Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

Τα Δίχτυα..



Για κάποιον λόγο τα περασμένα καλοκαίρια ξεθωριάζουνε στο χρόνο. Είναι λίγο σαν τα καραβάνια που χάνονται στον ορίζοντα της ερήμου που ενώνεται με τον ουρανό. Είναι σαν τα τεράστια αεροπλάνα που γίνονται σαν την πινέζα που καρφώνεται ανάμεσα στα σύννεφα και τον ήλιο. Για κάποιον λόγο η μνήμη είναι ολοζώντανη μέχρι που το καινούργιο γεγονός να επισκιάσει την ανάμνηση. Για κάποιον λόγο ο χρόνος, οι μήνες, οι μνήμες, οι μέρες πέρασαν πάλι γρήγορα. Για κάποιον λόγο πάλι λέμε «σαν να ΄ταν χθες!»...Για κάποιον λόγο... Για πολλούς λόγους... Για άπειρους λόγους, μετρήσιμους ή αμέτρητους...
Πάλι ο ήλιος θα στέκεται κρεμασμένος για πολλές ώρες. Πάλι θα κοιτάει περίεργος και θα παρακολουθεί τις καλοκαιρινές μας περιπέτειες, δουλειές, αγωνίες. Θα είναι μάρτυρας των αποδράσεών μας. Θα ζηλεύει τις δροσερές μας βουτιές κα θα μας χαϊδεύει μαζί με τα κύματα και την αλμύρα. Δε θα ‘χει δόντια το καλοκαίρι, δεν θα δαγκώνει, μα θα καίει. Θα τσουρουφλάει. Θα ψήνει. Θα παίζει κρυφτό με κανά σύννεφο, θα χώνεται ντροπαλός από πίσω του και θα το αφήνει να βάλει τα κλάματα στη θέα της αθλιότητας αυτού του μάταιου κόσμου. Θα το επιτρέπει να ξεπλένει πού και πού τα κουρασμένα του μάτια! Τα μάτια μάρτυρες! Τα μάτια θεατές! Όπως τα δικά μας μάτια. Που είδανε πολλά εδώ και έναν χρόνο.
Είδανε καινούργια μέρη και γνώρισαν καινούργιους ανθρώπους. Διάβασαν νέες οπτικές και διασταυρώθηκαν με άγνωστα βλέμματα. Πάνω σε ένα πλοίο, σε μια στάση λεωφορείου, δίπλα σε μια ομπρέλα παραλίας. Συγχρωτίστηκαν ανάμεσα στα βράχια ή πάνω από τα βότσαλα. Γνώρισαν περιπάτους σε αρχαία μέρη, εκεί που άνοιγαν το βήμα τους χιλιάδες χρόνια πριν δούλοι και σοφιστές. Βράχηκαν σε νερά όπου βουτήξαν ψάρια, δελφίνια, ίσως γοργόνες και σίγουρα δίχτυα.
Χα! Δίχτυα!
Και πιάστηκα στα δίχτυα τους και μπλέχτηκα μαζί τους.
Παγίδες είν’ τα κρόσσια τους. Και τα ‘σκισα και βγήκα.
Και κέρδισα. Και έχασα. Και γνώρισα ή διέγραψα.
 Κι έζησα τη στιγμή, έψαξα τη γιορτή,
 ένιωσα την αβεβαιότητα,
 αναζήτησα τη σταθερότητα.
Μα κάτι εγκέλαδοι σείσανε τον ρου μου,
έχασα την ισορροπία μου και βούτηξα στο κύμα.
 Έπιασα πάτο, σκιάχτηκα κι αντίκρισα τα ψάρια
σ’ έναν βυθό ανήσυχα να τρων τα λυσσακά τους!
Σαρκοφάγα! Σαρκοβόρα! Εν γένει πεινασμένα
Πάλεψα, κόντεψα να πνιγώ, μα βρήκα σωτηρία.
Σε μια σανίδα που ‘λαχε να κολυμπάει από δίπλα.
Μα σάπισε κι εκείνη αλίκτυπη σαν ήτανε
και επέτρεψε στα κύματα να με ξεβράσουν πάλι
Έρημες παραλίες με μάζεψαν στην άκρη.
Κοιτούσα τον ορίζοντα, δεν έβλεπα κανέναν.
Κάτι σκιές-φαντάσματα με κυνηγούσαν κι είπαν:
 «Η ζωή σου στέρησε και φέτος ανθρώπους που αγαπούσες και αγάπησες πολύ!
Γιατί η Ζωή δεν κάνει διακρίσεις.
Στερεί από όλους κι έτσι έκανε και μαζί μου.
Κι ο αδερφός της, ο Χρόνος μου άνοιξε τα χέρια του και μου ‘πε
πως είναι ο μόνος που θα μου δίνει μιαν αγκαλιά μεγάλη.
Με έσφιξε και άλλοτε μ’ έπνιξε από πολλή αγάπη!
Γιατί η αγάπη η πολλή μπορεί να πνίξει αντάμα,
αν έρχεται από άνθρωπο χωρίς τον νου περίσσιο...
Αν έρχεται από άνθρωπο που «θέλει το καλό σου»
Μα ποιος είναι αυτός που θα ορίσει το καλό μου?
Και ποιος ορίζει το καλό καλύτερα από μένα?
Και απέλυσα τους μέντορες που ορίζουν στη ζωή μου
γιατί το εγώ μου κέντρισε τα ενδιαφέροντά μου.
Τέτοια δίχτυα με μπλέξανε σε παραλογισμούς των άλλων
δίχως να σκέφτεται κανείς αν η ψυχή μου θέλει.
Τι είναι το «πρέπον»? Τι είναι το «σωστό»? Ποιο είναι το «σύνηθες»? Αυτό που κάνει ή θέλει ο κόσμος... Κι αν αναγνώστη θαρρείς πως σε αυτά τα δίχτυα βρέθηκα μπλεγμένη μονάχα εγώ, σε γελάσανε...
Δεν θα σου πω να τα σκίσεις μήτε να ανεχτείς να αγκαλιάζουν τις επιλογές σου. Θα σου πω απλά να μάθεις να παλεύεις! Με τα κύματα και με τα κρίματα. Που παίρνεις στο λαιμό σου ή που σου κρεμούν οι άλλοι σαν να ‘ναι κολιέ από μαργαριτάρι. Και η πιο μεγάλη παγίδα αυτή είναι: Να νομίζεις πως κάτι είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Όταν βρεθεί άνθρωπος να ερμηνεύει αντικειμενικά και όχι κατά το δοκούν, τότε ή θα γίνει θεός ή θηρίο, γιατί το τίμημα θα είναι να ζει μόνος του, παραφράζοντας τον Σταγειρίτη. Τα δίχτυα δεν βουτούν μόνο σε θάλασσες. Μπορείς να τα βρεις και στο πεζοδρόμιο. Η ζωή μας είναι γεμάτη παγίδες. Του μυαλού, των άλλων, του κατεστημένου, της τρέλας που κουβαλάει ο διπλανός, του καλουπιού όπου θέλει να σε βάλει ακόμη κι εκείνος που σε αγαπάει. Ισορροπίες λεπτές από όπου πέφτεις πολλές φορές. Σήκω! Ζήτα και βοήθεια. Δεν είναι κακό. Αλλά μην εκπλαγείς, εάν κάποια στιγμή αυτός που σε έσωσε, σου ζητήσει τα ρέστα!

Καλό καλοκαίρι.
Μαζέψτε εμπειρίες έστω και στην αυλή του σπιτιού σας, βρέχοντας τα πόδια σας με το λάστιχο και όχι με το κύμα. Θα σας προτείνω τρία πράγματα:
1. ένα αγαπημένο καλοκαιρινό βιβλίο που και στη θάλασσα να μην πάτε θα νιώσετε διαβάζοντάς το την αλμύρα του παντού. Παλιό, αλλά αθάνατο: «Το γυμνό κορίτσι» του Νίκου Αθανασιάδη από τις εκδόσεις Δωρικός
2. ένα αγαπημένο τραγούδι από τη φίλη μου Ύρια Μίχου με στίχους γεμάτους έξυπνους συνειρμούς που παντρεύει πρόσωπα, τόπους, έργα τέχνης με έναν κοινό τόπο μεταξύ τους
3. διακοπές (ει ποτέ!) σε ένα από τα ομορφότερα νησιά της Ελλάδας που συγκεντρώνει τους πιο ετερόκλιτους σε αρχιτεκτονική οικισμούς μεταξύ τους, κι όμως, πατούνε στο ίδιο χώμα

Δεν πληρώθηκα για καμία διαφήμιση. Απλά στον χρόνο που πέρασε για διαφορετικούς λόγους αγάπησα ξεχωριστά το καθένα από τα τρία, μέχρι που η σύμπτωση τα ήθελε όλα να έχουν έναν κοινό παρονομαστή που κατάλαβα εκ των υστέρων ποιος ήταν: η Μυτιλήνη!

Καλές βουτιές και προσοχή στα Δίκτυα. Θυμηθείτε πως η θάλασσα κρύβει στα σπλάγχνα της πολλά! Εσείς θα διαλέξετε αν θέλετε να βλέπετε μόνο ναυάγια ή κοράλλια...


Ίσως τα ξαναπούμε κάποτε...




Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Κατά φαντασίαν ιατροί

Το να προλαβαίνεις μία ασθένεια πριν σε προλάβει εκείνη είναι μία ευχή όλων μας από κτίσεως κόσμου. Δεν πρόκειται για καινούργια τακτική μήτε για νέα ανακάλυψη ή εφεύρεση, αλλά και ως τέτοια να χαρακτηριζόταν, χρονικά θα προηγούνταν τόσο της ανακάλυψης της Αμερικής όσο και της εφεύρεσης του τροχού, ασχέτως εάν ο Ιπποκράτης το διατύπωσε ρητά στην κλασική αρχαιότητα.  Ωστόσο, ακόμη κι αν απαξάπαντες οι ιατροί αυτού του κόσμου παίρνουν όρκο στο όνομα του Πατέρα της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης, κάποιοι μόνο, ίσως λίγοι ή δυστυχώς ελάχιστοι, είναι εκείνοι που λαμβάνουν σοβαρά τον ρόλο τους και φέρουν εις πέρας επαγγελματικές υποχρεώσεις που πλαισιώνονται -υποτίθεται!- από χαρακτηριστικά λειτουργήματος! Το επάγγελμα του ιατρού φέρει στη χώρα μας ένα κύρος μιας ξεφτισμένης αριστοκρατίας που συνδέεται με το κατοχικό και μετακατοχικό οικογενειακό σύνδρομο που ήθελε να «βγάλει» η οικογένεια έναν γιατρό ή έναν δικηγόρο δακτυλοδεικτούμενο. Άλλωστε, αυτές οι σχολές εξακολουθούν και είναι υψηλόβαθμες τη σήμερον όχι βάσει του γνωστού νόμου της οικονομίας «προσφοράς και ζήτησης» στην αγορά εργασίας, αλλά μάλλον του γνωστού prestige που δημιουργείται από του αυτομάτου στο άκουσμα του τίτλου. Έτσι, η ζωή συνεχίζεται, με μυαλά που θα μπορούσαν να ανθίσουν αλλού, σε άλλες πρόσφορες επιστήμες και τέχνες, αλλά επέλεξαν είτε ως αυτόνομες προσωπικότητες είτε ως ετερόφωτα και τηλεκατευθυνόμενα υποκείμενα να σπουδάσουν κάτι που δεν τους ταιριάζει και στο οποίο ενδεχομένως δεν είναι καλοί πιθανώς για να καρπώνονται μόνο οφέλη «άλλου είδους».
Η επιστήμη της ιατρικής όμως δεν είναι σαν την δικηγορία. Στη δίκη εάν χάσεις μία μάχη, δύο, τρεις, πολλές, το πιθανότερο είναι να κερδίσεις τον τίτλο του «χασοδίκη». Δικαίως ή αδίκως! Στην ιατρική όμως εάν χάσεις έστω και μία μάχη δεν κερδίζεις «τίτλους» παρά τύψεις. Διότι όταν ο κόσμος θεωρεί το επάγγελμα αυτό λειτούργημα, έχει προσδοκίες όχι απλά ο γιατρός του να διαθέτει τις ακαδημαϊκές γνώσεις ο οποίος οφείλει αβλεπί να είναι ενημερωμένος για όσο μεγαλύτερη βιβλιογραφία και σωρεία περιστατικών -χωρίς να παραβλέπουμε το γεγονός ότι είναι φύσει αδύνατον να γνωρίζει τα πάντα- αλλά τουλάχιστον να είναι πάνω απ’ όλα ΑΝΘΡΩΠΟΣ!
Εάν, λοιπόν, υπάρχουνε γιατροί που καυχώνται για τις εμπεριστατωμένες γνώσεις τους επάνω στο αντικείμενό τους και εάν υπάρχουνε γιατροί που έχουνε καταθέσει τη ζωή τους πολύ συνειδητά σε αυτό που ο απλός κόσμος ονομάζει «λειτούργημα», τότε σίγουρα η διαπίστωση αυτή δεν αφορά τον ιατρικό σύλλογο στο σύνολό του, αλλά σίγουρα ένα μόνο μέρος του, κι ας μου επιτραπεί να πω διαπιστωμένα μάλλον μικρό. Διότι η προσωπική εμπειρία των περισσοτέρων  θέλει καθημερινά να έρχεται ο καθένας σε επαφή με ανθρώπους που ασκούν το λειτούργημα του γιατρού ως ένα οποιοδήποτε απλό επάγγελμα χωρίς πλήρη συνείδηση, χωρίς πόνο για τον πόνο του άλλου, χωρίς ενσυναίσθηση, δίχως συμπόνια, αλλά απεναντίας με πολλή στυγνότητα, ψυχρή λογική και αποστασιοποίηση από συναισθηματικές εμπλοκές. Βέβαια, το εάν η ιατρική στην Ελλάδα ή απανταχού της γης ασκείται σε αυτό το κομμάτι σύμφωνα με τα αμερικανικά πρότυπα που θέλουν την άμεση έστω και με ψυχρότητα πληροφόρηση του ασθενή για όσα τον ταλανίζουν είναι ένα θέμα συζητήσιμο. Διότι το αμερικανικό μοντέλο σε πολλές, μην πω πάμπολλες των περιπτώσεων εφαρμόζεται μονομερώς και επιλεκτικά και όχι σφαιρικά, όπως για παράδειγμα σε θέματα επικοινωνίας (και όχι επικοινωνιακής πολιτικής!), επαγγελματισμού (και όχι ερασιτεχνισμού!), αντιμετώπισης του άλλου ως ανθρώπου (και όχι ως πελάτη!), ενημέρωσης (και όχι άγνοιας!), καθαριότητας (και όχι δυσωδίας!), σεβασμού του χώρου και του χρόνου του ασθενή, και όχι με συναλλαγές «πίσω από την πλάτη του» ή «κάτω από το τραπέζι»!!!
Ωστόσο, η Ελλάδα έχει καταφέρει όχι απλά να κατασκευάσει ένα σύστημα δαιδαλώδες από το οποίο δεν καταφέρνεις να βγεις ούτε με τον περίφημο μίτο της Αριάδνης, αλλά τον έχει κιόλας περιχαρακώσει. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, το κράτος, το σύστημα, η γραφειοκρατία, ο πολίτης, ο ασθενής, ο γιατρός, η νοσοκόμα, εγώ, εσύ, αυτός, εμείς, εσείς, αυτοί, θρέψαμε, θρέφουμε και κατά πως φαίνεται εξακολουθούμε να θρέφουμε ένα δύσοσμο και σηψαιμικό ιατρικό σύστημα το οποίο τις περισσότερες φορές υπολειτουργεί και στις σοβαρότερες των περιπτώσεων έχει θύματα με απώλειες μερικές ή ολικές και μάλιστα ανεκπλήρωτες. Φυσικά, το σύστημα αυτό αδυνατεί να αυτοϊαθεί! (Τι ειρωνεία!)
Ευτυχώς όμως η ιστορία έχει εξαιρέσεις και μέσα σε τέτοιες καταστάσεις παλεύουν Άνθρωποι Γιατροί, Νοσηλευτές και Υπάλληλοι να πάρουν σοβαρά τον ρόλο τους και να υπηρετήσουν τον Άλλον από τη θέση τους, όπως ορκίστηκαν κάποτε σε θεούς και δαίμονες. Κι ας υπήρξαν κι αυτοί «θύματα» της κρίσης, της πολιτικής ή της οικονομικής,  κι ας έφαγαν τα χρόνια τους στα βιβλία, στα συνέδρια, στις βιβλιοθήκες και στα χειρουργεία, προσφέροντας αποθέματα ψυχής. Οι άνθρωποι αυτοί όμως δεν επικαλούνται άλλοθι και δεν δουλεύουν με καχυποψία για τον διπλανό τους, δεν βγάζουν απωθημένα σε ασθενείς, δεν περιφρονούν τον συνάδερφο, «δεν μαγειρεύουν» σενάρια. Απεναντίας, κοιτούν τη δουλειά τους και στέκονται στο ύψος των περιστάσεων ακόμη κι αν αυτές πέσουν κάποια στιγμή χαμηλά.
 Εάν οι εξαιρέσεις είναι λίγες ή πολλές δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι τέτοιοι άνθρωποι πρέπει να μνημονεύονται και να τιμώνται, ακόμη κι αν η συγκαλυμμένη απρεπή συμπεριφορά «συναδέλφων» προσπάθησε να τους ρίξει στο περιθώριο είτε με ακήρυκτο πόλεμο, είτε με αμέλεια και παραμέληση των επαγγελματικών τους καθηκόντων, αφού οι κλινικοί ιατροί τείνουν να εκλείψουν και πολλοί από δαύτους έχουν το «Αξίωμα» του ιατρού κατ’ ευφημισμόν, γιατί η ρετσινιά του προσδιορισμού «κατά φαντασίαν» κολλάει παραδοσιακά μόνο στον ασθενή! Ας τους πει επιτέλους κάποιος πως η γλώσσα αλλάζει με τον καιρό και πως  με τις ανοησίες τους μπορεί ο Μολιέρος, εάν ζούσε, ή να άλλαζε τον προσδιοριζόμενο όρο ή να έγραφε το έργο του αντιστρόφως!


Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Δώσε τρόπο στην οργή!


Τα νεύρα σου να βάλεις σε ένα μπουκαλάκι και να τα πετάξεις στη θάλασσα! Να το πετάξεις μετά μακριά, πολύ μακριά. Δεν θέλω να το βλέπω. Να το πάρει το κύμα. Να ξεχυθούν μέσα στον ωκεανό. Ψάξε να βρεις τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Οι περγαμηνές που κρέμονται στον τοίχο σου θα έχουν αξία, όταν καταφέρει η γνώση σου να μετουσιωθεί σε καλλιέργεια. Καλλιέργεια σημαίνει «έχω τρόπο διαχείρισης κρίσεων». Σημαίνει έχω Παιδεία, δλδ κατάφερα την πραγμάτωση της ανώτερης φύσης μου ως ανθρώπου. Σημαίνει κάνω πέρα τα ζωώδη μου ένστικτα. Εκείνα που, αν τ’ ακούσω, με απανθρωπίζουν γυρίζοντάς με στον άνθρωπο των σπηλαίων και δεν με εξανθρωπίζουν. Δε θέλω νεύρα για να λύσουν τις διαφορές μας. Θέλω νεύρο στις κινήσεις μας, γροθιά στο μαχαίρι, σπιρτάδα και ευελιξία στον τρόπο που λειτουργούμε και που ελισσόμαστε, που χειριζόμαστε, που διοικούμε και διεκδικούμε. Η βία σκοτώνει. Τα νεύρα πληγώνουν. Τα γυαλιά τότε ραγίζουν, και τι κρίμα...ποτέ δε θα ‘ναι σαν και πρώτα.
Θέλω όταν έχεις νεύρα να σκέφτεσαι. Μπορείς να μην θολώνεις? Θέλω όταν θυμώνεις να μην παίρνεις αποφάσεις εν θερμώ. Μπορείς να μην πληγώνεις? Εν ολίγοις και σε απλά ελληνικά «να μην είσαι θερμοκέφαλος». Να είσαι ψύχραιμος. Με αίμα ψυχρό, παγωμένο, κρύο. Ουδέτερο, σαν καλός σύμβουλος της λογικής. Της ψυχρής έστω. Αλλά λογικής.
Στο μεταξύ, στους περισσότερους καβγάδες επικρατεί η άμυνα. Τέτοια άμυνα όμως που θα την ζήλευε και η ίδια η επίθεση.  Αγέρωχη, ακλόνητη και στιβαρή. Σαν τα τείχη που οχύρωναν κάποτε πόλεις. Ξεπροβάλλουν ξίφη, λόγχες, ξιφολόγχες τέλος πάντων και αδράχτια με δηλητήρια. Μαλώνουν τα «εγώ», σχοινοβατούν επάνω σε σαθρά «εμείς», χάνουν σαφώς την ανύπαρκτη ισορροπία τους και πέφτουν στο κενό. Εκτοξεύονται επίθετα, από εκείνα τα κοσμητικά, αλλά ποτέ κόσμια. Εκσφενδονίζονται απειλές. Υψώνονται φωνές. Τα ντεσιμπέλ ανεβαίνουν, όπως το θερμόμετρο όταν έχεις πυρετό.
Όχι ευχαριστώ πολύ! Δεν θα πάρω. Άλλωστε διαβάζοντας φρασεολογία σε ένα λεξικό πρόσεξα πως άλλο πράγμα σημαίνει «Έχω νεύρο» και άλλο «Έχω νεύρα». Προτιμώ το πρώτο. Θα ήθελα να αποβάλω το δεύτερο. Εσύ?

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Αν ραγίσει το γυαλί...


Για τον κόσμο έχω ακούσει πολλά. Και από τον κόσμο έχω ακούσει περισσότερα. Κάτι πήρε το αφτί μου για κόσμους διαφορετικούς. Έχουν παγιωθεί στερεοτυπικές φράσεις για ταξικούς κόσμους, όπως τον Τρίτο κόσμο, αλλά ποτέ δεν έμαθα ποιος είναι ο πρώτος ή ο δεύτερος. Υπάρχουν βέβαια και οι ξεχωριστοί κόσμοι. Πολλοί ζουν στον δικό τους κόσμο. Άλλοι μιλούν για παράλληλα σύμπαντα. Άλλοι ψάχνουν για κόσμους μακρινούς και άλλοι περιχαρακώνονται σε «ωραίους κόσμους» και σε κοσμικούς κύκλους... σε κύκλους αεροστεγώς κλεισμένους και κλειστούς. Κύκλους όχι από κιμωλία, για να μην σβήνουν, αλλά σίγουρα αρκετές φορές φαύλους. Ή έτσι τους βλέπουμε εμείς οι άλλοι, οι μη ανήκοντες στους κοσμικούς, στους διάσημους, στους γνωστούς, στους επώνυμους, στους ελίτ! Οι εκ διαμέτρου δλδ αντίθετοι: οι άκοσμοι, οι άσημοι, οι άγνωστοι, οι ανώνυμοι, το κατακάθι! Τουλάχιστον όπως αυτό συνάγεται από την κοινωνιόλεκτο των φυλλάδων, των life-style περιοδικών, των ΜΜΕ. Και το ξέρουμε όλοι πως οι κόσμοι μας είναι διαφορετικοί, πως υπάρχει το επίκεντρο των κοσμικών κύκλων, των φρου-φρου και των αρωμάτων που για κάποιον λόγο είναι μακριά από τον δικό μας.
Οι διάσημοι κάθε μέρα δίνουνε και μία παράσταση μπρος στα μάτια του δικού μας κόσμου, αυτού των κοινών θνητών θεατών. Η παράστασή τους έχει από όλα: έρωτες, μίση, πάθη, χωρισμούς, διαζύγια, ίντριγκες, φόνους, παντρολογήματα, πάρτι, φιλίες, λυκοφιλίες, κουτσομπολιά και φώτα! Προβολείς και προβολές! Σκηνές και σκηνικά! Θέατρο και θεατρινισμούς! Χειροκροτήματα και χειροδικίες! Υποκριτική και υποκρισία! Αλλά όλα αυτά στο πάνελ. Όλα αυτά στον δικό τους κόσμο. Και για κάποιον περίεργο λόγο κανένας από τον δικό τους κόσμο και κοσμικό κύκλο δε θα ρίξει τη ματιά του ή τη μύτη του για έναν άλλον που προέρχεται από άλλον κόσμο, όχι μακρινό, αλλά άσημο, ασήμαντο, χωρίς πακτωλούς χρημάτων, χωρίς παπούτσια PRADA και χωρίς φώτα. Ναι χωρίς φώτα. Αλλά όχι σκοτεινό. Απλά χωρίς φώτα. Ακόμη και από μία κοινωνία φωτισμένη. Είναι σαν τη γνωστή σκληρή ρήση: οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Έτσι και οι διάσημοι με τους διάσημους, οι βασιλείς με τους βασιλείς και οι «ανώνυμοι» με τους «ανώνυμους».
 Και όταν τα ριντό πέφτουν, κανείς από τον άλλον κόσμο, τον δικό μας, των θεατών δεν αντιλαμβάνεται τι γίνεται πίσω από την κουρτίνα και πως η σκηνοθεσία έλαβε τέλος, πως η παράσταση σχόλασε, πως εάν οι θεατρίνοι ήτανε πειστικοί θα φαινόταν στο χειροκρότημα και πως ο κόσμος τους δεν είναι τελικά απαραίτητα παράδειγμα προς μίμηση, αλλά πολλάκις και προς αποφυγή! Η προβολή της ιδιωτικής ζωής κάποιου που παρεκκλίνει από ένα παραδοσιακό κοινωνικό μοντέλο δεν απενεχοποιεί αναγκαστικά και από του αυτομάτου την άνομη, παράνομη και έκφυλη ζωή των επωνύμων ούτε απαραίτητα την νομιμοποιεί. Η ζωή στην αφάνεια ίσως είναι περισσότερο πραγματική, μα λιγότερο σκηνοθετημένη και στημένη από τη ζωή στην επιφάνεια.
Ωστόσο η tv, τα tabloids, τα media θέλουν να ζευγαρώνουν γνωστούς δημοσιογράφους με πασίγνωστα μοντέλα, επιφανείς επιχειρηματίες με διάσημες τραγουδίστριες, επώνυμους ηθοποιούς με ανθρώπους της show biz, καλοπληρωμένους ποδοσφαιριστές με καλλίπυγους παρουσιάστριες και να τους στριμώχνουν στις γυαλιστερές σελίδες τους ή στις φανταχτερές οθόνες τους δημιουργώντας στο φιλοθεάμον κοινό θαυμασμό και προσδοκίες, οξύνοντας τις απαιτήσεις του, κατασκευάζοντάς του επίπλαστες ανάγκες στον δικό του κόσμο, ακόμη κι αν ξέρει καλά πως όσα βλέπει πίσω από το γυαλί δεν μπορεί παρά να είναι ό,τι λέει το αυτονόητο: ένας γυάλινος κόσμος στην πρώτη του ύλη πίσω από μία βιτρίνα τοποθετημένος. Πολύ θέλει να σπάσουν?

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Γιαδικιάρογλου

-Δεν ξέρω...δεν πρόσεχα δλδ. Εγώ εκείνη την ώρα μιλούσα με τη Γιαδικιάρογλου. Ε? Δε μιλάγαμε?
 -Βέβαια, βέβαια μιλάγαμε!
-Και ξαφνικά είδα την Παπασταύρου να τσακώνεται με την Αλεξίου. Δεν ξέρω
-Εσύ Γιαδικιάρογλου?
-Εγώ...τώρα δεν σας είπε η Ξανθοπούλου? Μιλούσαμε. Δεν είδαμε τίποτα. Είδαμε? Τίποτα. Δεν είδαμε
-Εσύ Πολυχρονοπούλου?
-Ορίστε? Κι εγώ δεν πρόσεξα κύριε καθηγητά. Εκείνη την ώρα πρόσεχα την Ξανθοπούλου που μιλούσε με τη Γιαδικιάρογλου. Έτσι κορίτσια?
-Ναι. Μας πρόσεχε, ναι. Αυτό.
-Ούτε κι εσύ πρόσεξες Λαζάρου?
-Ούτε κι εγώ κύριε καθηγητά. Εγώ πρόσεχα την Πολυχρονοπούλου που πρόσεχε την Ξανθοπούλου που μίλαγε με τη Γιαδικιάρογλου….


Εάν αυτή είναι η αντιπροσωπευτικότερη σκηνή του ελληνικού κινηματογράφου που αποδεικνύει πως αυτή η χώρα δεν τρέφει δωσίλογους, ερμηνευόμενη αντιστρόφως δεικνύει και αποδεικνύει πως από καταβολής η ίδια χώρα πάσχει από την ασθένεια που λέγεται «Μετάθεση Ευθυνών»! Η αποποίηση πάσης ευθύνης σχετικά με όσα βλέπουμε, με όσα ξέρουμε, με όσα γίνονται ή καλύτερα με όσα κάνουμε είναι ένα ίδιον που φέρει σχεδόν ο καθένας μας ατομικά και σχεδόν εξ ολοκλήρου το έθνος μας συλλογικά. Για καθετί που γίνεται ή που κάνουμε συνήθως αγνοούμε το υποκείμενο των ενεργειών ή προσποιούμαστε πως το αγνοούμε ή συνήθως το θέλουμε να υπάρχει σε μία τροχιά φυγόκεντρης δύναμης που διαγράφεται έξω αλλά γύρω από το Εγώ μας. Η ανάληψη ευθυνών, είναι παραπλήσιας φύσης με την ανάληψη πρωτοβουλιών. Μόνο που η δεύτερη έχει όρο αναφοράς την πράξη πριν αυτή λάβει χώρα, ενώ η πρώτη τον απολογισμό της πράξης μετά την πραγμάτωσή της. Κοινός παρονομαστής είναι πάντοτε η έλλειψη συμμετοχής και η απλή παρατήρηση -η αδιαφορία- σε ό,τι έχει να κάνει με την αμεσότητα που ενδεχόμενα συνδέει το Εγώ μας με αυτό που διαδραματίζεται γύρω μας. Εν ολίγοις η Γιαδικιάρογλου δε συνδέεται πάντοτε με το τακτ ή την διακριτικότητα που πρέπει να φέρει κάθε άνθρωπος όταν συμβαίνουν πράματα και θάματα στη ζωή του Άλλου παρά μόνο εάν δει κανείς απομονωμένη τη σκηνή αυτή του ελληνικού κινηματογράφου από το υπόλοιπο φιλμ! Η Γιαδικιάρογλου και η κάθε Γιαδικιάρογλου είναι χαρακτηριστική καρικατούρα του κάθε Έλληνα ή σχεδόν του κάθε Έλληνα πολίτη ο οποίος ενώ «τραγουδάει» και πάντα και παντού λέει τη γνώμη του χωρίς να τη ζητήσουνε δεν αναλαμβάνει να εκστομίσει τι γνωρίζει για το εν λόγω θέμα, όταν υφίσταται λόγος και δεν έχει το σθένος να αναλάβει ευθύνες για το κακό που συμβαίνει, γιατί αφενός δεν κοτάει και αφετέρου προτιμάει να συμπεριφερθεί σαν κότα!


Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Οι άνθρωποι της διπλανής θέσης

Είναι κάτι σαν τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Από εκείνους που δεν τους διαλέγεις, αλλά κάποια τύχη, ενίοτε και ατυχία σου τους κουβάλησε δίπλα σου. Σαν τα βιβλία στα ράφια ένα πράμα. Μια τύχη τα έβαλε δίπλα δίπλα, μα έχουν τόσο διαφορετικό περιεχόμενο μεταξύ τους! Και φυσικά το εξώφυλλο δεν προεξοφλεί τις περισσότερες φορές το περιεχόμενό τους. Κάπως έτσι συναντιέσαι τετ α τετ με διάφορους τύπους σε κάποιο τραπέζι, σε κάποιο μέσο μαζικής μεταφοράς, σε μια ουρά δημόσιας υπηρεσίας. Εκεί όπου η ώρα ή η ουρά σε θέλει καθηλωμένο και σχεδόν με κεφαλοκλείδωμα παγιδευμένο χωρίς επιλογή να πας πιο πέρα, πιο μπροστά ή πιο πίσω. Και προσπαθείς να σταθείς στο ύψος σου. Το δικό σου και των περιστάσεων. Αναγκαστικά τότε ακούς, βλέπεις, παρατηρείς τι ποικιλία χαρακτήρων κυκλοφορεί. Συστήνεσαι με κάτι έξω από εσένα και παραδέχεσαι πως όντως υπάρχουν πολλοί άλλοι, πολύ διαφορετικοί από εσένα που ζουν δίπλα σουΧωρίς να τους ζήσεις μπορείς άνετα να πιάσεις τον σφυγμό τους, να νιώσεις την αγωνία τους να σου πουν μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας πού έχουν πάει,να σου αποδείξουν τι σπουδαίο έχουνε κάνει στη ζωή τους, να δείξουν όχι τι διαφορετικό, αλλά τι και πόσο σπουδαιότερα έχουνε από εσένα, από τους άλλους, ή πόσο περισσότερα έκαναν-πέτυχαν τελικά από αυτά που προσδοκούσαν στη ζωή τους και γι’ αυτό αποτελούν έκπληξη για τον ίδιο τους τον εαυτό που τον ξεπέρασαν. Είναι ίσως ο ενθουσιασμός και η περηφάνια. Είναι ο πάγος της πρώτης γνωριμίας που πρέπει να σπάσει, είναι η αμηχανία που πρέπει να ξεκουμπιστεί!
Είναι όμως και αυτή η επιβεβαίωση που μπορεί να ζητιανεύει κανείς εντός ολίγων λεπτών. Είναι η αναζήτηση αναγνώρισης που μπορεί να ζητά από κάποιον άγνωστο. Είναι το να προλάβει μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας ή σε κάποιες ώρες να μάθει ο άλλος για εκείνον και να νιώσει τυχερός που τον γνώρισε! Να ευλογήσει τη μοίρα και να φτύσει τον κόρφο του που είχε την ευτυχή εμπειρία να τον βρει στο διάβα του. Προφανώς όμως και δεν καταλαβαίνει πως η έντονη αγωνία του να σου αποκαλύψει τα ταλέντα του, τη μοναδικότητά του και το σπουδαίο της καριέρας του ίσως προσκρούει επάνω στο προφίλ του ακροατή που έρχεται και προέρχεται από έναν άλλον κόσμο, χαμηλότερων τόνων, πιο μυστηριώδους ιδιοσυγκρασίας, ενδεχομένως με πλουσιότερο βιογραφικό από το δικό του, που δεν έχει τίποτα να αποδείξει σε κανέναν, αφού πρόκειται για αυταπόδεικτες καταστάσεις, πόσω δε μάλλον σε κάποιον φλύαρο τενεκέ ο οποίος πολύ φυσιολογικά κάνει θόρυβο, αφού είναι άδειος (από ουσία)! Τότε ο τελευταίος αντί να σπάσει τον πάγο, καταφέρνει μάλλον να προσκρούει σε παγόβουνο σαν τον Τιτανικό στο παρθενικό του ταξίδι! Συντριβή, πανωλεθρία, ναυάγιο η κάθε προσπάθεια ευόδωσης περαιτέρω σχέσεων!
Το παγόβουνο ζει απλά για τις εξαιρέσεις της ως άνω κατάστασης και ελπίζει μέχρι να βρεθεί όχι ο επόμενος που θα προσπαθήσει να το σπάσει εν αρχή προσκρούοντας επάνω του εντέλει, αλλά περιμένοντας εκείνον που θα το λιώσει!

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Εξ-αιρέσεις!

Στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού η αναλογία έχει μοναδική θέση στην ερμηνεία και την πραγμάτωση συμπεριφορών. Το παιδί δεν μπορεί παρά να εξηγεί τον κόσμο γύρω του βασιζόμενο σε υπάρχουσες πρωταρχικές δομές στη ζωή του λειτουργώντας αφαιρετικά και ως εκ τούτου γενικευτικά. Η γλώσσα, οι εμπειρίες της καθημερινότητας ή των εορτών είναι μόλις λίγα παραδείγματα που αποδεικνύουν περίτρανα πως το υπάρχον παλεύει να εκτοπίσει το καινούργιο. Πως το νέο δε θα γίνει δεκτό εύκολα. Πως η εξαίρεση θα κατανοηθεί και θα μπει στη ζωή μας με την πάροδο του χρόνου και όχι αγκαζέ με τον κανόνα. Έτσι, ο μικρός Άγγλος μπόμπιρας ομιλητής θα δημιουργήσει τον αόριστο του ρήματος go ως *goed και όχι went, επειδή η «κανονική» και «ομαλή» δομή που πρωτοέμαθε και συγκράτησε είναι του τύπου work-worked.
Σε αυτά τα πλαίσια και κατά αναλογικό τρόπο τίποτε που έρχεται ως διαφορετικό στη ζωή σου δεν μπορείς εύκολα να το αποδεχτείς. Έτσι λοιπόν θυμάμαι πως στο χωριό μου είχαμε ένα μπουγατσατζίδικο «θείο Βάνια» του οποίου ο ιδιοκτήτης ήτανε ένας κοντόχοντρος κύριος με φαλάκρα και γυαλιά. Όταν στα 6 ½ ήρθα με τη μαμά μου στη Θεσσαλονίκη και περνούσαμε έξω από έναν «άλλον θείο Βάνια» στο Βαρδάρη, έμεινα έκπληκτη που είδα να τεμαχίζει μπουγάτσες ένας «θείος Βάνιας» ψηλός, μελαχρινός με πολύ πυκνό μαλλί, χωρίς γυαλιά και πολύ αδύνατος!!! Η έκπληξη ήτανε τεράστια και φυσικά ανεξήγητο πώς ένας θείος Βάνιας δεν ήτανε φυσιογνωμικά ίδιος με το «πρότυπο» που έφερνα από το χωριό μου! Το ίδιο σοκ έπαθα όταν η γειτόνισσα με κάλεσε μια φορά με την κόρη της να φάμε μουσακά και ο μουσακάς από πάνω δεν είχε τριμμένη φρυγανιά που τον κάνει ματ στην όψη,  όπως ήταν της μαμάς μου, αλλά ήτανε γλιτσερός και μαύρος. Έπρεπε να φάω κάτι που δεν μου ήτανε καθόλου οικείο στο μάτι και όπως σωστά φανταζόμουν μήτε στη γεύση! Αντιστοίχως είχα απορήσει διότι μου φάνηκε ασύλληπτο πώς η γιαγιά μου η Στάσα έφτιαξε το κέικ που με κέρασε μία φορά με το χέρι και χωρίς μίξερ, αφού εγώ είχα συνυφασμένο το κέικ με το μίξερ, και πίστευα πως το να το φτιάξεις δίχως μίξερ είναι σαν να κάνεις ομελέτα χωρίς αβγά και τσουρέκι δίχως γάλα! Κι όταν ένα Πάσχα είχαμε πάει απογεματινή επίσκεψη στη θεία μου Καλλιόπη και τη ρώτησα πού ήτανε η σούβλα με το αρνί και μου απάντησε εκείνο το αποκαρδιωτικό «Εμείς βάζουμε το αρνί στο φούρνο» αυτομάτως θεώρησα πως είναι από άλλον πλανήτη και απόρησα για άλλη μία φορά «Τι σόι Πάσχα είναι αυτό χωρίς σούβλες και γυροβολιές με τραγούδια και παρατράγουδα!!» και ειλικρινά τη λυπήθηκα και ένιωσα μεγάλο οίκτο για εκείνη και την οικογένειά της που δεν ήτανε όπως η δική μου στο χωριό με το τραπέζι να έχει την προγιαγιά και τον προπαππού στην κεφαλή του και τα 14 παιδιά του τριγύρω και τα 25 εγγόνια και τα 4 δισέγγονα!
Στην πορεία όμως, καθώς περνούσαν τα χρόνια έβλεπα πως οι εξαιρέσεις παραβγαίνουν τις περισσότερες φορές τον κανόνα, όπως οι αιρέσεις την θρησκεία αναφοράς. Τα στερεότυπα που έχουμε στη ζωή μας κάποια στιγμή γκρεμίζονται ή μας τα γκρεμίζουν. Τα πράγματα δεν έρχονται όπως εμείς τα θέλουμε ή τα έχουμε σχεδιάσει και πως όταν εμείς κάνουμε σχέδια όντως ο θεός μπορεί να γελά. Γιατί ποιος να μου το ‘λεγε και να το πίστευα  στα 6 ½ πως εκτός από τον θείο Βάνια που μπορεί ξαφνικά να ψηλώσει, να βγάλει μαλλιά και να βγάλει τα γυαλιά, Πάσχα γίνεται και στην πόλη σε ένα διαμέρισμα 40 τετραγωνικών χωρίς όλα τα μέλη της οικογένειας μαζεμένα, να τρώνε κατσικάκι ψημένο στο φούρνο και όχι στη σούβλα και ένα τσουρεκάκι φτιαγμένο δίχως γάλα...χωρίς τραγούδια, αλλά με πολλά παρατράγουδα!