Λένε πως οι άνθρωποι έχουν περίεργες συμπεριφορές ώρες-ώρες και ανεξήγητα προαισθήματα που τα επαληθεύει η πραγματικότητα.
Πάνε κιόλας πέντε ολόκληρα χρόνια. Να! Σαν χθες μου φαίνεται που κάθονταν εκεί στο ντιβανάκι του με τη συνηθισμένη του πυτζάμα και τη ρόμπα του. Καλωδιωμένος με ένα σωληνάκι που του εξασφάλιζε τη δεδομένη για μας, στερημένη για κείνον, αναπνοή και δεν τον άφηνε να πάει πιο πέρα από το μήκος του σωλήνα. Πληρώνεται ακριβά η ζωή μερικές φορές. Για να σου δώσει τα αυτονόητα πρέπει να της δώσεις κάτι σε αντάλλαγμα. Σαν τον αισώπειο σκύλο που η τροφή του οφειλόταν στη στέρηση της ελευθερίας. Έτσι και ο παππούς μου! Για να αναπνέει έπρεπε να βρίσκεται μέσα στο σπίτι σε ακτίνα μόλις δυο μέτρων!
Στην αρχή δεν παραπονιότανε ιδιαίτερα. Το μόνο που ζητούσε ήτανε παρέα. Να μας έχει κοντά του! Το δικαιούνταν άλλωστε. Ο παππούς μου, που λέτε, ήτανε ένας αξιολάτρευτος παππούς. Αν αυτό ισχύει για όλους του παππούδες του κόσμου δεν ξέρω. Επίσης δεν ξέρω αν ένας άνθρωπος είναι αξιολάτρευτος ως παππούς αλλά όχι ο ίδιος άνθρωπος ως πατέρας ή ως σύζυγος και τούμπαλιν!
Ψηλός, γεροδεμένος, από τους ανθρώπους που έστυβαν την πέτρα, με χέρια δυνατά, δουλεμένα. Είχε περήφανο περπάτημα, αργό και σταθερό βήμα και παρά τα γηρατειά του είκαζες εύκολα πως στα νιάτα του ήτανε ωραίος άντρας! Άλλωστε το λένε όλοι κι όχι μοναχά η γιαγιά μου.
Αλλά εμένα δε με ένοιαζε η εξωτερική του ομορφιά όσο αυτή της ψυχής του. Με ένοιαζε που ήτανε ένας παππούς ευαίσθητος. Με ενδιέφερε που ήτανε ένας παππούς της δευτέρας Δημοτικού αλλά που ασχολούνταν με τα πολιτικά με εκείνη τη γνωστή σφοδρότητα του καφενείου «Η ωραία Ελλάς» και πως ό,τι έλεγε το πίστευε! Βυθιζόμουνα σε απύθμενες σκέψεις, όταν τον άκουγα να μαίνεται με τους πολιτικούς, γιατί του έφαγαν τους κόπους μιας ζωής σε εργοστάσια και οικοδομές. Μου σπάραζε την καρδιά, όταν τον έβλεπα να κλαίει από διάχυτη ευαισθησία και καμάρι για παιδιά που πετυχαίνουν στόχους μέσα από αγώνες με στερήσεις. Ράγιζα, όταν η δική του η φωνή έσπαγε στο τηλεφώνημα που έπαιρνε από τα αδέρφια του που ήταν μακριά. Τον άκουγα όλη αφτιά, όταν μας συμβούλευε με τον αδερφό μου να είμαστε αγαπημένα και μας τόνιζε συνέχεια με άπταιστα γρεβενιώτικη προφορά: «Τ’ μάνα σας κι τα μάτια σας!!!». Γελούσα, όταν με έστελνε στο προποτζίδικο να του ρίξω το ΛΟΤΤΟ, γιατί, πριν πάω, είχε «μοιράσει» ήδη τα λεφτά, που δεν κέρδισε ποτέ, στα έξι εγγόνια και τις τρεις του κόρες. Και δεν είδα κανέναν άλλον παππού να μοιράζει το πενιχρό της σύνταξής του δώρο και να κρατάει για τον ίδιο μέρισμα που το προόριζε για το οικογενειακό με όλα του τα παιδιά και εγγόνια χριστουγεννιάτικο ή πασχαλιάτικο τραπέζι.
Κι όμως, αυτόν τον παππού μου στέρησε η μοίρα πολύ νωρίς. Δεν του επέτρεψε να ζήσει με την οικογένειά του, όπως λογάριαζε. Αγώνες μιας ζωής που πήγανε στο βρόντο. Εξασφάλιζε απλά και διεκδικούσε στο τέλος ένα κρεβάτι στο νοσοκομείο και μια ζωή εξαρτημένη από τον τεχνητό παροχέα οξυγόνου και από τους άλλους, τους γιατρούς και τα παιδιά του που θα τον περιθάλπανε. Ζητιάνευε μιαν αξιοπρέπεια από έναν Θεό που του ‘κοβε λίγο-λίγο το πνευμόνι, που του τέλειωσε μέσα σε έξι μήνες το λαδάκι απ’ το καντήλι του με ορμή καλπάζουσα. Μα ήτανε τόσο νέος, αν και παππούς!
Οι Μοίρες στο κρεβάτι του όταν ήρθαν, τότε, όταν γεννήθηκε, αποφάσισαν για εκείνον μια σύντομη διαδρομή και σίγουρα όχι στρωμένη με ροδοπέταλα. Αλλά εμείς, τα αχόρταγα και εγωιστικά όντα, που δεν καταλήξαμε ακόμα στο αν ο θάνατος για ορισμένες περιπτώσεις είναι λύτρωση, τον θέλαμε «έστω κι έτσι», καθηλωμένο και ανήμπορο κοντά μας. Το γιατί δεν το κατάλαβα ποτέ! Δεν ξέρω αν, όταν κάποιος φεύγει, στενοχωριέμαι για εκείνον που δε ζει πια ή για μένα που δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου δίχως εκείνον.
Εγωισμός ή αλτρουισμός η απώλεια του άλλου?
Το μόνο που ξέρω είναι ότι προσπαθούσα απεγνωσμένα να δώσω (τρομάρα μου!) κουράγιο στον παππού μου τον Παύλο ότι θα ζήσει. Ακόμη κι αν έβλεπα ότι μετρούσε αντίστροφα το χρόνο. Του έλεγα: «Παππού, στη γιορτή σου θα κάνουμε γλέντι μεγάλο! Θα βγεις από το νοσοκομείο και θα είναι όλα καλά!» και εκείνος, αρχές Ιούνη του 2006 ήτανε, όταν μου απάντησε: «Όχ’ χρυσό μ’ πιδί δέ θα ‘νι! Γιατί ιγώ, θα ζήσου μέχρ’ ντ’ γιουρτή μ’ κι τν άλλ' μέρα θα μι “πάρ’” η μάνα μ’» (=όχι χρυσό μου, δε θα ‘ναι! Γιατί εγώ θα ζήσω μέχρι τη γιορτή μου και την άλλη μέρα θα με “πάρει” η μάνα μου)
...όπερ και εγένετο: Ο παππούς έζησε μέχρι τη γιορτή του, Πέτρου και Παύλου, (Καλή ώρα!) στις 29 Ιουνίου, του είπαμε «Χρόνια Πολλά» και του ευχηθήκαμε να ζήσει. Αλλά εκείνος έπραξε με απόλυτη συνέπεια, όπως μας το δήλωσε ένα μήνα πριν: Την επόμενη μέρα, στις 30 Ιουνίου, άφησε την τελευταία του πνοή, την ίδια ημερομηνία, την ίδια ώρα, στην ίδια ηλικία από την ίδια ασθένεια στα 20 χρόνια ακριβώς με τη μάνα του. Κι εκείνη τον “πήρε” κοντά της......
Δεν το πιστεύετε? Κι όμως...