Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Σαρακοστιανός (Σουρ)ρεαλισμός!


Στο μεταξύ ο Χριστός περιφερότανε όλη την ώρα από τραπέζι σε τραπέζι μέχρι να αποφασιστεί πού θα κάτσει! Μία ανέβαινε στο τραπέζι και μια καθότανε στο πάτωμα! Μία πάνω σε γαϊδουράκι οδεύοντας για Αίγυπτο και μια στατικός και θερμαινόμενος από τα χνώτα των ζώων μέσα στο παχνί της Βηθλεέμ. Πάντως, και άπιστος να ‘σαι, εν τέλει πείθεσαι πως είναι πανταχού παρών και τα πάντα φορών: σπάργανα σε μπεζ, σε μπορντό, σε χρυσαφί, σε λευκό. Ο δε Άγιος Βασίλειος-Santa Claus-Père Noël, άλλοτε αδυνατισμένος (σπάνια) και άλλοτε λιγότερο ή περισσότερο παχύσαρκος, με σάκο γεμάτο ή μισοαδειασμένο, μια καθότανε μπροστά στο τζάκι και μια με το ένα πόδι μέσα στην καμινάδα και το άλλο πάνω στα κεραμίδια, προσπαθούσε να εισέλθει ανορθόδοξα στην εστία. Επίσης τον συναντούσες ή πάνω σε έλκηθρο κατά μόνας ή καμιά φορά με μια γιαγιούλα, που του έμοιαζε, αγκαζέ (η γυναίκα του θα ‘ναι, λένε τα ζευγάρια μετά από λίγα χρόνια μοιάζουν και φυσιογνωμικά μεταξύ τους), ή κατευθυνόμενο προς ένα χιονισμένο αγροτόσπιτο πεζή και κλείνοντάς σου το μάτι ροδαλός-ροδαλός  μέσα σε ασορτί με τα κόκκινα μάγουλά του ρούχα.   
Τα αγγελουδάκια πάλι σταματημό δεν είχανε. Πόσους αγγέλους μπορεί να αντέξει η γη? Η κάθοδος των μυρίων (αγγέλων) με λευκά γιακαδάκια και μπορντό φορεματάκια, με άσπρα ρουχαλάκια και ξανθά μαλλάκια, με ραβδάκια στα χέρια ή βιβλιαράκια και άγγελοι κεχηνότες ψάλλουν ευλαβικά.  
Και μπερδεύτηκαν μεταξύ τους όλα ξαφνικά: διαπίστωσα ότι είχαν πέσει αστέρια στη γη και πως τα έλατα από τις βουνοκορφές υλοτομήθηκαν, κατέβηκαν οι τάρανδοι στα πεδινά αντί να πάρουν τα βουνά. Οι καμπάνες χωρίς καμπαναριά και τα τύμπανα δίχως τυμπανιστές ανακατεύτηκαν ανάμεσα σε τρενάκια, ελαφάκια και ψημένα πέτρινα κουλουράκια.  
Τρενάκια? Περνάει το τρένο από το σαλόνι μου? Πέσανε αστέρια στην κουζίνα μου? Καταδέχθηκαν οι άγγελοι να περάσουν το κατώφλι του σπιτιού μου? Τζάκι δεν έχω σίγουρα. Από ποια καμινάδα εισήλθε ο χοντρός Άγιος Βασίλειος, όλοι αυτοί Άγιοι Βασίληδες και οι Χριστούληδες? Πόσοι ήταν άραγε?  Αρπάζω έναν άγγελο από το φτερό και τον τοποθετώ κάτω από το παράθυρο να δείχνει ότι ψάλλει γύρω από το θείο Βρέφος που μόλις εγεννήθη. Συμβολικά. Κι ενώ η ιστορία κατατάσσει σε διαφορετικό χωροχρόνο ορισμένες προσωπικότητες, οι γωνιές του σπιτιού τις συμφιλιώνουν και κάνουν το Χριστό με τον Άγιο Βασίλειο ομοτράπεζους, αντάμα ο ένας με τον άλλον και μάλιστα περικυκλωμένους από τυμπανιστές, χιονισμένα κλαδιά, χρυσίζουσες μπάλες, φύλλα από έλατα και γκι τυλιγμένα σε καμπανάκια.
Ναι. Εγώ φταίω για όλον αυτόν τον χαμό. Το ομολογώ ευθαρσώς! Είμαι υπαίτια, κύριος αυτουργός για όλη αυτήν την αναστάτωση που προκάλεσα στο σύμπαν.  Που κατέβασα τον ουρανό στη γη και ανακατέταξα χώρους, ανέμειξα χρόνους, μπέρδεψα τη χλωρίδα του βορρά με την πανίδα του Ισημερινού, που έβαλα αντίκρυ στην καμήλα της Αιγύπτου τον Σκανδιναβό τάρανδο να πίνουν παγωμένο νερό από τη λίμνη, όπου κάνουν πατινάζ χαρούμενα μικρά παιδάκια με σκουφάκια και μυτούλες κόκκινες, και παραδίπλα ένα τζάκι αναμμένο με φωτιά που δεν μπορεί να λιώσει τα χιόνια που πέσανε πλάι του από το χιονισμένο έλατο που αιωρείται πάνω του...
Θα με ζήλευε κι ο Θεός ο ίδιος. Θα ζήλευε το πάντρεμα Βορείου και Νοτίου ημισφαιρίου, θα ζήλευε την εύλογη αυτή απουσία της γραμμικότητας στο χρόνο, θα ζήλευε τον ιμπεριαλισμό της Δύσης. Θα ζήλευε τη βιομηχανία της που κατάφερε να ξεπεράσει το παράλογο, να κατασκευάσει τη συμφιλίωση του ετεροχρονισμένου με τον τρέχοντα χρόνο, να συνταιριάξει πρόσωπα και καταστάσεις, να προσγειώσει τα θεία και μεταφυσικά και να απογειώσει την κατανάλωση στα ύψη γύρω από ένα θέμα που όσο η επιστήμη εξελίσσεται, τόσο αυτό αμφισβητείται και η Βίβλος θεωρείται πια ένα ωραίο, ευκολονόητο για τα πρώτα μας χρόνια παραμύθι. Αλλά μέχρις εκεί. Παραμύθι. Ποια γέννηση? Ποιος Μεσσίας? Ποιος Χριστός? Ποιος Θεός? Ποια ανώτερη δύναμη? Ποια Χριστούγεννα? Ποια εκκλησία?
Ο Χριστός γεννάται μέσα σου. Αν υπάρχει. Μα θα στολίσουμε δέντρο και θα το γιορτάσουμε, ακόμη κι αν δεν υπάρχει ή δεν πιστεύουμε πως υπάρχει, επειδή η Δύση κατόρθωσε με τον τρόπο της να το επιβάλλει και επειδή οι γιορτές είναι ευκαιρία να ανταμώνουμε και να χαίρονται τα παιδιά. Κατά τα άλλα, αν γεννήθηκε ο Μεσσίας ή όχι, αν είναι κατασκευή μιας μεγάλης συνομωσίας (εκκλησιαστικής) και ανακατασκευή μια μεγαλύτερης (διαφημιστικής), δε δείχνει να νοιάζει και πολύ!

Τρίτη, 15 Νοέμβρη
 Αγαπημένο μου ημερολόγιο, στόλισμα τέλος. Αρχή της Σαρακοστής. Εγώ και οι μαγαζάτορες. Είμαι υπερβολική?! Εκείνοι έχουν τους λόγους τους και βιάζονται. Όχι όπως κάποτε βέβαια που το παραξήλωναν και φιγούραραν στις βιτρίνες οι Αϊ-Βασίληδες δίπλα στα ψαροντούφεκα και τα μαγιό (θα μου πεις αυστραλιακή version, αλλά εδώ είναι ακόμα Ελλάδα, άσχετα αν η μισή σε λίγο θα φύγει και θα πάει κατά ‘κει), αλλά οι άνθρωποι πρέπει να πουλήσουν.  Εγώ τι λόγους έχω? Ε θα ‘χω κι εγώ τους δικούς μου που το ‘κανα φέτος τόσο νωρίς άμα τη ενάρξει της Σαρακοστής! Σαρακοστή ε? Γι’ αυτό μόλις ξύπνησα ήπια γάλα και μαγείρεψα κρέας για το μεσημέρι, μετά πέρασα από το ταχυδρομείο να πληρώσω τη συνδρομή μου στην Action Aid για το παιδάκι που υιοθέτησα, σταμάτησα όμως και στα Jumbo να αγοράσω τα τελευταία στολίδια για το σαλόνι μου. Πιθανώς το παιδάκι που υιοθέτησα να κατασκεύασε και τα παιχνιδάκια που αγόρασα. Αμάν καημός! Τι με νοιάζει? Εγώ μια φορά τη συνείδησή μου την έχω ήσυχη! Και στο μεταξύ έβρισα και το γείτονα που για άλλη μια φορά αρνήθηκε να πληρώσει τα κοινόχρηστα. Στην εκκλησία βέέέβαια. Θα πάω. Παντρεύεται μια φίλη μου την άλλη Πέμπτη.
Άνθρωπος της Δύσης γαρ, ζω κι εγώ τα Χριστούγεννα όπως όλοι (ή μάλλον οι περισσότεροι)

Καλή Σαρακοστή


Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

Συζητώντας για «τρίχες»


[Όχι ότι πηγαίνει με μεγάλη προθυμία πάντοτε και είναι από τις φανατικές του είδους! Αλλά να! Την επηρεάζουν κάτι προπαγάνδες που θέλουν να μην ξεχνάει τη «ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ» της φύση και οφείλει συν τοις άλλοις να είναι και περιποιημένη, γυναίκα που λένε με τα Όλα και με τα Ούλα της, αν θέλει να σέβεται τον εαυτό της! Καλώς! Πειράζει όμως που για άλλη μια φορά δε θα ‘ναι στο ραντεβού της συνεπής? Να βάλει το φαΐ στη φωτιά να σιγοβράζει, το πλυντήριο να σβουρίζει, τη σκούπα να ρουφάει, τα πιάτα να πλένονται, τα παιδιά να ντύνονται, τον άντρα της να τρώει και τα ψώνια σε μια λίστα κι έρχεται! Δεν αργεί...Έφτασε! Ώπα! Το ρεζερβουάρ είναι άδειο. Δυο λεπτά να γεμίσει και θα είναι εκεί. Σταματάει με αλάρμ στον ψαρά να της κρατήσει τα ψάρια τώρα που είναι πρωί και θα ‘ναι φρέσκα. Στο μανάβη να πάρει σπανάκια για πίτα, στο φούρνο ένα ψωμάκι ζεστό. Έρχεται σου λέω! Φτουουου! Δε βρίσκει πάρκιγκ!]
 «Μα τι κάνουν όλοι αυτοί τέτοια ώρα έξω?»
[...ό,τι κι εσύ!]
«Καλημέρα σας! Άργησα λιγουλάκι αλλά...»
«Δικαιολογίες! Όλο τα ίδια λέτε. Τι θα σας κάνουμε σήμερα κ. Κοκοβίκου?»
 «ΑΝΘΡΩΠΟ! Ή τουλάχιστον ανθρωποειδές! Κόψιμο, βάψιμο, φορμάρισμα, γενικά...σουλούπωμα»
«Πολύ καλά, καθίστε και ξεκινάμε. Ένα περιοδικό?»
«Ναι αμέ! Είναι η μόνη ευκαιρία στη ζωή μου να διαβάσω βλακείες»
[Και ξεκινάει η διαδικασία. Η κομμώτρια κόβει, χτενίζει, βάφει, στεγνώνει. Η κυρία Κοκοβίκου ξεφυλλίζει τα tabloids...και οι απορίες ξεπετιούνται σαν τις φυσαλίδες στο νερό που βράζει...Όλοι αυτοί σε αυτές τις στήλες είναι «επώνυμοι»? Κι αυτή τι είναι? Ανώνυμη? Γκοτζάμ Κοκοβίκου! Τι τη νοιάζουν τα πάρτι τους? Και πώς γίνεται όλοι αυτοί να είναι φίλοι και να τρέχουν από το ένα πάρτι στο άλλο? Και είναι όλες οι κυρίες καλοχτενισμένες, βαμμένες, βλαμμένες αλλά βαμμένες! Και τα καλοπροαίρετα σχόλια, τα γραμμένα με θαυμασμό προς το πρόσωπό τους για το καλοβαμμένο, το καλομακιγιαρισμένο, το φτιασιδωμένο, το καλοσουλουπωμένο... Σώμα! Το ιδανικό του αιώνα. Το σώμα που γεννάει αλλά επανέρχεται στο μέγεθος extra small εντός σαράντα ημερών για να πάρει τα εύσημα του ρεπόρτερ της στήλης. Μα δε θα ασχοληθεί κανείς με τη ΜΑΝΑ? Εξιδανικεύουν μόνο το ΜΑΝΟΥΛΙ? Μια στήλη για τη μάνα που θηλάζει? Για τη μάνα Μαίρη Παναγιωταρά? Που γεννάει, θηλάζει, σιδερώνει, δουλεύει και μαγειρεύει ταυτόχρονα? Λάθος περιοδικό διάλεξε. Μπα! Λάθος εποχή! Το θηλυκό δίνει προτεραιότητα στη «γυναίκα» που ορίζεται ως ναός ομορφιάς. Ακατοίκητος μεν, αλλά ναός! Άδειος, κενός, αλλά ναός. Τα κάστρα τα βενετσιάνικα, τα απόρθητα μας τελείωσαν.]
«Καλημέρα σας κορίτσια!»
«Καλημέρα κυρία Τούλα μας! Πρωί-πρωί σήμερα»
«Συγνώμη κορίτσια, αλλά δεν περνούσε η ώρα και δεν είχα τι να κάνω, κι είπα να έρθω λίγο νωρίτερα. Στο σπίτι μια μοναξιά»
[...Μια μοναξιά? Και το κομμωτήριο ένα λιμάνι για παρεΐστικη συντροφιά, για κουτσομπολιό, για ανθρώπινη επαφή? Κάτω από κάσκες, τυλιγμένη με αλουμινόχαρτα, σε ήχους σεσουάρ και μυρωδιές λακ ή χημικών βαφών... το κομμωτήριο θα αγκαλιάσει απαξάπασες: γυναίκες νοικοκυρές ή ανοικοκύρευτες, που τρέχουν να προλάβουν το χρόνο ή που προσπαθούν να τον σκοτώσουν, που βρίσκουν μια ευκαιρία για χαλάρωση ή που ακόμη κι αυτό το κάνουν αγχωτικά, από υποχρέωση. Το κομμωτήριο είναι υποχρέωση ή το μεγάλο δικαίωμα, γιατί είσαι «γυναίκα» και σου το υπενθυμίζει με τον καλύτερο τρόπο.  
Και οι κομμώτριες? Έχουν κι αυτές το ρόλο τους. Ο κυριότερος είναι αυτός της ψυχοθεραπεύτριας. Θα σε λούσουν κάνοντάς σου ταυτόχρονα ένα μασάζ, θα σου κεράσουν καφέ, θα είναι εκεί να ακούσουν όλα όσα θα ήθελες να πεις σε κάποιον και να σε ακούσει. Είδος υπό εξαφάνιση κι αυτοί οι ακροατές σήμερα. Μόνο ομιλητές έχουμε. Θα μιλήσεις για το φαΐ που μαγείρεψες, θα πεις για το φαγητό που έκαψες χθες, θα ανταλλάξετε μια συνταγή για πετυχημένο ρολό στη γάστρα και θα φροντίσει να σε ταξιδέψει σε βραδιές-gala μέσα από τις σελίδες περιοδικών που πουλάνε προτεραιότητες σε φιλίες των πάρτι, σε αλλεπάλληλες ερωτικές σχέσεις για το αυτό πρόσωπο, σε εικόνες της σύγχρονης γυναίκας διάφορες, άλλοτε αδιάφορες, κυρίως «αδιάφθορες», καλομακιγιαρισμένες και πλαστικώς χειρουργημένες γαρ, μα σίγουρα διαφορετικές από αυτήν που ξέρεις εσύ, η κοινή θνητή γυναικούλα που στρίμωξες το κομμωτήριο μετά βίας ανάμεσα στο μαγείρεμα και στο «πρέπει να θυμάμαι ότι είμαι ρομπότ αλλά γένους θηλυκού».]
«Θα τα χτενίσουμε?»
«Όχι! Ένα απλό στέγνωμα μόνο. Δεν προλαβαίνω!»

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

Τι τάξη πας? Πρώτη!

-Τι τάξη πας?
-Πρώτη!
-Είσαι μεγάλος για πρώτη τάξη
-Υπάρχουν πολλές πρώτες: δημοτικού, γυμνασίου, λυκείου, πανεπιστημίου, μεταπτυχιακού, διδακτορικού, post-doc, δίπλωμα οδήγησης, lower, proficiency, certificate, Sorbonne, για να γίνεις μάνα, για να ασκήσεις το επάγγελμά σου, γενικώς και ειδικώς για να δώσεις εξετάσεις, εξετάσεις, εξετάσεις!
-Ε και? με τόσες επαναλήψεις που επισύρει η «κάθε» πρώτη τάξη, όποια και να ‘ναι, δεν έμαθες ακόμη?
-Να μάθω τι? Να μην αγχώνομαι? Να κάνω τι? Να το παίξω άνετος? Να συμπεριφερθώ πως? Σαν να τα ξέρω όλα? Κάθε φορά είναι μία πρώτη φορά, όσες φορές, πολλές φορές, όλες τις φορές... και όλες έχουν έναν κοινό παρονομαστή, «την ψυχολογία του πρωτακίου», ήτοι να αισθάνεσαι πεταμένος σε έναν ωκεανό. Σaν να σε πέταξε κάποιος για να σου μάθει κολύμπι. Και δεν προτίμησε καν μια πισίνα αλλά ένα απέραντο γαλάζιο, ανάμεσα σε φαντεζί κοραλλιοειδή μιας νέας γνώσης και σε σαρκοφάγους καρχαρίες, ειδήμονες των όσων αγνοείς αλλά σκοπεύεις να μάθεις. Είσαι αστείος, γιατί η αμηχανία σου σε προδίδει και ξεχνάς πως έχεις πόδια και χέρια που πρέπει να μάθεις να κουνάς. Νομίζεις πως κολυμπούν μόνο τα ψάρια, και απαιτείς από τον εαυτό σου να βγάλεις αμέσως λέπια για να γλιστράς και να ξεφεύγεις από τις δυσκολίες που πρωτοσυναντάς. Δέχεσαι παρατηρήσεις, εύλογες, φυσιολογικές, αναπόφευκτες, αλλά εσύ τις παίρνεις τοις μετρητοίς. Κάνεις λάθος και ντρέπεσαι. Νομίζεις πως δεν αξίζεις την ακαδημαϊκή πορεία που φέρει στην πλάτη του το ιστορικό σου.  
        Βουτάς στα βαθιά και άπατα νερά ενός ωκεανού ανεξερεύνητου. Απαιτείς από τις ικανότητές σου να καρδαμώσουν στο λεπτό. Δε δικαιούνται να είναι ανήλικες και άμαθες. Θες να τις πνίξεις μέσα σε πελάγη αισιοδοξίας, μα η ξέρα της απόγνωσης κλέβει την πολυτέλεια του νερού και προκαλεί λειψυδρία! Διψάς? Κάνε υπομονή. Πρέπει να αναμείνεις τον πολυκαιρισμό της εμπειρίας. Η αντίκα και τα κρασιά θέλουν το χρόνο τους να ωριμάσουν και να αποκτήσουν αξία. Κλεισμένα σε σκοτάδια απόρθητα. Έχουν μια χαραμάδα μόνο από κανα σπασμένο πορτοπαραθυρόφυλλο απ’ όπου μπαίνει μια αχτίδα φως και φωτίζει την αράχνη της προσπάθειας, αυτήν τη γνήσια υφάντρα της υπομονής, την εργάτρια απ’ τις λίγες κι ας μη της δίνει κανένας σημασία. Έτσι αποκτιέται η γνώση. Με υπομονή, μες σε σκοτάδια βαθιά και κίνδυνο να σου χαλάσουν τον ιστό, κι ας πάσχιζες χρόνια.
Κι ο δάσκαλος σού μιλάει, εσύ τον κοιτάς στα μάτια και τα χείλη του, μη τυχόν και ξεστομίσει καμιά παρατήρηση για κάτι που δεν πρόσεξες. Έχεις την αίσθηση πως έχει πάντα δίκιο. Τον δικαιολογείς ό,τι και να σου πει. Κι αν κάνει λάθος εκείνος? Αν η επιμονή του στη διόρθωση μιας χρόνιας προσπάθειάς σου, ενός καταδικού σου κεκτημένου, θέλει να δηλώσει απλά την εξουσία ΤΟΥ?
«Σβήσε το συννεφάκι πρωτάκι», λες μέσα σου. «Όλο βλακείες σκέφτεσαι, για να δικαιολογήσεις την αδικαιολόγητη χαζομάρα σου. Ο δάσκαλος ξέρει. Και θέλει το καλό σου. Και αν καμιά φορά σου πει και μια κουβέντα παραπάνω, μην τον παρεξηγείς. Είναι πατέρας σου. Όχι σαν τον βιολογικό σου πατέρα. Αλλά πατέρας. Πνευματικός, αλλά πατέρας. Θα του χρωστάς το «ευ ζην». Και όταν μεγαλώσεις και δεν θα πας πια πρώτη, όταν τον ξεπεράσεις (αν ποτέ!), τότε θα ρίξεις μια ματιά πίσω σου και θα δεις ότι ο δρόμος που διένυσες ήταν αναπόφευκτα ανηφορικός. Έπρεπε μεν να τον διαβείς αλλά ανεβαίνοντας, σχεδόν αναρριχώμενος, μέσα από βράχια δύσβατα, κρημνώδη και κοφτερά. Γιατί ο δάσκαλος σου έμαθε πως κάθε αρχή και δύσκολη και πως δεν πρέπει να επαφίεσαι στο «καλά» αλλά να έχεις πάντα στο νου σου πως «ο εχθρός του καλού δεν είναι το κακό, αλλά το καλύτερο».

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

Ένα Υποκειμενικό Αντι-κείμενο

Τα Υπο-κείμενα είναι:
Λέξεις, έξεις, σκέψεις
που
ξεστομίζονται, χαράσσονται, τυπώνονται.
Από
το στόμα μου, το μυαλό μου, την ορμή μου
στην
ψυχή μου, την καρδιά μου, στο χαρτί μου.
Κάθε
μέρα, κάθε στιγμή, κάθε ώρα.
Στη
δουλειά, στο σπίτι, στην ενδιάμεση διαδρομή.
Μόνη, με άλλον, με άλλους.
Φίλους, γνωστούς και αγνώστους.
Για να
εκφράσω, να πληροφορήσω, να επικοινωνήσω.
Ακόμη και
κουρασμένη, ζαλισμένη, αφηρημένη.
Επειδή
ελευθερώνομαι, εκστασιάζομαι, ενθουσιάζομαι.
Με
ανθρώπους, καταστάσεις, γεγονότα.
Που
γίνανε, γίνονται, μπορεί να γίνουν.
------------------------------
Άλλα Υπο-κείμενα είναι:
Υποψήφιες καταστάσεις,
 δυνάμει συμβάντα,
προσχεδιασμένα μελλούμενα,
που
κατέκτησαν κάποιες γραμμές στην ιστορία,
βρίσκονται σε τροχιά μονόδρομης πορείας,
εγκλωβίζονται σε κασσάνδρειες  προβλέψεις.
Και
γεννάνε
σκέψεις,
γίνανε
θέσεις,
γνωρίσανε
κρίσεις,
κριτικές, αντιθέσεις.
Λέξεις! Σκέψεις! Γνώσεις!
...και Άγνοιες!
Αγνές και επικίνδυνες!
----------------------

Υπο-κείμενο το Εγώ:
Τρυπώνω σε ματωμένες καρδιές που ζητάν στοργή.
Υποκλέπτω ψιθυριστές ματιές που πετάν οργή.
Καταλαβαίνω σπασμωδικές κινήσεις χωρίς επιλογή.
Γελάω, κλαίω, θυμώνω, ηρεμώ και πάλι από την αρχή.

Περιστρέφονται σαν αέναοι δορυφόροι γύρω απ’ τη φαιά μου ουσία
ιδέες,
μου πήραν την ενέργεια
οι ιδέες
και γίναν Υπο-κείμενο..
και...
----------------------------
σαν σίφουνες στροβιλίζουν,
αεικίνητες πιρουέτες μπαλαρίνας,
χορεύουν; σαρώνουν; εκπέμπουν;
Τα πάντα!
Οι ιδέες δεν είναι πάντα φωτεινές.
Κάνουν τις σκέψεις σκοτεινές.
Καταστρέφουν ζωές, οικογένειες, γενιές.
Ζαλίζουν ηρεμίες,
 ταράσσουν γαλήνια νερά,
σείουν επαναπαυμένα βολέματα.
Οι ιδέες γυρίζουν σαν να ‘ναι πάνω σε φτερό ανεμόμυλου,
μπερδεύονται με τις σκέψεις, τις κρίσεις και τις λέξεις.
Ξεστομίζονται, πέφτουν πάνω σε τοίχο!
Άλλοτε τον τρυπούν και βγαίνουν απ’ απέναντι
κι άλλοτε πέφτουν κάτω.

Ποιος να μαζέψει τις σκέψεις μου απ’ το πάτωμα;
Και να τις κάνει τι;
Δεν πουλάνε πια οι σκέψεις ούτε οι ιδέες, ούτε οι λέξεις!
Απλά κουράζουν.
Έχουν δυαδική φύση,
δημιουργούν προβλήματα αλλά δίνουν και λύσεις
σε ταξιδεύουν μακριά αλλά και προσγειώνουν συνειδήσεις,
χτίζουν ελπίδες  αλλά γκρεμίζουν και όνειρα,
νοσταλγούν πατρίδες αλλά και ξενιτεύονται,
εμπνέονται οδύσσειες και πολεμούν για πουκάμισα αδειανά,
έχουν αίσθηση, κάποτε συναίσθηση,
αλλά έχουν και αισθήσεις, και ψευδαισθήσεις, και παραισθήσεις.
Ανεβάζουν τον πήχη στις βλέψεις μου,
γκρεμοτσακίζουν τους στόχους μου απ’ τα βράχια,
αγκαλιάζουν τη μοναξιά μου
παρηγορούν τις απογοητεύσεις μου.


Οφού!!!!
 «Σταμάτα πια να σκέφτεσαι!» φωνάζουν όλοι!!!
Μα γιατί; Είναι κακούργημα;
«Είναι!
Όταν οι σκέψεις εποφθαλμιούν την ηρεμία στο στομάχι σου...
Όταν διεκδικούν την ηρεμία από τα νεύρα σου...
Όταν αποσπούν τον ύπνο από τα βράδια σου.»

Σταματώ να σκέφτομαι.
Πότε?
Όταν πέφτω για ύπνο και ονειρεύομαι.

Τελευταία όμως κοιμάμαι όρθια!

-Είναι που βιάζομαι να κάνω όνειρα που μου επιτρέπουν μονάχα τα σεντόνια.
-Είναι η κούραση, ηλίθια, και η πραγματικότητα που σου
 απαγορεύουν (κι όχι υπαγορεύουν)
 να ζήσεις ωραία χρόνια.

Πάνε αυτά. Περάσανε.