Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γήπεδο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γήπεδο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Διαγράφω...

Ήτανε τότε που έδινα τις εισαγωγικές εξετάσεις για να μπω στην εφηβεία! Θα εξεταζόμουνα στη σφριγηλότητα των γοφών, στο ανάγλυφο ενός χάρτη στην πλάτη, στις μάχες στήθους με στήθος και στην αντοχή των νεύρων που προκαλούσαν οι ορμόνες μου. Το σώμα άλλαζε και σμιλευόταν, όπως το υπαγόρευαν τα βιβλία της ιστορίας: «να περιθάλπει έναν νουν υγιή». Με έναν σάκο στην πλάτη που κουβαλούσε στο πέρα τις σκοτούρες της ημέρας και στο δώθε τα λαχανιάσματα του γηπέδου, κάθε μέρα και την ίδια περίπου ώρα έδινα ραντεβού με τη μοναξιά μου, κλείδωνα στο σπίτι τη φλυαρία μου και βάδιζα ως το γήπεδο με τη χαλάρωση αγκαζέ.  
Έκλεινα τα αφτιά μου στις πικρόχολες και ανόητες απορίες που ταυτίζουν την άθληση μοναχά με τις ξεχειλισμένες κοιλιές και τις ξεχειλωμένες ορέξεις και δεν έβλεπα την ώρα να αρχίζω να κάνω κύκλους τρέχοντας γύρω από το γήπεδο, αρχικά με tempo αργό, αλλά με crescendo σταθερό, ώσπου να μοιάζω με το σκύλο που κυνηγάει την ουρά του.
Κερκίδα δεν είχα ποτέ και κανέναν. Μόνο συνοδοιπόρους. Εφτά ήταν οι γνωστοί μεταξύ μας άγνωστοι με συνισταμένη μια αγάπη που τρέχει ασθμαίνοντας και ασθματική πίσω από το ίδιο χόμπι. Η γνωριμία μεταξύ μας περιορίζονταν στο φιλέ που πλαισίωνε το terrain. Δεν ξέρω τίποτα παραπάνω για κείνους πέρα από το ότι έχουν τις ίδιες κακές με μένα κάθε απόγεμα συνήθειες. Στο παρουσιολόγιο σημείωνα ελάχιστες απουσίες και μετά... το κεφάλι σκυμμένο, γιατί έμαθα ή μάλλον μου μάθανε ότι πρέπει να πειθαρχεί στις επιταγές του κορμιού. Τα πνευμόνια ανοιχτά, για να ρουφάνε φρέσκο αέρα. Τα αφτιά τεντωμένα, ώστε να ακούνε ρυθμούς εκστασιακούς.  Το στόμα όμως κλειστό. Και το  κεφάλι...επιβεβλημένα κενό.
«Θες παρέα?»... με ρωτούσαν κάτι υπάρξεις ασκόπως περιφερόμενες βεβηλωτικά, όπως αισθανόμουν, στον ιερό μου χώρο με προσπάθειες-ανταύγειες στην οκνηρή τους ακινησία. Πού και πού, κανένα απόγεμα, μια φορά στις τόσες, θυμούνταν τις εναλλακτικές που έχει η ζωή μεταξύ κούρασης και καναπέ!
«Όχι!»... ορθά-κοφτά απαντούσε η αφεντιά μου. Είναι  απ’ τις λίγες φορές που επιζητώ και απαιτώ τη μοναξιά μου. Να μείνω μόνη μου, να τρέξω μόνη μου, να ονειρευτώ μόνη μου, να κάνω τον απολογισμό της ημέρας μόνη μου, να μετρήσω τα λάθη μόνη μου...Μόνη μου...και να ξαπλώσω στο χορτάρι μόνη μου, να μυρίσω «γη και ύδωρ». Να αγγίξω το φρεσκοκομμένο χορτάρι του γηπέδου και να μυρίσω το αφράτο του χώμα. Να γείρω το κεφάλι στο ηλιοβασίλεμα και το ταυτόχρονα αναδυόμενο φεγγάρι. Να κλείσω τα μάτια για να δω πιο καθαρά το Εγώ μου. Να διαλογιστώ με τους πόθους μου για να διαταθούν καλά οι μύες και οι συλλογισμοί μου. Να μεγαλώσουν οι αποστάσεις ανάμεσα στους σπονδύλους μου και στις φοβίες μου. Να ανοίξουν τα πνευμόνια μου, μαζί και το μυαλό μου. Να θεριέψει η αυτοπεποίθηση πως αντέχω! Αντέχω τα χιλιόμετρα που γράφει το κοντέρ της καρδιάς μου και πως μπορώ να εκμηδενίσω αποστάσεις με χαλαρούς ρυθμούς, χωρίς θυμούς και άγχη. Και να μπορώ να έρθω πιο κοντά στους στόχους μου εις το διηνεκές. Τεντώνοντας τους μυς και χαλαρώνοντας τις σκέψεις. Διατείνοντας τον τετρακέφαλο και συστέλλοντας το stress.
Διαγράφοντας χιλιόμετρα αλλά και κακές σκέψεις.

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

Αποφράδα μέρα!!!

Ώρα 13.30. Μόλις επέστρεψα σπίτι! Η μέρα δεν υποσχόταν και πολλά! Ήτανε κακή μαζί μου και επέμενε να μου το δείχνει από πρωί! Τρίτη και 13 Οκτωβρίου… δεν είμαι προληπτική, δεν ήμουν προληπτική! Κι αν κάποια σύννεφα απειλούσανε επίμονα τη μέρα μου από το πρωί, άλλο τόσο επέμενα κι εγώ να αδιαφορήσω! Δεν έδωσα και τόση σημασία. Ο ήλιος πάλευε να τα υπερνικήσει και τα κατάφερε! Ήθελα να βλέπω μια Ηλιόλουστη μέρα! Ή έτρεφα αυταπάτες? Μάλλον! Βάζω το κλειδί στην πόρτα και δεν προλαβαίνει να γυρίσει μια φορά. Το τηλέφωνο χτυπάει επίμονα… «Ορίστε!»… η γραμμή ανοίγει. Λαμβάνω ως απάντηση έναν θόρυβο πολύβουο κεκραμένο με αναστεναγμό! Επαναλαμβάνω: «Ορίστε», μα δε με ορίζει κανείς! Μετά από λίγα δευτερόλεπτα απαντά επιτέλους: «Γύρισες? Όλα καλά?», «ναι!  γιατί?» «Γιατί………………………………………………………………………………………………………………………………….»
ΣΚΟΤΑΔΙ!ΘΟΛΟΥΡΑ! ΣΥΓΚΡΥΟ! Ψάχνω να βρω πού πήγε η γη… Πριν από λίγο ήτανε σίγουρα κάτω από τα πόδια μου και τώρα έφυγε και μ’ άφησε να αιωρούμαι! Επί ξύλου κρεμάμενη! Από την άλλη μεριά της γραμμής κάποιος μιλάει αλλά έχω χάσει την αίσθηση της ακοής! Και της όρασης! Δε βλέπω τίποτε εκτός από σκοτάδι! Η γραμμή έχει κλείσει και «έχω πιάσει» πριν το χαρακτηριστικό τουτ τουουτ τουτ τουουτ  μόνο μια λέξη:
 ΨΥΧΡ-ΑΙΜΙΑ! Δεν ήτανε ανάγκη! Το αίμα είχε παγώσει ήδη! Ενεργοποιείται η μνήμη στο δευτερόλεπτο! Κάνω ένα flash back δέκα ημερών. Γυρίζω στην προηγούμενη Κυριακή, την ώρα που ήλιος ζητιάνευε κάτι ψίχουλα στο φως της μέρας και πεισματικά αρνιότανε να δώσει από νωρίς-νωρίς πια τη θέση στη σελήνη, παρά τις επιταγές του φθινοπώρου! Καταλαβαίνω πως χαμογελάω! Επίσης καταλαβαίνω πως το χαμόγελο οφείλει την ύπαρξή του στην αμηχανία, η οποία γεννάει πολλά παιδιά σε τέτοιες περιπτώσεις!
«Γιατί φεύγεις?» τον ρωτούσα επίμονα!
«Γιατί, βρε μωρό μου, έχω δουλειά. Πρέπει να μπω στο στρατόπεδο αύριο στις 6.00 το πρωί»
«Ναι αλλά εγώ σε περίμενα τόσον καιρό να έρθεις! Μόνο τόσο ήτανε?»
«Θα ξανάρθω! Να τώρα, θα είμαι κοντά από δω και πέρα! Πού νομίζεις ότι είναι η Σαλονίκη? Θα έρχομαι συνέχεια και θα κάνουμε βόλτες! Θα σε πηγαίνω με τη μηχανή όπου θέλεις, θα σε βγάζω έξω και θα σε κερνάω πορτοκαλάδα! Και μετά θα γυρίζουμε σπίτι και θα καθόμαστε μαζί! Θα κοιμόμαστε μαζί και θα παίζουμε! Ε?»
«Αλήθεια λες? Θα έρχεσαι τόσο συχνά?» (δεν το πίστευα μετά από τόσον καιρό που είχα να τον δω)
«Σου είπα εγώ ποτέ ψέματα? Αφού ξέρεις! Ένα κορίτσι έχω εγώ και το λατρεύω!»
Η αλήθεια είναι ότι δε μου είχε πει ΠΟΤΕ ψέματα! Απ’ τη χαρά μου που θα ήμασταν πια μετά από τόσο καιρό μαζί άρχισα τις παλαβομάρες! Γελούσα, Πετούσα, τον κυνηγούσα και με κυνηγούσε στην αυλή, με αγκάλιαζε, με έσφιγγε πολύ πολύ σφιχτά και μου έδινε τα δεύτερα σε γλυκύτητα φιλιά στον κόσμο μετά από αυτά της μαμάς!  
«Πρέπει να φύγω»
Ανέβηκε στη μηχανή, σαν καβαλάρης σύγχρονου παραμυθιού και έφυγε! Θυμάμαι την πλάτη του γυρισμένη, φορτωμένη με έναν σάκο, πάνω σε μια μηχανή μεγάλου κυβισμού, να παίρνει τη στροφή στην άκρη του δρόμου… και να χάνεται μαζί με το τελευταίο φως της μέρας.
Επιστρέφω απ’ το πισωγύρισμα του νου, και θέλω να απαντήσω στη γραμμή. Εξακολουθώ κι έχω το ακουστικό στο χέρι και πάω να το κολλήσω ξανά στο αφτί. Θέλω να πω: «Δεν γίνεται αυτό που μου λες! Δεν σε πιστεύω μαμά! Είσαι μια ψεύτρα! Εμένα μου το υποσχέθηκε! Και δεν μου έχει πει ποτέ του ψέματα, το ξέρω! Μου υποσχέθηκε πως θα είμαστε μαζί…». Πώς να το πω όμως? Αφού αυτό το «τουτ τουουτ» ήτανε ό,τι πιο αποθαρρυντικό γέννησε η τεχνολογία… 
        Είκοσι τρία χρόνια μετά, δεν ξέρω αν πίστεψα τη μαμά σε εκείνο το τηλεφώνημα! Ούτε οι εικόνες που έζησα , αν και ισχυρές,  δεν  με έκαναν να πιστέψω πως ήταν εκείνος! Ένα μαύρο μακρόστενο κουτί θυμάμαι, επτασφράγιστο σαν τα μυστικά που πήρε μαζί του! Η ά-μορφη πια μορφή του ήτανε (μας είπανε) συσκευασμένη, πακεταρισμένη, σαν κούτα έτοιμη…  για μετακόμιση?, για ταξίδι?, για  μετατόπιση?, για μετουσίωση?, για εξαΰλωση?, για ανάληψη? …πάντως όχι για ανάνηψη!
Δεν ξέρω πού πήγες, δεν ξέρω γιατί δεν ξανάρθες, δεν ξέρω γιατί αθέτησες την υπόσχεσή σου! Ξέρω απλά ότι δεν την κράτησες! Δεν ήρθες να με πάρεις να πάμε βόλτα, να παίξουμε με τις ρακέτες, ούτε να με κάνεις σουλάτσα με τη μηχανή μες στο χωριό. Δεν με ξανακέρασες ποτέ πορτοκαλάδα, ούτε και με έσφιξες ποτέ στην αγκαλιά σου για να μου δώσεις ένα ακόμα φιλί. Δεν ήρθες ξανά στο κρεβάτι μου να μου δώσεις το γάλα μου και να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά ώσπου να κοιμηθώ, ούτε εμφανίστηκες ποτέ ξανά στην αυλόπορτα του σχολείου για να μου κάνεις έκπληξη και να με πάρεις να πάμε σπίτι. Τραγούδια δε μού ‘βαλες ποτέ ξανά να ακούσω στο καινούργιο σου πικ-απ κι ούτε με ξανασύστησες ποτέ σε καινούργιους σου φίλους…
Κι αφού ποτέ δε μου είπες πού είσαι για να έρθω κι εγώ, αρνούμαι πεισματικά να σε ενοχλήσω την ώρα που λύνεις ασκήσεις στη χημεία. Κι ούτε θέλω να σου πειράξω το ποδήλατο πάλι. Κι άμα θες να μάθεις δε θα ξαναπεριμένω να γυρίσεις από την προπόνηση για να πάμε μαζί βόλτα. Κι ούτε θα έρθω να ξανατρυπώσω στο κρεβάτι σου, κάτω από τη ζεστή κουβέρτα την ώρα που βλέπεις ελληνική ταινία. Και δε θα σου κάνω τη χάρη να μοιραστούμε ξανά  τη φέτα με τη μαρμελάδα που έφτιαξες για σένα κι ούτε θα πιω κρυφά ξανά από τη ζεστή σου σοκολάτα! Να μάθεις άλλη φορά να με κοροϊδεύεις!
Είκοσι τρία χρόνια κι ακόμα να φανείς! Πού και πού μονάχα, εμφανίζεσαι- επισκέπτης απρόσκλητος- στα όνειρά μου! Μα δε μιλάς! Δε μου λες! Δε μου ζητάς μια συγνώμη! Μόνο με κοιτάς! Αφού το ξέρεις, το λέει κι ο λαός: «Μην τάξεις σε μικρό και σε χαζό». Εγώ μικρή μπορεί να ήμουνα. Χαζή όμως όχι. Κι εσύ μου έλεγες πως μ’ έβρισκες ώριμη για την ηλικία μου. Προτίμησες να με ωριμάσεις και μιαν ώρα αρχύτερα. Εσύ! Εσύ και το φευγιό σου! Που έπρεπε από τα 9 μου να νιώσω με τόσο  σκληρό τρόπο τι θα πει ΑΠΩΛΕΙΑ!
Μόνο η μακρόχρονη απουσία σου που επιμένει να υπάρχει με βάζει σε υποψίες πως, ίσως, και να ‘σουνα τελικά εσύ σ’ εκείνο το μαύρο μακρόστενο κουτί που θάψαμε κάτω απ’ τη γη, πως ίσως, εκείνη η αγγελία στην εφημερίδα που μιλούσε για το 21 χρονών παλικάρι που έπεσε θύμα τροχαίου εκείνη την «αποφράδα ημέρα», την Τρίτη 13 Οκτωβρίου το 1987 στην οδό Αγγελάκη  στη Θεσσαλονίκη, να αναφερόταν σε σένα, πως  ίσως, τα μοιρολόγια που έπλεκε η γιαγιά και τραγουδούσε ήταν για σένα. Ίσως ….
Εν τέλει ομολογώ  πως ναι,
σπείραμε το χώμα με το σώμα σου
και φύτρωσε η ανάμνησή σου,
δέντρο αειθαλές και αιωνόβιο…

ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ……ΠΟΣΟ ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ!!!!

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010

Εσύ τι οΜΑΖΑ είσαι?

-Θα πας, δεν το συζητάω! Το σώμα και το στυλ σου είναι φτιαγμένο για μπάσκετ!
-Α-πο-κλεί-ε-ται!
-Πες μου έναν βασικό λόγο!
-Γιατί δεν προλαβαίνω!
-Χα! Ας γελάσω! Και για πες μου γιατί δεν προλαβαίνεις, μαθήτρια πρώτης γυμνασίου?
-Έχω διάβασμα
-Δεν είναι δυνατόν! Δεν πιστεύω στ’ αφτιά μου! Δεν το συζητάω, δεν το διαπραγματεύομαι! Εδώ πάνε όλες οι άσχετες και συ θα μείνεις έτσι?
(από μέσα μου) «Ε αυτό είναι το θέμα, κ. Καθηγητά! ….ότι κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα!»
Για να μην τα πολυλογώ, εν τέλει έριξα τα μούτρα μου, σταμάτησα τις φθηνές μου δικαιολογίες και έβαλα πλώρη ξανά για το παλιό μου λημέρι, το γήπεδο.
  Μου είχε στοιχίσει πολύ το πόσο νωρίς ένιωσα ότι ζω στην επαρχία. Από τα 5 μου ο μπαμπάς μου με έτρεχε στο γυμναστήριο για να προπονούμαι στην ενόργανη και όταν ο προπονητής μια μέρα πήρε των ομματιών του κι έφυγε, δε βρέθηκε αντικαταστάτης. Τα μάζεψα, και δεν ξαναπήγα στο γήπεδο πια… η ενόργανη, αυτή η μεγάλη μου αγάπη, μπήκε στο ντουλάπι μαζί με το κορμάκι, το κολάν και τα πασούμια-μπαλαρίνες. Όλα μαζί τα έφαγε ο σκόρος σε συνεργασία με το χρόνο. Ξεθώριασαν οι μνήμες, ξεφτίσανε τα φλικ-φλακ, σκούριασε το μονόζυγο, σάπισε κι η δοκός…. το κορμάκι μου μίκρυνε, τα παπούτσια το ίδιο και πήρα απόφαση πως η μόνη μου σχέση με την ενόργανη θα είναι απλά ως τηλε-θεάτριας.
Και τώρα, τρία χρόνια μετά η μόδα του μπάσκετ. Ο ύμνος που ήθελε το «Γκάλη, το Γιαννάκη, το Φασούλα και τ’ άλλα παιδιά…» έφερε το μπάσκετ σε κάθε γειτονιά, σε κάθε χωριό, σε κάθε φύλο. Με το μπάσκετ δε νιώσαμε ότι ήμασταν επαρχία. Όλες οι γειτονιές γεμίσανε από ένα γήπεδο, κάθε παιδί είχε και μία μπάλα, κάθε παρέα είχε φτιάξει και μια ομάδα και το ραντεβού ανείπωτο αλλά πάντα ακριβές, τους έβρισκε όλους κάθε απόγεμα να εκστασιάζονται με τα κόλπα αυτής της μπάλας μέσα στο terrain. Ήξερες δεν ήξερες, δεν είχε σημασία. Αν έπαιζες, σε παίζανε. Ανήκες σε μια κλίκα, σε μια παρέα. Αλλιώς, στο περιθώριο.
Στην ίδια λογική στήθηκαν επίσημες ομάδες, συγκροτήθηκαν ακαδημίες, και οι ντελάληδες των σωματείων διαλαλούσαν το προϊόν τους σε κάθε γωνιά της μικρής μας πόλης! Όλα τα παιδάκια είχανε «γραφτεί στο μπάσκετ»! (μπλιαχ!) Αγοράκια και κοριτσάκια! Μόνο ένα απείχε! Ποιο άλλο? Ένα «πνεύμα αντιλογίας», μια «ανταρσία με σορτσάκια»!
Ο γυμναστής μου, λοιπόν, στο σχολείο επέμενε πως έπρεπε να «γραφτώ» κι εγώ. Η παραπάνω στιχομυθία ήταν το απαύγασμα του εγωισμού μου! Πώς να του εξηγούσα ότι εγώ, το χαμογελαστό παιδί του σχολείου, το παιδί της Crest, όπως με φώναζαν μικρή, το ανοιχτό, το κοινωνικό, το …το …το … είχα ένα βασικό βασικότατο πρόβλημα: Δεν μπορούσα τη ροή της μάζας!
Τουτέστιν: τα κοριτσάκια στην ηλικία μου είχανε όλα bibibo (η προπάτορας της Barbie), εγώ απεχθανόμουνα τις κούκλες κι αν «έπρεπε» να πάρω καμία εν είδει δώρου , διάλεγα την πιο χοντρή και άκρως αντίθετο μοντέλο της ανορεκτικής bibibo! Οι συμμαθήτριές μου στο σχολείο επέλεγαν να παίξουνε βόλεϋ στην ώρα της γυμναστικής, εγώ πήγαινα με τους συμμαθητές μου για ποδόσφαιρο! Η μόδα επίτασσε χαμηλοκάβαλο παντελόνι με καμπάνα, εγώ επέμενα στο ψηλοκάβαλο σωλήνα, φορούσαν όλοι τρακτεράκια, εγώ μπαλαρίνες! Οι φίλοι μου ντυνόντουσαν καρναβάλια και πηγαίνανε στα μασκέ πάρτι, εγώ έκοψα το σπορ του καρνάβαλου πολύ νωρίς, γιατί θεωρούσα ότι αυτά είναι βλακείες για μωρά, ωστόσο στα πάρτι πήγαινα αλλά δε με διασκέδαζαν και πολύ! Αργότερα οι νεόπλουτοι συμμαθητές μού έκαναν παρέες μεταξύ τους και πηγαίνανε για σκι συζητώντας για τις χιονοδρομικές επιδόσεις του Σαββατοκύριακου στην τάξη τη Δευτέρα το πρωί, εγώ αηδίαζα στο αφ’ υψηλού ύφος της ξιπασμένης και δήθεν «αριστοκρατίας» (ξανά μπλιαχ!) και αρνούμουνα να κάνω τη χάρη στον εαυτό μου να μάθει σκι, ένα τόσο ωραίο αλλά και ακριβό, τότε τουλάχιστον, άθλημα! Και όταν οι συμφοιτητές μου είχανε πάρει όλοι πια κινητό, εγώ επέμενα στη "συλλογή της τηλεκάρτας".
Αλλά με το μπάσκετ έγινε κάτι άλλο! Αποφάσισα να βάλω στην άκρη τους ψυχαναγκασμούς μου, να λάβω υπόψη τα «θέλω» μου (αφού κατά βάθος το ‘ξερα πως μου άρεσε) και να ακούσω τον γυμναστή μου με τον οποίο -μεταξύ μας- ήμουν και τσιμπημένη μαζί του!
Η πρώτη μέρα αλησμόνητη: παρέα με άλλα κορίτσια καθώς περνούσα την πύλη του σταδίου, ένιωθα όλα τα βλέμματα στραμμένα επάνω μου. Νόμιζα πως όλοι κοιτούσαν εμένα. Είχα τοποθετήσει μάλιστα  και συννεφάκια σαν αυτά των κινουμένων σχεδίων πάνω από τα κεφάλια όλων όσοι βρίσκονταν μπροστά στην πόρτα και τα γέμιζα με σκέψεις: «α κι αυτή όπως τα άλλα παιδάκια» , «κι αυτό το κοριτσάκι μπάσκετ?», «ε! Μόδα είναι, στο τέλος να δούμε πόσα θα μείνουνε! Ενθουσιασμός μωρέ!» και άλλα τέτοια που με κάνανε να αισθάνομαι πως δεν πάω να ενταχθώ σε μια ομάδα αλλά σε μία μάζα
Και ο καιρός πέρασε, η ομάδα μεγάλωσε, άλλες συνέχισαν άλλες τα παράτησαν. Στην αρχή δε μου άρεσε ιδιαίτερα, μετά αγάπησα τα κορίτσια, ερωτεύτηκα αγόρια από την ομάδα του ποδοσφαίρου, συμμετείχα σε αγώνες και έμαθα να προπονούμαι, να στερούμαι, να πειθαρχώ, να μοιράζομαι. Κατάλαβα τι είναι στόχος κι όταν ο προπονητής μου «φώναζε» έμαθα να κατεβάζω το κεφάλι όχι από δουλοπρέπεια αλλά από πειθαρχία, υπακοή και σεβασμό στον αρχηγό. Έμαθα τι σημαίνει συνεργασία, υποχώρηση, παραχώρηση και διαλλακτικότητα. Έκανα πράξη το σύνθημα «όλοι για έναν και ένας για όλους». Ένιωσα στο πετσί μου τι πάει να πει πόνος, κούραση, επιμονή και υπομονή και έζησα το όταν θες κάτι πολύ και προσπαθείς, το όνειρο γίνεται εφικτό. Αλλά και μάλωσα και με μαλώσανε και έκλαψα και υπάκουσα στο «όταν περνάω την πόρτα του γηπέδου, αφήνω τα προσωπικά μου προβλήματα με τη συναθλήτριά μου έξω από αυτήν». Και φυσικά γέλασα. Γέλασα πολύ… Έκανα φιλίες που διατηρώ ακόμα και μοιράστηκα μέρες, νύχτες, σαββατοκύριακα ολόκληρα μακριά από το σπίτι μου μαζί με την ομάδα. Έκανα την ομάδα οικογένειά μου και τον προπονητή πατέρα μου και κατάλαβα πως το «συν-ανήκειν» πρέπει να το κυνηγάς.
Η συμμετοχή μου σε άλλες ομάδες όπως στο χορευτικό, στον προσκοπισμό ή τον οδηγισμό, στους πολιτιστικούς συλλόγους, σε θεατρικές ομάδες συμπλήρωσε ό,τι είχε ξεκινήσει ο λαθεμένος και λανθάνων φόβος μου απέναντι όχι στην ομάδα του μπάσκετ αλλά στη μάζα που ακολουθούσε τυφλά το μπάσκετ. Αργότερα μετάνιωσα για όλα όσα στέρησα από τον εαυτό μου, επειδή θεωρούσα την ομαδ-ικότητα μαζ-ικότητα και κάθε ομαδο-ποίηση μαζο-ποίηση. Το αποτέλεσμα γνωστό: αγοράζω πια κούκλες μανιωδώς κι οτιδήποτε παιδικό (παλιμπαιδισμός σε όλο του το μεγαλείο) , είμαι fun του χαμηλοκάβαλου (για ευνόητους λόγους), ντύνομαι καρναβάλι και δεν το βρίσκω κακό να συμμετάσχω ακόμα και σε παρέλαση καρναβαλιστών!!! Και φυσικά ακόμα αναζητώ τρόπους να βρω πλέον χρόνο να μάθω σκι!!! Το ωραιότερο δε, το κινητό μου είναι αναπόσπαστο αξεσουάρ μου και το καταχρώμαι περισσότερο από τον καθένα!
Οι ψυχολόγοι θα σπεύσουν να υπογραμμίσουν το απωθημένο του πράγματος! Εγώ θα σπεύσω να καμουφλάρω τις αλλοτινές μου ανασφάλειες περί  θεωρίας «προβάτου», με την συγκάλυψη που μου δίνει απλόχερα η 31 ετών συνειδησιακή μου λειτουργία: τώρα το κάνω, ναι, αλλά δεν κινδυνεύουν να με πουν μικρή, χαζή και α-νόητη που πάω «όπου φυσάει ο άνεμος»! Τώρα ξέρουν ότι ξέρω το γιατί! Αυτό ήταν! Ήθελα ο κόσμος να με ξεχωρίζει απ’ τα άλλα, τα γνωστά! Και αναρωτιέμαι: μήπως δεν ήθελα να είμαι παιδί? Μήπως δεν ήθελα να με θεωρούν «παιδί»? Μήπως ήθελα να μην είμαι απλά σαν τα άλλα παιδιά?  
 Παρακολουθώ τη μόδα αλλά δεν την ακολουθώ πιστά! Ψαρεύω από αυτήν ό,τι μου ταιριάζει. Ψηφίζω κάποιον από αυτούς που διεκδικούν την ψήφο μου, αλλά όχι με κριτήρια που μου επιβάλλει το status! Διασκεδάζω με τα μέσα που μου προσφέρονται αλλά προσπαθώ να αποφύγω τους όρους διασκέδασης που μου επιβάλλουνε… και νομίζω ότι δεν ανήκω στη μάζα (Ψευδαίσθηση!)
Και αισθάνομαι πως δεν έχασα τίποτα από την παιδικότητα μου… ίσως γιατί αυτό με παρηγορεί, ίσως γιατί δεν μπορώ να με δω παρά με τα δικά μου μάτια. (Ωραία ωστόσο αίσθηση!)
Το γήπεδο παραμένει το δεύτερο σπίτι μου. Δεν το αλλάζω εδώ και 25 χρόνια… Κάθε απόγεμα με περιμένει και με προϋπαντεί. Με καλοδέχεται και με αγαπά! Κι αν κάποια μέρα δε φανώ, ανησυχεί και με ρωτά: γιατί δε φάνηκες εχθές, σου έχει κάτι συμβεί? κι όταν του πω «όλα καλά» μου χαμογελά γλυκά!
Μα τώρα είμαι μόνη! Στο γήπεδο δεν τρέχω με τα κορίτσια αλλά με απλούς ομοϊδεάτες της «καλής συνήθειας», παρέα εγώ κι η μοναξιά μου, τρέχοντας ξωπίσω μου οι σκέψεις μου, τρομάζοντάς με οι βλέψεις μου και τα οράματά μου!!!
(Συνεχίζεται… σας το υπόσχομαι)