Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα terminus post quem. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα terminus post quem. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

Τρεις Εποχές…


Τα παιδιά της εποχής μου
δε μεγαλώσανε με corn flakes, αλλά με παπαρίτσες, με ψωμιά δλδ ή φρυγανιές Βοσινάκη βουτηγμένα στο γάλα και πασπαλισμένα με ζάχαρη κρυσταλλική…

Τα παιδιά της εποχής μου
αν και βρίσκουν cult τις ταινίες του Στάθη Ψάλτη, τις έχουνε δει όλοι ανεξαιρέτως και πέρασαν σίγουρα από το video club της γειτονιάς τους να νοικιάσουν το «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα», σιγοτραγούδησαν το «Με λένε Αλέξη, σε λένε Σοφία» και κοροϊδεύουν Γαρδέλη ή Πάνο Μιχαλόπουλο  όποιον βλέπουνε σήμερα με μπουφάν και σηκωμένα τα μανίκια ως τον αγκώνα…

Τα παιδιά της εποχής μου
δεν είχανε youtube, αλλά ένα κασετοφωνάκι -έστω και της κακιάς ώρας- και, όταν άκουγαν ένα τραγούδι που τους άρεσε, πατούσανε το rec κι εκείνο έγραφε μαζί με το τραγούδι, παράσιτα, διαφημίσεις, και εκφωνήσεις…

Τα παιδιά της εποχής μου
ακούνε Europe και Final Countdown και έχουνε εικόνα του Γκάλη, του Γιαννάκη και των άλλων παιδιών να σηκώνουν κύπελλο. Ακούνε Ρακιτζή και «Πες πως δε με γνώρισες ποτέ» ή Τρύπες και Ξύλινα Σπαθιά και techno και σαν ελατήρια σηκώνονται να θυμηθούνε τα παλιά πάνω στην πίστα με τα «άλλα παιδιά» της εποχής τους και σαν αρμός ο συνειρμός και ο ρυθμός ενώνει τους πιο αταίριαστους (τον καιρό του σχολείου)…

Τα παιδιά της εποχής μου
έχουνε ως terminus post quem νεότητας την έναρξη Mega και Antenna και θυμούνται τον Νικόλα Βαφειάδη ως ανταποκριτή στον πόλεμο του Περσικού, ακούνε από Σοφία Αρβανίτη «Αυτό το καλοκαίρι» και «Αχ Αλή Μπαμπά» από τον Σάκη Μπουλά και αυτομάτως το «το mega θυμάται» (!!!) και γνωρίζουν όλα τα σενάρια από τις Τρεις Χάριτες και τις ατάκες από τους Απαράδεκτους…

Τα παιδιά της εποχής μου
έχουνε όλα εκτυπωμένες φωτογραφίες με μια τούρτα στη μέση και τριγύρω κορίτσια και αγόρια ντυμένα με δίχρωμα μπουφάν fly, χακί ή μαύρο, με πορτοκαλί επένδυση, παπούτσια martens, τραχτεράκια ή μπότες Wehrmacht, πουκάμισα με βάτα και μαλλί κοκοράκι στη φράντζα ή χαίτη ή καπελάκι…

Τα παιδιά της εποχής μου
δεν έκαναν αναπάντητες, ούτε είχαν skype, emoticons και stickers στο viber ή στο fb, αλλά έκαναν τηλεφωνικές φάρσες με την ασφάλεια που έκρυβε η μη αναγνώριση κλήσης, έγραφαν γράμματα ανώνυμα στους παιδικούς τους έρωτες, έστελναν ραβασάκια, και  καρδιοχτυπούσαν στα παγκάκια χωρίς να πηγαίνουν απ’ τα 14 την γκόμενα στον μπαμπά και στη μαμά…

Τα παιδιά της εποχής μου
παίζανε στις γειτονιές τζαμί, ψείρες, αγαλματάκια και ζωγράφιζαν με αριθμούς τα πλακάκια του πεζοδρομίου με σπασμένο κεραμίδι και δεν κλεινόντουσαν πίσω από έναν υπολογιστή ολημερίς στο σπίτι παίζοντας bro

Τα παιδιά της εποχής μου 
πετούσανε τα νεογιλά επάνω στα κεραμίδια κάνοντας ευχές για καινούργια δόντια, είχανε bibibo και παίζανε «σπιτάκια» και «μαγαζιά»…

Τα παιδιά της εποχής του μπαμπά μου όμως
δεν είχανε ραδιόφωνο, αλλά κάνανε  καντάδες, ούτε martens είχανε, αλλά φορούσανε γουρουνοτσάρουχα, ούτε κοκοράκι, χαίτη ή καπελάκι το μαλλί είχανε, αλλά κουρεύονταν γουλί, ούτε ο Ρακιτζής τους ενώνει, αλλά σίγουρα ο Καζαντζίδης και ο Νίκος Ξανθόπουλος τους θυμίζει κάτι γονείς που ξενιτεύτηκαν στη Γερμανία -άλλοι με όνειρα και άλλοι με εφιάλτες- ούτε bibibo είχανε, αλλά κούκλες χειροποίητες, ούτε μπάλες του basket είχανε, αλλά μπάλες από τη φούσκα του γουρουνιού…

Όμως τα παιδιά της εποχής του μπαμπά μου
σπούδασαν κατ’ εξαίρεσιν και πολλά από αυτά βολεύτηκαν στο δημόσιο χωρίς ιδιαίτερες αξίες και ικανότητες και μάλιστα κάποια από αυτά με ελάχιστη εργασία!  

Τα παιδιά της εποχής μου όμως
μεγάλωσαν με το όνειρο του «χρυσού βραχιολιού» που σου χαρίζει το πολυπόθητο χαρτί του πανεπιστημίου, την φενάκη ταύτισης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και επαγγελματικής αποκατάστασης, την γκιλοτίνα και την ρετσινιά της αποτυχίας των πανελληνίων, τα λάθος κίνητρα περί εκπαίδευσης υψηλόβαθμης, τη σύγχυση μεταξύ παιδείας και εκπαίδευσης καθώς και περί παραγωγικότητας ανάμεσα στον πρωτογενή και τον τριτογενή τομέα, και σήμερα  στην πιο παραγωγική φάση της ζωής τους έχουνε καταδικαστεί να είναι άνεργα ή άεργα και να ζουν «εις βάρος» της προηγούμενης γενιάς, πόσω δε μάλλον της επόμενης, «έργο» που ξεκίνησε η προηγούμενη…

Άντε τώρα να διαλέξεις εποχή και να ισχυριστείς αν και ποια ήταν η καλύτερη…

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

(Το) «παίζουν» στα δάχτυλα!

Όλα τα πεζοδρόμια  είχαν γραμμένους με κεραμίδι αριθμούς  από το ένα ως το οχτώ. Οι πλακουτσωτές πέτρες ήτανε συνήθως στοιβαγμένες στην άκρη του δρόμου μετά από ισχυρές συγκρούσεις με την μπάλα στο «τζαμί». Το ψιλικατζίδικο στη γωνία του κυρ-Φώτη πουλούσε βρακολάστιχο με το μέτρο όχι μοναχά στις γιαγιάδες μας που μπάλωναν παλιές φόρμες με  φθαρμένα λάστιχα. Ο κυρ-Κώστας με τα είδη κήπου και θερμοκηπίου δεν έδινε σχοινί μόνο στους αγρότες για να δέσουν τα δέντρα στο μπόλιασμα, ενώ τα ποδήλατα αποτελούσαν το must όχημα κάθε ανήλικου κατεργάρη που ήθελε «να έχει πρόσωπο» στην τσακαλοπαρέα της γειτονιάς του. Δεν το αγόραζε κατά τις επιταγές της οικολογικής του συνείδησης και της «πράσινης μόδας». Οι «κούνιες» στις παιδικές χαρές δεν ήταν κατ’ αποκλειστικότητα των μικρών παιδιών που τις απολάμβαναν κουνιστά-λυγιστά ως έπαθλο από την «τρελαμένη» μάνα που έτρεχε από πίσω τους με το μπολ και το κουτάλι στο χέρι. Αν, δηλαδή, κατάφερνε το μικρό της να φάει μία για το μπαμπά (κουταλιά), μία για τη μαμά και μία για το θείο το Μήτσο (!!!), εκείνη το ‘βγαζε στην παιδική χαρά! Αντιθέτως, ΚΑΙ πολλά παιδιά-γαϊδούρια οργανώνανε αγώνες σε αυτές για το ποιος θα κάνει το πιο μακρινό πέταγμα.
Αλλά τώρα πια περνώ από τη γειτονιά μου και τη βλέπω άδεια. Δυο τρία παιδάκια μετά βίας, κι αυτά παιδάκια οικονομικών μεταναστών κάνουν υπεράνθρωπες προσπάθειες να γεμίσουν το πάρκο με ξεφωνητά. Μα δεν μπορούν! Δεν αρκούν! Δεν τα καταφέρνουν! Η παρέα τους δεν έχει εκτόπισμα! Δεν είναι  ΤΣΑΚΑΛΟπαρέα. Η οργουελική τους μάνα,  ως Μεγάλος Αδερφός, παρατηρεί από την άλλη γωνία την κάθε τους κίνησή, γιατί ο κίνδυνος, που λέγεται αμάξι μεγάλης ταχύτητας, παιδεραστής ή πωλητής οργάνων, καραδοκεί και στην πιο αθώα γειτονιά (υπάρχει?) ενός χωριού-κουκκίδα στο χάρτη. Τίποτε δε θυμίζει το τότε!
Σε μας οι γονείς δεν ήτανε επόπτες αλλά συμπαίκτες! Στη δική μου γειτονιά έπαιζαν μαζί μας «τζαμί» κάθε απόγεμα σε ένα ανείπωτο ραντεβού μετά τις 7.00 τα καλοκαίρια. Όχι για να επιβλέπουν αλλά για να νιώσουν και κείνοι παιδιά. Και παίζανε και «μήλα» και «ένα-δύο-τρία κόκκινο φως» και «ψείρες»! Αλλά στο «κυνηγητό» και στο «κρυφτό» δε συμμετείχαν. Ούτε στο «τρέξιμο» και τους «αγώνες» που διοργανώναμε με τα ποδήλατα! Ούτε στη «μακριά γαϊδούρα» που ήθελε μια μέση-λάστιχο! Είχαν οριοθετήσει τα χόμπι τους με βάση τις σωματικές αντοχές τους. Κι αν καμιά φορά τους συνέπαιρνε η παιδική ψυχή τους ήταν από αυθορμητισμό και χαβαλέ που έκαναν μεταξύ τους.
Εμείς πάντως συνεχίζαμε… Τα κοριτσάκια κυκλοφορούσαμε με ένα λάστιχο  στη τσέπη και με την πρώτη ευκαιρία το ξετρυπώναμε δείχνοντάς το στις φίλες μας που σημειολογικά ήτανε  πρόταση για παιχνίδι, μόλις σχηματίζαμε τουλάχιστον τριάδα.  Αλλιώς, αν τριάδα δε συμπληρωνότανε και ο καιρός δε συνωμοτούσε, ουδείς αναντικατάστατος! Μία καρέκλα ήταν αρκετή μέσα στο σπίτι να παριστάνει τον στυλοβάτη και να μας βοηθήσει να μη χάσουμε το πολυπόθητο παιχνίδι, το «λάστιχο». Κάτω, γόνατο, γοφούς, μέση, μασχάλες, λαιμός και για τους άλτες εις ύψος ΑΕΡΑΣ! Το «σχοινάκι», άλλος λατρεμένος φίλος, διπλό ή τριπλό, με βαρίδιο ή όχι καταμεσής, με λαβές ξύλινες ή άνευ στις άκρες, μονοπωλούσε στα σχολικά διαλείμματα και τα μετασχολικά απογεματινά. Με ζευγάρια ή κατά μόνας, έπρεπε να μη σταματάς να χοροπηδάς μέχρι τελικής πτώσεως! Λάστιχο ή σχοινάκι, το αριθμητικό ήταν κοινός παρονομαστής!
Και για τους πιο intellectuelle είχαμε τις μέρες θεάτρου: αποσπάσματα ή έργα ολόκληρα του Ψαθά, φιλοξενούνταν στο Ανθολόγιο του Δημοτικού κι αν ήξεραν τη μοίρα τους θα τρόμαζαν! Δε ανέβηκαν μόνο στο θέατρο της Κοτοπούλη ή στο Βασιλικό από σκηνοθέτες διεθνούς φήμης αλλά από παιδιά δημοτικού που στήνανε μια σκηνή στο γιαπί της γειτονιάς και είχανε για σκηνικά τις κλούβες και τα τελάρα του μπαμπά από το χωράφι που σαν τεράστια lego έπαιρναν όποια μορφή ήθελε να δει –με περισσή φαντασία βεβαίως- το μάτι του σκηνοθέτη-ενδυματολόγου-υποβολέα-σκηνογράφου-….όλα τα έκανε! Βάζαμε και είσοδο. Δεν ξέρω γιατί! Για τα έξοδα της ανέξοδης παράστασης! Έτσι, επειδή αλλιώς δε θα είχε νοστιμάδα!
Κι άλλες φορές παίζαμε και μαγαζιά! Γυναίκες γαρ! (είμαι σίγουρη άλλοι λένε γρρρρρρ (!!!) σκέτο, χωρίς το α ανάμεσα!). Βέέέέέβαια! Από μικρή ηλικία καλλιεργείται ο θηλυκός-θρυλικός καταναλωτισμός! Πουλούσαμε πραμάτεια από το σπίτι, κανά γλυκάκι, κανά παλιό λικέρ που αράχνιαζε στο καλό σαλόνι που άνοιγε μόνο στις γιορτές και κανά σοκολατάκι από τη φοντανιέρα της μαμάς. Κι έψαχνε μετά αυτή να βρει πού πήγαν! Μάντεψε!
Κι αφού το παιχνίδι τελείωνε, έπρεπε να τους βάλω όλους για ύπνο και μετά να γυρίσω σπίτι. Η τελευταία από τη γειτονιά. Η μαμά φώναζε (κλασικά!!!) ότι πάλι είχα αργήσει, ότι δεν αφήνα χρόνο να διαβάσω κανένα λογοτεχνικό και τέτοια! Πού να της εξηγούσα τώρα ότι εγώ ήμουν ευτυχισμένη που χόρτασα παιχνίδι με τους φίλους μου και πως ΖΟΥΣΑ αλλιώτικη ζωή έξω από τα βιβλία.
Και μου έλεγε ακόμα η μάνα μου πως δεν έβαζα δράμι, πως ήμουν πετσί και κόκκαλο και η φίλη μου με φώναζε «σαμιαμίδι», «ακτινογραφία με πόδια» και τέτοια! Και πώς όχι? Από πού κι ως πού να πάρω κιλό? Τη ζωή μου τη θυμάμαι γεμάτη παιχνίδι, κίνηση στα όρια της υπερκινητικότητας, γεμάτη δράση (που τη σήμερον κατέληξε σε αντίδραση εν γένει- ΑΣΧΕΤΟ!) και για φαΐ? Ούτε λόγος φυσικά! Μοναχά τα παγωτά με νοιάζανε, γιατί κάναμε κόντρες ποιος θα φάει τα περισσότερα άμα τη ενάρξει της θερινής περιόδου που θεωρούνταν η Πρωτομαγιά και για τους πιο extreme  η 25η Μαρτίου μετά την παρέλαση φυσικά! Και δεν ήμουν ως ισχνή η εξαίρεση. Αλλά ο κανόνας! Είχαμε και σε κάθε παρέα έναν χοντρό ή και μια χοντρή. Αλλά ήτανε δακτυλοδεικτούμενος/-η!
Κι όταν μεγάλωσα και σταμάτησα να έχω τα γόνατά μου γρατσουνισμένα (-terminus post quem ότι μπαίνω στην εφηβεία) πίστεψα πως έδωσα τη σκυτάλη σε σπουδαίους αντικαταστάτες: μικρούς φίλους που πάνε στο δημοτικό και ξεχύνονται στις αλάνες για παιχνίδι μετά το τελευταίο κουδούνι. Μα δυστυχώς οι μικροί φίλοι έγιναν μικρομέγαλοι, καρικατούρες των απωθημένων των γονιών τους στις γλώσσες, στα ωδεία, στο μοντέρνο χορό. Τρέχουν, αλλά όχι σε αλάνες, μα μέσα σε κουτιά τσίγκινα με τέσσερις ρόδες, για να προλάβουν, όχι μη φύγουν οι φίλοι τους από τη γειτονιά σε καμιά άλλη και δεν τους βρουν (άλλωστε θα τους στείλουν μήνυμα), αλλά για να προλάβουν το χρόνο που τρέχει σαν παλαβός και δεν προφταίνουν… Κι αυτός  ο σωματότυπός τους, να πάρει, δεν τα βοηθάει. Τα κάνει δυσκίνητα. Δεν μπορούν να τρέξουν, γιατί το υπέρβαρο είναι πια ο κανόνας και όχι η εξαίρεση! Άλλωστε πώς να μην είναι παχύσαρκα τα παιδάκια σήμερα? Αφού, όταν λένε ότι παίζουνε, εννοούνε απλά τα παιχνίδια που παίζονται με τα δάχτυλα πατώντας απλά πλήκτρα. Τα «κακέκτυπα πιανίστα» ωστόσο, παίζουν τόσο γρήγορα, που θα τους ζήλευε και ο πιο γρήγορος τζαναμπέτης της αλάνας μιας άλλης εποχής! Ασκούν, λέει, το μυαλό τους και ό,τι έχει σχέση με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια?........το παίζουν στα δάχτυλα!