Πολλές φορές, πολλές στιγμές, ξαφνικές, στη μέση του ποτέ και στη μέση του πουθενά, σε στιγμές ηρεμίας, καθώς ποδηλατώ, προσπαθώντας να αποβάλω όλη την υπερένταση της δουλειάς, πιάνω τον εαυτό μου υπό τη μουσική υπόκρουση ενός ipodνα θέλω να γράψω μια έκθεση σαν μαθητούδι του Δημοτικού!
Να βάλω μέσα μια γιαγιά που συνομιλεί με τη γειτόνισσα για το πώς έφτιαξε τα φασο(υ)λάκια στη γάστρα, έναν παππού που κάνει βόλτα το εγγόνι του, έναν μπαμπά που περπατάει βιαστικά με το γιο του, ανθρώπους που πάνε κι έρχονται μέσα στο χρόνο, που περιστρέφονται γύρω από τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους, που γράφουν πολλά χιλιόμετρα στην προσωπική τους ζωή.
Κι όχι μόνον ανθρώπους αλλά και κτίρια. Όπως το Εργοστάσιο της γειτονιάς μου! Το παλιό και κάποτε ένδοξο εργοστάσιο που κάποτε έσφυζε από ζωή! Κάποτε. Τώρα σκουριάζει μέσα στην καταθλιπτική ερημιά του και η μόνη ζωή που πλανάται στους χώρους του είναι οι σαύρες, οι κουκουβάγιες και τα φίδια που μπαινοβγαίνουν από τα σπασμένα πορτοπαράθυρα. Πού? Στο εργοστάσιο αυτό, όπου κάποτε μπαινοέβγαιναν στους κόλπους του τρένα με βαγόνια που γεμίζανε και αδειάζανε φρούτα, παίρνοντας στη συνέχεια το δρόμο του εξωτερικού. Το τρένο δεν μπαίνει πια! Σηκώσανε απαγορευτικό οι αράχνες που σαν σύγχρονες Πηνελόπες υφαίνουν τον ιστό τους στις πόρτες περιμένοντας τι? Είκοσι χρόνια πέρασαν από κείνο το κάποτε. Ο Οδυσσέας είχε γυρίσει στην εικοσαετία, μα οι εργάτες του κάποτε δεν κάνουν να φανούν!
Οι Εργάτες! Εκείνοι οι άνθρωποι του μεροκάματου με τα ροζιασμένα χέρια. Με τα χέρια τα σημαδεμένα από τα μικροατυχήματα της δουλειάς. Και η γιαγιά μου. Εργάτρια κι αυτή. «Πρωτεργάτρια» θα ‘λεγα! Κι αν δε δούλεψε όχι σ’ ένα, όχι σε δύο αλλά σε όλα τα εργοστάσια της περιοχής. Πήγαινε όπου είχε μεροκάματο. Αρκεί να έπαιρνε κάτι για τον κάματο της ημέρας. Κι εδώ μέσα? Εδώ κι αν δεν έριξε δουλειά, κι αυτή και όλοι σ’ αυτό το εργοστάσιο που οι πύλες του είναι πια κλειστές και δε δέχονται κανέναν άλλον σήμερα παρά τους παράνομους επισκέπτες που έρπονται κάτω από αυτές ή που παραβιάζουν το FIR του εργοστασίου.
Πόσα άραγε μυστικά κρύβουν οι τοίχοι του? Πόσος ιδρώτας χύθηκε στα πατώματά του? Πόσα ταπεινωτικά λόγια των επιστατών αντήχησαν στις αίθουσές του? Πόση υποταγή στο δίκαιο του ισχυρότερου μαρτυρεί η ζωή του? Πόσα διπλά μεροκάματα μετρούν τα κρυφά βιβλία του? Όλα αυτά τα έκρυψε και τα ‘πνιξε ο χρόνος! Τα πήρε μαζί της η σιωπή που σφράγισε το άδοξο τέλος του! Κι έμεινε απλώς στην ιστορία, να το μνημονεύουνε στα καφενεία οι παλιοί εργάτες, επιστάτες, εργοστασιάρχες.
Σαν να μην μπορούνε να κάνουνε τίποτε πια για να το αναστήσουνε! Δεν έχει νόημα! Όσοι θεωρούσανε κάποτε τη δουλειά ευλογία, μέχρι πρό τινος κορόιδευαν λέγοντας πως δουλεύουν τα ρολόγια και οι βλάκες. Οι ίδιοι που έμαθαν να δουλεύουν από παιδιά ακόμα και με μισό μεροκάματο δίπλα στον εργάτη πατέρα τους, έφτιαξαν τα δικά τους παιδιά από «βούτυρο» και όλα τα κομφόρ. Εκείνοι που πάλευαν με τα διπλά μεροκάματα και έφτιαξαν κάποτε μία περιουσία, την έφαγαν με τον πιο ξιπασμένο τρόπο με αγορές-δείκτες μεγαλομανίας…
Και καθώς σκέφτομαι έξω από το Εργοστάσιο, πάνω στο ποδήλατο, αφαιρέθηκα… Με κορνάρανε! Θα με πατούσανε! Και έκανα στην άκρη… και τότε συγκεντρώθηκα και άρχισα να «προσέχω» τα αυτοκίνητα που περνούσανε: ήταν μια BMW σειρά 5, ένα PorscheCayenne, ένα άλλο BMWZ4, μια MercedesCLCSportCoupe, μια Maserati Quattroporte και άλλα παρόμοια. Είχανε κοινή κατεύθυνση. Πάρκαραν λίγο πιο πέρα: εκεί που είναι οι καφετέριες μαζεμένες κι όταν θες να πιεις καφέ δεν βρίσκεις κάθισμα!
Πέρασα κι εγώ με το ποδήλατο μετά από λίγο και ένιωσα μιαν ανακούφιση! Είπα κι εγώ! Επειδή κλείσανε τα εργοστάσια πάει να πει πως ερήμωσε και η πόλη μας? Όχι βέβαια! Η νέα γενιά είναι εδώ! Δουλειές μπορεί να μην έχει αλλά ξέρει καλά πώς να ζει σε βάρος της προηγούμενης, να τρώει από τα έτοιμα και να γεύεται τους καρπούς των κόπων όλων όσοι κάποτε έσταξαν ιδρώτα σε εκείνα τα εργοστάσια! Άλλωστε πού να τρέχουν τώρα? Αφού πια δουλειές δεν υπάρχουν!
«Κάθε φορά μπαινοβγαίνεις σαν κλέφτης», «Εμείς δε σε βλέπουμε ποτέ», «Όλο οι άλλοι έχουνε προτεραιότητα» «θα μας χάσεις και τότε θα μας αναζητάς»… Αυτά είναι λίγα από τα παράπονα της δικής μου μάνας όλα αυτά τα χρόνια από τότε που «έφυγα» από το σπίτι. Πρόσθεσε κι άλλα αν θες, με βάση τα όσα λέει η δική σου! Κι αυτή της η επιμονή, να υπενθυμίζει μονίμως την επικείμενή τηςαπώλεια από τη ζωή (σου), που είναι τόσο φυσική αλλά τόσο απάνθρωπη,σου την περνάει σαν εμμονή, χειριστή των κινήσεών σου, πυξίδα των αποφάσεών σου.
Απογαλακτίζεσαι νωρίς (θες να πιστεύεις!), ανοίγεις τα φτερά σου, φεύγεις, μα δε βρίσκεις ποτέ τη δύναμη να πας μακριά. Δεν τολμάς να ξεμυτίσεις, ξαναγυρίζεις. Κι αν δεν γυρίσεις, το νου σου θα τον έχεις πάντα εκεί, κοντά σ’ αυτήν που σε γέννησε, σε ανάθρεψε, σε λάτρεψε όσο κανείς, κι ας διεκδικεί ο έρωτας της ζωής σου τα πρωτεία στη λατρεία!
Παίρνοντας το δισάκι μου στον ώμο, μαζί με την οδοντόβουρτσα, τις πυτζάμες και μια λαχτάρα να φωλιάσω στο παιδικό μου το κρεβάτι-σημειολογικό άλλοθι περί (δήθεν) αποκοπής του ομφάλιου λώρου απαρνήθηκα το δικό μου σπίτι, και «επισκέφθηκανυχτερινώς» το σπίτι των γονιών μου: λίγο από τάσεις αλλαγής, λίγο από τάσεις ενοχής, πολύ από νοσταλγία και επιδιωκόμενη ευτυχία, τρύπωσα στο πατρικόμου και καταχώνιασα στο δωμάτιό μου που ήταν σε κατάσταση όπως την είχα απαιτήσει: εκεί καταλαβαίνεις ότι οι μάνες έχουν ένα τέτοιο και τόσο διαστροφικό ίδιον: να υποτάσσονται εκουσίως και ασμένως σε όποια παράλογη και ατίθαση επιθυμία, εκπεφρασμένη ή μη, έχεις ως παιδί της! Θα λιώσουν, θα φέρουν τα πάνω κάτω, θα στερηθούν, θα παρακάμψουν το «εγώ» και το «υπερεγώ» τους προκειμένου να υπηρετήσουν τα «θέλω» και τα «απαιτώ» σου.
Όπερ και εγένετο! Η σόμπα αναμμένη, το μονό κρεβάτι μου στρωμένο, σαν φωλίτσα, όπως μας έλεγε όταν ήμασταν μικρά, και φυσικά ο φυσικός χυμός στυμμένος, το έπαθλό σου, μια προσφορά της ικανοποίησης της, όταν σε βλέπει να διαβάζεις και να την υπακούς.
Μα η κούραση με πρόδωσε. Δε μ’ άφησε να «έχω τα μάτια μου ανοιχτά», να παρατηρώ καθετί που έκανε, που έλεγε, που τραγουδούσε και να το τυπώνω, να το αποτυπώνω, να το εξετάζω και να το υιοθετώ. Κοιμήθηκα! Από υπερφίαλη δόξα ότι ό,τι ήταν να μάθω το έμαθα? Από φυσιολογική της ηλικίας μου τάση να κρίνω και να απορρίπτω? Από πεποίθηση πως ξέρω πολλά, δε θέλω άλλα? Από απλή εξάντληση των δυνάμεων που με εγκατέλειπαν κατά την κατάκλιση? Δεν έχει και πολλή σημασία. Κοιμήθηκα!
Και η επόμενη μέρα με βρήκε σε στάση εμβρυακή, κουλουριασμένη σαν στον αμνιακό μου σάκο, πάνω σε ένα κρεβάτι και ένα δωμάτιο κρύο που δεν έμοιαζε σε τίποτε το δωμάτιο της περασμένης νύχτας! Ήταν γιατί η σόμπα είχε πια σβήσει, σκέφτηκα αρχικά! Αλλά έπεσα έξω: ήταν γιατί η μαμά είχε φύγει στη δουλειά, τελικά!
Όλα τα πεζοδρόμιαείχαν γραμμένους με κεραμίδι αριθμούςαπό το ένα ως το οχτώ. Οι πλακουτσωτές πέτρες ήτανε συνήθως στοιβαγμένες στην άκρη του δρόμου μετά από ισχυρές συγκρούσεις με την μπάλα στο «τζαμί». Το ψιλικατζίδικο στη γωνία του κυρ-Φώτη πουλούσε βρακολάστιχο με το μέτρο όχι μοναχά στις γιαγιάδες μας που μπάλωναν παλιές φόρμες μεφθαρμένα λάστιχα. Ο κυρ-Κώστας με τα είδη κήπου και θερμοκηπίου δεν έδινε σχοινί μόνο στους αγρότες για να δέσουν τα δέντρα στο μπόλιασμα, ενώ τα ποδήλατα αποτελούσαν το must όχημα κάθε ανήλικου κατεργάρη που ήθελε «να έχει πρόσωπο» στην τσακαλοπαρέα της γειτονιάς του. Δεν το αγόραζε κατά τις επιταγές της οικολογικής του συνείδησης και της «πράσινης μόδας». Οι «κούνιες» στις παιδικές χαρές δεν ήταν κατ’ αποκλειστικότητα των μικρών παιδιών που τις απολάμβαναν κουνιστά-λυγιστά ως έπαθλο από την «τρελαμένη» μάνα που έτρεχε από πίσω τους με το μπολ και το κουτάλι στο χέρι. Αν, δηλαδή, κατάφερνε το μικρό της να φάει μία για το μπαμπά (κουταλιά), μία για τη μαμά και μία για το θείο το Μήτσο (!!!), εκείνη το ‘βγαζε στην παιδική χαρά! Αντιθέτως, ΚΑΙ πολλά παιδιά-γαϊδούρια οργανώνανε αγώνες σε αυτές για το ποιος θα κάνει το πιο μακρινό πέταγμα.
Αλλά τώρα πια περνώ από τη γειτονιά μου και τη βλέπω άδεια. Δυο τρία παιδάκια μετά βίας, κι αυτά παιδάκια οικονομικών μεταναστών κάνουν υπεράνθρωπες προσπάθειες να γεμίσουν το πάρκο με ξεφωνητά. Μα δεν μπορούν! Δεν αρκούν! Δεν τα καταφέρνουν! Η παρέα τους δεν έχει εκτόπισμα! Δεν είναι ΤΣΑΚΑΛΟπαρέα. Η οργουελική τους μάνα, ως Μεγάλος Αδερφός, παρατηρεί από την άλλη γωνία την κάθε τους κίνησή, γιατί ο κίνδυνος, που λέγεται αμάξι μεγάλης ταχύτητας, παιδεραστής ή πωλητής οργάνων, καραδοκεί και στην πιο αθώα γειτονιά (υπάρχει?) ενός χωριού-κουκκίδα στο χάρτη. Τίποτε δε θυμίζει το τότε!
Σε μας οι γονείς δεν ήτανε επόπτες αλλά συμπαίκτες! Στη δική μου γειτονιά έπαιζαν μαζί μας «τζαμί» κάθε απόγεμα σε ένα ανείπωτο ραντεβού μετά τις 7.00 τα καλοκαίρια. Όχι για να επιβλέπουν αλλά για να νιώσουν και κείνοι παιδιά. Και παίζανε και «μήλα» και «ένα-δύο-τρία κόκκινο φως» και «ψείρες»! Αλλά στο «κυνηγητό» και στο «κρυφτό» δε συμμετείχαν. Ούτε στο «τρέξιμο» και τους «αγώνες» που διοργανώναμε με τα ποδήλατα! Ούτε στη «μακριά γαϊδούρα» που ήθελε μια μέση-λάστιχο! Είχαν οριοθετήσει τα χόμπι τους με βάση τις σωματικές αντοχές τους. Κι αν καμιά φορά τους συνέπαιρνε η παιδική ψυχή τους ήταν από αυθορμητισμό και χαβαλέ που έκαναν μεταξύ τους.
Εμείς πάντως συνεχίζαμε… Τα κοριτσάκια κυκλοφορούσαμε με ένα λάστιχο στη τσέπη και με την πρώτη ευκαιρία το ξετρυπώναμε δείχνοντάς το στις φίλες μας που σημειολογικά ήτανε πρόταση για παιχνίδι, μόλις σχηματίζαμε τουλάχιστον τριάδα.Αλλιώς, αν τριάδα δε συμπληρωνότανε και ο καιρός δε συνωμοτούσε, ουδείς αναντικατάστατος! Μία καρέκλα ήταν αρκετή μέσα στο σπίτι να παριστάνει τον στυλοβάτη και να μας βοηθήσει να μη χάσουμε το πολυπόθητο παιχνίδι, το «λάστιχο». Κάτω, γόνατο, γοφούς, μέση, μασχάλες, λαιμός και για τους άλτες εις ύψος ΑΕΡΑΣ! Το «σχοινάκι», άλλος λατρεμένος φίλος, διπλό ή τριπλό, με βαρίδιο ή όχι καταμεσής, με λαβές ξύλινες ή άνευ στις άκρες, μονοπωλούσε στα σχολικά διαλείμματα και τα μετασχολικά απογεματινά. Με ζευγάρια ή κατά μόνας, έπρεπε να μη σταματάς να χοροπηδάς μέχρι τελικής πτώσεως! Λάστιχο ή σχοινάκι, το αριθμητικό ήταν κοινός παρονομαστής!
Και για τους πιο intellectuelleείχαμε τις μέρες θεάτρου: αποσπάσματα ή έργα ολόκληρα του Ψαθά, φιλοξενούνταν στο Ανθολόγιο του Δημοτικού κι αν ήξεραν τη μοίρα τους θα τρόμαζαν! Δε ανέβηκαν μόνο στο θέατρο της Κοτοπούλη ή στο Βασιλικό από σκηνοθέτες διεθνούς φήμης αλλά από παιδιά δημοτικού που στήνανε μια σκηνή στο γιαπί της γειτονιάς και είχανε για σκηνικά τις κλούβες και τα τελάρα του μπαμπά από το χωράφι που σαν τεράστια lego έπαιρναν όποια μορφή ήθελε να δει –με περισσή φαντασία βεβαίως- το μάτι του σκηνοθέτη-ενδυματολόγου-υποβολέα-σκηνογράφου-….όλα τα έκανε! Βάζαμε και είσοδο. Δεν ξέρω γιατί! Για τα έξοδα της ανέξοδης παράστασης! Έτσι, επειδή αλλιώς δε θα είχε νοστιμάδα!
Κι άλλες φορές παίζαμε και μαγαζιά! Γυναίκες γαρ! (είμαι σίγουρη άλλοι λένε γρρρρρρ (!!!) σκέτο, χωρίς το α ανάμεσα!). Βέέέέέβαια! Από μικρή ηλικία καλλιεργείται ο θηλυκός-θρυλικός καταναλωτισμός! Πουλούσαμε πραμάτεια από το σπίτι, κανά γλυκάκι, κανά παλιό λικέρ που αράχνιαζε στο καλό σαλόνι που άνοιγε μόνο στις γιορτές και κανά σοκολατάκι από τη φοντανιέρα της μαμάς. Κι έψαχνε μετά αυτή να βρει πού πήγαν! Μάντεψε!
Κι αφού το παιχνίδι τελείωνε, έπρεπε να τους βάλω όλους για ύπνο και μετά να γυρίσω σπίτι. Η τελευταία από τη γειτονιά. Η μαμά φώναζε (κλασικά!!!) ότι πάλι είχα αργήσει, ότι δεν αφήνα χρόνο να διαβάσω κανένα λογοτεχνικό και τέτοια! Πού να της εξηγούσα τώρα ότι εγώ ήμουν ευτυχισμένη που χόρτασα παιχνίδι με τους φίλους μου και πως ΖΟΥΣΑ αλλιώτικη ζωή έξω από τα βιβλία.
Και μου έλεγε ακόμα η μάνα μου πως δεν έβαζα δράμι, πως ήμουν πετσί και κόκκαλο και η φίλη μου με φώναζε «σαμιαμίδι», «ακτινογραφία με πόδια» και τέτοια! Και πώς όχι? Από πού κι ως πού να πάρω κιλό? Τη ζωή μου τη θυμάμαι γεμάτη παιχνίδι, κίνηση στα όρια της υπερκινητικότητας, γεμάτη δράση (που τη σήμερον κατέληξε σε αντίδραση εν γένει- ΑΣΧΕΤΟ!) και για φαΐ? Ούτε λόγος φυσικά! Μοναχά τα παγωτά με νοιάζανε, γιατί κάναμε κόντρες ποιος θα φάει τα περισσότερα άμα τη ενάρξει της θερινής περιόδου που θεωρούνταν η Πρωτομαγιά και για τους πιο extremeη 25η Μαρτίου μετά την παρέλαση φυσικά! Και δεν ήμουν ως ισχνή η εξαίρεση. Αλλά ο κανόνας! Είχαμε και σε κάθε παρέα έναν χοντρό ή και μια χοντρή. Αλλά ήτανε δακτυλοδεικτούμενος/-η!
Κι όταν μεγάλωσα και σταμάτησα να έχω τα γόνατά μου γρατσουνισμένα (-terminuspostquemότι μπαίνω στην εφηβεία) πίστεψα πως έδωσα τη σκυτάλη σε σπουδαίους αντικαταστάτες: μικρούς φίλους που πάνε στο δημοτικό και ξεχύνονται στις αλάνες για παιχνίδι μετά το τελευταίο κουδούνι. Μα δυστυχώς οι μικροί φίλοι έγιναν μικρομέγαλοι, καρικατούρες των απωθημένων των γονιών τους στις γλώσσες, στα ωδεία, στο μοντέρνο χορό. Τρέχουν, αλλά όχι σε αλάνες, μα μέσα σε κουτιά τσίγκινα με τέσσερις ρόδες, για να προλάβουν, όχι μη φύγουν οι φίλοι τους από τη γειτονιά σε καμιά άλλη και δεν τους βρουν (άλλωστε θα τους στείλουν μήνυμα), αλλά για να προλάβουν το χρόνο που τρέχει σαν παλαβός και δεν προφταίνουν… Κι αυτόςο σωματότυπός τους, να πάρει, δεν τα βοηθάει. Τα κάνει δυσκίνητα. Δεν μπορούν να τρέξουν, γιατί το υπέρβαρο είναι πια ο κανόνας και όχι η εξαίρεση! Άλλωστε πώς να μην είναι παχύσαρκα τα παιδάκια σήμερα? Αφού, όταν λένε ότι παίζουνε, εννοούνε απλά τα παιχνίδια που παίζονται με τα δάχτυλα πατώντας απλά πλήκτρα. Τα «κακέκτυπα πιανίστα» ωστόσο, παίζουν τόσο γρήγορα, που θα τους ζήλευε και ο πιο γρήγορος τζαναμπέτης της αλάνας μιας άλλης εποχής! Ασκούν, λέει, το μυαλό τους και ό,τι έχει σχέση με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια?........το παίζουν στα δάχτυλα!
Ραντεβού (κλασικά) ως φοιτητές στην καμάρα. Ο φίλος μου ο Αντώνης έμενε κοντά στην Ευαγγελίστρια. Ο φίλος μου ο Απόστολος είχε το δικηγορικό του γραφείο στην Κομνηνών. Εγώ έμενα δέκα ολόκληρα χρόνια στην Παπάφη. Το στέκι μας ήτανε χρόόόόνια στο Καρντού απέναντι από το Λευκό Πύργο. Το πάρκινγκ της πλατείας Ελευθερίας φιλοξενεί χρόνια ολόκληρα το αμαξάκι μου, όταν το κατεβάζω στο κέντρο. Στη Ναβαρίνου κόβω άλλοτε σκόπιμα και άλλοτε άσκοπα βόλτες! Την Τσιμισκή την γνωρίζω μόνο για τα καταστήματα της, ενώ η Αριστοτέλους είναι για μένα απλά η ωραιότερη πλατεία της Θεσσαλονίκης! Αυτά και άλλα πολλά ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ σημεία της πόλης περνάνε από μπροστά μου τόσο ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΑ που δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να εξετάσω σε βάθος αυτήν την πόλη που ΝΟΜΙΖΑ ότι την έζησα για τα καλά. Αλλά νόμιζα…
Έχω γυρίσει τόσες πόλεις και χωριά στον κόσμο, παραμάσχαλα με έναν τουριστικό οδηγό. Ξεποδαριάστηκα επισκεπτόμενη το κάθε μουσείο τους, σημαντικό ή ασήμαντο και στη Θεσσαλονίκη επισκέφτηκα μοναχά με το σχολείο αυτά στα οποία με πήγαν. Διάβασα για ναούς γοτθικού ρυθμού, σήματα κατατεθέντα της μεσαιωνικής Ευρώπης αλλά δεν εντρύφησα στο στολίδι αυτής της πόλης, τον Άγιο Δημήτριο. Μπορεί να αγόρασα μινιατούρες για τον Πύργο του Άιφελ ή για το Κολοσσαίο αλλά δεν έχω ούτε μια κάρτα με τον Πύργο το Λευκό. Και ενώ μπορεί να πόζαρα μπροστά σε αγάλματα που δε θυμίζουν πια σε μένα τουλάχιστον τίποτε περισσότερο από την Αναγέννηση, διαπίστωσα πως δεν πήρα χαμπάρι για το άγαλμα του Κασομούλη στην Αγγελάκη.
Ποτέ δεν είναι αργά! Τηλεφωνώ στη φίλη μου τη Μαρία, αιρετική από τα γεννοφάσκια της και της ξεστομίζω την ιδέα μου. Δε θα μπορούσε να αρνηθεί σε μία τόσο δελεαστική πρόταση. Για να εγκλιματιστούμε καλύτερα, της προτείνω να μείνουμε για ένα τριήμερο σε ένα ξενοδοχείο της πόλης! Κρίση μετά σου λέει! Ε και? Άλλοι τρέχουν αυτές τις μέρες στην Κων/πολη ή στην Πράγα! Εμείς τουλάχιστον δε θα ‘χουμε αεροπορικά στα έξοδά μας! Κατά τ’ άλλα, της υποσχέθηκα πως θα κάνουμε αυτό ακριβώς που κάνουν οι άλλοι στην Πράγα!
Ετοιμάζουμε βαλίτσες, ξεχνάμε τα σπίτια μας και οδεύουμε προς το ξενοδοχείο, φθηνό αλλά αξιοπρεπές! Με τον τουριστικό οδηγό στο χέρι κάνουμε πλάνο. Το ξενοδοχείο μας βρίσκεται πάνω από την Αριστοτέλους! Από δω θα ξεκινήσουμε: από την ομορφότερη πλατεία της Θεσσαλονίκης, δημιούργημα της Διεθνούς Επιτροπής Σχεδιασμού με πρόεδρο τότε τον Αρχιτέκτονα Ερνέστ Ερμπράρ, που κλήθηκε να σχεδιάσει την πόλη μετά την πυρκαγιά του 1917. Η πλατεία Αριστοτέλους μαζί με την Πλατεία Δικαστηρίων, όπου επρόκειτο να φιλοξενηθούν όλα τα δημόσια κτίρια της πόλης, ορίστηκαν να ακολουθήσουν το νεοβυζαντινό στιλ. Με αρκετές τροποποιήσεις των αρχικών σχεδίων η πλατεία πήρε τη μορφή που βλέπουμε σήμερα. Περνώντας βιαστικά έξω από το ζαχαροπλαστείο του Τερκενλή, μας σπάει τη μύτη η μυρωδιά απ’ τα τσουρέκια. Τσεκάρουμε να επιστρέψουμε στο γυρισμό από την ίδια διαδρομή για να τσακίσουμε ένα οι δυο μας. Οι τύψεις των θερμίδων δεν έχουν δικαίωμα στις διακοπές. Βαδίζουμε προς τα Δυτικά. Στάση στο UtKapan(Καπάνι) και στο Μοδιάνο για μια φωτογραφία, όπως έχουν όλοι οι τουρίστες και ακριβώς δίπλα, στο Γιαχουντί Χαμάμ, δημόσιο λουτρό από την εποχή της τουρκοκρατίας (τέλη 15ου αιώνα). Ααα! Δεν είναι ανοιχτό για το κοινό! Κρίμα! Μια στιγμή! Βγάλε με μια φωτογραφία εδώ στο Μπεζεστένι της Θεσσαλονίκης. Δεν είχα προσέξει ποτέ τους τρούλους.
Κατεβαίνοντας πεζή την οδό Βενιζέλου, στεκόμαστε μπροστά στο γλυπτό του Β.Δορόπουλου, στο σημείο που δολοφονήθηκε το 1963 ο Γρ. Λαμπράκης, βουλευτής τότε της ΕΔΑ. Λέω να μπούμε και στον Ι.Ν.του Αγίου Μηνά που διαθέτει εικόνες με πολύ εμφανή την επιρροή από τη ρωσική σχολή. Φυσικά δεν θα μπορούσαμε να παραβλέψουμε το Εβραϊκό μουσείο, στην ίδια οδό. Κοίτα να δεις που από δω περνάω σχεδόν κάθε Σάββατο για να πάω στα μπαράκια της Βαλαωρίτου κι αυτό δεν το είχα πάρει είδηση. Και φτάνουμε στην Πλατεία Ελευθερίας, η οποία, όπως διαβάζω στον οδηγό, σχεδιάστηκε επίσης από τον Ερμπράρ. Είναι συνδεμένη με το εβραϊκό ολοκαύτωμα, αφού εκεί ο αξιωματικός των Ες-Ες, Αλοΐς Μπρούνερ συγκέντρωνε τους Εβραίους για να τους στείλει στο Άουσβιτς με το τρένο. Επίσης όμως η πλατεία αυτή αποτελεί τον πρώτο χώρο στάθμευσης της πόλης αλλά και το οικονομικό της κέντρο, καθώς εκεί συγκεντρώνει πάρα πολλές τράπεζες! Ώστε αυτό το περίεργο κτίριο με τα οθωμανικά παράθυρα και τον μικρό πύργο στην ταράτσα είναι το μέγαρο Στάιν, οικοδομημένο από το 1908 με αρχιτέκτονα τον Ερνστ Λεβί, ενώ το κτίριο που φιλοξενεί την Τράπεζα της Ελλάδος διαβάζω πως αποτελεί κτίριο Νεοκλασικού ρυθμού, όπως και αυτό της AlphaBank αλλά με πολλά διακοσμητικά στοιχεία από την Αρ Νουβό.
Από την πίσω μεριά, σεργιανίζουμε τα καλντεριμάκια στα Λαδάδικα, περιοχή όπου γνώρισε δόξες το χονδρεμπόριο κατά το 19ο αιώνα και που μετά την εμπορική παρακμή του με κοινή απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού και του Δήμου Θεσσαλονίκης ανακηρύχθηκε ολόκληρη διατηρητέα! Ευτυχώς! Από την άλλη η ανάδειξη της Θεσσαλονίκης σε ευρωπαϊκή πολιτιστική πρωτεύουσα το 1997 μας άφησε μία πολύ πλούσια πολιτισμική προίκα. Στα Λαδάδικα, στεγάζεται το Μουσείο αρχαίων, βυζαντινών και μεταβυζαντινών μουσικών οργάνων, κατασκευασμένων με βάση τις φιλολογικές και εικαστικές μαρτυρίες. Η περιπλάνηση στη Λέοντος Σοφού μας θυμίζει πως υπάρχει και η άλλη Θεσσαλονίκη, εκείνης που δεν έχει σχέση με το μπετό, το τσιμέντο και τα σίδερα. Μιας Θεσσαλονίκης γεμάτης ιστορία, γούστο και πολιτισμό.
Ήξερες εσύ τι είναι αυτό το τείχος πίσω από το οποίο παρκάρουμε στα Δικαστήρια? Δεν έχει σχέση, λέει, με τα παλιά Βυζαντινά κάστρα, αλλά είναι του Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Το τείχος καταλήγει στον Πύργο, γνωστό ως Τοπ Χανέ, που βρίσκεται σε καλή κατάσταση γεμάτο προμαχώνες και πολεμίστρες, πράγμα λογικότατο, αφού εκεί ήταν η είσοδος της πόλης, εξού και το λιμάνι!
Πλατεία Βαρδαρίου! Πάμε γρήγορα! Κακόφημη περιοχή! Μια στιγμή όμως! Μήπως να περνούσαμε από το Μουσείο Ύδρευσης? Μηχανολόγοι μπορεί να μην είμαστε για να μάθουμε όλες τις λεπτομέρειες περί μηχανισμών άντλησης νερού και πετρελαιομηχανών πρώτης και δεύτερης γενιάς αλλά νομίζω πως έχει εγκυκλοπαιδικό τουλάχιστον ενδιαφέρον να δούμε αναλυτικά τον τρόπο παραγωγής ατμού για την κίνηση ατμομηχανών. Ε! Και επί τη ευκαιρία, μιας και πιάσαμε τις ατμομηχανές, εντελώς συνειρμικά και συμπτωματικά λόγω περιοχής δεν πεταγόμαστε στο Μουσείο Σιδηροδρόμου στη Μοναστηρίου? Ξέρεις ότι εκεί εκτός από στολές σταθμαρχών, όργανα, γραφεία και βιβλία αρχείων με τα δρομολόγια της Ελλάδας και όχι μόνο φιλοξενείται και ένα αυθεντικό βαγόνι-εστιατόριο του θρυλικού OrientExpress?
Στη δε Σταυρούπολη, λέει, βρίσκεται το μεγαλύτερο στρατιωτικό νεκροταφείο της Ελλάδας από τον Πρώτο Παγκόσμιο. Και αν αναρωτιέσαι προς τι η (μακάβρια) όρεξη για επίσκεψη σε νεκροταφείο, θα σου πω πως έχει να κάνει όχι με τη μελαγχολική πλευρά του εαυτού μου αλλά με την άγνοια που δέρνει τόσο όλους τους Θεσσαλονικείς ακόμα και τους κατοίκους της περιοχής που δεν γνωρίζουν βασικά πράγματα της ιστορίας όπως ότι οι νεκροί στρατιώτες είναι θαμμένοι κατά εθνικότητα και ότι κάθε περιοχή έχει το παρεκκλήσι της, φιλοξενεί χιλιάδες ξένους που έρχονται να βρουν κάποιον δικό τους που έπεσε εδώ κατά τον πόλεμο και ότι κάθε που γαλλικό πολεμικό πλοίο μπαίνει στο λιμάνι της πόλης, στέλνει στρατιωτικό άγημα για να αποτίσει φόρο τιμής στους γάλλους στρατιωτικούς, ενώ οι οικογένειες Σέρβων που έχασαν δικό τους άνθρωπο επισκέπτονται το νεκροταφείο χρόνο παρά χρόνο με τιμητικές εκδηλώσεις στη μνήμη τους!
Και μια που φτάσαμε Σταυρούπολη, πάμε μια βόλτα μέχρι το Μουσείο Σύγχρονης τέχνης στη Μονή Λαζαριστών. Είμαστε απαράδεκτες. Εδώ ερχόμαστε μόνο για παραστάσεις και συναυλίες! Εμείς μόνο το Τελλόγλειο ξέρουμε για μουσείο σύγχρονης τέχνης και τούτο γιατί «σκοντάφτεις» επάνω του. Αλλιώς…
Φτάνει για σήμερα! Αρκετά! Ξεποδαριαστήκαμε αλωνίζοντας τη δυτική Πλευρά. Πάμε να ξεκουραστούμε και θα κεράσω ουζάκι το βράδυ στο Τσινάρι. Έτσι, να θυμηθείς τα παλιά και μια γωνιά που μοιάζει παρακμή αλλά είναι αυθεντική. Και λέω να πάμε για κουλουράκι σαλονικιώτικο στο φούρνο εκείνον τον γνωστό, πίσω από τη Βίλκα, κοντά στο Μύλο μωρέ, εκείνα τα παλιά εργοστάσια που κάποιοι ευφυείς τα μετέτρεψαν σε πολυδύναμα πολιτιστικά κέντρα, χωρίς να αλλάξουν τίποτα στην εξωτερική και στην εσωτερική τους φυσιογνωμία…
Το πρωί θα κατηφορίσουμε από το άγαλμα του Βενιζέλου κι αφού επισκεφθούμε το Μπέη Χαμάμ, χτισμένο από το 1444, το αρχαιότερο στην Ελλάδα, γνωστά και ως «Λουτρά Παράδεισος», θα σεργιανίσουμε στο βιβλιοπωλείο του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων, δίπλα στον Ι.Ν. της Παναγίας των Χαλκέων που πήρε το όνομά της από τους χαλκωματάδες που είχαν το σινάφι τους τριγύρω. Πιο πάνω λέω να περιηγηθούμε στη Ρωμαϊκή αγορά, για να πάμε στο Μπιτ Παζάρ ή αλλιώς την Πλατεία Αβυσηνίας για να χαζέψουμε στα παλαιοπωλεία . Το Τζαμί Χαμζά Μπέη είναι αυτό που βρίσκεται μπροστά στη στάση Αλκαζάρ, ενώ το Δημαρχείο της πόλης φιλοξενείται, όπως διαβάζουμε στον οδηγό, στο κτίσμα Καραβάν Σαράι και το Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, γνωστό ως Διοικητήριο είναι ένα κτίριο χτισμένο από το 1891, προορισμένο, τότε, να στεγάσει τις αρχές του Οθωμανικού κράτους.
Ανηφορίζουμε προς την Άνω Πόλη, τη γεμάτη γραφικά σπιτάκια με χαγιάτια, καλντεριμάκια, μονές και ιστορικές εκκλησίες, δημόσια λουτρά, οθωμανικές δημόσιες κρήνες και μουσεία περίεργα όπως αυτό των Χαρτών, γνωστό ως Εθνική Χαρτοθήκη που καταγράφει, διασώζει, αρχειοθετεί, συντηρεί, εκθέτει και προβάλλει τον πολιτιστικό και επιστημονικό ρόλο των χαρτών και συνεργάζεται με ελληνικούς και διεθνείς φορείς παρέχοντας ειδικές βάσεις δεδομένων. Όσο για το περιτείχισμά της νομίζω ότι οφείλουμε να γνωρίζουμε πως έγινε από τον Κάσσανδρο το 315 π.Χ. Αργότερα ο Μέγας Κων/νος, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, ο Μέγας Θεοδόσιος και η Άννα Παλαιολογίνα ενίσχυσαν κατά καιρούς το τείχος.
Πάει και τούτη η μέρα. Αύριο λέω να αλωνίσουμε προς ανατολάς. Να περιηγηθούμε σε γνωστά κτίρια νεοκλασικά, όπως τη Βίλα Μπιάνκα, Μορντώχ, Ζαρντινίδη και Αλλατίνη που φιλοξενούν έργα Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών. Για το τέλος θα αφήσουμε κάτι πιο φουτουριστικό: το κέντρο Διάσωσης των Επιστημών, γνωστό και ως Πλανητάριο.
Ναι το ξέρω: Αρχαιολογικό, Βυζαντινό, Μακεδονικό και Πολεμικό Μουσείο τα αφήσαμε! Μα δεν προλαβαίνουμε σε αυτό το τριήμερο! Θα τα αφήσουμε για καμία Κυριακή που θα μου παραπονιέσαι τι να κάνουμε ΠΑΛΙ. Πάω στοίχημα πως όσο κι αν πιστεύουμε πως την ξέρουμε καλά αυτήν την πόλη, αν θέλουμε μπορούμε να ανακαλύπτουμε κάθε μέρα και μία «ευμορφιά»!
Κάποτε το όνειρό μου ήτανε να περάσω στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης: να σπουδάσω σε μία από τις πιο ιστορικές σχολές, να γνωρίσω πολλές από τις πιο σπουδαίες προσωπικότητες της πόλης αυτής, να περπατήσω στα σοκάκια της, να γευτώ τα φαγητά της, να ακούσω τους βραδινούς παλμούς της, να ταπεινώσω την άγνοια και την αμάθειά μου στον πολιτιστικό της πλούτο. Ήρθα εδώ πριν ακριβώς 13 χρόνια. Κι αυτή η πόλη όχι μόνο δεν πρόδωσε τις προσδοκίες μου αλλά ήταν απλόχερη μαζί μου, δοτική, χουβαρντού! Ακόμα μου δίνει! Κι ανακαλύπτω κάθε μέρα μέσα στην απόλυτη ρουτίνα, καινούργια εγχειρήματα, καινούργιες ομορφιές.
Αν μεμψιμοιρήσεις, θα σου κλαυτεί και ‘κείνη. Θα σου παραπονεθεί για το κυκλοφοριακό, για τους αγχώδεις ρυθμούς της, για την αδιαφορία του διαβάτη της καθημερινότητας, του γκρινιάρη πολίτη της ρουτίνας. Όχι πως πρέπει να σταματάς να διεκδικείς το «καλύτερο» (τον γνωστό εχθρό του «καλού»), αλλά σεβάσου κι αυτό που έχει, δώσε σημασία στην ιστορία της, γνώρισε τα μυστικά της που σου τα σιγοψιθυρίζει στ’ αφτί κάθε γωνιά της και θα δεις πως θα σε ανταμείψει με την πιο γενναιόδωρη κίνηση. Μην περιμένεις να γνωρίσεις τον κόσμο με τριήμερα και ακριβά πακέτα διακοπών στα εξωτερικά. Η ομορφιά μπορεί να είναι δίπλα σου κι εσύ να μην την ανακάλυψες ακόμη! Δε θα ‘ρθει πάντως εκείνη να σε βρει. Πρέπει εσύ να πας, να ψάξεις, ίσως όχι πολύ, ίσως όχι μακριά, ίσως δίπλα στο διαμέρισμα-κουβούκλιο των 80 τετραγωνικών, όπου στριμώχνεις καθημερινά την ύπαρξή σου.
Τη μοίρα την προδιαγράφεις μόνο σου (ως ένα σημείο). Αν θες να βλέπεις ασχήμιες, ασχήμιες θα βλέπεις.
Σάββατο πρωί και μετά από χρόνια επιστρέφω σε μία αγαπημένη συνήθεια της παιδικής μου ηλικίας: πίνω το γάλα μου μπροστά στην τηλεόραση παρακολουθώντας τους ασπρογάλαζους περίεργους μικροσκοπικούς μου φίλους σε ένα ακόμη επεισόδιο της διάσημης Στρουμφοπαρέας! Δεν υπήρξε ουδέποτε επεισόδιο που να απογοήτευσε τις προσδοκίες μου. Λάτρευα πάντοτε αυτές τις «γαλάζιες πονηριές» και μου έκανε ενδόμυχα απίστευτη εντύπωση αυτή η μεγάλη «οικογένεια». Όταν μεγάλωσα (?) διάβασα κάπου ότι οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν πως τα Στρουμφάκια θεωρούνται ακατάλληλα για τα μικρά παιδιά, διότι δε διάγουν το οικογενειακό πρότυπο μιας «καθώς πρέπει» οικογένειας που αποτελείται από μία μαμά, έναν μπαμπά και παιδάκια που γεννήθηκαν από τον μεταξύ τους έρωτα και ζουν κάτω από την ίδια στέγη…. !!!
Πέρα από το ότι αναρωτιέμαι αν εξακολουθούν και το υποστηρίζουν αυτό (στην εποχή που η μονογονεϊκή οικογένεια τείνει να αποτελέσει τον κανόνα σε αυτή την κοινωνία και όχι την εξαίρεση πια), πέφτω σε μια γλυκιά μελαγχολία, γιατί μου κατέστρεψαν όλη εκείνη την ωραία αίσθηση την οποία είχα για τα κινούμενα σχέδια που ήταν «της μοδός» στα παιδικά μου χρόνια και που χάρη (και) σε εκείνα έμαθα πως το καλό πάντα νικάει το κακό στο τέλος (α), πως για να πετύχεις ακόμη και το πιο δύσκολο πράμα στον κόσμο, όπως να παλέψεις ως Δαβίδ με το Γολιάθ, μπορείς με αγώνες και συνεργασία να το καταφέρεις (β) και πως όταν πας κόντρα στη φύση (σου), αυτή κάποια στιγμή θα εκδικηθεί και θα σου γυρίσουν όλα boomerang (γ)!
Οι χαρακτήρες δε, απίστευτοι! Όλοι τους φέρουν ένα ίδιον που τους στιγματίζει και τους ονοματίζει. Και παγώνω για μια στιγμή σαν σκέφτομαι πώς πραγματώνω την καθημερινότητά μου: σαν ένα στρουμφάκι που υποδύεται τους πάντες από το στρουμφοχωριό!
Σαν ξυπνήσω το πρωί, νωρίς-νωρίς, στις 6.30 ας πούμε, είμαι ένας Χουζούρης απίστευτος! Αφ’ ης στιγμής βάλω στο στόμα μου την πρώτη γουλιά καφέ αρχίζουνε τα πράγματα να στρώνουνε λιγάκι. Στο μεταξύ βέβαια (ώσπου να γίνει ο καφές) έχω υποδυθεί πολλάκις τον ρόλο του Γκρινιάρη: μου τη δίνει το ένα, μου τη δίνει το άλλο, βογκάω από τους πόνους στον αυχένα, ξεφυσάω από τις στοίβες των εκάστοτε τρεχουσών υποχρεώσεων, σκάω με το χρόνο που μου είναι πάντα λίγος, γιατί ήθελα να κοιμηθώ κι άλλο! Ok! Η δουλειά όμως ξεκίνησε κι εκεί δεν έχω περιθώρια παρά να αποδεικνύομαι Ξεφτέρης! Πειραματίζομαι, ενεργοποιώ όλες τις πνευματικές μου δυνάμεις αλλά και αδυναμίες ενίοτε - γιατί κι αυτές είναι ευεργετικές στη μεθόδευση των επαγγελματικών μου υποχρεώσεων… Μεσημέριασε! Το στομάχι διαμαρτύρεται: ένας Λιχούδης βγαίνει από μέσα μου. Δε βλέπω την ώρα να φάω! Αρχίζουν οι υπεκφυγές. Να φάω παραπάνω (που σημαίνει παράταση του ελεύθερου χρόνου) γιά στον καθρέπτη να κάνω πρόβα (βλ. Μελένιος), για να ροκανίσω το χρόνο μου και να μη διαβάσω…? Οπότε καταλήγω (Θεού θέλοντος) ένας Κοιμήθης! Κομμάτια! Σηκώνομαι! Όχι επειδή χόρτασα. Ένας Κοιμήθης δε χορταίνει ποτέ αλλά επειδή έχω τύψεις (!!!). Πρέπει να διαβάσω, να διορθώσω, να ετοιμάσω. «Σήκω σου λέω!!!!!» (:φωνάζει η συνείδηση). Ορίστε, σηκώθηκα, αν και εκείνο το άσμα: «Μη με ξυπνάς απ’ τις έξι…λαλαλαλαλαλαλα» είναι το πρώτο που μου ‘ρχεται στο μυαλό! Ε και? Σκουντούφλης! (τι άλλο?). Δε με βαστούν τα πόδια μου. Απλώνω τα βιβλία μου στο κρεβάτι, στο κομοδίνο, στο πάτωμα, όπου βρω (!!!) και ξεκινάω το διάβασμα για να δουλέψω. Αλλά δε δουλεύει! Τώρα το δουλεύω ή με δουλεύει, δεν ξέρω! Μα δεν προχωράει. Κάπου κολλάει! Κάτι δε μου κολλάει. Και πώς να δουλέψει? Αφού στο μεταξύ έχω αναλάβει το ρόλο της Στρουμφίτας. Ή μάλλον τον έχω ενσαρκώσει για τα καλά. Τη Στρουμφίτα την ξέρεις: αυτήν την ξανθιά χαζή γκόμενα που ακούει κομπλιμέντα από παντού αλλά έχει IQ ραδικιού, μυρμηγκιού κ.τ.ό…. Πιο χαζή κι απ’ τα μαρούλια! Δεν ξέρω τι να πρωτοδιαβάσω, τι να θυμηθώ και τι να ξαναπιάσω! Στο τέλος διαπιστώνω πως ένας Σπιρτούλης φαφλατάς είμαι, που λέει, λέει, λέει και κάτι εποικοδομητικό στη ζωή του δεν κάνει. Γι’ αυτό δεν τον χωνεύουν οι υπόλοιποι.
Ο Σπιρτούλης παρεμπιπτόντως φεύγει για άλλη μια φορά πετώντας κατόπιν εκσφενδονισμού από τους υπολοίπους και προσγειώνεται ανωμάλως εκτός πολεοδομικού συστήματος, χωροταξικού πλαισίου και σχεδίου πόλεως, εν προκειμένω Στρουμφοχωριού!
Φεύγω κι εγώ! Αλλά διαπιστώνω πως το μυαλό μου δεν προσγειώνεται αλλά απογειώνεται, κοινώς πετάει, υπερίπταται του σώματος και βλέπει τη ζωή από ψηλά, αποστασιοποιημένα χωρίς συναισθηματισμούς, ακρωτηριάζοντας το εγώ: Τι μου συμβαίνει? Ποιος είναι ο ρόλος μου σε τούτη τη ζωή? Τη ζωή που έχει διλήμματα και τριλήμματα. Που είναι ένας κύκλος με κιμωλία. Και στην οποία εμείς καθόμαστε μέσα και περιμένουμε κάποιον να μας τραβήξει. Προς ποια μεριά? Σε ποια πλευρά? Προς όποια να ‘ναι αλλά ας μας τραβήξει. Πρωτοβουλία? Τι ‘ν’ τούτο πάλι?
Ως Σπιρτούλης έχω μάθει να αποστηθίζω θεωρίες. Πολλές θεωρίες! Να! Ας πούμε θυμάμαι πολλούς τύπους από τη Φυσική:
m*g =Βάρος(…στην κοινωνία)
F/m=γ (Επιτάχυνση:Για να προλάβω το Χρόνο, τη Ζωή)
x/t=υ (Ταχύτητα: το καλύτερό μου. Γι’ αυτό και φέρω μια δόση από άλλα κινούμενα σχέδια, όπως π.χ. το Roadrunner….μπιτ μπιιιτ!)
Και σπάω το κεφάλι μου, και το ξύνω, και προσπαθώ να θυμηθώ τι άλλους τύπους έμαθα από όσους ανακάλυψε ο Νεύτωνας, ο Καρτέσιος και ο Κουλόμπ μαζί. Ψάχνω! Μα δε θυμάμαι. Δε θυμάμαι τον τύπο της Ματαιοδοξίας. Δεν θυμάμαι, ίσως γιατί αυτόν τον ανακάλυψα κάποτε εγώ και προσπαθώ να τον ξεχάσω. Σου συνιστώ να μην τον εφαρμόσεις ποτέ:
Η Ματαιοδοξία ισούται με τη διαίρεση του αθροίσματος μεταξύ του γινομένου της Φιλοδοξίας επί του Διαβάσματος και του τετραγώνου της Εργασιομανίας προς Τρέξιμο Ανελέητο, εφόσον βέβαια από όλο αυτό αφαιρέσεις την Προσωπική σου Ζωή. Τότε προκύπτει άθροισμα ανάμεσα σε μία Γυναίκα-Λάστιχο και μία Γιάπισσα που ουσιαστικά πρόκειται για το ίδιο και το αυτό πρόσωπο, πράγμα που οδηγεί σε κλονισμό ψυχικής ηρεμίας, διατάραξη σχέσεων (ενδο- ή έξω-οικογενειακών, φιλικών, κοινωνικών, επαγγελματικών κλπ), όπερ και πολλάκις εγένετο! Ήτοι:
Κατάλαβες τίποτα? Ούτε κι εγώ. Ή μάλλον το αποτέλεσμα το κατάλαβα γιατί ενίοτε το ένιωσα. Το πρώτο μέλος της εξίσωσης δεν είχα καταλάβει …. αλλιώς θα προλάβαινα και το αποτέλεσμα. Αν άλλαζα έστω κι ένα δεδομένο, το αποτέλεσμα αυτήν τη στιγμή θα ήταν άλλο. Καλύτερο? Χειρότερο? Δεν ξέρω. Γείωση!
Τα Στρουμφάκια τελείωσαν! Οι τίτλοι πέσανε! Το άλλο Σάββατο πάλι. Αλλά εγώ δε θα ‘μαι πάλι εκεί: στον καναπέ, παρέα με το γάλα μου, μπροστά στην τηλεόραση. Τους ρόλους των Στρουμφς τους έμαθα πια καλά. Θα γυρίσω μοναχή μου επεισόδια. Αυτοτελή ή με συνέχεια. Και σε κάθε επεισόδιο θα εναλλάσσω τους ρόλους από την αρχή. Θα είμαι Ξεφτέρης στη δουλειά, Λιχούδης στο φαγητό, Μελένιος στον καθρέπτη, Στρουμφίτα με τους άντρες, Κοιμήθης τα βράδια, Σκουντούφλης όλη μέρα (αυτόν θα τον περιορίσω γιατί τελευταία όλο σκουντουφλοζημιές είμαι!), Γκρινιάρης πού και πού αλλά όχι Σπιρτούλης! Αυτόν δεν τον χώνεψα ποτέ! Θα κόψω τη θεωρία και θα κάνω πράξεις. Θα φτιάξω όνειρα αλλά όχι χάρτινα. Και δε θα ‘ξαναεφεύρω’-διατυπώσω νόμους της φυσικής. Αυτούς θα τους αφήσω για τους ανθρώπους. Εγώ είμαι ένα ταπεινό, τοσοδούλικο και ματαιόδοξο χαζοστρουμφάκι στα πόδια των ανθρώπων…λα λά λαλαλα λά λαλαλα λάάάάάάάά!!!!!!!!!!!!!
-Στο βάθος κήπος. Καρέκλες σε απραξία. Τραπέζια σε ανάπαυση. Σκαμπό σε ακινησία. Μαξιλάρες νωχελικές. Δεν ξεκουράζουν πια κορμιά. Ξεκουράζονται από τις μεταμεσονύχτιες υπερωρίες του περασμένου καλοκαιριού!
-Στο πιο βάθος πέλαγο. Μπλάβο. Μαύρο. Βαθύ φαντάζομαι, απύθμενο ίσως, σαν το βλέμμα μου, εσωστρεφές. Το σκότος διακόπτουν κάτι λαμπιόνια που σουλατσάρουν από δεξιά προς τα αριστερά και vice-versa. Κλώθουνε αδημονώντας σαν να ψάχνουνε το δαχτυλίδι που παράπεσε στην άμμο και δεν το βρίσκουν ποτέ! Υπακούουν απλώς στον Καββαδία: «της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι / να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ απ’ τη στεριά»
-Η γη χλωμή. Εκλιπαρεί σημασία. Δεν της δίνει κανείς. Κοιτάει προς το πέλαγος. Εκείνο αδιαφορεί. Σαν το ζευγάρι που κρατάει μούτρα το ένα μισό στο άλλο μετά από ερωτικό καβγά.
-Ο ουρανός σκοτεινός. Ακυρώνει τον ορίζοντα, γιατί δανείζεται το ρούχο της θάλασσας. Και συνοφρυωμένος που είναι ποιος τον βλέπει; Πού σταματά το πέλαγος, πού ξεκινά αυτός;
-Οι άνθρωποι απόντες. Δεν κυκλοφορεί ψυχή. Η υγρασία της ατμόσφαιρας σήκωσε απαγορευτικό στην περαντζάδα.
-Ξεκαρφώνω το βλέμμα από ‘κεί. Το παίρνω και το καθηλώνω μέσα. Εκεί που είμαι κι εγώ (σώματι). Έχει κι εδώ ουρανό και σύννεφα. Φτιαγμένα από καπνό και από αδιαθεσίες. Εδώ οι καρέκλες πιάσανε νωρίς δουλειά. Τα τραπέζια έχουν τον απόλυτο λόγο ύπαρξης, τα σκαμπό είναι δυσεύρετα και οι μαξιλάρες βολεύουν εκ περιτροπής ορδές ανθρώπων που υποδύονται το ρόλο της φιλικής παρέας.
-Εδώ η περαντζάδα δεν επιτρέπεται απλώς. Επιβάλλεται. Οι άνθρωποι υπεράριθμοι, παρόντες, χωρίς λόγο ύπαρξης απαξάπαντες. Το προσυπογράφει και το βλέμμα τους που αιωρείται. Ντυμένοι κοκετίστικα, ενίοτε και λατερνοειδώς, έχουν την ψευδαίσθηση ότι διασκεδάζουν την ανία της εβδομάδας που πέρασε μετά από μία ακόμη πεζή καθημερινότητα, εγκλωβισμένης στα δεσμά της εργασιακής-επαγγελματικής τους υποχρέωσής και όχι μόνο. Σχεδόν όλοι τους φαίνονται πως «επαγγέλλονται» την υπόσχεση της αειφόρου πατρικής τους προίκας, ξεθωριασμένης όμως πια από τη μούχλα του προδότη χρόνου και ξεφτισμένης από την ασυνεπή διαχείριση της γενιάς τους.
Αυτή διαχειρίζεται σωστά και με συνέπεια μοναχά τα χρήματα που προορίζονται για αλκοόλ! Εκεί επενδύει η γενιά αυτή: στη Λήθη. Ξεχνάει για να μη θυμάται τις υποχρεώσεις της. Για να αποθέτει στην άκρη του μυαλού της τον ετεροχρονισμένο οικονομικό απογαλακτισμό από τη γονική περιουσία, ο οποίος όμως δεν έρχεται τώρα πια, γιατί όλα έχουν την ώρα τους, όσο κι αν κάποιοι ισχυρίζονται πως δεν είναι ποτέ αργά! Καθολική ισχύς δεν υπάρχει σε τίποτε! Οι αναχρονισμοί είναι περιορισμένης εμβέλειας! Γι’ αυτό η νέα γενιά επιλέγει να πιει. Να ποτίσει τις φλέβες της με ουίσκι ακριβό για να ‘χει το αίμα της παρέα ζαλισμένη στη διαδρομή που κάνει, τον Αλαφροΐσκιωτο!
-Το βλέμμα επαναποδημεί στο έξω! Αγνώριστο πια το έξω, σε illustration μορφή αυτή τη φορά. Η γη φαίνεται εισακούσθηκε: Ο θυμωμένος ουρανός της έδωσε απλόχερα σημασία στέλνοντάς της βροχή πολλή! Βίαιη, Θορυβώδη και Ζημιάρα! Εκείνη πάλι, σε συνεργασία με τα κύματα, ξεπλένει λυσσασμένα το δρόμο, από φόβο μήπως προδώσει το ρόλο της. Δείχνει να μη θέλει να αφήσει ίχνος από τα παπούτσια που ποδοπάτησαν τα κράσπεδα! Και μάλλον έχει στο νου της να συντείνει στο αφιλόξενο του κήπου. Πώς θα προϋπαντήσεις τον χειμώνα, αν ο κήπος είναι εξίσου θελκτικός με το καλοκαίρι? Πρέπει η εικόνα του να σε αφήνει «παγερά» αδιάφορο. Τα κατάφερε! Κανείς δε θέλει να καθίσει στους καναπέδες που βροχολούζονται ανεμοδαρμένοι στο αίθριο. Μουσκεύεται και μόνο που τους βλέπει μέσα από το τζάμι. Κανείς δε θέλει να τον φυσήξει ο παγωμένος αέρας, όπως (απεναντίας) παρακαλούσε το καλοκαιράκι για να δροσιστεί. Κρυώνει και μόνο στη σκέψη. Κάτι κορδελάκια, θερινό –εικάζω- decor, κυματίζουν εκ παραδρομής υπερήφανα και δίχως επιλογή σαν τη γαλανόλευκη από ένα δέντρο. Σίγουρα θα ήθελαν να βρίσκονται αλλού ή να ανακτήσουν την αλλοτινή, περίοπτη καλοκαιρινή τους αίγλη.
-Επανέρχομαι ένδον. Αφήνω το βαθύ το βλέμμα. Τώρα εδώ έχει την τιμητική της όχι το Βάθος αλλά η Επιφάνεια: τα ψεύτικα χαμόγελα, οι κρύες αγκαλιές, η δήθεν έννοια για το πώς είσαι και πώς περνάς, οι άσκοπες ερωτήσεις που δε δείχνουν κανέναν σεβασμό στις απαντήσεις, το αδιάφορο ενδιαφέρον του άλλου για την καθημερινότητά σου, ο υποτυπώδης ενθουσιασμός του πρώτου πεντάλεπτου…
-Καθείς πάντως έχει έναν άλλο λόγο που βρίσκεται φθινοπωριάτικα σε αυτό το παραλιακό σαλονικιώτικο μπαράκι. Άλλος από θέση, άλλος από φύση. Θέσει ή φύσει ωστόσο επαληθεύεται ο ερμηνευτής που λέει:
Σφαίρα από γη και θάλασσα κι εμείς μικροί και μόνοι
καθένας μας στον κόσμο του κι όλοι στο πουθενά
κι από όσα μας χωρίζουνε ένα που μας ενώνει
είναι που ζούμ’ ελεύθεροι σ’ αυτήν την ερημιά… ή μοναξιά?
….δε θυμάμαι ακριβώς αλλά «ταιριάζουν» και «τρομάζουν» αμφότερα!!!!