα στην τηλεόραση. Ξαφνικά μία μελαγχολία απλωνότανε στην ατμόσφαιρα, λέρωνε τον αέρα που ανέπνεα και με έκανε να ασφυκτιώ. Με πρόσταζε να ξανα-κοιτάξω τα μαθήματά μου για την επόμενη μέρα που ο μπαμπάς θα πήγαινε πάλι στη δουλειά, η μαμά θα πήγαινε πάλι στη δουλειά και εμείς θα πηγαίναμε πάλι σχολειό....μπλιαχ!
Όμως τώρα μου είπανε κάτι φίλοι και γνωστοί μου άνεργοι -άλλοτε κάποιοι απ’ αυτούς εκ πεποιθήσεως άεργοι- ότι πρέπει να δοξάζουμε τον Θεό που έχουμε δουλειά και σχολειά...
Όμως... εγω...θέλω να κλείσει το σχολείο....
ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ!!