Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Μάρκα μ’ έκαψες...


Ερώτηση πρώτη με την έναρξη της σχολικής χρονιάς:
«Παιδιά, έχετε τηλεόραση στο σπίτι σας?»
 Απάντηση: «Φυσικά κυρία!»
 Ερώτηση δεύτερη: «Πόσες?»
 (Οι απαντήσεις ποικίλουν):  
«Τρείς» ο ένας, «Τέσσερις!» όλο ενθουσιασμό και πονηρό μειδίαμα ο άλλος, «Πέντε» ένας άλλος ευτυχισμένος, ανήκων σε τετραμελή οικογένεια, ώσπου να ακούσω εκείνο το καταιγιστικό «Επτά»........!!!!!!!
 «Τι είναι το Επτά?» Προς στιγμή νόμιζα πως δεν κατάλαβε ο μαθητής την ερώτηση. Μετά έκανα διευκρινίσεις του τύπου «Δε ρώτησα πόσες είναι οι μέρες της εβδομάδας, ούτε τα θαύματα του κόσμου, ούτε οι Σοφοί του κόσμου, ούτε οι Νάνοι γύρω απ’ τη Χιονάτη, ούτε πόσοι επιτέθηκαν «...επί Θήβας»!
 Ναι! Καλά άκουσα! Επτά!
Επόμενη ερώτηση: «Τι μάρκα?»
Οι απαντήσεις επίσης ποικίλουν: «Samsung LED 50’», «SMART PHILIPS 42’», «LG 3D 50’» κλπ κλπ...Αν δε, ζητήσω περαιτέρω στοιχεία, θα αρχίσουν λεπτομέρειες τρελές....
..................................................................................................................................
Επόμενος κύκλος ερωτήσεων: «Παιδιά, λεξικό έχετε?». Τότε τα παιδιά αρχίζουν και ξύνονται, συνοφρυώνονται, σκέφτονται και σπάνε το κεφάλι τους, εάν έχουνε ή δεν έχουνε.
Οι απαντήσεις είναι του τύπου: «Είχα ένα» ή «Έχω, αλλά δεν ξέρω πού βρίσκεται», «Σαν να κάτι μου θυμίζει»...
 Στην επόμενη ερώτηση: «Τι “μάρκας” είναι?» ποτέ δεν παίρνω απάντηση αντίστοιχη με εκείνη για την/τις τηλεόραση/τηλεοράσεις.
 Κυμαίνονται ανάμεσα σε απαντήσεις του τύπου: «Έχω ένα κίτρινο», «Ένα κόκκινο με μπλε γραμμές», «Ένα κανελί με βούλες» και γενικώς οι απαντήσεις είναι «άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε, καραβάκια στο Αιγαίο δε με βλέπετε καλέ!!!».
Αναρωτιέμαι, λοιπόν, εάν τα brand name παίζουν ρόλο μόνο σε επίπεδο προϊόντων. Κι αν ναι, σε τι είδους προϊόντα? Κατανάλωσης? Και τι είδους κατανάλωση? Αγαθών? Και τι είδους αγαθά? Υλικά? Πνευματικά? Γιατί η τηλεόραση δεν ξέρω πού κατατάσσεται, αφού το περιτύλιγμα πάει πακέτο με το περιεχόμενο. Ο άνθρωπος δείχνει να επενδύει πολύ στο φαίνεσθαι! Τι μάρκα αυτοκινήτου θα κυκλοφορεί, τι πουκάμισο θα φοράει, εάν η τσάντα που κρατάει θα χτυπάει στο μάτι ότι είναι ακριβή. Καμιά φορά θαρρείς με την ακρίβεια πως εξαγοράζεις και την ποιότητα. Που αυτό μπορεί να ισχύει, αλλά πλέον ανήκει στους κανόνες με τις πολλές εξαιρέσεις.
Στο πνεύμα όμως, πού είναι τα brand name? Γιατί εμπιστευόμαστε για δήθεν γνώσεις τον κάθε άσχετο που άκουσε, νομίζει και μεταφέρει μέσα από σπασμένο τηλέφωνο μία πληροφορία ως γνώση? Η οποία μπορεί να είναι παρα-πληροφορία. Η οποία μπορεί να είναι αποκύημα μιας οργιάζουσας φαντασίας. Ή απλώς μιας επιθυμίας. Και η οποία μπορεί να αποτελεί γνώμη και όχι γνώση. Να είναι οίηση και απλά να αναπαράχθηκε από ημιμαθείς. Η οποία απλά κυκλοφόρησε για λόγους marketing όχι απαραίτητα ώστε να πουλήσει προϊόντα ενός ραφιού, αλλά για να φουντώσει δήθεν εθνικά φρονήματα, για να εξάψει πνεύματα, για να ικανοποιήσει αφτιά που θέλουν χάδια ή για να βυθίσει πιο κάτω, πιο προς τον πάτο, πνεύματα...
Παλιά ακούγαμε γιαγιάδες να λένε «Αλήθεια είναι! Το είπανε στην τηλεόραση!» Σήμερα, το λυπηρό είναι ότι ακούς από ανθρώπους που πήγανε σχολείο πέρα από τη Δευτέρα Δημοτικού (που έφτασε η γιαγιά) και που έφτασαν και στο πανεπιστήμιο και θεωρούνται πιο σύγχρονοι από τη γιαγιά, επειδή χειρίζονται άλλα μέσα (ή κακομεταχειρίζονται ή τους κακομεταχειρίζονται) να λένε το απιστεύτου: «Αλήθεια είναι! Το διάβασα στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ!!»...κι αναρωτιέσαι, εάν πέρασε το σχολείο και ακούμπησε, εάν πέρασε και φύσηξε μακριά, εάν πέρασε, ξαναπέρασε και ξεμάκρυνε χωρίς να αγγίξει καν!
Γιατί, εάν θες να εμπιστεύεσαι τη Sumsung, την mac, την Prada, την Mercedes, την whirlpool, την adidas, την nike, την babolat, την head, την Toyota, την...την ...την... καλά κάνεις, αλλά έχε και έναν Τριανταφυλλίδη ρε φίλε στην βιβλιοθήκη σου για λεξικό, διάβασε έναν Μάνεση ή έναν Μανωλεδάκη για τα νομικά (και όχι μόνο), έναν Κολιόπουλο στην ιστορία, έναν Ζερεφό, έναν Γραμματικάκη, έναν Γιανναρά, έναν Α.-Φ.Χριστίδη, στον τομέα τους. 
 Δε λέω ότι αυτοί δεν επιδέχονται αμφισβητίες και αμφισβητήσεις. Λέω απλά ότι οφείλεις να τους ακούσεις πριν τους πατάξεις!

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Λένε ότι ο Πλάτωνας συνάντησε τον Καποδίστρια



Λένε ότι:
Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο. Οι καινούργιες συνήθως περνούν πρώτα από τα καζάνια της κολάσεως. Οι μεγάλες αγάπες δεν καταλήγουν ποτέ σε γάμο. Ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα όσο μεγάλος κι ΑΝ ήταν κάποτε. Και άλλοι λένε πως δεν είναι ο γάμος δολοφόνος, απλά ο έρωτας ως αυτοκαταστροφικός αυτοκτονεί. Και γενικά οι αγάπες, λένε, αργούν από μία μέρα, όπως λέει η Λίλη Ζωγράφου, έως μια ζωή. Κι άλλες πάλι κάποτε περνάνε από δίπλα σου και δεν τις παίρνεις χαμπάρι. Κοιμάσαι τον ύπνο του δικαίου. Θαρρείς πως υπάρχει κάτι καλύτερο, κάτι σωστότερο, κάτι ομορφότερο. Κάτι που αξίζει και σου αξίζει πιο πολύ. Άλλοτε πάλι δεν περνάνε δίπλα σου, αλλά κατασκευάζονται ιδανικά μέσα στο μυαλό σου. Ιδεατά. Χωρίς σάρκα και οστά. Άυλα και ανύπαρκτα. Σαν τα φορέματα που ράβεις στη μοδίστρα. Η σύλληψη γίνεται στο μυαλό και μετά της πας υφάσματα και τρέσες για να σου πραγματώσει τ’ όνειρο. Αλλά δυστυχώς μοδίστρες που ράβουν αγάπες δεν υπάρχουν. Κι αν υπάρχουν πάντα κάτι δεν θα πάει καλά. Ένα κουμπί ξηλωμένο, μια ραφή στραβή, μια πιέτα λεπτότερη από τις άλλες.

Λένε, επίσης, ότι:
Οι αγάπες οι ιδανικές είναι μόνο οι απραγματοποίητες. Εκείνες που δεν ολοκληρώθηκαν και έμειναν μισές. Εκείνες που τις τρώει το μαράζι και τα σωθικά με ένα «γιατί να μην?» και εκείνες που τις τριβελίζουν το μυαλό τα αναπάντητα «Πώς θα ήταν εάν...?». Και γι’ αυτό διαρκούν. Επειδή διάρκεια έχει μόνο ό,τι μένει μισό και ανολοκλήρωτο, γιατί οι στόχοι είναι για να κατακτιούνται και να δίνουν θέση σε άλλους που γεννιούνται. Οι πλατωνικοί έρωτες ευθύνονται απλά για γλυκές και ενίοτε μελαγχολικές αναμνήσεις, από εκείνες που τις καταπίνει ο χρόνος. Αλλά η ιστορία δεν γράφεται με τα «Αν». Το timing παίζει πάντοτε το ρόλο του. Γιατί ναι, την ιστορία τη γράφουν οι συγκυρίες. Η πραγματοποίηση συνδέεται με παράγοντες και μεταβλητές που συντρέχουν στο χρόνο και συνδράμουν την σύζευξη σαν καταλύτες και όχι διαλύτες.

Και λένε ακόμη ότι:
Οι έρωτες οι πλατωνικοί είναι αθώοι, όπως εκείνοι που στα χρόνια ξενοιασιάς τρέχανε πάνω σε ένα ποδήλατο και γυροφέρνανε τριγύρω από ένα σπίτι και μια γειτονιά ευχόμενοι να πέσουν πάνω Του δήθεν τυχαία. Όπως εκείνοι που γεμίζανε τα μαξιλάρια με πουπουλένια όνειρα οι βραδινοί αναστεναγμοί τους. Όπως εκείνοι που φούσκωναν πεινασμένα στομάχια χωρίς να έχουνε βάλει μπουκιά στο στόμα τους. Όπως εκείνοι που κόβανε τα πόδια αναίμακτα, αλλά και πάγωναν  το αίμα ένα καυτό καλοκαιρινό απόγεμα με 40 βαθμούς σαν έπεφτες πράγματι τυχαία επάνω Του. Όπως εκείνοι που σκηνοθετούσαν συνευρέσεις και ίδρωναν σεντόνια χωρίς λαχανιασμένες ανάσες, αλλά έτσι, νοερά και αθόρυβα, στην ιδέα και μόνο μιας χιμαιρικής ζεύξης.

Λένε πως:
Πρόκειται για εκείνους τους έρωτες στους οποίους κάνεις σενάρια τι θα Του πεις εάν..., όπως εκείνοι για τους οποίους κάνεις τα πάντα για να φανείς φυσιολογικός και αυθόρμητος όταν..., αλλά οι άλλοι από γύρω σου μαζεύουν πάντοτε τα σορόπια σου από το πάτωμα με τη σφουγγαρίστρα για να..., όπως εκείνοι που σε εξιτάρουν επειδή δε σου δίνουν καμία σημασία και σε στέλνουν αδιάβαστο για ενδοσκοπήσεις και επανα-αυτοπροσδιορισμούς του «είναι» σου και αναρωτιέσαι «Μα τι έχω? Τι μου λείπει?» και άλλα τέτοια υπαρξιακά για να ακούσεις τελικά δια στόματός Του το ισοπεδωτικό μα τόσο σύνηθες «Εσύ τίποτε! Εγώ δεν είμαι σε φάση... Πρέπει να σκεφτώ καλά», και που εάν πρέπει να σκεφτεί, βράσε όρυζα και φασκελοκουκούλωσ’ τα!! Πρόκειται για εκείνους τους έρωτες που όσο σε φτύνουν, εσύ όντας ρομαντικός νομίζεις ότι βρέχει και άλλο τόσο κολλάς σαν γραμματόσημο, για να βρεθεί κάποιος που θα ερωτευτεί εσένα τελικά, αλλά εσύ θα του αντιγυρίσεις την ίδια συμπεριφορά. Αυτή η διαστροφή είναι μάλλον στοιχείο δυναμικό στις σχέσεις και δείχνει μάλλον πως «ερωτεύομαι, άρα υπάρχω», «αγαπώ, άρα ζω», «απορρίπτομαι, άρα υφίσταμαι». Είναι στοιχείο της ανθρώπινης φύσης που σε εξελίσσει και προοδεύεις!

Και τέλος λένε ότι:
Οι πλατωνικοί και οι ανεκπλήρωτοι έρωτες τελικά πάνε στον παράδεισο. Οι ιδανικοί δεν πάνε πουθενά. Μένουν εγκλωβισμένοι στα κάγκελα του νου χωρίς να μπορούν να αποδράσουν από τα «θέλω», τα «πρέπει» και τα «είναι» που σε περικυκλώνουν σαν απόρθητοι φρουροί.

Χρόνια Ποιοτικά στους μη πλατωνικά ερωτευμένους!



Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Σημεία Στίξης: "τα εισαγωγικά"

«Τα εισαγωγικά»
Σε εισάγουν...σίγουρα όχι πάντοτε εκεί που πρέπει. Συνήθως σε αναγκάζουν να φυτρώνεις εκεί όπου δεν σε σπέρνεις. Είσαι αναγκασμένος επί μονίμου βάσεως να λαμβάνεις τις έννοιες όπως τις εννοεί ο «άλλος». Εκείνος που ναι μεν είπε, αλλά δεν το εννοούσε όπως το πήρες εσύ και ξεκίνησε ένα μπαράζ αρχικά παρεξηγήσεων, κατόπιν ένα δεύτερο εξηγήσεων για να καταλήξει παρα-εξηγήσεων και δη κουραστικών. Αυτός «ο άλλος» βέβαια μπορεί να είναι πολλές φορές και «ο άλλος σου εαυτός», το «alter ego» σου. Εσύ λες άλλα, εκείνος άλλα. Γενικά δεν συνεννοείστε, διότι «ορίζετε» και οι δύο διαφορετικά τα πράγματα. Εσύ εννοείς αυτό, εκείνος πάλι το άλλο. Και επειδή όλα τα πράγματα ξεκινούν σε αυτήν τη ζωή εξ ορισμού έρχονται οι παρεξηγήσεις ανάμεσα σε σένα και τον ίδιο σου τον εαυτό. Λες εσύ αυτό και λέει ο άλλος το άλλο, αλλά άλλα εννοούσατε και μάλιστα αλλιώς! Δλδ άλλ’ αντ’άλλων! Και μιαν αντάρα που λέει κι η γιαγιά μου! Και σου ‘ρχεται αντράλα! Τελικά «διχάζεται» το πράγμα, μετά χωρίζεται η «προσωπικότητα», από τη μία το «αγγελουδάκι», από την άλλη το «διαβολάκι» για να καταλήξει στην πόλωση των σκέψεων.
Γι’ αυτό, για να μη χρειάζεται όλη την ώρα να επεξηγείς και να βάζεις υστερόγραφα, αστερίσκους, υπομνήματα, υποσημειώσεις, κάνεις «αφτάκια» με τα χέρια σου, ώστε να μην παρεξηγηθεί ο «άλλος» και να καταλάβει ότι εσύ άλλο εννοούσες καθώς το εκστόμιζες...
Ωστόσο τα εισαγωγικά σου λένε και αλήθειες! Είναι υποχρεωμένα να περιχαρακώνουν λέξεις, φράσεις, προτάσεις ολόκληρες, όπως ακριβώς τις είπε κάποιος και μάλιστα ορισμένες από αυτές κάποιος γνωστός στην ιστορία. Κατοχυρώνουν το copyright! Εξασφαλίζουν την αυθεντικότητα των λόγων και γνωστοποιούν την προέλευση. Τα εισαγωγικά προστατεύουν τις ρήσεις από τη λογοκλοπή, εξυψώνουν τη θυμοσοφία σε γνωμικό για να καταντήσει από σοφία σε κάποιους ανθρώπους σε επίδειξη γνώσης και  δοκησισοφία από κάποιους «άλλους».

Επίλογος
Σε κανένα από τα Σημεία Στίξης  δεν έχω αδυναμία
Όλα για κάποιον λόγο υπάρχουν
Όλα κάποιον σκοπό εξυπηρετούν
Ροπές όμως όλοι έχουμε
Και αδυναμίες επίσης
Απλά αναρωτιέμαι τι γίνεται, όταν εκεί που «πρέπει» να κλείσει (η Παρένθεση), δεν κλείνει. Όταν εκεί που «πρέπει» να βάλεις Τελεία, προκύπτει ένα ασθματικό Κόμμα, ή όταν όλες σου οι καταφάσεις, οι μέχρι κάποια στιγμή τέλος πάντων ακέραιες προτάσεις κρίσεως και ολωσδιόλου αποφαντικές, καταλήγουν τεράστια Ερωτηματικά (?). Και το κακό δεν είναι σε τι καταλήγουν, άλλοτε ίσως πώς  καταντούν (και η κατάντια ανθρώπινη κατάσταση και διάσταση στο διηνεκές του χρόνου είναι), αλλά ότι μένουν αναπάντητα ή αλλιώς ανοιχτά. Ανοιχτά και ευπρόσδεκτα και η μόνη απάντηση είναι τα ατελείωτα Αποσιωπητικά, από εκείνα που δεν τολμούν να ανοίξουν το στόμα τους ή εκείνα που φτιάχνουν space του τύπου «συμπληρώστε τα κενά»......................και που αν τυχόν τα συμπληρώσεις, το πιο σύνηθες είναι να κάνεις «λάθος» και το μόνο πράγμα που σώζει την κατά το δοκούν απάντησή σου είναι να την τοποθετήσεις «εντός Εισαγωγικών». Αλλιώς....  

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Σημεία στίξης: το ερωτηματικό? και τα αποσιωπητικά...

Το ερωτηματικό?
Το ερωτηματικό θυμίζει κάτι από ερωτικό, αν κόψεις εκείνο το διχαστικό -ημα- που παρεμβάλλεται στο ερωτΗΜΑτικό ή όχι? Τι τη χώνει τη μούρη του? ΗΜΑρτον Κύριε! Μα, δεν ξέρει πως στους δύο τρίτος δεν χωρεί?  Αλλά, θα μου πεις, τι σχέση έχουν μεταξύ τους πέρα από μία εξωτερική ομοιότητα? Πολλές. Καταρχήν ο έρωτας είναι γεμάτος από ερωτηματικά. Μεγάλα, μικρά, πάντως γεμάτο ερωτηματικά.
-Εάν απαντώνται?
-Πού να ξέρεις?
Λένε πως σε κάθε ερώτηση αντιστοιχεί τουλάχιστον μία απάντηση, αλλά αυτοί που το λένε είναι σωστοί? Δεν υπάρχουν αναπάντητα ερωτήματα?
Δεκτόν ότι το ερωτηματικό είναι το σημείο στίξης που πήγε και εξακολουθεί να πηγαίνει αυτόν τον κόσμο μπροστά. Χάρη σ’ αυτό που συνόδευε ακατάπαυστα την ανθρώπινη περιέργεια από κτίσεως κόσμου, δεν κατέβηκε ο άνθρωπος από τα δέντρα ή ανέβηκε στη σελήνη?
Τα εύσημα λοιπόν στο ερωτηματικό, αλλά δεν μπορείς και να μην του καταλογίζεις και ευθύνες. Μπορείς? Λίγες είναι οι φορές που χώνει τη μύτη του εκεί όπου δεν το σπέρνουν? Λίγες είναι οι φορές που διερωτάται και αναρωτιέται για τις ζωές των άλλων? Λίγες φορές σκύβει να δει από την κλειδαρότρυπα και όλη την ώρα σαν την Ιερά Εξέταση σε κάνει να νιώθεις άβολα και να λογοδοτείς σε ερωτήματα που αφορούν μόνο εσένα και μάλιστα που θέλεις να τα πνίξεις και να μην τα υποβάλλεις ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό?
 Σκανδαλώδες αυτό το ερωτηματικό. Είναι και συνηθισμένο να πολώνει ακόμη περισσότερο τα διλήμματα σου: Λογική ή Συναίσθημα? Βουνό ή Θάλασσα? Ελευθερία ή Δέσμευση? Άπειρο ή πεπερασμένο? Σταμάτης ή Γρηγόρης? Άσπρο ή Μαύρο? Θεσσαλονίκη ή Αθήνα? Θετικό ή Αρνητικό? κ.ο.κ....

 Τα αποσιωπητικά...
ή απόσιω-ποιητικά...μμμμ....«Σςςςςς... Σώπα... Μη λες πολλά...Μη μιλάς...Και μη μιλάς σε μένα έτσι, γιατί έτσι και ανοίξω το στόμα μου δε σε ξεπλένει ούτε ο ... άντε να μη σου πω καμιά κουβέντα τώρα...μπλα  μπλα μπλα...». Τρεις τελείες...και τέσσερις μη σου πω....και πέντε.....και.......και.....και.....
...αυτά τα αποσιωπητικά δίνουν την εντύπωση του πιο υπομονετικού σημείου. Αυτουνού που κάνει τουπεκί, αλλά που μέσα του κοχλάζει ένας ολόκληρος Βεζούβιος. Σαν να είναι καλό παιδί, αλλά καταπιεσμένο. Γιατί εάν το σκεφτείς καλά θάβεις μια ζωντάνια, που...δεν μπορεί...κάποια στιγμή θα βγει στην επιφάνεια, όπως η λάβα μέσα από τα ηφαίστεια...και τότε.....ουαί κι αλίμονό σου...
Ωστόσο φαντάζουν και λίγο απειλητικά. Ε πώς να το κάνουμε, είναι σημεία με νεύρα...από εκείνα που θες να τα κουκουλώσεις...διότι αντιλαμβάνεσαι πολύ καλά πως τα νεύρα ναι μεν ανθρώπινα, αλλά εάν τα αφήσεις ανεξέλεγκτα σίγουρα θα σε κατεβάσουν στα κατώτερά σου ένστικτα και θα αποκαλύψουν τη ζωώδη σου φύση...γι’ αυτό σωπαίνεις...αποσιωπάς για την ακρίβεια....κόβεις λίγο απότομα τα λόγια σου, κατεβάζεις  ταχύτητα στην εκφορά των λόγων σου, μόλις πάει να ξεκινήσει η έμβαση της επόμενης συλλαβής, ξαφνικά....σταματάς...με ένα μη αναμενόμενο fade out... ok! δε λέω μα... καμιά φορά μπερδεύεσαι...ειδικά όταν ο άλλος σταματάει έτσι...μένεις με την απορία τι ήθελε να σου πει και σταμάτησε...και προκαλείς τη μοίρα σου...να ακούσεις κάτι που ξέρεις ότι θα σε πληγώσει... αλλά προκαλείς...όχι πες...δεν προκαλείς?...και μετά κατηγορείς τον άλλον για στόμα απύλωτο και τέτοια...αφού πήγαινες γυρεύοντας....
 Επιπλέον, τα αποσιωπητικά κουβαλούν μια κρυψίνοια... όλο υπονοούμενο και κακό... Θα πρέπει να διαθέτεις κεραίες για να καταλάβεις τι ήθελε να πει ο ποιητής... που ο ποιητής μπορεί απλά να ήθελε να σιωπήσει, που για δικούς του λόγους προτίμησε τη σιωπή, αλλά εμείς...Αχ, εμείς! Εμείς λειτουργούμε λίγο αδιάκριτα ακόμη και απέναντι στα ίδια τα αποσιωπητικά. Όλη την ώρα τα σκαλίζουμε και δεν τα αφήνουμε στην ησυχία τους, να μείνουν μόνα τους βρε αδερφέ! Στο κάτω-κάτω εάν ο άλλος θέλει να σου πει, θα σ’ το πει και θα το τονίσει και θα το βάλεις καλά στο μυαλό σου αυτό που θα σου πει και κάτι μου λέει πως ορισμένα λόγια μερικές φορές τα κρατάς τόσο καλά κατά νου...μα τόσο καλά, που δεν πρόκειται να τα ξεχάσεις ποτέ μα ποτέ. Και μάλιστα για να τονίσεις πόσο λογομνήμων είσαι και για να ‘χεις άλλοθι και να του τα κοπανάς στη μούρη τα αγκαλιάζεις σε «εισαγωγικά»

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Σημεία Στίξης: Το Κόμμα, και το θαυμαστικό!

Το Κόμμα,
αυτό που έκαψε και έκοψε το αρτιγέννητο τότε και θνησιγέννητο φυσικά ελληνικό κράτος, που το χώρισε και το τεμάχισε, που για την ακρίβεια το δίχασε και το κατακερμάτισε. Στις περιπτώσεις αυτές το κόμμα πάντα άφηνε περιθώρια. Δεν ήτανε σαν την τελεία, τουτέστιν, σταματώ εδώ και κάνω εκ νέου αρχή. Τα κόμματα σ’ αυτόν τον τόπο ποτέ δεν πάνε παρακάτω. Επαναλαμβάνονται. Έχουνε σκαλώσει εδώ και 40 χρόνια στην ίδια πολιτική: της διαίρεσης ανάμεσα σε σημαντικές κύριες προτάσεις και σε εξαρτημένες προτάσεις πάντα από άλλους, πάντα από ανθρώπους εξουσίας.
 Στο κόμμα και εν γένει στα κόμματα ξέρουμε ότι οι στάσεις είναι μικρές, οι αναπνοές κοφτές και γενικά η πορεία του λόγου έχει ένα crescendo που πολλές φορές δε σε αφήνει και πολύ να σκεφτείς, παρά σου επιτρέπει μόνο να μιλάς, ασταμάτητα, ακατάπαυστα. Οι δήθεν παύσεις που επιβάλλουν τα κόμματα είναι μια απάτη στους ωτακουστές. Στην πραγματικότητα -στην περίπτωση του «κόμματος»- πάντα ο ομιλών χρησιμοποιεί ή ασύνδετο σχήμα τοποθετώντας πολλές προτάσεις στη σειρά παρατακτικά, όπως στα παραμύθια, δλδ μας «παραμυθιάζει» ή χρησιμοποιεί τη διαδοχική υπόταξη, εγκιβωτίζοντας τη μία δευτερεύουσα μέσα στην άλλη, οπότε οι ακροατές χάνουν τη σειρά, αλλά μένουν στον απλό εντυπωσιασμό που προκάλεσε ο ομιλητής (συνήθως βουλευτής) με τη χρήση του κόμματος (ή το κόμμα με τη «χρήση» του ομιλητή/βουλευτή για να προπαγανδίσει τα θέλω του?) και να οδηγήσει το κοινό βοσκηματωδώς στην κάλπη. Εάν ο ακροατής μάθει τη χρήση του «κόμματος» τότε είναι σίγουρο πως θα βάλει τελεία σε όλο αυτό που γίνεται και θα πάψει να θαυμάζει θαυματοποιούς!

Το θαυμαστικό!
Θαυμάζει συνήθως! Αλλά και απειλεί! Προστάζει ενίοτε! Σαρκάζεται επίσης! Ειρωνεύεται και δείχνει να εκπλήσσεται! Αλίμονο! Το θαυμαστικό είναι από μόνο του σημείο αυτάρεσκο! Θαυμάζει και θαυμάζεται! Κυρίως αυτοθαυμάζεται! Είναι...πώς να το πω?...Ωραιοπαθές! Έχει έναν ναρκισσισμό! Βέέέέβαια!!! Και με το παραπάνω μάλιστα!
 Τα πολλά θαυμαστικά (!!!) προκαλούν και θλίψη! Διότι όταν θαυμάζεις κάτι, θέλεις μόνο να σε γοητεύει! Όχι να σε απογοητεύει! Κι όμως! Πολλές φορές τυχαίνει αυτό το ίδιο που εν αρχή σε γοητεύει μετά από λίγο να σε απογοητεύει! Και από κει που ανοίγεις τα μάτια διάπλατα όλο θαυμασμό, μετά από λίγο να τα συνοφρυώνεις και να εκφράζεις μία πικρία και μια αποστροφή! Δύσκολα να κρατηθεί το αντικείμενο του πόθου σου στην κορυφή! Το βλέπεις να κατρακυλάει, ενίοτε να γκρεμοτσακίζεται, όπως το θαυμαστικό, που εάν το προσέξεις καλά θα δεις μια ευθεία γραμμή κάθετη με μύτη οξεία προς τα κάτω να κυνηγάει να τρυπήσει μία απροστάτευτη τελεία! Σαν να πέφτουν από την ταράτσα ενός ουρανοξύστη! Σαν να κεντράρει το σημείο, σαν να θέλει να το πυροβολήσει! Σαν τη στέκα στο μπιλιάρδο με τις μπάλες! Διχάζεται το θαυμαστικό! Αυτή του η εσωστρέφεια να προσπαθεί η παύλα να εκτοπίσει το σημείο! Αυτοκαταστροφικό!
Και εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει κανένας λόγος μονίμως να θαυμάζεις! Να περιμένεις, να εκπλήσσεσαι και να προσδοκάς! Αυταπάτες! Και απάτες! Απατεωνιές!  Να! Γι’ αυτό τους ταχυδακτυλουργούς τους λέγανε θαυματοποιούς! Να βγάζεις κουνελάκια μέσα από καπέλα! Και μετά τι? Σκέφτηκες ποτέ ότι ο παλιάτσος που σε έκανε να γελάσεις, να θαυμάσεις και να απορήσεις, στα παρασκήνια έβγαζε μια μελαγχολία μοναδική?! Και φυσικά μοναχική! Όχι?! Απορώ πώς όχι!
Το θαυμαστικό δε συνδέεται μόνο με τα θαύματα. Έχει σχέση και με τις απορίες! Κάτι ξέρανε οι αρχαίοι που λέγανε «θαυμάζω» αντί για «απορώ»! Λες γι’ αυτό πολλές φορές το θαυμαστικό να πάει αγκαζέ με το ερωτηματικό!?

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Σημεία Στίξης: (Η Παρένθεση) και η Τελεία.

(Η παρένθεση)
(Παρεξηγημένο σημείο. Περικλείει, λέει, τα μη απαραίτητα. Εκείνα που δεν είναι και τόσο σημαντικά, δεν είναι τόσο απαραίτητα για το νόημα. Όσα περιττεύουν. Ή περισσεύουν? Εμένα πάντως οι παρενθέσεις δε μου φαίνονται και τόσο «αποθηκευτικοί χώροι» όπως τις θέλουν οι γραμματικές και οι γλωσσολόγοι αυτού του πλανήτη. Μία παρένθεση πρώτα από όλα είναι πιο όμορφη από τις αγκύλες. Έχει στρογγυλέψει τις γωνίες της και δεν είναι τόσο άγρια. Είναι πιο αγαπησιάρα. Αυτά που κλείνει μέσα της η παρένθεση μπορεί να πει κανείς ότι τα αγκαλιάζει και μάλιστα με μία θαλπωρή σαν τη μητρική αγκαλιά. Οι παρενθέσεις, παρεξηγημένα στοιχεία, αν και τόσο βοηθητικά! Έχουνε στοιχεία διευκρινιστικά. Αυτά που δεν καταλαβαίνεις από το κυρίως κείμενο, η παρένθεση σου τα κάνει πιο λιανά. Τα προσδιορίζει. Είναι τόσο καλή μαζί μας η παρένθεση! Αλλά κρατάει λίγο. Πάντα οι παρενθέσεις κρατάνε λίγο. Αλλιώς δεν είναι παρενθέσεις. Είναι αγκύλες, με κοφτερές γωνίες ή άγκιστρα. Οι παρενθέσεις πρέπει να κρατάνε λίγο. Τόσο, όσο...
Μετά κουράζουν. Άσε που κινδυνεύουν να γίνουν φλύαρες. Μπορούν να αρχίσουν να κλέβουν και να καρπώνονται στοιχεία από το κυρίως κείμενο. Και τότε σοβαρεύουν. Τότε οι παρενθέσεις δεν έχουν μέσα τους περιττά πράγματα, αλλά κύρια και σοβαρά. Έχουν το σημαντικό, το απαραίτητο, το χωρίς αυτό δεν μπορώ να καταλάβω, να νιώσω, να ζήσω. Και ενδεχομένως, εάν το περιεχόμενο μιας παρένθεσης είναι τόσο δυνατό, τόσο μεγάλο που αρχίζει και γίνεται απαραίτητο, τότε ίσως ο γράφων ξεχάσει να την κλείσει...ή... δεν μπορέσει...
...και τότε μία ανοιχτή παρένθεση θα είναι λειψή. Μία ανοιχτή παρένθεση είναι σαν ανοιχτή πληγή. Θα αρχίσουν να ανακατεύονται τα κυρίως κείμενα με άλλα παρακείμενα και δευτερεύοντα. Θα αρχίσουν τα δεύτερα να παρεισφρέουν στα πρώτα, όπως τα μικρόβια στο τραύμα. Θα μπερδεύεται το σημαντικό με το ασήμαντο, το πρωτεύον με το δευτερεύον, το ουσιαστικό με το ανούσιο και κυρίως το εφήμερο και το παροδικό (όπως αυτό που κλείνουν μέσα τους οι παρενθέσεις της ζωής μας) με το μόνιμο, το σταθερό και το ουσιαστικό που έχει ο βίος μας ολάκερος. Όχι. Δεν πρέπει. Οι παρενθέσεις στη ζωή μας, όπως ανοίγουν, οφείλουν σύντομα να κλείνουν. Πριν γίνουν κυρίως κείμενα και μπερδέψουμε τα αβγά με τα πασχάλια). Τελεία.


Η Τελεία.
Η τελεία είναι το θηλυκό του «Τέλειος». Είναι η κυρία του κυρίου. Είναι αυτή που φτάνει στο τέλος, δλδ στον σκοπό. Όταν βάζεις τελεία δεν έχεις δικαίωμα επιστροφής στα όσα είπες. Δεν θα συνεχίσεις ποτέ με μία εξαρτημένη πρόταση που προσδιορίζει άλλη πρόταση πριν από την τελεία. Δεν στέκει! Πώς το λένε?! Έβαλες τελεία κύριε? Τελείωσες. Πας παρακάτω! Ολοκλήρωσες το νόημά σου, είπες όσα είχες να πεις. Τέλος! Δεν σε θέλουμε άλλο εδώ. Να πας αλλού! Τι ξαναγυρίζεις και συνεχίζεις και μουρμουρίζεις και ξαναλές τα ίδια και τα ίδια και γίνεσαι γραφικός και κουραστικός και επαναλαμβάνεσαι? Στην τελεία καταρχήν σταματάμε. ΣΤΟΠ! Ως εδώ και μη παρέκει. Μαχαίρι. Πας παρακάτω και να μη σε ξαναδούμε πια εδώ. Μη μας φλομώνεις με φρούδες ελπίδες. Μάθε να παραδέχεσαι ρητά ότι τελείωσες.
 Εάν θες όμως να συνεχίσεις, πες κάτι καινούργιο αυτήν τη φορά που να μην αναγκάζει τον άλλον να νομίζει πως έχεις βάλει κόμμα,

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Η δράση του ξε-


Ισχύει. Πιο εύκολα γκρεμίζεις παρά χτίζεις! Με περισσότερο μεράκι στολίζεις, παρά ξεστολίζεις. Με πιο πολύ κόπο συγκρατείσαι στις αμαρτωλές λιχουδιές παρά ξεκάνεις τα μελομακάρονα από την πιατέλα. Πιο ευχάριστα ξεδίνεις, παρά συμμαζεύεσαι. Πιο απρόσεχτα ξεστρώνεις παρά στρώνεις. Πιο αργά φουσκώνεις παρά ξεφουσκώνεις. Πιο γρήγορα ξεφλουδίζεις παρά μαυρίζεις. Πιο ευχάριστα ξεσαλώνεις παρά δεσμεύεσαι και γενικά πιο...ξε- παρά... ό,τι δεν έχει ξε-....Ξεκάνεις, ξεβολεύεις, ξετρυπώνεις, ξεκουμπώνεις, ξεκλειδώνεις, ξεμοναχιάζεις, ξεπροβάλλεις, ξεκουρντίζεις, ξεκαθαρίζεις, ξεφεύγεις, ξεμπερδεύεις.... όλα ξε-!
Ένα τέτοιο ξε- ακολουθούν τα μεθεόρτια. Πριν τις γιορτές ο χρόνος συμβάλλει στην αδημονία. Όλα πάνε αργά, ακόμη κι αν βιάζονται. Η προετοιμασία είναι γεμάτη όρεξη σαν το μικρό παιδί που λαχταράει μια σοκολάτα. Το χάλασμα όμως? Τα χαλάσματα και τα ερείπια παίρνουνε αξία μόνο εάν τα δώσεις επίσης χρόνο. Εάν τα πιέσεις και τα συμπιέσεις θα είναι ανάξια λόγου στην «μπαζωμένη» σου ζωή! Θα είναι απλά οι βιαστικές κινήσεις που θα χαλούν ό,τι πάσχισες να κάνεις με πολύ κόπο, χωρίς φόβο και με περισσό πάθος. Το ξε- έπεται πάντοτε οποιουδήποτε που δεν έχει ξε-. Το ξε- έρχεται πάντοτε δεύτερο και καταϊδρωμένο. Ένα ξε- δεν υφίσταται εάν δεν προηγηθεί το δημιουργικό κομμάτι. Ένα ξε- μοιάζει με την αγελάδα που, ενώ την αρμέγεις επί πολλή ώρα, δίνει μια κλοτσιά στον κουβά και του χύνει το γάλα! Ωστόσο τα ξε- μπορεί να χρειάζονται για να κρατούν τις ισορροπίες. Ό,τι κλειδώνει πρέπει να ξεκλειδώνει, ό,τι φουσκώνει πρέπει να ξεφουσκώνει και ό,τι κουμπώνει να ξεκουμπώνει. Μπορεί όμως το ξεκλείδωμα στην τελική να είναι δυσκολότερο από το κλείδωμα και μπορεί το ξεκαθάρισμα να κρατάει περισσότερο από το μπλέξιμο. Ίσως μερικές φορές  το να δέσεις έναν κόμπο είναι ευκολότερο από το να τον ξελύσεις. Αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις γνωρίζεις καλά πως ό,τι δε λύνεται σε λίγο χρόνο, απλά κόβεται ακαριαία και άπαξ δια παντός!
Ήμουν ξεκάθαρη?


Αλλά τώρα που το σκέφτομαι ισχύει και το της παροιμίας...ό,τι γράφει, δεν ξεγράφει: