Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Και το όνομα αυτής...

Κωνσταντίνα. Κωνσταντίνα με λένε. Αλλά με φωνάζουνε και συντόμως (αλλά πολύ κακώς!) Ντίνα (μια βλακεία και μισή-αυτά τα χαϊδευτικά πληγώσαν την ελληνική ταυτότητά μας), Ντινούλα (χαριτωμενοχαϊδεμένο), Ντινάκι (φιλικά), Ντίνκα (στο χωριό), Ντινιώ (η μαμά), Ντίνι (η θεία), Ντάι (η μικρή μου η γειτόνισσα 14 μηνών) και Κωνσταντινάκι (με ΑΡΕΣΕΙ ΠΟΛΥ), Κωνσταντινούλα (αδιάφορο!), Κωνσταντάν (οι φινετσάτες συγχορεύτριές μου!), Κωνσταντινάτο ΜΟΥ (μια παλιά μου ΜΕΓΑΛΗ αγάπη!), Κωνσταντούλα (η άλλη μου η γιαγιά, όχι η Χρυσή! Μπλιαχ!), Κωνσταντινιά (ένας παλιός μου δάσκαλος! Πιο μπλιαχ-εις το τετράγωνο!) και γενικώς με φωνάζει, όπως θέλει ο καθένας κι όπως του φανεί του Λωλοσταφανή, αλλά εγώ ονομάζομαι ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ! Έτσι με βαφτίσανε!
 Το όνομά μου είναι λατινικής προέλευσης από το Constantia που σημαίνει «Σταθερότητα». Πράγματι, η ταυτότητά μου γράφει Κωνσταντία, αλλά εμένα δε μου αρέσει , γιατί της λείπει το –ν-. Και μπορείς να το καταλάβεις ότι της λείπει ένα –ν-, γιατί το αντίστοιχο ανδρικό όνομα είναι Κωνσταντίνος και όχι Κωνσταντίος!! Αλλά δεν ξέρω αν από το Constantia προέκυψε πρώτα το Κωνσταντία και μετά το Κωνσταντίνος με την προσθήκη ενός –ν-, αλλά δε με νοιάζει τι προέκυψε από τι, αν τελικά το –ν- προστέθηκε ή αφαιρέθηκε, όσο το ότι αυτό που κατέληξε δεν έχει –ν-. Constantia λοιπόν που προέρχεται από το cum + sto, ελληνιστί πιθανώς συν + ίσταμαι! Δλδ συνίσταμαι! Από τι συνίσταμαι? Από χώμα και νερό, εικάζω, όπως όλοι. Όχι, όχι! Συν + ίσταμαι που σημαίνει στέκομαι. Δλδ συστέκομαι. Κάτι σαν το συμπαραστέκομαι? Στέκομαι δίπλα σε κάποιον άλλον και τον παρηγορώ? Ίσως. Πάντως στέκομαι: Όρθια, στα πόδια μου, στο ύψος μου, αλλά και στο ύψος των περιστάσεων. Καμιά φορά πέφτω κιόλας, κλυδωνίζομαι που λένε, και χάνω την ισορροπία μου, χάνω σε σταθερότητα και χάνω την στατικότητα μου. Ε τότε γιατί να με λένε Κωνσταντίνα, δλδ «Σταθερότητα»? Αφού δεν είμαι σταθερή! Νιώθω πως πέφτω... Και πώς να με λέγανε δηλ? 
Να με λέγανενεεεε, να με λέγανε...Ζωή! Και τότε θα ήμουνα ωραία, γιατί η Ζωή είναι πάντοτε Ωραία... αλλά θα στεναχωρούσα κάποιους που θα με είχανε αλλά δεν θα ξέρανε να ζήσουνε. Κι είναι πολλοί αυτοί! Τότε ας με λέγανε Ελπίδα! Θα ήμουνα μακροβιότατη και θα πέθαινα τελευταία από όλους... Μήπως να με λέγανε Νίκη? Μπα! Δε μου ταιριάζει. Κουβαλάει μία υπεροψία. Είμαι πιο χαμηλών τόνων και κουβαλάω μια ηττοπάθεια. Ή  να με λέγανε Χρυσή, όπως την άλλη μου τη γιαγιά? Αλλά θα έπρεπε να είχα και κάτι χρυσό, όπως εκείνη που έχει καρδιά χρυσή.   Όχι. Δώρα να με λέγανε, για να χαρίζομαι σε όλους απλόχερα. Ωστόσο θα προτιμούσα το Ευτυχία...όμως... θα κρατούσα λίγο.
 Κι αν με λέγαν Ζωγραφιά? Δε θα ‘ταν όμορφο? Και θα ήμουνα και (πιο) όμορφη? Θα με στολίζανε ψηλά-ψηλά, όπως τους πίνακες για να με θαυμάζουνε! Αλλά τότε θα έπιανα σκόνες και αράχνες. Το βρήκα!!! Ίριδα! Ίριδα θα με λέγανε! Για να με προσέχουνε σαν τα μάτια τους! Ή καλύτερα Ξανθή? Για να έχω τη «χάρη» μιας ξανθιάς? Να με λέγανε Πασχαλιά και να ‘φερνα  τύχη σε όποιον πήγαινα? Μήπως να με λέγανε Πηγή για να αναβλύζω όλα τα αγαθά? Όχι! Το «Σοφία» είναι ωραίο! Λείπει από τον κόσμο τούτο. Τι πείραζε να είχαμε λίγη ακόμη? Και Σωτηρία ας με λέγανε. Μπας κι έσωζα τουλάχιστον μια ψυχή. Τη δική μου! Αλλά και το Φιλαρέτη είναι καλό και περίκαλο και πάγκαλο! Αγαπώ τις αρετές, αλλά μου αρέσει και το Αστραδενή. Μου αρέσει το όνομα και η ηρωίδα που το εξύψωσε!
Όχι! Αποφάσισα! Θα ήθελα, αν δε με λέγανε Κωνσταντίνα, να με λένε ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Και θα το έγραφα πάντα με όλα τα γράμματα κεφαλαία. Και θα ίσχυε το οξύμωρο: όποιος θα με είχε θα έλεγε  πως έχει την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ του (για την ησυχία του δεν εγγυώμαι!). Αλλά δεν θα ‘ταν παρά ένας ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΣ! Χα!
...αλλά δε με λένε Ελευθερία, γιατί δεν πάω μακριά! Εδώ γύρω είμαι. Γύρω και τριγύρω. Σαν τους δολοφόνους γύρω από το έγκλημά τους! Μόνο κύκλους κάνω. Γύρω από ονόματα και υποθέσεις. Έχω βάλει το μολύβι μου στο κέντρο ενός λευκού χαρτιού διαγράφοντας τριγύρω «αν»... πολλά «αν», πιθανότητες, πιθανές εξηγήσεις  και ονόματα. Η μύτη του στυλό σαν μύτη ενός διαβήτη, κι εγώ, διαγράφω (φαύλους) ομόκεντρους κύκλους κρατώντας πάντοτε ένα σημείο Σταθερό στο Επίκεντρο... Εμένα που με λένε Κωνσταντίνα!
Μήνυμα ελήφθη?

ΥΓ: Σας ευχαριστώ όλους όσοι με τιμήσατε και με θυμηθήκατε!
Και του χρόνου...

Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

Το χωριό μου το “Underground”!

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα μεγάλο χωριό ή μία μικρή πόλη, από αυτές που δε σημειώνονται πάντοτε πάνω σε όλους τους χάρτες. Αισθανόμουνα προνομιούχα που είχα χωριό, έναντι άλλων που δεν είχαν. Συνάμα, μου κακοφαινόταν που το χωριό μου δεν είχε καμία ομορφιά να επιδείξει παρά μόνο φουγάρα εργοστασίων και μια τσιμεντένια ασχήμια κατά μήκος των δύο βασικών της μεγάλων οδών, που σταυρώνονταν  και «σταύρωναν» νεαρούς σε σμήνη καφωδείων στις κοίτες τους. Μια αερογέφυρα, ένας παραδοσιακός σταθμός με δυο μεγάλα πλατάνια και απέραντα χωράφια με ροδακινιές τριγύρω, αποτελούσανε  ανταύγειες ζωής και πνεύμονα στο τσιμεντένιο μου χωριό, όπου αντί με την πάροδο του χρόνου το πράσινο του κέντρου του να παραβγαίνει την πράσινη περιφέρεια, οι γεμάτες τσέπες έχτιζαν μεγαθήρια με πορτοπαράθυρα που κατ’ ευφημισμόν τα ονόμαζαν πολυκατοικίες.
 Από τον ηγεμονικό θώκο του χωριού μου πέρασαν πρόεδροι και δήμαρχοι, δημοτικές αρχές και εξουσίες, για να κάνουν κάθε χρόνο αυτό που έκαναν οι  αγρότες στα χωράφια τους: όργωναν και ξήλωναν ό,τι έσπερναν οι προηγούμενοι, έσπαγαν κράσπεδα και ξανάχτιζαν πεζοδρόμια από μπόλικο μπετόν, για να σουλατσάρει τα βράδια η πόρνη ανεμελιά της νεολαίας και να πουλήσει το κορμί της σε ξεφάντωμα φθηνό, παρά το ακριβό χρήμα που διέθεταν οι πατεράδες όλων. Καφενεία, καφετέριες, καφενέδες και καφέ αραδιάζονταν απειλητικά μέρα με τη μέρα το ένα δίπλα στο άλλο προκαλώντας σαν Σειρήνες τον Οδυσσέα-Δημότη με τους συντρόφους του, που ξέχασαν να κερώσουν τα αφτιά τους σε μια παθητική και επαναλαμβανόμενη διασκέδαση. Περπατώντας πάνω σε δρόμους πασαρέλας και άλλοτε δίπλα σ’ αυτούς, φοβούμενη τα αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού που μάρσαραν επιδεικτικά τη μηχανή τους για να βροντοφωνάξουν την αξία τους, έστριβα στη γωνιά του δρόμου λίγο πιο κάτω να πάω να βρω τους φίλους μου και τους συμμαθητές μου.
Και τι σαν ήτανε ένας τόπος ξιπασμένος και αλαζονικός?!! Ε? τι?!  Ήτανε ο ΤΟΠΟΣ ΜΟΥ και ήταν το ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ. Με όλες τις μικρότητες και τους μικροαστισμούς, με όλες τις μικροπρέπειες και τις κακίες που κλείνει κάθε μικρό χωριό που δεν το έχει ο χάρτης. Μεγάλωσα και εκκολάφθηκα μέσα του, γαλουχήθηκα και γρατσούνισα στις αλάνες του τα παιδικά μου γόνατα. Εκεί πήγα σχολείο κι εκεί συλλάβισα τις πρώτες μου λέξεις. Εκεί πρωτοερωτεύτηκα, και στις ανθισμένες γειτονιές του συναντούσα τα εφηβικά μου φλερτ.
Διδάχτηκα μέσα από το κακό το καλό, έμαθα για το όμορφο μέσα από το άσχημο, θαύμασα το ξεχωριστό μέσα από το μαζικό, ξεχώρισα την πρωτοτυπία μέσα από το σύνηθες. Εν ολίγοις, εκτίμησα το θετικό μέσα από το αρνητικό. Κι αν δεν ήτανε τυχαίο που οι άνθρωποι που με σημάδεψαν ήτανε κυρίως οι περαστικοί από εκείνον τόπο, αυτοί που ήλθαν, είδαν και απήλθαν, τότε θα έπρεπε να ευγνωμονώ πολλούς εντόπιους που με σμίλεψαν παιδιόθεν. Και οφείλω να παραδεχτώ πως ένας τέτοιος πλούσιος πολύ σε χρήμα, φτωχός όμως σε ασκήσεις πολιτισμού τόπος μού δώρισε την παιδική, την εφηβική και μετεφηβική μου ανεμελιά, να τρέχω στις αλάνες και να καβαλάω το ποδήλατο ακούραστη, να χαιρετώ γνωστούς και άγνωστους στις τριανταφυλλένιες αυλές και να χαζεύω τις βιτρίνες ξένοιαστα στα ξεχαρβαλωμένα κράσπεδα όλες τις ώρες της ημέρας, αλλά και της παγωμένης χειμωνιάτικης και άλλοτε δροσερής καλοκαιρινής νύχτας. Ναι, ξένοιαστα! Και ναι, άφοβα! Ένα χωριό, λοιπόν, διαστροφικά κατασκευασμένο εν τη γενέσει του με κυοφόρησε, ώσπου να αναγεννηθώ μέσα απ’ τις στάχτες του. Ένα χωριό που είχε τα πάντα και τίποτα. Ένα χωριό φάντασμα μα και «φανταστικό», συνάμα καταπληκτικό, αλλά και της φαντασίας. Ένα χωριό στο οποίο από ένα σημείο κι έπειτα, λιγοστεύουνε οι άρτοι και αυξάνονται τα θεάματα.
Κάποτε...σε αυτό το χωριό γλεντοκοπούσα μέχρι πρωίας, μέχρι οι πρώτες αχτίδες του ήλιου να χαιρετίσουν το ξενυχτισμένο λυκόφως του φεγγαριού, μέχρι οι πρώτες πρωινές τυρόπιτες απ’ τον φούρνο του «κυρ-Αριστείδη» να γεμίσουν τα ξεπλυμένα από το αλκοόλ στομάχια μας, μέχρι που το κρεβάτι μας θα αγκάλιαζε τα ξεπατωμένα από το χορό κορμιά μας. Κι όταν η μέρα ξεκινούσε, οι μάνες μας μας περίμεναν έχοντας το κλειδί έξω από την πόρτα...
 Όχι πολλά χρόνια μετά, τη γειτονιά δεν θα την ξεσήκωναν κάτι φοιτητόπαιδα που έκαναν στάση στη γωνιά του δρόμου για να χορέψουνε «μεθυσμένα» το χάλκινο  Kalashnikov του Goran Bregovic, αλλά θα την ξεσήκωναν οι ήχοι από τα πραγματικά αυτή τη φορά Kalashnikov με τα οποία κάποιοι κουκουλοφόροι πραγματοποιούσανε μία συνήθη πια ένοπλη ληστεία λίγα μέτρα πιο κάτω από τα σπίτια μας... που είχανε κάποτε τα κλειδιά κρεμασμένα έξω από την πόρτα!




Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Δυο φορές μαμά μου...


Κάποιες αγάπες δεν πεθαίνουνε ποτέ. Ορισμένες αδυναμίες δε λογοδοτούν σε κανέναν. Μερικές αναμνήσεις δεν ξεριζώνονται με τίποτε, δεν μεταναστεύουν. Είναι εκεί πιστές στην τρυφερότητα των παιδικών σου χρόνων, στην αθωότητα μιας ξένοιαστης ηλικίας, όταν μια γυναίκα νοιαζότανε για σένα και σε φρόντιζε, όπως έκανε η μάνα σου, με μεγάλη δόση αυταπάρνησης και αλτρουισμού, τέτοιου που νομίζεις ότι ξεπετάχτηκε μέσα από τα παραμύθια.
Η γυναίκα αυτή είτε έχει αποτυπωθεί στις ελληνικές κάρτ ποστάλ ως γραφική φιγούρα μαυροφορεμένη με το τσεμπέρι στο μαλλί και το πλέξιμο υπό μάλης, είτε συνυφαίνεται με τα παραμύθια γύρω από ένα τζάκι, όπως ξεπηδάει από τις σελίδες ενός παλιού αναγνωστικού, είτε οδηγάει Chevrolet και καπνίζει slim και έχει μανικιούρ ακριβό, αποτελεί αξία ανυπέρβλητη και απαράμιλλη.
Είναι αξία και είναι άξια. Είναι η γιαγιά σου! Και είναι σούπερ να έχεις γιαγιά! Δεν υπάρχει πιο ωραίο πράμα από το να έχεις μια γιαγιά που σε μεγαλώνει. Είναι δυστυχία να μην έχεις γιαγιά.
Συνήθως, γιαγιά την έχουνε πολλά ξαδέρφια ή αδέρφια σου, που είναι επίσης εγγόνια της και τα αγαπάει όλα το ίδιο, αλλά εσύ νομίζεις πως αγαπάει μόνο εσένα.  Και δε σε μαλώνει ποτέ. Δεν είναι σαν τη μαμά που σε βάζει τιμωρία. Όμως, καμιά φορά σου βάζει και τις φωνές. Κι αν σου τις βάζει, αμέσως μετά το ξεχνάει. Αλλά αμέσως όμως. Και είναι και διακριτική. Και είναι...και είναι ...και είναι...
Η δικιά μου η γιαγιά όλο είναι. Δεν ισχύει επάνω της το «δεν είναι». Είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να μου βάλει να φάω ό,τι θέλω. Είναι ορεξάτη να μου τρίψει την κουρασμένη μου μέση μετά τη δουλειά. Είναι περήφανη, όταν με βλέπει να χορεύω και είναι χαρούμενη, όταν της αγοράσω ένα κολιέ που είναι ψεύτικο αλλά γυαλίζει, γιατί της γιαγιάς μου της αρέσει οτιδήποτε γυαλίζει κι ας ξέρει πως ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός. Αλλά η γιαγιά μου είναι Χρυσή εξ ου και το όνομά της!  Είναι η χρυσή μου η γιαγιά.
Είναι χρυσή, γιατί είναι δουλευταρού και μ’ έμαθε να μη φοβάμαι τη δουλειά. Είναι χρυσή, γιατί είναι νοικοκυρά και πεντακάθαρη. Είναι χρυσή, γιατί κάνει ωραίες πίτες και πλέκει ωραία σεμεδάκια. Είναι χρυσή, γιατί έχει απίστευτη αντίληψη, αν και αυτοσαρκάζεται συνέχεια. Είναι χρυσή, γιατί έχει χιούμορ πολύ. Είναι χρυσή, γιατί η γιαγιά μου είναι ροκ!!!!!!
Και όλες οι γιαγιάδες είναι χρυσές για όλους. Όλοι κρύβουν στην καρδιά τους γλυκές παιδικές αναμνήσεις με τη γιαγιά να στέκεται στα πόδια της. Όλοι αγαπούν τη γιαγιά τους τώρα που μεγάλωσαν και τη βλέπουν ανήμπορη. Όλοι κρυφοκλαίνε, όταν θυμούνται τη γιαγιά τους που πέθανε.
Κι όποιος δε γνώρισε γιαγιά είναι δυο φορές ορφανός...

ΥΓ: μην την ξεχάστε την Κυριακή!

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Διαγράφω...

Ήτανε τότε που έδινα τις εισαγωγικές εξετάσεις για να μπω στην εφηβεία! Θα εξεταζόμουνα στη σφριγηλότητα των γοφών, στο ανάγλυφο ενός χάρτη στην πλάτη, στις μάχες στήθους με στήθος και στην αντοχή των νεύρων που προκαλούσαν οι ορμόνες μου. Το σώμα άλλαζε και σμιλευόταν, όπως το υπαγόρευαν τα βιβλία της ιστορίας: «να περιθάλπει έναν νουν υγιή». Με έναν σάκο στην πλάτη που κουβαλούσε στο πέρα τις σκοτούρες της ημέρας και στο δώθε τα λαχανιάσματα του γηπέδου, κάθε μέρα και την ίδια περίπου ώρα έδινα ραντεβού με τη μοναξιά μου, κλείδωνα στο σπίτι τη φλυαρία μου και βάδιζα ως το γήπεδο με τη χαλάρωση αγκαζέ.  
Έκλεινα τα αφτιά μου στις πικρόχολες και ανόητες απορίες που ταυτίζουν την άθληση μοναχά με τις ξεχειλισμένες κοιλιές και τις ξεχειλωμένες ορέξεις και δεν έβλεπα την ώρα να αρχίζω να κάνω κύκλους τρέχοντας γύρω από το γήπεδο, αρχικά με tempo αργό, αλλά με crescendo σταθερό, ώσπου να μοιάζω με το σκύλο που κυνηγάει την ουρά του.
Κερκίδα δεν είχα ποτέ και κανέναν. Μόνο συνοδοιπόρους. Εφτά ήταν οι γνωστοί μεταξύ μας άγνωστοι με συνισταμένη μια αγάπη που τρέχει ασθμαίνοντας και ασθματική πίσω από το ίδιο χόμπι. Η γνωριμία μεταξύ μας περιορίζονταν στο φιλέ που πλαισίωνε το terrain. Δεν ξέρω τίποτα παραπάνω για κείνους πέρα από το ότι έχουν τις ίδιες κακές με μένα κάθε απόγεμα συνήθειες. Στο παρουσιολόγιο σημείωνα ελάχιστες απουσίες και μετά... το κεφάλι σκυμμένο, γιατί έμαθα ή μάλλον μου μάθανε ότι πρέπει να πειθαρχεί στις επιταγές του κορμιού. Τα πνευμόνια ανοιχτά, για να ρουφάνε φρέσκο αέρα. Τα αφτιά τεντωμένα, ώστε να ακούνε ρυθμούς εκστασιακούς.  Το στόμα όμως κλειστό. Και το  κεφάλι...επιβεβλημένα κενό.
«Θες παρέα?»... με ρωτούσαν κάτι υπάρξεις ασκόπως περιφερόμενες βεβηλωτικά, όπως αισθανόμουν, στον ιερό μου χώρο με προσπάθειες-ανταύγειες στην οκνηρή τους ακινησία. Πού και πού, κανένα απόγεμα, μια φορά στις τόσες, θυμούνταν τις εναλλακτικές που έχει η ζωή μεταξύ κούρασης και καναπέ!
«Όχι!»... ορθά-κοφτά απαντούσε η αφεντιά μου. Είναι  απ’ τις λίγες φορές που επιζητώ και απαιτώ τη μοναξιά μου. Να μείνω μόνη μου, να τρέξω μόνη μου, να ονειρευτώ μόνη μου, να κάνω τον απολογισμό της ημέρας μόνη μου, να μετρήσω τα λάθη μόνη μου...Μόνη μου...και να ξαπλώσω στο χορτάρι μόνη μου, να μυρίσω «γη και ύδωρ». Να αγγίξω το φρεσκοκομμένο χορτάρι του γηπέδου και να μυρίσω το αφράτο του χώμα. Να γείρω το κεφάλι στο ηλιοβασίλεμα και το ταυτόχρονα αναδυόμενο φεγγάρι. Να κλείσω τα μάτια για να δω πιο καθαρά το Εγώ μου. Να διαλογιστώ με τους πόθους μου για να διαταθούν καλά οι μύες και οι συλλογισμοί μου. Να μεγαλώσουν οι αποστάσεις ανάμεσα στους σπονδύλους μου και στις φοβίες μου. Να ανοίξουν τα πνευμόνια μου, μαζί και το μυαλό μου. Να θεριέψει η αυτοπεποίθηση πως αντέχω! Αντέχω τα χιλιόμετρα που γράφει το κοντέρ της καρδιάς μου και πως μπορώ να εκμηδενίσω αποστάσεις με χαλαρούς ρυθμούς, χωρίς θυμούς και άγχη. Και να μπορώ να έρθω πιο κοντά στους στόχους μου εις το διηνεκές. Τεντώνοντας τους μυς και χαλαρώνοντας τις σκέψεις. Διατείνοντας τον τετρακέφαλο και συστέλλοντας το stress.
Διαγράφοντας χιλιόμετρα αλλά και κακές σκέψεις.

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Πετάει, πετάει...το μυαλό μου!!!

Θα ήθελα να είμαι αεροπλάνο να πετώ. Να κόβω τα σύννεφα στη μέση. Να σχίζω καισαρικά τους ουρανούς και να εγκλωβίζομαι σε παγωμένους αιθέρες. Ψηλά με σιδερένια φτερά να παραβγαίνω τους αετούς. Να βλέπω αφ’ υψηλού τους ψηλομύτες! Και να μην έχω προορισμό κανέναν. Θέλω να πηγαίνω. Μονάχα να πηγαίνω χωρίς επιστροφή. Το εισιτήριό μου να είναι one way, μόνο aller! Το retour  θα το σχίσω! Μόνο θα πηγαίνω σε έναν τόπο μακρινό, αλλά δε θα ξαναγυρίζω, γιατί σημείο αναφοράς θα έχω το εκεί, ποτέ το εδώ. Και θα φεύγω. Μου αρέσει να φεύγω, όχι να φεύγουν. Είναι μελαγχολικό να μένεις πίσω. Και δεν είναι καλό να γυρίζεις πίσω. Ο Οδυσσέας είναι passé! Είναι συναρπαστικό να πηγαίνεις μπροστά. Και να απογειώνεσαι. Ναι! Να απογειώνεσαι σαν τα αεροπλάνα. Να χάνεις έκπληκτος τη γη κάτω από τα πόδια σου και να αιωρείσαι. Να απομακρύνεσαι με τρόπο από όσα αφήνεις πίσω και να αποστασιοποιείσαι. Να αρχίσεις να βλέπεις τον κόσμο από μακριά, πολύ μακριά σαν κουκίδες. Να βλέπεις πως οι άνθρωποι φαντάζουν «ανθρωπάκια» που εχουν μικρότητες... κι εσύ, ένας μικρός σιδερένιος φτερωτός αετός, να χλευάζεις τη ματαιότητα του κόσμου, σαν θεός.  
Θα ήθελα να είμαι αεροπλάνο... αλλά δεν είμαι. Μια επιβάτης είμαι απλή που περιφέρεται σε σταθμούς αναχωρήσεων. Ποτέ αφίξεων. Μια επιβάτης που τη συνεπαίρνει η φινέτσα που τυλίγει σαν θείο δώρο την πτήση. Μου αρέσει η επιμονή διαχωρισμού των πάντων, η επιμονή για κατάταξη ιεραρχική όλων. Η τομή ανάμεσα στους αφιχθέντες και τους αναχωρήσοντες, στους ταξιδιώτες και στα μπαγκάζια τους. Και  η προσποιητή –έστω- ευγένεια! Και τα ακριβά φρου-φρου και αρώματα! Μου αρέσει και η ασφάλεια εν είδει τελετουργίας απαράβατης! Και η καθαριότης με τα πλακάκια όπου καθρεφτίζεις την αγωνία σου να πετάξεις! Και οι καλοντυμένοι κύριοι και οι σικάτες κυρίες, η έλλειψη πλέμπας και η επαιτεία που δεν απλώνει ρακένδυτα χέρια, αλλά είναι διάφανη και με «ετικέτα»: unicef!
Και μου αρέσει που επιτρέπεται το φαγητό! Δεν είναι ντροπή! Δεν το ζητάς καν! Σου το κερνάνε! Μου αρέσει και η μουσική που είναι επιβεβλημένα  ορχηστρική!

ΥΓ: Το λεωφορείο.... καλό δε λέω! Αλλά η τελευταία φορά που είδα κάποιον να τρώει σε λεωφορείο ήτανε μια γιαγιά που καθάριζε ένα αβγό στις 6.00 το πρωί για να πάρει τα χάπια της για την πίεση, το ζάχαρο και την καρδιά και τον οδηγό να τη μαλώνει σε μουσική υπόκρουση «τέρμα» σκυλάδικων (στις 6.00 το πρωί ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΩ!)


Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Αγώνας Τρόμου... των εχθρών και των φίλων της ΖΩΗΣ


...θανάτω θάνατον πατήσας... Σας εύχομαι από καρδιάς
Καλή Ανά(σ)ταση!!!

Η ώρα είχε πια φτάσει. Ήτανε όλα έτοιμα. Το βοηθητικό γήπεδο είχε γεμίσει από τους αθλητές που εδώ και ώρα έκαναν την προβλεπόμενη προθέρμανσή τους. Μία νευρική υπερκινητικότητα, γνωστή πριν τον αγώνα, είχε καταβάλει απαξάπαντες που κουνιόντουσαν ατάκτως στο γρασίδι κάνοντας διατάσεις πριν μπουν στο terrain. Άλλος έκανε επικύψεις, άλλος διέτεινε τους τετρακεφάλους και άλλος χαλάρωνε με κυκλικές κινήσεις τους καρπούς των χεριών του. Περιμένανε όλοι μέχρι που να ακουστεί το σύνθημα και να λάβουν θέσεις στο ταρτάν. Το σύνθημα δόθηκε από τα μεγάφωνα. Ο Μαραθώνιος Αντοχής θα ξεκινούσε σε λιγότερο από ένα λεπτό. Το μόνο σίγουρο ήτανε πως ο αγώνας θα ήτανε αγώνας ΖΩΗΣ και οπωσδήποτε για γερά νεύρα.  
Ακούστηκε ο κρότος και τότε άρχισαν όλοι να τρέχουν με αρκετά γοργό ρυθμό, όχι όμως τον ταχύτερο δυνατό. Άλλωστε το στοίχημα ήτανε να κρατήσουν ένα σταθερό tempo για να αντέξουνε μέχρι τέλους. Πρώτη είχε βγει μπροστά η Μάσκα-Υποκρισία. Ήθελε εξ αρχής να φαίνεται πως είναι πρώτη, καλύτερη και με διαφορά, ενώ ξωπίσω της έτρεχε η Ματαιοδοξία που με μία γκριμάτσα σνομπαρίας έδειχνε πως είναι θέμα χρόνου να περάσει πρώτη. Μεγάλωσε με την ψευδαίσθηση ότι οι πρωτιές και τα αξιώματα έχουν επάνω της την αποκλειστικότητα. Άλλωστε τρέχοντας, είχε το κεφάλι της στραμμένο στο κοινό που την αποθέωνε σε κάθε της βήμα, όταν περνούσε μπροστά από την κερκίδα μία αιθέρια με στητό κορμί ύπαρξη. Γι’ αυτό επέλεξε να τρέξει στον έξω διάδρομο. Τρίτη στη σειρά η Απώλεια. Το ζούσε τόσο πολύ, σαν να της είπανε πως αύριο θα πεθάνει. Έτρεχε καταϊδρωμένη να προλάβει να το ζήσει, να τρέξει για τη δόξα, να τρέξει για να τρέξει, κι όχι απαραίτητα  για να νικήσει.
 Όμως... μία φωνή  ακούστηκε πίσω της και γύρισε να δει ποιος ήτανε. Της φάνηκε γνώριμη, γιατί την άκουγε συχνά: «Παράτα τα! Είσαι εσύ τώρα για αγώνες και τρεξίματα? Κάτσε καλύτερα στο σπίτι σου!». Ξαναγύρισε όμως το κεφάλι μπροστά, γιατί το Φλερτ που ερχότανε πίσω της κόντευε, όπως νόμιζε, να την ξεπεράσει! Τι λάθος! Το Φλερτ ήτανε γεννημένο πειραχτήρι. Ποτέ δεν το ‘νοιαζε να βγει νικητής. Ο στόχος δεν ήτανε γι’ αυτό η Ιθάκη, αλλά ο πηγαιμός. Γι’ αυτό, μία σπίνιαρε να φτάσει τη Μάσκα και μία έκοβε ταχύτητα να πάει δίπλα και να πειράξει τη Ματαιοδοξία. Άλλωστε αυτή κολακευότανε και το Φλερτ είχε καταλάβει το ψώνιο της. Φούσκωνε και τα κομπλιμέντα λίγο παραπάνω και δώσ’ του εκείνη φούσκωνε με τη σειρά της σαν το παγώνι.
Ύστερα, έκοβε ακόμη περισσότερο ταχύτητα για να πατήσει μια ματιά στην Απώλεια, ώσπου... να σου και τους προσπερνάει η Παραίτηση που δεν είχε βάλει γλώσσα μέσα. Γκρίνιαζε και ωρυόταν και αναρωτιότανε τι θέλει η αλεπού στο παζάρι. Μονολογούσε όλη την ώρα: «Τι μας έπιασε και μπλέξαμε εμείς με τον αθλητισμό!? Δεν καθόμουνα καλύτερα στην αγαπημένη μου tv. Είναι αυτά της ηλικίας μου?» και έλεγε... Έτρεχε και έλεγε... Μουρμούριζε σαν τις βλάσφημες κακορίζικες γριές στα παραμύθια. Μα το Φλερτ, δεν έδινε σημασία στα λεγόμενα της. Εξακολουθούσε να κάνει κόρτε ακόμη και μ’ αυτήν την γκρινιάρα Παραίτηση!
Όμως, καθώς ο χρόνος κυλούσε, ο αγώνας είχε εκπλήξεις! Η Μάσκα τελικά σκόνταψε και ως εκ τούτου «έπεσε» και ο πόνος που προκλήθηκε από το πέσιμο, αλλά και τα λόγια της Παραίτησης την καθήλωσαν στο πάτωμα και δεν έκανε καν να σηκωθεί. Έμεινε εκεί, δείχνοντας τον πραγματικό της εαυτό, πως δεν είναι αυτή για μεγάλους αγώνες και μεγαλοστομίες. Έκανε το κομμάτι της για λίγο, έτρεξε πρώτη να φανεί, αλλά ο χρόνος και η αντοχή της έδειξαν ποια πραγματικά είναι.
Τώρα, ήταν η ευκαιρία της Ματαιοδοξίας να γευτεί εκείνη τους καρπούς των κόπων της. Πέρασε πρώτη, όχι γιατί το άξιζε, αλλά γιατί οι συγκυρίες την κάνανε. Άλλωστε το τόσο φτιασίδωμα και τα τόσα αναβολικά κάποια στιγμή θα της ξεγύμνωναν την αλήθεια. Όπερ και εγένετο! Την ξεπέρασε η Απώλεια στην επόμενη στροφή, η οποία όμως έπνεε τα λοίσθια μετά το καρδιακό επεισόδιο που υπέστη στο terrain. Ο αγώνας όμως δεν έπρεπε να σταματήσει, αλλά όλοι να συνεχίσουνε. Οι γιατροί θα αναλάμβαναν από κει και πέρα. Δυστυχώς όμως οι προσπάθειές τους έμειναν άκαρπες, αλλά δεν ανακοίνωσαν τίποτε εκείνη την ώρα μέχρις ο αγώνας να λάβει τέλος.
Από ό,τι έδειχναν τα πράγματα ο πιο χαλαρός αθλητής ήτανε το Φλερτ. Ήταν ξεκάθαρο πως πήγε εκεί για το χαβαλέ. Κι ενώ μια πείραζε τη Ματαιοδοξία και μία την Παραίτηση κατάλαβε πως ξωπίσω του κάθιδρη έτρεχε ασθμαίνοντας μία ακόμη αθλήτρια, σιωπηλή και ταπεινή, που του άπλωσε το χέρι για να τρέξουν μαζί τα τελευταία 100 μέτρα. Ξεπέρασαν επιδεικτικά την Παραίτηση και λίγο πριν το τέλος  και τη Ματαιοδοξία. Τότε το Φλερτ τράβηξε απότομα το χέρι σταματώντας ξωπίσω από την Ελπίδα που έκοβε νικήτρια πια το νήμα φωνάζοντας δυνατά σε ένα κοινό που την αποθέωνε: «Για την Ελλάδα ρε γαμώτο!»