Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Εχθροί και Φίλοι της ΖΩΗΣ: Προσοχή! Κίνδυνος-Θάνατος!

Έρχονται όλοι. Φίλοι, γνωστοί, συγγενείς... Όλοι! Ξαναμιλούν οι μαλωμένοι, ξαναβρίσκονται οι χωρισμένοι, ανταμώνουν και οι πιο απομακρυσμένοι. Ο πόνος του άλλου διαλύει τους εγωισμούς, σβήνει τους ενδοιασμούς και ακυρώνει τις πολώσεις στις ενδοοικογενειακές σχέσεις. Η πόρτα είναι όλη τη νύχτα ανοιχτή. Τα φώτα όλα αναμμένα. Τα δωμάτια κατειλημμένα μαζί με τις γραμμές τηλεφώνου που παίρνουν φωτιά.  Γέμισε ο τόπος λουλούδια. Ποτέ «ένα σπίτι που έκλεισε» δεν είναι τόσο ανοιχτό σε όλους!  
 Όλοι οι άνθρωποι, μαυροντυμένοι, στέκονται με μια αμηχανία στο σκυθρωπό τους πρόσωπο. Δεν μιλούν, κοιτούν, απορούν, αναστενάζουν. Η γλώσσα συνήθως μουδιάζει και το μόνο που εκφράζεται εκείνη την ώρα είναι «το λάλον ύδωρ» των ματιών.  Η απόγνωση διαφεντεύει μαζί με τις βαθιές σκέψεις.
        -Δεν θέλω να το ζήσω (πάλι!) αυτό. Έχω δει το ίδιο έργο σε επανάληψη. Το ξέρω. Το εμπέδωσα. Φτάνει!
Μια φωνή έρχεται με αντίλαλο εκκωφαντικό από τις πίσω οδούς του εγκεφάλου  μου και μου υπαγορεύει:
             -Πρέπει να μάθεις να δέχεσαι στη ζωή τα πάντα!
                 Και σκύβω το κεφάλι προχωρώντας μπροστά.
Ανοίγουν πόρτες, ψάχνεις τους «χαροκαμένους». Αγκαλιές ζεστές στην παγωμένη ψυχή μιας μάνας. Πόσο να τη ζεστάνεις? Τι να της πεις? Αφού δεν ακούει. Δε θα ξανακούσει πια από δω και πέρα ούτε τα βήματά του στην αυλή ούτε το άνοιγμα της πόρτας όταν επιστρέφει το μεσημέρι σπίτι του, ούτε την ανάσα του όταν το βράδυ θα πάει να τον σκεπάσει. Μόνο θα ονειρεύεται. Θα ονειρεύεται εφιάλτες και κόσμους μακρινούς ποτέ επίγειους. Θα ονειρεύεται μια άνοιξη που δε θα ‘ρθει ποτέ ξανά.
Η παράσταση τελείωσε. Τα φώτα αύριο θα είναι πια σβηστά. Όλοι θα πάνε στα σπίτια τους και η ζωή θα συνεχίσει από εκεί που την αφήσανε. Παρενθέσεις είναι αυτά τα επεισόδια για τους γύρω. Η επιστροφή στην καθημερινότητα θα τις ξεχάσει. Η μάνα όμως θα κάνει την παρένθεση κυρίως κείμενο και θα ζήσει εις το εξής μέσα σ’ αυτήν. Χωρίς ελπίδες πια, εγκλωβισμένη. Και οι καθημερινές της βόλτες θα αλλάξουνε πορεία προς τα μαρμαρένια αλώνια. Θα είναι μόνη, αυτή και η κακή της μοίρα που επέλεξε να της γνωρίσει τόσο άχαρα τι θα πει ΑΠΩΛΕΙΑ!

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Εχθροί και Φίλοι της ΖΩΗΣ: η ωραία κοιμισμένη

        Από μικρή μου μαθαίνανε πως πρέπει να έχω ωραίο σώμα, δλδ στητό κορμί, λουσαρισμένο, στολισμένο με φρου-φρου και αρώματα! Φορούσα τα φορεματάκια τα χαρωπά, ροζ κορδελάκια στα μαλλιά και κουβαλούσα τη χαριτωμενιά πάνω μου λες και γεννήθηκα μ’ αυτήν. Ήταν και τα πρότυπά μου ανάλογα. Μεγάλωνα με μία κούκλα διαστάσεων 90-60-90 με μία κλίμακα 1: 100 προς το δικό μου σώμα κατά προτίμηση σε αποχρώσεις σταρένιου δέρματος και πλατινέ μαλλιού. Μεγαλώνοντας όλοι γύρω μου με θαυμάζανε και με κάνανε να πιστέψω πως τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό στη ζωή από την ομορφιά.
         Στην τηλεόραση στην οποία πολλές φορές με πάρκαρε η μαμά μου έβλεπα κινούμενα σχέδια με πρωταγωνίστριες όμορφες και λυγερόκορμες κοπέλες σαν τις κούκλες μου. Είχανε αυτοκίνητο κάμπριο και αλλάζανε συνέχεια ρούχα, παπούτσια και αξεσουάρ. Αν δεν είχανε κάμπριο τότε επρόκειτο για πριγκίπισσες μιας άλλης εποχής που κατοικούσαν σε κάστρα με πολλούς φρουρούς και όμορφα παλάτια. Ό,τι φορούσανε έλαμπε και ήτανε από χρυσό και σμάλτο, σαν να ξεπηδούσανε από τα παραμύθια που μου διάβαζε η μαμά ή μου έλεγε η γιαγιά!
       Τα παραμύθια μιλούσαν για πρίγκιπες πάνω σε άσπρα άλογα και ροζ συννεφάκια. Συνήθως υπήρχανε και κάποιοι κακοί που ταυτόχρονα ήτανε άσχημοι, λες κι η ασχήμια είναι προνόμιο των κακών! Κι εγώ, ονειρευόμουνα κάθε βράδυ πως, όταν μεγαλώσω, θα γίνω μια όμορφη νεραϊδούλα ή μια αξιολάτρευτη γοργόνα που θα με θαυμάζουν όλοι για τη μοναδική και σπάνια ομορφιά μου. 
         Αργότερα, παρακολουθούσα μαζί με τη μαμά τα μεσημέρια ή βράδια που ήτανε κουρασμένη και ήθελε να «χαλαρώσει» κάτι εκπομπές που είχε συνέχεια νέες επίδοξες τραγουδίστριες και κατά έναν περίεργο λόγο είχανε απαξάπασες πολύ ωραίο και γυμνασμένο σώμα με γραμμωμένους κοιλιακούς και πάντα μακριά καλοχτενισμένα μαλλιά και φανταστικό πρόσωπο. Τραγουδούσανε ανάμεσα σε φώτα και στρας, όλα γυαλίζανε και δίπλα ήτανε μία επιτροπή που ενίοτε τις πρόσβαλλε αλλά δεν τις ένοιαζε και πολύ ή αν τις ένοιαζε έμπηγαν τα κλάματα σαν να η ζωή τους τελείωνε εκεί.
          Και όταν η μαμά έλειπε πολλές φορές έβαζα μόνη μου το cd να παίζει και έφτιαχνα τη βούρτσα για τα μαλλιά κρατώντας την ανάποδα μικρόφωνο και μιμούμουν όλες αυτές που έβλεπα με τη μαμά στις χαλαρωτικές-όπως έλεγε- εκπομπές. Και φορούσα τα τακούνια της, τα βραχιόλια και τα σκουλαρίκια της αλλά και το κατακόκκινο κραγιόν της. Κι αν καμιά φορά με έπιανε στα πράσα με θαύμαζε για τα κατορθώματά μου και το έλεγε περιχαρής στις φίλες της!
        Πολύ μετά, όταν πήγα στο γυμνάσιο είχε αρχίσει η μαμά να μου αγοράζει τα δικά μου καλλυντικά και αξεσουάρ και τακούνια και πήγαινα ανελλιπώς γυμναστήριο κάθε μέρα για να μπορώ να φοράω τα ξώκοιλα μπλουζάκια και να αρέσω στα αγόρια της τάξης μου. 
Κι όταν έγινα φοιτήτρια, δούλευα σε ένα καφέ ως «γλάστρα» στην πόρτα πάντα ντυμένη και περιποιημένη με προκλητικά ρούχα και στη σχολή μου πατούσα μόνο στις εξεταστικές για να μπορώ να βγάζω χαρτζιλίκι και να πληρώνω τα ρούχα μόνη μου και να μη ζητάω λεφτά συνέχεια από το μπαμπά. Και ήμουνα περήφανη που προόδευα με δικά μου λεφτά.
       Και όταν μεγάλωσα και παντρεύτηκα και έκανα παιδιά, πέτυχα το πιο σημαντικό πράγμα της μητρότητας σύμφωνα με όλα τα περιοδικά: έχασα τα κιλά της εγκυμοσύνης μέσα σε λιγότερο από 40 ημέρες. Σταμάτησα και το θηλασμό, γιατί ήτανε δέσμευση και δεν είχα χρόνο για τον εαυτό μου και για το γυμναστήριο. Έπρεπε να καταπολεμήσω το άγχος που μου δημιουργούσε η μεγάλη μου κοιλιά και φοβόμουνα μήπως ο άντρας μου άρχιζε να τρέχει πίσω από καμιά μικρούλα με επίπεδη κοιλιά.
Αργότερα, έβλεπα κι εγώ χαλαρωτικές εκπομπές τα μεσημέρια ή τα βράδια μετά τη δουλειά μαζί με την κόρη μου που συνήθως έκανε ένα διάλειμμα από το παιχνίδι με τις κούκλες με κάμπριο που τις αγόραζα για να παίζει και να μην της λείπει τίποτα. Τα βράδια πριν κοιμηθεί της διάβαζα παραμύθια με όμορφες πριγκίπισσες.

                    Κι έτσι αισθανόμουνα πως το είδος μας διαιωνίζεται επάξια!

 ΥΓ:  Δυστυχώς όμως άργησα να καταλάβω, γιατί δε βρέθηκε κανείς να μου το πει, πως το ανθρώπινο είδος διαφέρει από τα υπόλοιπα στους στόχους. Κοιμόμουνα τον ύπνο του δικαίου σαν μια ωραία κοιμωμένη για χρόνια, ώσπου κάποιος με ξύπνησε και μου ‘πε πως η ωραιότητα ανήκει περισσότερο στην ψυχή και η ομορφιά στο μυαλό και πως όλα αυτά που έμαθα να κάνω δεν ανήκανε απλά στη σφαίρα της φαντασίας, αλλά σε μια άλλη σφαίρα, αυτήν της ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑΣ.

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Εχθροί και Φίλοι της ΖΩΗΣ: Ο άνθρωπος που ήρθε από το Μέλλον

            ...είναι εκείνος που πάντα έβλεπες στα όνειρά σου πάνω σε άσπρα άλογα ή κάτω από αυτά. Είναι εκείνος ο άνθρωπος που φανταζόσουνα να σε κάνει τόσο ευτυχισμένη, όπως κάνει τόσα χρόνια ο πατέρας τη μάνα σου κι ας τους είδες να τσακώνονται. Πολλές φορές τον έχεις φανταστεί με μάτια που σε κοιτούν όλο ενδιαφέρον και με χείλη που σε φιλούν γεμάτα τρυφερότητα. Τον συνάντησες τυχαία στο μανάβικο την ώρα που έπαιρνε μήλα από το ίδιο καφάσι με σένα και σε άγγιξε τυχαία ή στο βουνό κάνοντας τζόκινγκ την ώρα που εσύ το κατέβαινες, ενώ εκείνος ανέβαινε. Όταν διασταυρώθηκαν τα βλέμματα σας, ήταν η μόνη στιγμή που απέκτησαν σημείο τομής οι παράλληλες ζωές σας. Αργότερα τον ξανάδες μετά από χρόνια στην είσοδο μιας τράπεζας, να περιμένει υπομονετικά να πάρει τους τόκους της υπομονής του.
           Μα οι ιδέες, τα όνειρα και οι αντοχές θρυμματίζονται ώσπου να πεις κύμινο.   Θα συναντήσεις κι άλλους που σε κάνανε απλά να νομίζεις ότι τους ήξερες χρόνια. Που πίστεψες ότι μπορούν να γίνουν το άλλο σου μισό. Που σε σαγήνευσαν και σε έκαναν να παραδεχτείς πως έχουν τη δυνατότητα να σε κάνουν να νιώσεις φυσιολογικά. Μα τελικά απλά πίστεψες, νόμισες, μαγεύτηκες. Δεν πρόσεξες πως ο κλειδοκράτορας του εαυτού σου είσαι μόνον εσύ και πως ο άλλος ψάχνει ακόμα τα αντικλείδια.
           Την αινιγματική χαρά σου τη λύνει μονάχα ο άνθρωπος που συναντάς συνεχώς στα πιο αναπάντεχα μέρη. Εκείνος δεν ξέρει τι του είσαι. Εσύ δεν ξέρεις τι κρύβει. Ποντάρεις μονάχα στην πρόσκαιρη ανατριχίλα της σάρκας. Πονάς. Και είσαι σίγουρος πως έχει το παυσίλυπο. Λυπάσαι και είσαι πιο σίγουρος ότι είναι η χαρά. Είναι εκεί, ανάμεσα στους επιβάτες που περιμένουν στη στάση του λεωφορείου, πίσω από το γκισέ ενός γραφείου στον τρίτο όροφο της υπηρεσίας και ενίοτε στο διπλανό έδρανο του αμφιθεάτρου ή καθώς περιμένει να σου δώσει το σάλι που σου ‘πεσε από το κάθισμα στο καφενεδάκι όπου έπινες μια δροσιστική λεμονάδα.
           Ο άνθρωπος αυτός πάντα θα πλησιάζει αλλά θα φεύγει απειλητικά, γιατί καθόλου δεν του αρέσει η ιδέα της μόνιμης κατοικίας. Είναι αλήτης περιπατητής. Και άστεγος... γυρίζει, με μια ματιά αγγίζει και φεύγει.  Το όνομά του «ΦΛΕΡΤ»

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Εχθροί και φίλοι της ΖΩΗΣ: όσο ζω....

            Η μία ελιά από τις δύο που είχα στο μπαλκόνι μου πέθανε. Για την ακρίβεια την πέθανα με τον μοναδικό τρόπο που ξέρω να σκοτώνω τα φυτά. Η δεύτερη βρίσκεται σε πολύ καλό δρόμο. Ακολουθεί την πεπατημένη της πρώτης.
        Όλα ξεκινούν από το ξερό χώμα και τα ανεμοδαρμένη ύψη του πέμπτου ορόφου, την υπερβολική δλδ έκθεση στον άνεμο, στην αμέλεια και την παραίτηση. Δε θυμίζει τις ελιές των νησιών στα ύψη τα πελαγίσια. Δε θυμίζει τους χρυσούς ελαιώνες της Κρήτης με τον αλμυρό αγέρα μήτε τη φύση του Αιγαίου με αμπέλια και χρυσές ελιές.
            Ένα κακέκτυπο από φυσικό τοπίο πήγα να φτιάξω, εγκλωβισμένο πίσω από κάγκελα και μέσα σε πέντε τετραγωνικά. Περιόρισα τις ρίζες του σε μία γλάστρα. Ρίζες βαθιές ατίθασες εν τη γενέσει τους. Κομμένη η σχέση με το χώμα, με το άφθονο κελαρυστό νερό και το οξυγόνο χωρίς μάσκες αντιασφυξιογόνες! Αντ’ αυτών προσφέρω τροφή ελάχιστη μέσα από ποτιστήρια-ορούς μαζί με διοξείδιο της πόλης. Τώρα σαν ασθενής κλινήρης στο νοσοκομειακό κρεβάτι ζητάει υποκατάστατα από εμένα, τον άθλιο κηπουρό. Να το ποτίζω με φαρμακευτικά σκευάσματα με τη σταγόνα.
            Όχι, δεν είμαι η κατάλληλη. (Νομίζω ότι...) Προσπαθώ μα δεν τα καταφέρνω. Η ελιά μου μας άφησε χρόνους. Ξεράθηκε. Έσπασε κι ο σπάγκος που την κρατούσε στα κάγκελα μην πέσει. Έμοιαζε τόσον καιρό με τα σκυλάκια που αγαπάμε οι ζωόφιλοι και τα ‘χουμε στα μπαλκόνια. Την έριξε ο αγέρας ο πολύς. Έσπασε κι η γλάστρα. Γέμισε χώμα το μπαλκόνι κι η τεθνεώσα η ελιά έγειρε με τρόπο στο πάτωμα. Κυλιόταν μέρες εκεί έξω τροχήλατη πάνω στην κυλινδρική της γλάστρα. Δεν την είδα γιατί το μπαλκόνι μου δεν το επισκέπτομαι, όταν δεν είναι η εποχή του. Την πρόσεξα μια μέρα κατά λάθος, γιατί τη φύσηξε ο άνεμος μπρος στο οπτικό μου πεδίο. Με λύπη μου τη σήκωσα.
            Οι απεγνωσμένες προσπάθειες να ξαναζωντανέψεις αυτό που πέθανε σαν να μην έχουν νόημα. Η απόφαση μετράει σε αυτές τις περιπτώσεις. Κάποια πράγματα ή πρόσωπα ή φυτά ή καταστάσεις τα χάνεις. Και πρέπει να το πάρεις απόφαση. Να καταλάβεις ότι πρέπει να ζήσεις χωρίς αυτά. Κι ότι μπορείς... Ακόμη κι αν σε πονάει!  Μπορείς! Κάνουν τον κύκλο τους ή βίασες ή παραβίασες τον κύκλο τους κι εκείνα έφυγαν. Τι θες να τα αναστήσεις?
            Μα...!!! Εκεί που πήγα να σηκώσω τη σπασμένη γλάστρα με τον ξερό ολόξερο κορμό της πεθαμένης ελιάς, πρόσεξα πως ανάμεσα στα φρυγανά της φύλλα, ξεπρόβαλε μία φουντίτσα πράσινη από ολόφρεσκα πρασινωπά και τρυφερούτσικα φυλλαράκια! Από τότε τα φυλλαράκια της γινήκαν φιλαράκια μου και...
            Κρατάς μυστικό? Μου ‘ρθε στο νου ο ποιητής που λέει ότι «Τούτα τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό» και  βάφτισα την ελιά μου ΕΛΠΙΔΑ!