Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Όταν η kodak θυμάται...

...η μνήμη θεριεύει και θες να δεις τη ζωή σου μέσα από flash back για να την εμπεδώσεις. Για να πιστέψεις τις βιαστικές κινήσεις του κυνικού και αδίστακτου χρόνου.  Την παρακολουθείς πιο χαλαρός πια, με μια νοσταλγία στα μάτια. Τη βλέπεις να περνά από μπροστά σου μέσα από την εικοσασέλιδη περίπου ροή στατικών εικόνων, καλυμμένων από διάφανο σελοφάν, σχισμένο ενίοτε πάνω σε πάλαι ποτέ λευκή, κιτρινισμένη πια από το χρόνο σελίδα με τη γνωστή κολλώδη ουσία. 

Όταν η kodak θυμάται...

        ... οι εικόνες χάρτινες, ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια σου ενεργοποιώντας τη μνήμη κι ο νους με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα τρέχει σε στιγμές που από στατικές γίνονται κινούμενες, ζώσες πραγματικότητες, βιωματικές εμπειρίες. Σκηνές. Εικόνες μικρές και μεγάλες, τετράγωνες και ορθογώνιες, ασπρόμαυρες ή έγχρωμες, με γιρλάντες και με σφραγίδες στο πίσω μέρος τους του φωτο-Μήτσου, του φωτο-Κίτσου ή του φωτο-Δείνα, του φωτο-Τάδε... Εν αρχή είναι το ασπρόμαυρο, κατόπιν το πορτοκαλοκίτρινο, μετά είναι τα χρώματα, κουνημένα ή πεντακάθαρα, ζωντανά, με κόκκινα μάτια ελλείψει του red-eye reduction...μετά...οι σελίδες πέθαναν. Έπεται η  «κάθοδος των εκατομ-μυρίων pixels» που κλείνουν το πολυσέλιδο album και φτιάχνουν files στο p/c. Κάθε τύπος φωτογραφίας και μια άλλη δεκαετία απ’ τη ζωή σου.
        Σε όλες τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες του μπαμπά βλέπω εμένα με κοντά μαλλιά. Πώς γίνεται αυτό, αφού τότε δεν υπήρχα!? Και γιατί όταν ήμουνα μωρό βρίσκομαι στις μισές φωτογραφίες σε μια αγκαλιά και βύζαινα και δεν είχα γάλα Almiron, όπως όλα τα παιδάκια σήμερα!? Και στις άλλες μισές γιατί ήμουνα μέσα σε ένα ξύλινο παιδικό κρεβατάκι χωρίς εναλλακτικές πόζες με άλλο φόντο, στο relax, στο port-bebe, στο παρκοκρέβατο, στο καρεκλάκι φαγητού, στην αλλαξιέρα και στο καθισματάκι αυτοκινήτου...? Θα μου πεις τι να το κάνουμε το καθισματάκι αυτοκινήτου, αφού δεν είχαμε αυτοκίνητο! Βασικό αυτό. Το είχα ξεχάσει. Μόνο με ένα κρεβατάκι? Και γιατί δεν είχα λεκάνη με καθισματάκι μωρού για το μπάνιο? Σ’ εκείνη τη σκάφη που έπλενε η μάνα μου (και εξακολουθεί δλδ και πλένει) τα ρούχα, γιατί έλουζε κι εμένα!? Επειδή ο κόσμος «εξελίσσεται»...?
        Και σε εκείνες τις φωτογραφίες στα σπουδαία event της χρονιάς, στα γενέθλια της Μαρίας, στη γιορτή μου, τα Χριστούγεννα, φοράω όλο εκείνο το ροζ πλεχτό φορεματάκι!
        Θα γυρίσω σελίδα στη ζωή, να πάω σε εκείνες τις πορτοκαλίζουσες εικόνες όπου ο μπαμπάς και οι φίλοι του φοράνε παντελόνια σε σχήμα καμπάνας, έχουνε φαβορίτες ως τον αφαλό και είναι ακούρευτοι! Δεν υπήρχαν κουρεία τότε? Τα πετσιά τα εξώραφα στους αγκώνες και στα γόνατα τι ρόλο παίζουνε? Και το μαλλί της θείας Νίτσας γιατί ήταν πιο σγουρό? Permanent?  Τι είναι αυτό? Permanent σημαίνει διάρκεια! Αυτό σε τι διαρκεί? Στο χρόνο? Μα αν διαρκούσε, τώρα δε θα γελούσα! Είναι σαν αφάνα!
        Γυρίζω και ξαναγυρίζω σελίδα και το μοτίβο επαναλαμβανόμενο. Το πασχαλιάτικο εναλλάσσεται με το χριστουγεννιάτικο ανταγωνιστικά. Μια το αρνί στη μέση να τσουρουφλίζεται και ‘μεις να χορεύουμε πανηγυρικά και μια το δέντρο να στολίζεται και ‘μεις να ποζάρουμε αυτάρεσκα και εγωκεντρικά! Λες και το κέντρο του κόσμου δεν ήτανε ποτέ ο Χριστός αλλά τα μουσικά φαγοπότια μας, οι πολύχρωμες μπάλες και οι σκηνές του τσάμικου: Ο πρώτος να χορεύει αγρίως και οι υπόλοιποι να κοιτάζουν ηλιθίως... και το αρνάκι ή το δεντράκι τα εξιλαστήρια θύματα. Εσφάγη και εκόπη (αντίστοιχα) ως ο Ιησούς Εσταυρώθη! Καλό! Καλό! Συμβολικό, αλλά καλό!
        Σε άλλη σελίδα, μιαν άλλη μόδα κατακλύζει τα πλήθη των «αμνών»! Με θέλει με παντελόνι ψηλοκάβαλο, κάτι ώμους τεράστιους και φουσκωμένους κι ένα μαλλί φριζαρισμένο και φράντζα πετεινού! Δε θέλει μόνο εμένα αλλά και τις φίλες μου! Αίσχος! Γελώ σαν τη χαζή! Κοροϊδεύω. Και συνεχίζω να ξεφυλλίζω τη ζωή μου.
        Και φτάνω στην απόλυτη ανατροπή: την κατάρριψη του παγκόσμιου Άτλαντα. Το άλμπουμ της ζωής ενώνει περιοχές απόμακρες στο χάρτη. Ανακατατάσσει την υδρόγειο. Δίπλα-δίπλα ο Πλαταμώνας με  την Ύδρα. Η Κέρκυρα κολλητά στην Καβάλα. Τα Γιάννενα μαζί με τη Βουδαπέστη. Ήταν το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό. Σερβία 1997- Βελιγράδι. Μονεμβασιά Αύγουστος του ’98. Το πρώτο μου ταξίδι με δικά μου λεφτά. Από τον πρώτο μου μισθό! Ζαγοροχώρια Σεπτέμβρης του ’98. Και μετά στο Πήλιο Δεκέμβρης του ’98. Λίμνη Πλαστήρα Μάρτης του ’99. Ξημερώνοντας στην Επανομή Ιούνιος του ίδιου έτους και ακολουθούν η Μήλος, η Σαντορίνη, η Κίμωλος, η Αθήνα, η ορεινή Αρκαδία στην απέναντι σελίδα από τα Βλαχοχώρια Γρεβενών, ο Πύργος του Άιφελ φάτσα φόρα με την πλατεία ταχυδρομείου της Λάρισας, κάτω από το Δουβλίνο και το Άμστερνταμ. Η Πάρος και η Αντίπαρος απέναντι από την Αμοργό, τα Κουφονήσια και  η Λέρος μια γειτονιά, η Ρόδος με την Κω  και την Κάλυμνο αγκαζέ με τη Θάσο, ενώ η Πάτμος, η Σύμη και η Ρώμη ποζάρουν στην ίδια σελίδα με ένα εκατοστό απόσταση έκαστη από την άλλη! Και τα κανάλια της Βενετίας διασχίζουν τη Βιέννη. Η Νυρεμβέργη αναρτημένη στη μια όψη της σελίδας και η Ιερουσαλήμ στην άλλη, Τρίτο Ράιχ και Ισραήλ ΤΟ ΙΔΙΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΜΕ ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ. Η Ιεριχώς, το χαμηλότερο σημείο του κόσμου, απέναντι από τη Σαμαρίνα, το υψηλότερο χωριό των Βαλκανίων,  η Έδεσσα, η πόλη των νερών, ανάμεσα στους Βεδουίνους με φόντο την Έρημο και τα έργα του Gaudi στη Βαρκελώνη. Η Βίγλα, οι Πρέσπες, η Φιλιππούπολη, η Σόφια και η Κερκίνη συναρμολογούν την πολυπόθητη «ενωμένη Μακεδονία» που κατακερμάτισε κατά πολλούς η ιστορία.  Η Άγκυρα, η Κων/πολη, οι χαμένες πατρίδες της Καππαδοκίας με ημερομηνία 24 Μαρτίου του 2002 ανατρέπουν τα ιδεώδη περί ημερομηνιών εθνικής παλιγγενεσίας.  Τα Τζουμέρκα, οι Δρακόλιμνες, η βάλια Κάλντα, ο Όλυμπος, η Ραψάνη, το Καρπενήσι και τα Πομακοχώρια έχουν συνισταμένη αυτούς που πήραν τα βουνά. Το Διδυμότειχο,  η Σαμοθράκη, η Μυτιλήνη και η Λήμνος έχουν κοινό παρονομαστή τις πινέζες του χάρτη σου, ενώ η Άρτα, η Σκιάθος, η Κεφαλονιά, η Λευκάδα, τα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο, η Μύκονος, η Τήνος, η Σκύρος, η Σκόπελος και η Αλόννησος βρέχονται από την ίδια θάλασσα, τη Μεσόγειο και  η Χαλκιδική, η Νάξος, οι Αζόρες, το Μπάρι, το Τέρμολι και οι Παξοί δροσίζονται από τα νερά της ίδιας θάλασσας επίσης, αυτής της υδρογείου και κατοικούνται από τους ίδιους ανθρώπους, αυτούς της Γης...  

Όταν η kodak θυμάται...

...το ένα μέρος βρίσκεται αλλεπάλληλα δίπλα στο άλλο κι  εναλλάσσουν το σκηνικό τόσο μα τόσο γρήγορα που δίνουν κίνηση στη στατικότητα της φωτογραφίας. Η λογική των κινουμένων σχεδίων...βάζοντας δίπλα-δίπλα εικόνες και προσπερνώντας τες γρήγορα σου δίνουν την αίσθηση ότι κινούνται!! Πού πάνε άραγε? Που ταξιδεύουν τη ζωή μου? Ένα καράβι με πανιά... φυσάει και με πάει με πάει με πάει...σαν άλλον Βεσπούκι να ανακαλύπτω άγνωστες γωνιές αυτής της μικρής μπάλας που τη λένε γη... σε σημεία που δεν τα έχει ο συμβατός χάρτης, σε αεροδρόμια που δεν τα άκουσες ποτέ, σε λιμάνια και ορμίσκους που δεν πιάνουν τα καράβια της γραμμής, μοναχά η φαντασία του μυαλού... βραχώδεις πλαγιές, ηλιόλουστες βουνοκορφές, βροχερές μέρες σε απόμερους σταθμούς με μια βαλίτσα κι έναν σάκο προς αναζήτηση εμπειριών...
«Γιατί?»
«Για να δεις ανθρώπους άλλους, διαφορετικούς από σένα,  και να ξεπεράσεις τη μοναξιά σου, να θαυμάσεις μνημεία που έγραψαν ιστορία, να επισκεφθείς μουσεία-πόλους έλξης με τεράστια επισκεψιμότητα, να ακούσεις τις μουσικές τους, τα γευτείς τα φαγιά τους, να χορέψεις στα πανηγύρια τους, να μιλήσεις με τους ηλικιωμένους και να σου εκμυστηρευτούν τις ιστορίες της ζωής τους, να σκαρφαλώσεις στα μοναστήρια τους και να κεραστείς στο αρχονταρίκι λουκουμάκι και καφέ και από κει ψηλά, από τα κρεμασμένα στο υπερπέραν μοναστήρια, από το αεροπλάνο που πετάει σαν τον αϊτό ψηλά να μάθεις να βλέπεις πόσο μικρός είναι αυτός ο κόσμος ΚΑΙ ασήμαντος, πόσες ελάχιστες διαφορές φέρουν μεταξύ τους οι άνθρωποι, πως όλοι είμαστε μια γειτονιά, με κοινά κοινά κοινάάάά, πολλά κοινά...
  Και τότε θα δεις πως είναι ωραία να κοιτάζεις το μάταιο αυτό κόσμο από ψηλά, αποστασιοποιημένος, και τότε θα δεις τον μάταιο αυτό κόσμο από μιαν άλλη οπτική, χωρίς γωνίες....

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Τι έκανα?...απολύτως «τίποτα»!!!


Πήγαμε σπίτι κι όταν κάποιος είπε "Που ήσασταν;" εμείς είπαμε "Έξω". Κι όταν κάποιος είπε "Τι κάνατε μέχρι τόσο αργά το βράδυ;" εμείς είπαμε όπως πάντα, "Τίποτα".
Και τι ήταν αυτό το τίποτα; κουνιόμασταν στις κούνιες. Πηγαίναμε βόλτες. Ξαπλώναμε ανάσκελα στις πίσω αυλές και μασούσαμε χορτάρι. Κι όταν τελειώναμε, εκείνος -ο καλύτερός μου φίλος-, με πήγαινε ως το σπίτι μου κι όταν φτάναμε εκεί, τον πήγαινα εγώ πίσω στο δικό του σπίτι και μετά αυτός με ξαναπήγαινε στο δικό μου και... και...
Κοιτούσαμε διάφορα: κοιτούσαμε ανθρώπους να χτίζουν σπίτια, άντρες να διορθώνουν αυτοκίνητα και κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον να μπαλώνει τα λάστιχα του ποδηλάτου με λαστιχένιες ταινίες... Κοιτούσαμε τους πατεράδες μας να παίζουν χαρτιά, τις μανάδες μας να φτιάχνουν μαρμελάδα, τις αδελφές μας να παίζουν σχοινάκι, να τυλίγουν τα μαλλιά τους...
Καθόμαστε πάνω σε κουτιά, καθόμαστε κάτω από μπαλκόνια. Καθόμαστε σε στέγες. Καθόμαστε σε κλαδιά δέντρων.
Στεκόμασταν σε σανίδια πάνω από εκσκαφές. Στεκόμασταν πάνω σε σωρούς από φύλλα. Στεκόμασταν στη βροχή που έσταζε από τις μαρκίζες. Στεκόμασταν βουτηγμένοι ως το λαιμό στο χιόνι.
Κοιτούσαμε πράγματα, όπως μαχαίρια και ακρίδες και σύννεφα και σκυλιά και ανθρώπους.
Αναπηδούσαμε και κάναμε κουτσό και πηδούσαμε. Χωρίς να πηγαίνουμε πουθενά, μόνο αναπηδούσαμε και κάναμε κουτσό και πηδούσαμε και καλπάζαμε.
Τραγουδούσαμε και σκαλίζαμε και σιγομουρμουρίζαμε και ξεφωνίζαμε.
Αυτό που εννοώ, Τζακ, είναι ότι κάναμε «ένα σωρό από τίποτα».
Where Did You Go? Out.
What Did You Do? Nothing


Κι εγώ? Τι έκανα το Σαββατοκύριακο? Έκανα επίσης πολλά τίποτα! Είχα ανάγκη από το απόλυτο ΤΙΠΟΤΑ! Με δυνάμεις να με εγκαταλείπουν, με κουράγια φευγάτα, με δυνατότητες απούσες, και με όρεξη για εκπλήρωση των υποχρεώσεων μηδαμινή!  
Εγκατάλειψη, φευγιό, απουσία και μηδέν, όλα αυτά μαζί, παρέα με το σώμα μου, να σέρνονται από καναπέ σε κρεβάτι και τούμπαλιν! Να θέλω να κοιμάάάάάάμαι, να ονειρεύομαι ύπνους και να απολαμβάνω ξάπλες, άπλες και ραχάτι! Αδιαφορώντας για τα πάντα και για τους πάντες. Όλη μέρα μέσα σε μια νυχτικιά, με άδεια κοιλιά, με μάτια μισάνοιχτα για λίγο αλλά και ερμητικά κλειστά για περισσότερο. Να μην ξέρω αν ξημέρωσε, αν μεσημέριασε ή αν βράδιασε... με πατζούρια κατεβασμένα, τηλέφωνα απενεργοποιημένα και νεύρα κλονισμένα... και μετά σκοτάδι, σιωπή, ηρεμία... Να μην πρέπει να πάω κάπου, να μην οφείλω να κάνω κάτι, να μην είμαι υποχρεωμένη να δω κάποιον. Πουθενά, τίποτε, κανέναν.
Η κυριαρχία του κενού και της παύσης, της ανάπαυσης, της ξεκούρασης! Γιατί θα πρέπει να είναι αργία για να αργώ? Γιατί πρέπει να πάω διακοπές για να διακόψω? Γιατί θα πρέπει να είναι σχόλη για να το σχολάσω? Εγώ ήθελα να το κάνω τη στιγμή που το ‘νιωσα! Βασικά... ψέματα λέω! «Δεν ήθελα» ακριβώς. Απλά δεν είχα άλλη επιλογή! Το σώμα μου δε διαπραγματευόταν με τις επιλογές μου τις εναλλακτικές. Οι «δράσεις» και οι «δραστηριότητες» δεν είχαν χώρο σ’ αυτό το Σαββατοκύριακο. Το κορμί διαλυμένο σε κομμάτια μεν, ακέραιο στις επιβολές, τις διαταγές και αυταρχικό δε, αρνούνταν κατηγορηματικά να με ακούσει και να με υπακούσει! Ό,τι κι αν του ‘λεγα, εκείνο ήθελε να με τραβάει προς τα κάτω. Να με καθηλώνει στο στρώμα. Να με πλέκει με τα σεντόνια. Και τα κατάφερε... Δεν έκανα ΤΙ-ΠΟ-ΤΕ!!!!
Ωραίο το «τίποτε». Χρήσιμο κι όχι χάσιμο. Και η χαζομάρα, και η χαλάρωση, και η ξεκούραση. Δε μου ‘χε ξανατύχει... δεν είχα, τέτοια περίθαλψη από την ατονία, τέτοια τόνωση από την ξεκούραση...
Και τώρα? Πάμε πάλι από την αρχή....

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Με λένε χρόνο! Θες να γίνουμε φίλοι?


Με λένε χρόνο! Με γνωρίζουν όλοι. Με σέβονται πολλοί, με περιφρονούν περισσότεροι, με αποζητούν σχεδόν οι πάντες, με βιώνουν απαξάπαντες!   
Λειτουργώ ως υποκείμενο στις πράξεις των άλλων. Σφετερίζομαι τις δράσεις των ανθρώπων: Εκείνοι δρουν, αλλά εγώ δικαιώνω. Εκείνοι έχουν δίκιο, αλλά εγώ θα το δείξω. Εκείνοι πονάνε, αλλά εγώ γιατρεύω, γιατί εγώ είμαι ο καλύτερος γιατρός. Εκείνοι αγχώνονται, γιατί εγώ «περνάω». Και συνήθως δεν περνάω απλά, αλλά τρέχοντας! Τρέχω! Και μαζί συμπαρασύρω κι εκείνους! Αγώνας δρόμου η ζωή! Και πιέζω! Επείγω! Ναι! Ναι! Το παραδέχομαι, το ομολογώ! Ορκίζομαι! Και σαν φύγω... πίσω δε γυρίζω. Γι’ αυτό δεν πρέπει να χαθώ έτσι, ανεκμετάλλευτος! Μόνο ο καιρός έχει γυρίσματα. Ο χρόνος? Εβδομάδες. Μα δε μπορώ να φέρω όσα φέρνει η ώρα.
        Να με λυπάσαι! Ακούς? «Φείδου χρόνου» έλεγαν οι πρόγονοί σου. Γιατί ως χρόνος είμαι χρήμα. Μη με σπαταλάς! Και να προσέχεις τα πράγματα που κάνεις και σου τρώνε άσκοπα το χρόνο σου. Σου παίρνουν από το χρόνο σου, πολύ ή λίγο, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι θα μπορούσες να ροκανίσεις αλλού αυτόν το χρόνο. Το σκοτωμένο χρόνο. Κι εσύ, εκεί που πρέπει να τον αφιερώσεις, τον τσιγκουνεύεσαι. Ξοδεύεις το χρόνο σου για άσκοπους λόγους, για χαζά πράγματα. Παραπονιέσαι συχνά ότι δεν έχεις χρόνο. Γιατί? Ποιος σου τον έκλεψε? Εσύ δεν τον κατανέμεις? Εσύ δεν τον κουμαντάρεις και τον προγραμματίζεις? Πώς? Σου τον τρώνε οι άλλοι? Ποιοι? Αυτοί που έβαλες ΕΣΥ στη ζωή σου προφανώς! Αλλιώς, θαρρώ, πως θα τους άφηνες έξω από αυτήν.  Τι είναι? Μπλέξιμο? Πολύπλοκο το θέμα που ανοίγω? Το ξέρω, και? Τι θες? Να μη συζητήσουμε γι’ αυτό? Μου λες δλδ πως όταν δεν συζητάς για κάτι, τότε αυτό δεν υπάρχει? Εθελοτυφλείς!
Εκεί που πρέπει να δώσεις χρόνο, γιατί δε δίνεις? Υπάρχουν πράγματα και καταστάσεις που χρειάζονται, που θέλουν χρόνο. Αλλά εσύ παραπονιέσαι μονίμως πως δεν έχεις χρόνο. Ευτυχώς όμως κάποιοι έχουν. Κοίτα να κάνεις το ίδιο κι εσύ. Ακολούθα τους! Κάτι παραπάνω θα ξέρουν από σένα. Να εξοικονομείς χρόνο, μόλις αδειάσεις, μόλις ξελασκάρεις! Πώς το λένε? Γιατί όσο κι αν μετράς τις μέρες και τους μήνες, τα χρόνια θα φύγουν.
Και μην αφήσεις κανέναν να σου την πει γι’ αυτά που έκανες και γι’ αυτά που δεν έκανες στο σωστό χρόνο. Βγες! Παίξε! Τρέξε! Ερωτεύσου! Και μη σε νοιάζει ποιον και πόσο χρονών είναι, είσαι, γιατί ο έρως χρόνια δεν κοιτά.  Και κάν’ το τώρα που δε σε πήραν δα και τα χρόνια!
        Και μην αναβάλεις για του χρόνου αυτό που μπορείς να κάνεις τώρα. Φέτος. Μόνο να εύχεσαι να είμαστε καλά και να είμαστε μαζί και του χρόνου, όπως είμαστε χρόόόόνια και ζαμάνια τώρα, από τα πέτρινα εκείνα χρόνια. Θυμάσαι? Κι όταν μεγαλώσεις και αναπολήσεις απλά τα παλιά τα χρόνια κι όλα όσα έκανες προ αμνημονεύτων χρόνων, να μιλάς για φιλίες, για σχέσεις που άντεξαν στο χρόνο και για πράξεις που έγιναν εν ευθέτω χρόνω.
        Κι αν καμιά φορά χάσεις την αίσθηση του χρόνου, δε ‘ν’ κακό! Τότε πάει να πει πως ζεις τη στιγμή και παρατείνεις το χρόνο. Του δίνεις χώρο. Μου δίνεις χώρο. Χώρο σε μένα, ευκαιρίες σε σένα. Και έχεις λόγο ύπαρξης. Και μην ξανακούσω δικαιολογίες πως δεν έχεις ελεύθερο χρόνο και τέτοια! Δεν υπάρχει σκλαβωμένος χρόνος! Ο χρόνος είναι εν τη γενέσει του ελεύθερος. Όχι πολιορκημένος. Διατίθεται όπου δίνουμε προτεραιότητα!  Πήρες είδηση πως ο λόγος σου ξεκινάει με τη φράση: «Ελλείψει χρόνου...»? Όλες σου οι δικαιολογίες για όσα δεν κάνεις ξεκινούν από αυτήν την ηλίθια φράση! Ο χρόνος είναι δικός σου. Ολάκερος. Μόνο δικός σου! Καράβι είναι ο χρόνος κι εσύ ο καπετάνιος. Σε πάει, σε ταξιδεύει κι εσύ κάθεσαι στο τιμόνι του και πιλοτάρεις. Με το πέρασμα του χρόνου μαθαίνεις να τον χειρίζεσαι καλύτερα.
        Κάνε έναν απολογισμό και θα δεις! Στα παιδικά σου χρόνια ήσουν ανέμελος. Όταν άρχισαν να περνούν τα χρόνια άρχισες να σκαρφίζεσαι διάφορα για την εξοικονόμηση του χρόνου σου. Οι αντοχές σου άρχισαν κι αυτές να λιγοστεύουν. Οι υποχρεώσεις σου, αντιστρόφως ανάλογα να αβγατίζουν και να πληθαίνουν. Έπαψες να δίνεις χρόνο ανοχής στα πράγματα. Άρχισες να εκνευρίζεσαι με το παραμικρό. Ευτυχώς όμως που ο χρόνος διδάσκει. «Τα χρόνια φέρνουν φρόνια» λέει ο λαός κι αρχίζεις και καταλαβαίνεις γιατί έχεις κάνει τη ζωή σου fast food. Βορά στο στόμα των αδηφάγων. Θέλεις κι απαιτείς να γίνουν όλα σε χρόνο μηδέν, σε χρόνο ρεκόρ, σε χρόνο dt! Γιατί? Θα γίνεις κάποτε παρανάλωμα του χρόνου και συν τω χρόνω θα μετανοήσεις αλλά δε θα μπορείς να γυρίσεις ούτε εσύ, ούτε τον χρόνο πίσω.  
Θα πλησιάζει ο χρόνος για να μας αφήσεις χρόνους και θα τρομάζεις, θα μετριάζεις αλλά θα ‘ναι αργά! Γιατί θα τα ‘χεις φάει πια τα χρονάκια σου, θα ‘χεις πολλά χρόνια στην πλάτη σου, χωρίς να έχεις εκμεταλλευτεί τις στιγμές. Θα μετράς μοναχά ρωγμές, αιχμές και παρακμές! Ο χρόνος θα αυλακώσει το πρόσωπό σου με ανεξίτηλες ρυτίδες που εσύ θα καλύπτεις με ψιμυθιώματα και ακριβές γέλες! Θα αρνείσαι να συμφιλιωθείς με το χρόνο και χρόνο με το χρόνο θα προσπαθείς να ξεγελάσεις το χρόνο! Χα! Ας γελάσω! Ποιον? Εμένα! Τον αδίστακτο χρόνο! Εμένα τον πανδαμάτορα χρόνο! Που απαλύνω ωστόσο τις πληγές! Δεν ξεγελάς το χρόνο με τέτοιες αυτ-απάτες! Τον εαυτό σου μπορεί. Το χρόνο ποτέ!
        Δώσε πίστωση χρόνου τώρα! Τώρα που μπορείς και άσε ορισμένα πράγματα που θέλουν το χρόνο τους να γίνουν σε απρογραμμάτιστο, σε απροσδιόριστο χρόνο. Νιώσε πώς είναι να είσαι εκτός τόπου και χρόνου για όσο χρόνο θες. Χαλάρωσε λίγο και κάνε κάτι ακόμα και σε ακατάλληλο χρόνο. Έτσι! Για να νιώσεις τη διαφορά! Αλλά πρόσεξε μην πληρώσεις ακριβά τις ετεροχρονισμένες σου κινήσεις, γιατί όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου θα θεωρηθείς όλβιος μόνο όταν σιγουρευτείς πως η μοίρα δε σου ‘πε κατάμουτρα «Κακό χρόνο να ‘χεις»!
        Γιατί η συνειδητοποίηση του χρόνου, είναι χρόνιο πρόβλημα και η φιλοσοφία του χρονοβόρος διαδικασία. 
Θα γίνουμε φίλοι? Τι λες?

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Δια(σ)τροφικές συνήθειες...

Χαρά στο κουράγιο της! Γιαγιά με 5 εγγόνια! Συνεπής όμως ε? Κάθε μέρα, στημένη στις 10.00 έξω από το γυμναστήριο να περιμένει να ανοίξει. Μετρίου αναστήματος, με μία περιφέρεια η οποία  μαρτυρά την καταγωγή της και για την οποία μαρτυρεί η μέση της να την κουβαλάει... Με μαλλί περμανάντ, ετεροχρονισμένα μοντέρνο, μιας άλλης, παρωχημένης μοδός ντύσιμο, αδιάφορα ωστόσο σχολιάσιμο, η κυρα-Αφρούλα βρέχει την κόμη κάθε πρωί, στοιβάζει στην πλαστική σακούλα του σούπερ μάρκετ την υποτυπώδη της αθλητική περιβολή και εμφανίζεται φρεσκαδούρα και με πλήρη όρεξη πουρνό-πουρνό να γυμνάσει το υπέρβαρό της σώμα.  
Έχει μάθει να κινείται στο χώρο, όπως ακριβώς –φαντάζομαι- μέσα στην κουζίνα της. Γυμνάζει τετρακέφαλο, απαγωγούς, προσαγωγούς, στήθος, κυλιέται με άνεση στο πάτωμα για να κάνει κοιλιακούς και τρελαίνεται για τις ασκήσεις με το λάστιχο. Το αποκορύφωμα όμως είναι ο διάδρομος. Βαδίζει τουλάχιστον ένα μισάωρο ημερησίως! Και διαλέγει πάντοτε εκείνον το διάδρομο που βρίσκεται απέναντι από την tv! (Ξέρετε, από αυτές τις tv  που γίνανε μόδα τα τελευταία χρόνια και παίζουν παντού, σε οποιοδήποτε χώρο. Που αντικατέστησαν τους πίνακες ζωγραφικής σε πολλές περιπτώσεις, γιατί η τέχνη του Rembrandt ή του Λύτρα είναι στατική, ενώ της Fashion tv κινούμενη! Έχει κι εκείνα τα κορίτσια-πρότυπα μιας anorexia nervosa που μας υπενθυμίζουν ότι δεν  πρέπει να τρώμε ποτέ και που μετά από κάποια ώρα μας κάνουν και μαθήματα υποκριτικής σε ταινία πορνό!)  
Η κυρα-Αφρούλα όμως, πήρε νωρίς χαμπάρι την κοροϊδία της tv και γι’ αυτό πλέον παραγγέλνει από το γυμναστή ένα πρωινάδικο! «Βάλε Ant-1, βάλε Star, Mega» τον καθοδηγεί, πριν αλλάξουνε ρόλους και αρχίσει εκείνος να της λέει τι πρέπει να κάνει. Κι ο γυμναστής υπακούει, να ικανοποιήσει τα «θέλω» της κυρα-Αφρούλας, ασχέτως αν εσύ έχεις πάει στο γυμναστήριο για να κάνεις κάτι διαφορετικό από όσα κάνεις στο σπίτι σου. Κι αν είσαι από εκείνους που έχεις ρίξει επάνω στη δική σου tv ένα σεμεδάκι-δηλωτικό της αποστροφής σου στο απαράμιλλο αυτό είδος διασκέδασης, γιατί απλά δεν έχεις ακόμη το θάρρος να ρίξεις την ίδια την tv από το παράθυρο, θα καθίσεις τώρα με περισσό ενδιαφέρον να μάθεις πώς φτιάχνουν λαγό στιφάδο με σάλτσα ή αφράτο γιαουρτοκέικ με πορτοκαλόπιτα και κρούστα ζελέ από καραμελωμένα δαμάσκηνα. Έτσι! Επειδή η κυρα-Αφρούλα το θέλει και το περιβάλλον σού το επιβάλλει!
Εσύ στο μεταξύ προσπαθείς να συνεχίσεις το έργο σου -με την κυρα-Αφρούλα πάντα στο πλάι σου- να ιδρώνει η καημένη στο διάδρομο, αλλά με τα δυο της μάτια γουρλωμένα και κυριολεκτικά πάνω στην οθόνη, να της τρέχουν τα σάλια και να φωνάζει, την ώρα που η μαγείρισσα περιχύνει με σοκολάτα το κέικ: «Αααχ να είχαμε ένα κομμάτι!!! Αααχ! Μόλις θα πάω σπίτι να δεις τι θα φτιάξω!» (μας απειλεί!) «Χθες έφτιαξα ένα κιουνεφέ κανταΐφ κι ένα σάμαλι με σεκέρ παρέ. Τα ‘βαλα κάτω με τον άντρα μου, ήρθαν κι ο Γιωργάκης με τη Βασιλικούλα του γιου μου, παν τα γλυκά, Νίτσα μου! (η κυρα-Νίτσα εν τω μεταξύ στο διπλανό διάδρομο, συμΠΑΣΧΕΙ). Τελειώσανε στο άψε-σβήσε! Σήμερα λέω να κάνω βεζύρ παρμάκ και κανά ραβανί που τ’ αρέσει η κόρη μου...» βροντοφωνάζει με καμάρι και έχει γεμίσει νοερά το διάδρομο με σορόπια και κυριολεκτικά τα στόματα των αθλουμένων με σάλια!
Ωστόσο η πολίτικη καταγωγή της μετενσάρκωσης της Λωξάνδρας προσκόπτει ενίοτε στις συμβουλές του θεράποντα ιατρού για τη μέση της, που της συνέστησε, εάν θέλει να γίνει καλά, να γυμνάζεται και να χάσει –τι άλλο?- κιλά! Τον θυμάται πάντως πού και πού το γιατρό!: «Αλλά πρέπει να κάνω δίαιτα! Ο γιατρός μου είπε ότι άλλη λύση δεν υπάρχει!» μνημονεύει τα λόγια του, καθώς βογκάει πάνω στο διάδρομο που αδυνατεί να την ανέχεται κι εκείνος!
Πάλι καλά κυρα-Αφρούλα που το καταλαβαίνεις! Το να αναγνωρίσεις ότι υπάρχει το πρόβλημα είναι το νούμερο ένα για να το λύσεις! Έπεται η εφαρμογή των οδηγιών. Σάματις είσαι η πρώτη ή η τελευταία σε τούτον εδώ τον τόπο που χαρακτηρίζεται από διαστροφή στις συνήθειες? Που αγκομαχάει στο διάδρομο αλλά  ονειρεύεται ραβανί, που τρώει λιπαρά αλλά κάνει λιποαναρρόφηση, που πίνει Coca-Cola αλλά τη διαλέγει light, που σαβουρδιάζει στις ταβέρνες μετά τις 23.00 αλλά φοράει κορσέδες και κρέμες αδυνατίσματος όλη μέρα, που ξελιγώνεται στη δίαιτα αλλά ονειρεύεται και τρώει μετά βουλιμίας γλυκά με την πρώτη ευκαιρία, που δουλεύει ακατάπαυστα εξουθενώνοντας το κορμί του και εξαντλώντας τα αποθέματα δύναμής του αλλά δίνει στα γεράματα τα κομποδέματά του  στους γιατρούς, καιαιαιαι..........
που γλεντάει με τους «φίλους» του αλλά πίσω από την πλάτη τους τους θάβει,
που πηγαίνει στην εκκλησία, νηστεύει, κάνει ένα σταυρό από την Ανατολή ως τη Δύση αλλά κακολογεί και καταριέται,
που δουλεύει εκτός σπιτιού αλλά  πληρώνει άλλους να του κάνουν τις δουλειές του σπιτιού γιατί δεν προλαβαίνει,
που αγαπάει τον σύζυγο αλλά τον κερατώνει,
που βρίζει τους πολιτικούς αυτού του τόπου αλλά ψηφίζει μονίμως  τους ίδιους,
που συλλέγει πτυχία αλλά του λείπει η σοφία,
που μιλάει για γνώση αλλά μαζεύει στον εγκέφαλο μονίμως άχρηστη πληροφορία,
που παραδέχεται ότι η τηλεόραση «δεν έχει τίποτε» αλλά την παρακολουθεί αδιαλείπτως,
που γνωρίζει τους εγκληματίες της χώρας του αλλά διασκεδάζει και χασκογελάει μαζί τους,
που γνωρίζει και αναγνωρίζει τους απατεώνες αλλά ΞΕΧΝΑΕΙ, όχι γιατί συγχωρεί αλλά γιατί αδιαφορεί,
που μαστίζεται από ανεργία αλλά σκυλοβαριέται όταν του δοθεί μια θέση εργασίας και κοιτάει πως θα τη σκαπουλάρει κοροϊδεύοντας παράλληλα αυτούς που δουλεύουν,
που υπερηφανεύεται για την καταγωγή του αλλά προσβάλει με τα έργα του τους προγόνους του, 
που κυνηγάει μόνο την καριέρα στην πιο «παραγωγική» του ηλικία και αναρωτιέται γιατί στα 45 δεν μπορεί να βρει σύντροφο και να κάνει οικογένεια,
που καταστρέφει το περιβάλλον με την αδιαφορία του αλλά συμμετέχει σε οργανώσεις οικολογικές και κάνει ανακύκλωση για να το σώσει (να σε κάψω Γιάννη να σ’ αλείψω λάδι!),
που κοροϊδεύει τον τουρίστα με την άσπρη κάλτσα και το δερμάτινο πέδιλο αλλά στο παραδοσιακό ταβερνάκι απέναντι από τον αρχαιολογικό χώρο τα «τραπεζάκια έξω» έχουν καρέκλα σε μωβ  πεθαμενατζίδικο (!!!) και άσπρο από το γύφτο,
που δουλεύει υπερωρίες για να μη λείψει τίποτε από τα παιδιά του αλλά τα λείπει η παρουσία του και τα λυπεί η απουσία του,
που μερικοί νομίζουν ότι είναι deep αλλά τελικά «δεν έχουν ντιπ» ή «είναι ντιπ για ντιπ»... που... που... που...
Συνεχίστε....