Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Φθηνοί Χριστουγεννιάτικοι προορισμοί!


-Τι θα κάνεις τα Χριστούγεννα?

-Ε δεν ξέρω ακριβώς. Χθες κοιτούσαμε κάτι πακέτα διακοπών για Λαπωνία

-Για Λακωνία;

-ΛαΠωνία!!!

-Α! ωραία! Για πες?

-Ε να δούμε επιτέλους αυτό το χωριό του Άη Βασίλη. Πολλές μέρες βέβαια, αλλά θα είναι κάτι διαφορετικό. Μόλις είδαμε τιμή, το ξανασκεφτήκαμε. Δε λέει! 2.500 για την πλάκα σου τα θέλεις. Με το μπάτζετ που λεν και στο χωριό μου ούτε ως τη Λακωνία πας…

-Και…

-Και είπαμε μήπως η Ισλανδία ακούγεται ωραίος εναλλακτικά χειμωνιάτικος προορισμός

-Αλλά…

-Αλλά δε βολεύουν οι ημερομηνίες με τα πιο φθηνά εισιτήρια

-Και αλλάξατε προορισμό?

-Ε ναι μωρέ! Πού να ψαχνόμαστε τέτοια ώρα για Ισλανδία? Λένε πως είναι φανταστικά τα Χριστούγεννα στη Νέα Υόρκη.

-Και…

-Ε τι και? Τελευταία στιγμή, τα εισιτήρια μόνο, πήγαν στο Θεό

-Ε βέβαια…

-Εναλλακτικά μετά είπαμε για καμιά Μπρατισλάβα, Βελιγράδι, να πάρουμε και το αυτοκίνητο

-Οδικώς δλδ…

-Ναι! Αλλά πολλές ώρες. Άσε που όταν το ξανασκεφτήκαμε, είπαμε πως θα ‘ναι  επικίνδυνα

-Εναλλακτική?

-Κανά Μπάνσκο, αλλά θα είναι εκεί και η κουτσή Μαρία. Κάτι με χαλάει. Πολυκοσμία, πανικός. Το αφήσαμε. Ίσως κανα Πήλιο. Ας πάνε τα λεφτά τουλάχιστον εντός χώρας

-Κλείσατε?

-Όχι!

-Γιατί?

-Γιατί θυμηθήκαμε ότι έχουμε ΔΕΗ, ΟΤΕ, Cosmote, Vodafon, ΤΕΒΕ, Τέλη κυκλοφορίας, Ασφάλεια Σπιτιού, Δάνειο, Ασφάλεια Κατοικίας, Ασφάλεια Αυτοκινήτων, τελευταία δόση Εφορίας, ΕΝΦΙΑ, Κοινόχρηστα, πετρέλαιο,  Ασφάλεια Επαγγελματικής Στέγης και είπαμε να πάμε τελικά μέχρι το Καϊμάκτσαλαν που είναι και δίπλα για έναν καφέ (της παρηγοριάς) το πρωί και να γυρίσουμε σπίτι να φάμε παραδοσιακά και οικογενειακά όλοι μαζί…

-Γιατί? Σου είπε κανείς πως μετά από όλα αυτά, θα ‘χεις λεφτά για βενζίνη μέχρι το Καϊμάκ?

-????!!!!!!!

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Αλαφροΐσκιωτος



Έλααα!! Δε μου το βγάζεις από το νου! Αφού κι εσύ είχες! Έχεις δλδ! Γιατί ακόμα το ‘χεις στον νου σου. Δεν μπορεί να μην το θυμάσαι! Ναι! Σ’ εκείνο το παγωμένο δωμάτιο αναφέρομαι! Που ήτανε πάντα απομονωμένο και άνοιγε με δυο συρόμενες πόρτες που είχανε πάνω γυαλί ματ και δεν έβλεπες ποτέ προς τα μέσα, αλλά ούτε από μέσα προς τα έξω. Ήτανε το δωμάτιο βιτρίνα. Το καλό το δωμάτιο. Για τον κόσμο… Ένα δωμάτιο μόνο για καλεσμένους... Εκείνο που είχε μία μεγάλη βαριά τραπεζαρία καρυδένια σε σκούρο καφέ προς το μαύρο χρώμα με πόδια λεονταρίσια και νύχια γαμψά σαν να θέλανε να σε κατασπαράξουν και ήτανε σκεπασμένη με εργόχειρο κόπου ημερονυκτίων πάνω από το βελονάκι... Εκείνο το δωμάτιο που είχε κάτι καρέκλες σαν βασιλικούς θρόνους του Λουδοβίκου και του Ναπολέοντα στο Φοντενεμπλό με πλάτες φαρδιές, υφασμάτινες και κεντητές και που φρουρούσαν την τραπεζαρία σαν κόρη οφθαλμού... Και είχε και εκείνον τον μπουφέ, τον ξέχασες? Από κάποια πλανεύτρα-ψεύτρα Γερμανία φερμένος, ταξιδεμένος με τον Καρβουνιάρη, που σαν έφτασε, πήρε τον ρόλο του πολύ στα σοβαρά. Έκρυβε στα ντουλάπια του προστατευτικά, όπως η έγκυος το έμβρυο, λικεράκια, βερμουτάκια και σοκολατάκια. Απαγορευτικά! Ήτανε μόνο για τους ξένους, για τους άλλους, τους καλεσμένους… Αυτοί οι άλλοι και οι ξένοι είχανε πάντα προτεραιότητα. Δικαιούνταν πάντα σοκολατάκια και ήτανε οι μόνοι δικαιούχοι χρήσης του δωματίου-ψυγείου. Μικρή όταν ήμουνα –αλλά ούτε και τώρα- ποτέ δεν κατάλαβα, γιατί για να φάω σοκολατάκια έπρεπε να μου τα προσφέρουν φανερά σε ένα ξένο τέτοιο παγωμένο σαλόνι. Στο δικό μου τα προσφέραμε σε κάποιους άλλους ξένους (εκτός από μένα) και πήγαινε λέγοντας!
Εκτός… εκτός εάν είχαμε γιορτή. Τότε κοντά στους ξένους έπαιρνα κι εγώ ένα. Μόνο ένα όμως και εάν περίσσευε. Και εκτός… ναι, ναι! Έχει κι άλλο εκτός. Εκτός εάν τα έκλεβα! Αλλά και πάλι δεν ήμουνα καλή σ’ αυτό. Γιατί το τρίξιμο της πόρτας του σαλονιού ήτανε πολύ χαρακτηριστικό, όπως κάθε πόρτας, σε κάθε σπίτι κι η μάνα μου με έπαιρνε χαμπάρι! Γιατί αυτό το τρίξιμο της πόρτας, το άνοιγμα του ντουλαπιού, το σύρσιμο του συρταριού που το ξέρεις μόνον εσύ και μόνον άλλοι δυο τρεις άνθρωποι μέσα στο ίδιο σπίτι, αυτήν την μυρωδιά του παλιού παγωμένου και απομονωμένου δωματίου που αναδύεται από την χαραμάδα της πόρτας και μόνο που περνάς απ’ έξω, αυτό που σαν κοινό μυστικό μοιράζεστε όλοι, σχετικά με το πού βάζετε τις άδειες σακούλες από του σούπερ μάρκετ, είναι πράγματα που συμβαίνουν σε πολλά εκατομμύρια ανθρώπους που έχουνε σπίτι.
Όλοι μεταλάβαμε από την ίδια σοκολατιέρα τα ίδια –κλασικά εικονογραφημένα- πράσινα ακριβοθώρητα και υπερπροστατευμένα σοκολατάκια ΙΟΝ με το φουντούκι στη μέση ή τα πιο πρωτοκλασάτα χρυσαφένια της Τζοκόντα, κυρία που τη γνωρίσαμε πριν πάμε στον Λούβρο. Όλοι κοινωνήσαμε το ίδιο λικέρ μέντας ή από κράνα και βουτήξαμε το δάχτυλο στο ίδιο βάζο για να φάμε το γλυκό του κουταλιού. Και όλους μας τρόμαζε το παγωμένο δωμάτιο, γιατί καμιά φορά είχε σκεπασμένα με λευκά σεντόνια τα έπιπλα για να μην λερώνονται. Κι αυτά στη φαντασία όλων των παιδιών τα βράδια περπατούσαν σαν τα φαντάσματα, τα γαμψά νύχια του τραπεζιού θέλανε να κατασπαράξουν όποιον έβρισκαν μπροστά τους, σαν να θέλανε να πιάσουν τον κλέφτη που έβαζε χέρι στη σοκολατιέρα και ο καθρέφτης που ήταν κολλημένος στην πίσω πλάτη του μπουφέ έκανε τα θηρία περισσότερα, και τα κρυστάλλινα ποτήρια τσουγκρίζανε μεταξύ τους στην υγειά του φόβου, και οι πορσελάνες με τις βικτοριανές φιγούρες θορυβούσανε μέσα στη νύχτα, γιατί τα ζωγραφισμένα άλογα ξεκολλούσανε από τις κούπες και αλώνιζαν με τις άμαξες μέσα στο σαλόνι, κάτω από τις καρέκλες, πάνω στο τραπέζι, πίσω από τις κουρτίνες, ανάμεσα τις πολυθρόνες, μέσα σε εκείνο το παγωμένο, αποστειρωμένο και προστατευμένο δωμάτιο των εορτών.
Εγώ πιστεύω πως μας κοροϊδεύανε όλα τα έπιπλα και τα πιατικά σε εκείνο το δωμάτιο, γιατί κάθε βράδυ στήνανε το δικό τους πανηγύρι, όταν όλοι οι υπόλοιποι πηγαίναμε για ύπνο. Το θέμα είναι ότι κάποιοι δεν ξύπνησαν ποτέ από εκείνο το αλλοτινό όνειρο, ενώ ορισμένοι άλλοι δεν κοιμήθηκαν καν όπως έπρεπε…
Όνειρα βαθιά…

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Γκρίζες ζώνες...


Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν υπάρχει χρυσή τομή, μέση οδός, λύση που να ικανοποιεί και τις δυο πλευρές. Δεν υπάρχει 50%-50%. Ούτε καν 99%-1%. Σε κάποιες περιπτώσεις τα πράγματα δεν μπορούν να είναι γκρίζα, δεν σχοινοβατούν σε κόψεις ξυραφιού, δεν ισορροπούν στη δοκό του μεταίχμιου, δεν έχουνε ενδιάμεσες καταστάσεις. Στο ερωτηματολόγιό τους μπορείς να συμπληρώσεις απλά ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ. Μια γυναίκα δεν είναι ποτέ λίγο ή πολύ έγκυος, ένας άνθρωπος δεν είναι λίγο ή πολύ παντρεμένος, ούτε λίγο ή πολύ πεθαμένος. Ή είναι ή δεν είναι. Κάποια θέματα τα αποδέχεσαι όπως είναι, χωρίς αστερίσκους και υστερόγραφα, δίχως υπομνήματα και επεξηγήσεις. Είναι έτσι. Το θες? Είναι αυτό. Το δέχεσαι? Καλώς! Όχι? Άφησέ το!
Από την άλλη, το να αντιληφθείς ποια ακριβώς είναι αυτά που δεν δέχονται εξαιρέσεις και σμιλεύματα, ποια δεν θέλουν στρογγύλεμα στις γωνίες, είναι αρετή. Και φυσικά είναι το ήμισυ του παντός. Διότι είναι η λύση στο πρόβλημα που ψάχνεις. Είναι η αρχή για να σταματήσεις να πιστεύεις πως υπάρχει η μέση λύση και να αυτοβαυκαλίζεσαι και να πείθεις τον ευκολόπιστο εαυτό σου πως μπορείς να συνδυάσεις εξ ορισμού ασυνδύαστες και ακραίες  καταστάσεις, να γεφυρώσεις εν τη γενέσει τους αγεφύρωτα χάσματα, να χτίσεις επάνω σε χαλάσματα, να ανακαινίζεις ετοιμόρροπα σπίτια από τη στέγη αντί από τα θεμέλια.
Είναι εκείνες οι στιγμές που σου απαγορεύουν να κάνεις τέτοιες άσκοπες κινήσεις και που σου υπαγορεύουν να κόψεις σαν τον ομφάλιο λώρο το δεσμό που σε κρατάει πίσω και δεν σε αφήνει να πας μπροστά. Το να βρεθείς σε γκρίζα ζώνη δεν είναι το κακό. Το κακό είναι να κατασκευάζεις το γκρίζο εκεί όπου δεν υπάρχει και κυρίως εκεί όπου δεν ταιριάζει.   

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Self-άρω, άρα υπάρχω...


Είναι τρομερή ανάγκη τελικά: να θες να εκτίθεσαι ιδανικά. Άψογα. Χωρίς κουσούρια. Όχι όπως ξυπνάς, αλλά μακιγιαρισμένος. Όχι όπως αντιδράς (υπερβολικά), αλλά καμουφλαρισμένος. Με μια δόση ήπιας συμπεριφοράς. Με πολλές ανάγκες να σε σπρώχνουν να φαίνεσαι ο φιλοσοφημένος της ζωής. Σαν να διάβασες όλον τον Σταγειρίτη και τους προσωκρατικούς καλύτερα και από τον καθηγητή που είχες στη φιλοσοφική. Αποδέχεσαι τις ρήσεις τους, τις ποστάρεις, αρέσεις στους φίλους (?) σου που σου αρέσουν, και καλημερίζεις, καλησπερίζεις και καληνυχτίζεις ολημερίς και οληνυχτίς και καθημερινά τους πάντες. Στο μεταξύ τον γείτονα δεν τον μιλάς. Κι ας βλέπεις πρώτα εκείνον και μετά τον ήλιο. Θαρρείς πως άλλοι πιο μακρινοί σε εκτιμούν, πιο πολύ από εκείνους που έχεις δίπλα σου. Είσαι πιο αποδεκτός από τον e-φίλο σου, γιατί η απόσταση και η εικόνα που έχετε δημιουργήσει ο ένας για τον άλλον είναι ασφαλείς και δεν πλήττονται. Δεν έχουν την τριβή της ρουτίνας. Ούτε τα νεύρα, τις κακές στιγμές, τη θλίψη, αλλά και την κατάθλιψη που βιώνεις στο σπίτι σου. Δεν έχουν τα παραπανήσια κιλά, το ασιδέρωτο μπλουζάκι, το απεριποίητο και αγουροξυπνημένο μουτράκι, το κουρασμένο πρόσωπο, το γεμάτο σκοτούρες μυαλό, το άπλυτο κορμί, το φοράω ό,τι βρω. Οι φωτό στα social media είναι ρετουσαρισμένες. Το ίδιο και τα βιογραφικά...
Self-άρω, άρα υπάρχω. Αρέσω, άρα αξίζω. Η λέξη “selfie” επιλέχθηκε ως «Λέξη της Χρονιάς» από το βρετανικό λεξικό της Οξφόρδης. Κι αν το σημαίνον έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος του λεξικού κάθε γλώσσας -ενδιαφέρουσα παρατήρηση για έναν γλωσσολόγο- το σημαινόμενο  προμηνύει, αλλά και καταδεικνύει απίστευτες ενδείξεις για έναν ψυχολόγο: Ένα ανελέητο κυνηγητό του καλύτερου πορτρέτου, το άγχος να περάσει στην αθανασία η καλύτερη στιγμή της επιδειξιομανούς μου προσεκτικότητας για να κραυγάσω σε όλους πως η εικόνα μου δεν είναι εύθραυστη, αλλά άσπιλη και αμόλυντη. In vitro φυσικά. Γιατί in vivo όταν πληγώνεται από την παραμικρή μου αποτυχία, το πρώτο μου σφάλμα, την υποψήφια αμφισβήτηση των ικανοτήτων μου, καταρρέω, πληγώνομαι, κλαίω, με παίρνει από κάτω, θλίβομαι, καταθλίβομαι, συνθλίβομαι. Διέξοδος η selfie, βάλσαμο το like. Πανάκεια τα μπράβο. Αλλά την κατάθλιψή μου δεν την βλέπεις. Άλλωστε ξέρω καλά να την κρύβω πίσω από τσιτάτα αποδεκτά, που τα ανεβάζω για να τα πιστέψω. Που ΑΝ τα πίστευα θα είχα πραγματικούς φίλους και δεν θα τους πλήγωνα. Θα ήμουν καλύτερος πραγματικός φίλος και όχι ιδανικός e-φίλος, θα είχα fan club γιατί θα με ακολουθούσανε όσοι με αγαπούσανε και όχι οι επίπλαστοι followers, γιατί θα έκανα πράξη τα όσα ανεβάζω περί ζωής και δύναμης να ξεπεράσω τα δύσκολα και δε θα έπασχα από κατάθλιψη.
Στην εποχή της απαξίωσης των αξιών, η αξία μου εξαργυρώνεται με like. Photoshop, retouch και share είναι μόλις τρεις αξίες που καλλιεργούν τον εγωκεντρισμό μου σε μια εποχή που η κοινωνία μου έχει περισσότερο από κάθε άλλη εποχή ανάγκη την αλήθεια και την αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα και τη συνεργασία. Ο αγώνας της ζωής μου αντί να έχει στόχο να γίνει σημαντικός για τον εαυτό μου, προσπαθεί απλά ώστε να αποσπάσει τη αποδοχή των άλλων, και αντί να γίνω ουσιαστικά σημαντικός για εκείνους, προβάλλει την αψεγάδιαστη αποδοχή μου από τους άλλους για να νιώσω σπουδαίος. Επιφάνεια, αλλά όχι διαφάνεια. Το τι είμαι, από το τι δείχνω ότι είμαι και το τι θα ήθελα να είμαι απέχει, όσο η μινιμαλιστική βιτρίνα του illustration στο πολυώροφο Mall από το τη βιοτεχνία της Καμπούλ, όπου ράβονται τα πανάκριβά μου ρούχα με μεροκάματο τιμής ισάξιας κατά τι κατώτερου του μονοδόλλαρου.
Πέρα από την αδιαμφισβήτητη προσφορά στην web κοινωνία αυτών των media, η κυρίαρχη ελλοχεύουσα πραγματικότητα λέγεται θλίψη, μειωμένη αυτοεκτίμηση, αυτοϋποτίμηση, ναρκισσισμός και πραγμάτωση ενός πανάρχαιου αρχέτυπου, αυτού του Πυγμαλίωνα. Τα social media σου χαρίζουν το εξαιρετικό προνόμιο να σου δίνουν βήμα, βάθρο, βάρος σε αυτό που είσαι. Ή που θα θελες να είσαι? Βγαίνει ένα ψώνιο από μέσα σου. Ένα εγώ κεντρικό. Σαν τον ήλιο. Λάμπει και θέλει να είναι αυτόφωτο και να φωταγωγεί τους άλλους. Φωνάζει: «Κοιτάξτε με τι κάνω, πού πήγα, τι είδα!»
Στόχος είναι να γίνεις δημοφιλής, παίρνοντας μέρος σε μία ανταγωνιστικότητα που καλλιεργείται με κάθε τρόπο: στην εικόνα, στα βιογραφικά, στο πόσο θαρραλέος είσαι να αντιμετωπίζεις τα δύσκολα της ζωής σε σχέση με τους «άλλους». Κι ας είσαι δειλός. Και δίνεις τόσο απλόχερα προσωπικές πληροφορίες και δεδομένα σου που σε άλλες εποχές θα διευκόλυνες πολύ το FBI! Επιπλέον, ο λόγος που κοτσάρεις στην εικόνα σου δεν είναι δικός σου. Απλά αναπαράγεις λεγόμενα των άλλων, υποβιβάζεις τον λόγο σε εικόνα και γίνεσαι ένα κακέκτυπο ψευδούς εαυτού που ούτε εσύ ο ίδιος αναγνωρίζεις στον καθρέπτη και που αν καθίσεις να διαλογιστείς μαζί του πραγματικά, θα δεις πως το κυνηγητό της ωραίας σου εικόνας δεν είναι αιτία, αλλά απλά ένα σύμπτωμα, και πως, όπως σε κάθε εποχή, έτσι και τώρα κυριαρχεί μια επιδημία. Τώρα, δε λέγεται λοιμός, αλλά ναρκισσισμός και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια, και συ τα δέχεσαι με απελπισία, αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις. Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει, τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών, τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε…
O tempora! O mores!

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Σαλάτα (τα) έκανα πάλι…


Το fast-food το σιχαινόμουν πάντα, αν και οξυμόρως το food μου ήτανε  πάντοτε fast. Θες επειδή δεν μ’ ενδιέφερε ποτέ η μαγειρική και την έβλεπα σαν χάσιμο χρόνου (πάντα βιαζόμουνα, γιατί είχα άλλες δουλειές και προτεραιότητες), θες επειδή βολευόμουνα με το έτοιμο που πάντα κάποιος καλός άγγελος μου ετοίμαζε, θες επειδή τη μάνα μου δεν τη λες και Λωξάνδρα στις μαγειρικές της ικανότητες (είναι συγκεκριμένα τα απαράμιλλα φαγιά της)...? Ό,τι θες! Και αντί όσο μεγάλωνα να μαγειρεύω αναλόγως πολύ και ωραία ή πολύ ωραία, η δουλειά μου έγινε αντιστρόφως ανάλογη του μαγειρικού μου μερακίου. Και από κει που, όταν ήμουν  φοιτήτρια, μάζευα και μαγείρευα για όλους τους αναξιοπαθούντες άντρες φίλους μου (ορφανοί, με μάνα μακριά στα ξένα, με οικογενειακές ρήξεις ή συρράξεις και ανικανότητες μαγειρικές, οικονομικές και τα συναφή), λες και ήμουν το βαδάσειο ίδρυμα, βρέθηκα μεσούσης της καριέρας μου (με τα δεδομένα ότι συνταξιοδοτούμαι στα 35 έτη, έτσι? Μην αρχίσουν οι δυσοίωνες προβλέψεις απ’ τις Κασσάνδρες !) να τρώω στο πόδι, από υποχρέωση και ίσα για να στέκομαι όρθια.
Αυτά αντί προλόγου. Διότι το κυρίως θέμα είναι ότι τώρα με αρέσει να μαγειρεύω. Άρχισα να βρίσκω νόημα και κυρίως να χρησιμοποιώ, εκτός από μπόλικο κρεμμύδι, πάρα πολλή αγάπη! Κάποιοι λένε (όπως ο φίλος μου ο Σπύρος) ότι όσο γερνάει ο άνθρωπος το ρίχνει στη μαγειρική και στην κηπουρική. Για το πρώτο συμφωνώ. Για το δεύτερο δε συμφωνεί η κηπουρική. Διότι πράγματι κανένα λουλούδι και κανένα ζαρζαβάτι δε θέλει να το πιάσω στα χέρια μου! Η μόνη σχέση που έχω με τα φυτά είναι ότι μου αρέσει να (τα) βοσκάω! Σπεσιαλιτέ μου είναι οι σαλάτες. Ποτέ δεν κάνω μία ίδια με την προηγούμενη φορά. Πάντα αλλάζω τις αναλογίες, τα σαλτσοειδή περιχύματα, τους συνδυασμούς των υλικών, τις ποσότητες και τα ποσοστά συμμετοχής των λαχανικών επί του όγκου της σαλατιέρας κ.ο.κ. Ρίχνω, ρίχνω, ρίχνω ό,τι βρω διαθέσιμο στα ντουλάπια και στο ψυγείο. Κάποια στιγμή μάλιστα ένας από τους συγκατοίκους μου μου είχε πει πως δε βλέπει να λείπει απολύτως τίποτε άλλο μέσα από τη γαβάθα πλην του skip που είχαμε στο μπάνιο!!! Ακόμη κι αν ήξερα πως είχε δίκιο, συνέχιζα ακάθεκτη τους συνδυασμούς υλικών και για dressing με τέτοια μαεστρία σαν τρελός επιστήμων μέσα στο εργαστήρι του, αλλά είχα τη δέουσα υπευθυνότητα να ειδοποιήσω τον συγκάτοικο πως αν ακούσει κανένα «ΜΠΑΜ!» στην κουζίνα θα είναι σίγουρα από κάποια χημική αντίδραση υλικών που δεν έπρεπε να γίνει… μέσα στη γαβάθα!
Η μαγειρική είναι τέχνη, λέει, και η ζαχαροπλαστική επιστήμη! Δεν πολυσυμφωνώ και από όσα διαβάζω τελευταία, αν οι χημικές αντιδράσεις δε γίνουν εκρηκτικές στην κουζίνα, θα γίνουν σίγουρα στα στομάχια μας και γενικά στο σώμα μας και δη βίαια. Το τι θα φας, ποια ώρα, πόσο θα το μασήσεις, με τι τροφές θα το συνδυάσεις είναι ερωτήματα που δε βρίσκουν απάντηση απλά στους επιτρεπτούς γευστικούς συνδυασμούς σύμφωνα με τη γευσιγνωσία, αλλά στους επιτρεπτούς συνδυασμούς σύμφωνα με την ιατρική και δη την προληπτική. Ποιος να τολμήσει να ξεστομίσει ότι το αγελαδινό γάλα είναι η μεγαλύτερη διαφημιστική απάτη όλων των εποχών και πως είναι ό,τι χειρότερο για τον οργανισμό μας? Ποιος να υπερασπιστεί τις πρωτεΐνες των φύτρων που ξεπερνούν σε ποιότητα ενίοτε και σε ποσότητα τις αντίστοιχες ζωικές? Ποιος να σου ανοίξει τα μάτια ότι σε απλές τροφές βρίσκονται ελιξίρια ζωής και όχι στα προϊόντα των φαρμακευτικών?  Και μην αρχίσει ο καθείς τις εξυπνάδες τύπου «ο τάδε δεν κάπνιζε, δεν έπινε, ασκούνταν συστηματικά, αλλά μας άφησε χρόνους στα εννιά του» (!!!) ή αντιστρόφως «ο δείνα και κάπνιζε και έπινε και ποτέ του δεν γυμνάστηκε και ξεπέρασε σε ηλικία τον Κριαρά», διότι την απάντηση την ξέρει αναμφιβόλως πέρα από τις μοιρολατρικές δοξασίες.
Δε μιλάμε λοιπόν. Έχουμε άλλωστε τόσα άλλα να πούμε! Με «πράσ(σε)ιν' ά-λογα» θα ασχολούμαστε τώρα?

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Αντικείμενα vs Υποκείμενα


Μην το κόβεις! Είναι κρίμα. Λύσ’ το. Μην το πετάς. Άσ’ το! Μπορεί να σου χρειαστεί. Μην το σκίζεις. Ωραίο είναι. Κράτα το! Μάθε να εκτιμάς ακόμη και την ύπαρξη των πραγμάτων. Των αντικειμένων. Των «σπάγκων»...
Υπάρχουν τα πράγματα? Πώς γίνεται να υπάρχει κάτι, όταν δεν αναπνέει. Υφίστανται τα αντικείμενα? Εάν υφίσταντο θα λέγονταν υποκείμενα. Και αυτά που ενεργούν, γιατί λέγονται υποκείμενα? Σε ποιον υπό-κεινται. Αφού ενεργούν. Έχουν νου, γνώση, γνώμη, κρίση, ένσταση, ένταση, τάση και υπόταση καμιά φορά. Μήπως υπό-κεινται στα αντι-κείμενα?
Τα αντικείμενα δεν σκέφτονται, απλά χρησιμεύουν. Χρησιμεύουν, άρα υπάρχουν? Τα αντικείμενα συνδέονται με τις ζωές όλων μας. Και να μην είσαι φετιχιστής, θα συγκινηθείς, εάν ανακαλύψεις πως η μαμά σου κράτησε τις πρώτες σου ζωγραφιές από το νηπιαγωγείο, θα κοντοσταθείς, όταν ψάχνοντας κάτι άλλο, θα ξεθάψεις εκείνο το φουτεράκι που φορούσες στην Α’ του Δημοτικού και με το οποίο πόζαρες σε κάτι ξεθωριασμένες φωτογραφίες, θα κάνεις flash back σαν πιάσεις στα χέρια σου μια παλιά σου κούκλα, ένα ξεχαρβαλωμένο αυτοκινητάκι.
Ενδεχομένως σε φάσεις οικονομικής δυσπραγίας να τα επαναχρησιμοποιήσεις εσύ ή κάποιος γνωστός σου. Τα πράγματα είναι πράγματα. Είναι υλικά και ψυχή δεν έχουν. Ψυχή τα δίνουμε εμείς, γιατί τα μπλέκουμε στην καθημερινότητά μας, με άλλα λόγια στη ζωή μας και τα κάνουμε επεκτάσεις της έωλης ύπαρξής μας από ανάγκη να αισθανθούμε πως κουβαλάμε ιστορία, γιατί αποκτήσαμε, χτίσαμε, αγοράσαμε, δημιουργήσαμε και άρα… Υπήρξαμε!

Όμως η επικινδυνότητα να γυρίσει όλο αυτό vice versa δεν είναι μικρή:  

Να σε κρατάει δέσμιο ένα παλιό παλτό στη ντουλάπα που με μαθηματική ακρίβεια δεν θα ξαναφορέσεις ποτέ, μα μόνο χώρο στα λίγα πολύτιμα τετραγωνικά του μικρού σου διαμερίσματος πιάνει.

Να σου στριμώχνουν την άνεση στην αποθήκη σου στοιβάζοντας ένα ανάπηρο παρελθόν μιας κολλημένης ζωής σε παρωχημένες ευτυχίες πράγματα τραυματισμένα και λειτουργικά ευνουχισμένα.

Να σε εγκλωβίζει η τράπεζα σε τέσσερα ντουβάρια μιας υποθηκευμένης επίπλαστης ευτυχίας που μπερδεύτηκε στο εγκεφαλικό σου λεξικό και σύγχυσε τις έννοιες «σπίτι» και «σπιτικό» που γεννάει ο φόβος των απλήρωτων δόσεων που επί της ουσίας είναι ανεκπλήρωτων ανθρωπίνων σχέσεων… 

Και οι αντίλογοι πολλά θα πουν. Οι εύθικτοι πολλά θα ισχυριστούν. Και κατά βάθος όλοι ξέρουμε πως τελικά ούτε δυο μέτρα δε μας αναλογούν. Ωστόσο θα διεκδικήσουμε τους κόπους και τους μόχθους μιας ζωής: ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας, ένα κομμάτι γης για τα γεράματα, μια μικρή παρακαταθήκη για τα παιδιά μας και τέλος πάντων υπάρχουν «εκείνοι» που προτιμούν να κλαίνε μέσα σε μια λιμουζίνα, παρά να γελάνε πάνω σε ένα ποδήλατο, αλλά και οι «άλλοι» που ισχυρίζονται ότι οι άνθρωποι φτιάχτηκαν για να αγαπιούνται και τα πράγματα για να χρησιμοποιούνται και πως ο λόγος που ο κόσμος βρίσκεται σήμερα σε χάος, είναι επειδή τα πράγματα αγαπιούνται, και οι άνθρωποι χρησιμοποιούνται!

Το χειρότερο είναι τα λόγια σου να λένε αυτό που λένε και οι «άλλοι», αλλά η ψυχή σου να μην έχει αποδεσμευτεί ποτέ από αυτό που προτιμούν «εκείνοι». Δεν είναι κακό! Αλλά παραδέξου το! 

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

Τρεις Εποχές…


Τα παιδιά της εποχής μου
δε μεγαλώσανε με corn flakes, αλλά με παπαρίτσες, με ψωμιά δλδ ή φρυγανιές Βοσινάκη βουτηγμένα στο γάλα και πασπαλισμένα με ζάχαρη κρυσταλλική…

Τα παιδιά της εποχής μου
αν και βρίσκουν cult τις ταινίες του Στάθη Ψάλτη, τις έχουνε δει όλοι ανεξαιρέτως και πέρασαν σίγουρα από το video club της γειτονιάς τους να νοικιάσουν το «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα», σιγοτραγούδησαν το «Με λένε Αλέξη, σε λένε Σοφία» και κοροϊδεύουν Γαρδέλη ή Πάνο Μιχαλόπουλο  όποιον βλέπουνε σήμερα με μπουφάν και σηκωμένα τα μανίκια ως τον αγκώνα…

Τα παιδιά της εποχής μου
δεν είχανε youtube, αλλά ένα κασετοφωνάκι -έστω και της κακιάς ώρας- και, όταν άκουγαν ένα τραγούδι που τους άρεσε, πατούσανε το rec κι εκείνο έγραφε μαζί με το τραγούδι, παράσιτα, διαφημίσεις, και εκφωνήσεις…

Τα παιδιά της εποχής μου
ακούνε Europe και Final Countdown και έχουνε εικόνα του Γκάλη, του Γιαννάκη και των άλλων παιδιών να σηκώνουν κύπελλο. Ακούνε Ρακιτζή και «Πες πως δε με γνώρισες ποτέ» ή Τρύπες και Ξύλινα Σπαθιά και techno και σαν ελατήρια σηκώνονται να θυμηθούνε τα παλιά πάνω στην πίστα με τα «άλλα παιδιά» της εποχής τους και σαν αρμός ο συνειρμός και ο ρυθμός ενώνει τους πιο αταίριαστους (τον καιρό του σχολείου)…

Τα παιδιά της εποχής μου
έχουνε ως terminus post quem νεότητας την έναρξη Mega και Antenna και θυμούνται τον Νικόλα Βαφειάδη ως ανταποκριτή στον πόλεμο του Περσικού, ακούνε από Σοφία Αρβανίτη «Αυτό το καλοκαίρι» και «Αχ Αλή Μπαμπά» από τον Σάκη Μπουλά και αυτομάτως το «το mega θυμάται» (!!!) και γνωρίζουν όλα τα σενάρια από τις Τρεις Χάριτες και τις ατάκες από τους Απαράδεκτους…

Τα παιδιά της εποχής μου
έχουνε όλα εκτυπωμένες φωτογραφίες με μια τούρτα στη μέση και τριγύρω κορίτσια και αγόρια ντυμένα με δίχρωμα μπουφάν fly, χακί ή μαύρο, με πορτοκαλί επένδυση, παπούτσια martens, τραχτεράκια ή μπότες Wehrmacht, πουκάμισα με βάτα και μαλλί κοκοράκι στη φράντζα ή χαίτη ή καπελάκι…

Τα παιδιά της εποχής μου
δεν έκαναν αναπάντητες, ούτε είχαν skype, emoticons και stickers στο viber ή στο fb, αλλά έκαναν τηλεφωνικές φάρσες με την ασφάλεια που έκρυβε η μη αναγνώριση κλήσης, έγραφαν γράμματα ανώνυμα στους παιδικούς τους έρωτες, έστελναν ραβασάκια, και  καρδιοχτυπούσαν στα παγκάκια χωρίς να πηγαίνουν απ’ τα 14 την γκόμενα στον μπαμπά και στη μαμά…

Τα παιδιά της εποχής μου
παίζανε στις γειτονιές τζαμί, ψείρες, αγαλματάκια και ζωγράφιζαν με αριθμούς τα πλακάκια του πεζοδρομίου με σπασμένο κεραμίδι και δεν κλεινόντουσαν πίσω από έναν υπολογιστή ολημερίς στο σπίτι παίζοντας bro

Τα παιδιά της εποχής μου 
πετούσανε τα νεογιλά επάνω στα κεραμίδια κάνοντας ευχές για καινούργια δόντια, είχανε bibibo και παίζανε «σπιτάκια» και «μαγαζιά»…

Τα παιδιά της εποχής του μπαμπά μου όμως
δεν είχανε ραδιόφωνο, αλλά κάνανε  καντάδες, ούτε martens είχανε, αλλά φορούσανε γουρουνοτσάρουχα, ούτε κοκοράκι, χαίτη ή καπελάκι το μαλλί είχανε, αλλά κουρεύονταν γουλί, ούτε ο Ρακιτζής τους ενώνει, αλλά σίγουρα ο Καζαντζίδης και ο Νίκος Ξανθόπουλος τους θυμίζει κάτι γονείς που ξενιτεύτηκαν στη Γερμανία -άλλοι με όνειρα και άλλοι με εφιάλτες- ούτε bibibo είχανε, αλλά κούκλες χειροποίητες, ούτε μπάλες του basket είχανε, αλλά μπάλες από τη φούσκα του γουρουνιού…

Όμως τα παιδιά της εποχής του μπαμπά μου
σπούδασαν κατ’ εξαίρεσιν και πολλά από αυτά βολεύτηκαν στο δημόσιο χωρίς ιδιαίτερες αξίες και ικανότητες και μάλιστα κάποια από αυτά με ελάχιστη εργασία!  

Τα παιδιά της εποχής μου όμως
μεγάλωσαν με το όνειρο του «χρυσού βραχιολιού» που σου χαρίζει το πολυπόθητο χαρτί του πανεπιστημίου, την φενάκη ταύτισης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και επαγγελματικής αποκατάστασης, την γκιλοτίνα και την ρετσινιά της αποτυχίας των πανελληνίων, τα λάθος κίνητρα περί εκπαίδευσης υψηλόβαθμης, τη σύγχυση μεταξύ παιδείας και εκπαίδευσης καθώς και περί παραγωγικότητας ανάμεσα στον πρωτογενή και τον τριτογενή τομέα, και σήμερα  στην πιο παραγωγική φάση της ζωής τους έχουνε καταδικαστεί να είναι άνεργα ή άεργα και να ζουν «εις βάρος» της προηγούμενης γενιάς, πόσω δε μάλλον της επόμενης, «έργο» που ξεκίνησε η προηγούμενη…

Άντε τώρα να διαλέξεις εποχή και να ισχυριστείς αν και ποια ήταν η καλύτερη…

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Κατά λάθος


-Καλημέρα Κωνσταντίνα!

-Καλημέρα Γιάννη!

-Τι κάνεις?

-Λάθη!

-!!!!!!... ε ωραία! Κάνεις λάθη, άρα υπάρχεις!

-Αμ δεν υπάρχω! Με τόσα λάθη ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΩ λέμε…

Διότι το λάθος ως νοήμων άνθρωπος το κάνεις μια φορά! Οι αρχαίοι άλλωστε το δις εξαμαρτείν δεν το συγχωρούσαν! Πού να γνώριζαν εμένα που κάνω μονίμως λάθη! Από τότε που γεννήθηκα! Κατά συρροή λάθη! Και δις και τρις και τετράκις και πεντάκις και πολλάκις εξαμαρτείν! Κοινώς: η ζωή μου ένα λάθος! Ποσάκις εξαμαρτείν να μου συγχωρήσει κανείς για το ίδιο θέμα όμως στο ίδιο μου το πρόσωπο?
Και μικρή έκανα λάθη. Και απροσεξίες. Όχι πολλές, αλλά καλές! Ξέρω βέβαια κάποιους χειρότερους από εμένα: έναν που είχε πέσει, «κατά λάθος», μέσα στον ασβέστη, όταν ήτανε μικρός, και χάρισε ατελείωτες ώρες αγωνίας στη μάνα του έξω από τον οφθαλμίατρο, ξέρω έναν άλλον που πασαλείφθηκε με γύψο και μετά βούτηξε «από απροσεξία» στα νερά και χρειάστηκε να τον κατεδαφίσουνε, αφού χτίστηκε και στέριωσε νωρίτερα από της Άρτας το γιοφύρι. Ξέρω «εμένα», το λελούδι, που στα δύο μου χρόνια είχα ανακαλύψει τον τενεκέ με το λάδι και την αντλία μαζί και έκανα «άθελά μου» τα έπιπλα της κουζίνας μαζί με το χαλί «χάλι» μαύρο και βαρκούλες στον ωκεανό, και μια άλλη φορά που ανακάτεψα όλα τα βάζα που είχαν ρύζι, φασόλια, φακές, μακαρόνια και αλεύρι (στο πάτωμα επίσης). Κάτι σε ιμάμ μπαϊλντί στο πιο λευκό του…
Λάθη δλδ όλοι κάνουμε. Και λάθος κινήσεις και λάθος χειρισμούς. Οι φράσεις κλισέ του τύπου «Λάθη όλοι κάνουμε», «τα λάθη είναι για τους ανθρώπους» ή η κάτω από τα δόντια δικαιολογία «κατά λάθος», «από απροσεξία», «αφαιρέθηκα», «μου διέφυγε», «δεν το πρόσεξα», «εκ παραδρομής» και όλα τα συναφή για κάποιο λόγο υπάρχουνε  και τις έχει ξεστομίσει λίγο πολύ ο καθένας, μία, δύο ή πολλές φορές στη ζωή του.
Άλλωστε το λάθος, λένε οι καλλιτέχνες, είναι ανώτερο της τέχνης, ενώ για τους γλωσσολόγους το λάθος προηγείται αυτού που ονομάζουμε πάθος στη γραμματική και εκείνο στο οποίο χρωστάμε την εξέλιξη της γλώσσας. Γενικά ωστόσο η στάση μας απέναντι στα λάθη, αφού ορίζονται ανθρώπινα και ως εκ τούτου μοιραίως αναπόφευκτα, είναι ή πρέπει να είναι επιεικής, να μην είναι τουλάχιστον αφοριστική και η συγχώρεση να έπεται του εύλογου θυμού που ακολουθεί μετά από τη διάπραξή τους?
Διότι υπάρχουν λάθη και «λάθη»! Υπάρχουν λάθη που δεν κοστίζουν ακριβά, υπάρχουν και λάθη που κοστίζουν μια ζωή, δυο ζωές, ολόκληρες γενιές. Υπάρχουνε λάθη που μπορεί να συγχωρεθούν, αλλά το ζητούμενο ίσως δεν είναι η συγχώρεση ή η αγνόηση. Γιατί συγχωρώ δε σημαίνει δε θυμάμαι, αλλά ότι θυμάμαι χωρίς να πονάω! Κι όταν τα λάθη συμβαίνουν από απροσεξία, από αφηρημάδα ή εκ παραδρομής κουβαλούν άλλοθι. Εάν είναι εσκεμμένα όμως... τι κουβαλούν πέρα από τύψεις σε αυτόν που τα έπραξε? Επιπλέον, άλλο το λάθος που διορθώνεται με δυο σταγόνες μελάνι και άλλο το λάθος που «διορθώνεται» χύνοντας κανείς πολλές ρανίδες αίμα.
Τέλος πάντων! Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω! Γι’ αυτό βάλλομαι εναντίον εμού! Γιατί ώρες ώρες μόνο την καμπούρα του μπροστινού μου βλέπω και όχι τη δική μου και κάποιες «άλλες ώρες» αισθάνομαι ότι στις φλέβες μου δεν κυλάει αίμα, αλλά μελάνι κόκκινο!

Συγνώμη! Κατά λάθος… 

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Κάποιο άγαλμα που μ’ είδε...


Αυτά τα αγάλματα καμιά φορά τα λυπάμαι που μένουν μέσα στην ακινησία την αιώνια, βρέξει, χιονίσε! Είχα πάντοτε την απορία πώς δεν πάσχουν από αυχενικό! Δεν έχω δει κανένα άγαλμα με κολάρο ωστόσο, ούτε να τρέχει για φυσικοθεραπείες και βελονισμό. Στέκονται απλά σαν στήλες άλατος. Λες και έμειναν ενεοί από κάποια έκπληξη που έπαθαν!
Αν το καλοσκεφτείς, μπορεί και να έπαθαν: κι ο Κασομούλης με το μποτιλιάρισμα της Αγγελάκη, και ο Μέγας Αλέξανδρος στην παραλία χαζεύοντας προς Ανατολάς ό,τι κακό συναπάντημα μαζεύει ο βρόμικος πια Θερμαϊκός, και ο ναύαρχος Βότσης λίγο πιο κάτω προς Δυσμάς επιβλέποντας τους νεαρούς στα καφωδεία της παραλιακής, και ο Χρυσόστομος Σμύρνης στην Αγίας Σοφίας μαλώνοντας τον κόσμο που σύνδεσε το όνομά της με την κατανάλωση!
Άλλωστε, είναι να μην εκπλήσσεσαι όταν σε αναγνωρίζουν μετά θάνατον και ακόμα χειρότερα όταν δε σε γνωρίζουν καν οι διαβάτες και σε προσπερνάν αδιάφορα? Έφυγαν με τις χειρότερες προϋποθέσεις, κι εμείς με το στανιό να τους ανα-στήσουμε και να τους στήσουμε στο κέντρο μιας άδειας πλατείας. Ή στον τοίχο! Τον Μεγαλέξανδρο χωρίς τον Ηφαιστίωνα από δίπλα, τον Κασομούλη να αναζητά τη Φιλική που μετατράπηκε σε Εχθρική, τον Βότση να ψάχνει για θωρηκτά χωρίς την επέλαση του δωδεκάποντου σε γαμογκαλά συνεστιάσεις, και τον Χρυσόστομο Σμύρνης να απορεί που ο κόσμος πλέον «συνωστίζεται» για άλλους λόγους και ψάχνει τη σωτηρία του στη φυγή που χαρίζει το shopping και όχι η Ελλάδα.
Κόπτεται ο Νεοέλληνας για την ένδοξη πατρίδα του και το ενδοξότερο παρελθόν του, υπονομεύοντας η παντελής άγνοιά του το μέλλον του. Περηφανεύεται για τη γλώσσα του, κι ας την κατακρεουργεί ως ορκισμένος ανορθόγραφος. Κοκορεύεται για την ιστορία του, αλλά την αγνοεί. Ζητάει πίσω τα αρχαία αγάλματα που του ανήκουν, αλλά τους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία τα περιφρονεί. Επικαλείται προσωπικότητες-σύμβολα των οποίων τον βίο και την πολιτεία δεν   κατανοεί, αλλά κάποιοι του γέμισαν το κεφάλι με περισσό εγωισμό, μετατρέποντας τον πατριωτισμό σε εθνικισμό να βαφτίζει τα παιδιά του με αρχαιοελληνικά ονόματα, να ζωγραφίζει ανεξίτηλα με tattoo στο σώμα του πανοπλίες και σάρισες και να μισεί αλλόθρησκους, αλλόφυλους και αλλοεθνείς!
Ο Αιγέας συνδέθηκε απώτερα με την Aegean, ο Ίκαρος με τον εκδοτικό οίκο, ο Δαίδαλος έγινε απλώς συνώνυμο του περίπλοκου, και ο Σίσυφος του επίμοχθου έργου. Προσωπικότητες που δε συναντήθηκαν ποτέ στα σοκάκια της ιστορίας ή που υπήρξανε άσπονδοι εχθροί, συμφιλιώθηκαν σε γωνίες οδωνυμίων, όπως ο Αριστοτέλης με τον  Τσιμισκή, και ο Ευριπίδης με τον Αριστοφάνη!
Τα αγάλματα και οι ονοματοδοσίες είναι οι τύψεις που κυνηγούν την κοιμισμένη κυρίως –ίσως καμία φορά από σπόνδα ξάγρυπνη- συνείδηση ενός λαού, όταν στριφογυρίζει βασανιστικά στα αιματοβαμμένα του σεντόνια. Είναι πληγωμένες εξεγέρσεις και τσαλαπατημένα φρονήματα, εθνικά ή μη, κυρίως όμως εθνικιστικά. Κατάλοιπο απόκοσμο, σαν έρχεται από το ξεθωριασμένο παρελθόν και διεισδύει τόσο βαθιά στο DNA, γενεές δεκατέσσερις. Εξιλέωση, από προσωπικότητες-σύμβολα, που για άλλους είναι απλά «κάτι αγάλματα»: αρχαία, νέα, ύστερα! Για άλλους όμως κόποι και βραβεία ζωής, όπως για τον Απάρτη, τον Μουστάκα, τον Καλεβρά ή για τον Δημητριαδη τον Αθηναίο.

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Σουλάτσα...


Η αδυναμία είναι λύτρωση και δέσμευση. Απελευθερώνει το εγώ σου και σε υποτάσσει στην υπηρεσία κάποιου άλλου. Τον κοινωνείς και τον μεταλαμβάνεις σαν να είναι ο άλλος εσύ και εσύ ο άλλος. Δεν γίνεσαι εγωκεντρικός. Έχεις και κάτι «άλλο» να σκεφτείς έξω από εσένα. Ωστόσο είναι και δεσμά. Είναι σαν το λουρί που αισθάνεται ο σκύλος πως έχει στο λαιμό του, όταν θέλει να τρέξει και να γαβγίσει. Τότε, που νιώθει πως έχει δύναμη να φοβερίσει τον εχθρό, να του δείξει τα δόντια του και να του θυμίσει τη δύναμη που έχει. Μα το λουρί τον κόβει. Του λέει «γύρνα πίσω! Μέχρι εδώ μπορείς!».
 Έτσι είναι οι αδυναμίες σε αυτόν τον κόσμο. Όσο ανεξάρτητος κι αν νιώθεις, όσο δυνατός για να κάνεις το «δικό σου», τη ζωή σου, τα πρέπει σου, το πρόγραμμά σου, να δείξεις τα δόντια σου και το κοφτερό σου μυαλό, κάτι υπάρχει που σου θυμίζει πως δεν μπορείς να του πεις «όχι», πως δεν μπορείς να προχωρήσεις χωρίς να εκπληρώσεις την επιθυμία του αφεντικού-αδυναμία σου.
Το «όχι» συνθλίβεται όπως το κύμα επάνω στα βράχια. Το «ναι» είναι το πασαπόρτι που θα σε περάσει στην ομορφότερη φάση της μέρας σου, ακόμη κι αν υποθηκεύει το μέλλον σου. Οι αδυναμίες (στη σοκολάτα, στον τζόγο, στον έρωτα, στο θερμιδογόνο φαγητό, στο παιδί σου, στους γονείς σου...)  δεν είναι κακό να υπάρχουν, απλά είναι καταστροφικές, αν κυριαρχήσουν πάνω από το προσδόκιμο ζωής τους…
Και δυστυχώς ή ευτυχώς ο άνθρωπος δεν ξεχειλίζει μόνο από λογική, όπως λένε, και όχι, δεν είναι τα πάντα στο μυαλό! Πολλά, ίσως και περισσότερα βρίσκονται και στην καρδιά. Κι όταν η λογική σου λέει «φύγε», η καρδιά σου λέει «μείνε», εσύ σαν τον ηλίθιο αρχίζεις να πηγαινοέρχεσαι χωρίς σταματημό!

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Ερεισίνωτο!


Το αποφάσισα τελικά! Το έπιπλο που μισώ είναι η καρέκλα. Ούτε ο μπουφές πάνω στον οποίο σκοντάφτω σαν τον μπούφο, ούτε η πολυθρόνα που αναπαύει τις κουρασμένες μου σκέψεις και τις αγκαλιάζει στοργικά με τα δυο της μπράτσα, ούτε ο καναπές που μου βουλιάζει τις σκοτούρες, ούτε το τραπέζι που με ταΐζει κάτι ψίχουλα υπομονής, φυσικά επ’ ουδενί η βιβλιοθήκη που μου υπενθυμίζει την άγνοια και το πόσο ακαλλιέργητη είμαι, σε καμία των περιπτώσεων το κρεβάτι που ό,τι και να κάνω με συγχωρεί κάθε βράδυ και με παίρνει αγκαλιά χαϊδεύοντάς με ώσπου να με παραλάβει ο Μορφέας, ούτε η συρταριέρα που συμμαζεύει την ακαταστασία της καθημερινότητας και του μυαλού μου (αν έχω…).
Την καρέκλα μισώ! Γιατί με καθηλώνει. Μου λέει: «Δούλεψε σκλαβάκι, εδώ δέσμια και μην τολμήσεις να κουνηθείς!». Μου καθίζει τον κορμό κάθετα στα μισά μου πόδια και τα άλλα μισά τα αφήνει να κρέμονται. Να αιωρούνται. Στο κενό. Με κάνει να αισθάνομαι πώς είναι να χάνεις τη γη κάτω από τα πόδια σου.  Στήνει το κορμί μου σαν είναι δυο Γάμα Κεφαλαία και κολλημένα καρκινικά δλδ! Επιπλέον μου  καλλιεργεί και τον εγωκεντρισμό, γιατί είναι περιστρεφόμενη. Διαθέτει έναν κεντρικό άξονα, που ονομάζεται «Εγώ» και γύρω από τον οποίο μπορώ για ώρες ατελείωτες να περιστρέφω τον εαυτό μου. Ενίοτε και τους άλλους. Αλλά πάντα γύρω από τον άξονα «Εγώ».
Και τώρα που το σκέφτομαι, αν είσαι και δάσκαλος και όχι Δάσκαλος (?), σου δίνει και δικαιώματα να μιλάς από καθέδρας! Να την και η απολυταρχία!
Συν τοις άλλοις, η καρέκλα είναι και πιεστική. Μου πιέζει τους σπονδύλους. Κατά τ’ άλλα οι καθαρευουσιάνοι την είπαν «ερεισίνωτο»… Δήθεν γιατί στηρίζει τα νώτα! Λες και μπορεί να σε προστατεύσει κανείς από τις πισώπλατες μαχαιριές, από αυτές που πέφτουν, όταν κάθεσαι σε μια «καρέκλα».
Η καρέκλα γενικά είναι εγωιστικό πράγμα. Καλλιεργεί τη φιλαυτία. Όλα για μια καρέκλα γίνονται. Είτε είναι θρόνος, καρέκλα εξουσίας, είτε θεσούλα δημοσίου. Και τη θέλει ο άνθρωπος. Τρελαίνεται. Αυτό που δεν έχει καταλάβει είναι ότι οι καρέκλες όσο εξουσιαστικές κι αν είναι, κάποια στιγμή τρίζουν. Και κάποια στιγμή η ζωή τα φέρνει έτσι που όχι απλά μπορεί να την μετατρέψει σε ηλεκτρική, αλλά σε κάτι χειρότερο: αναπηρική!

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Αστοχία


Έκανα μαθήματα ιστιοπλοΐας για να μπορώ να καταλαβαίνω τους στίχους του Καββαδία…

Πήγα στον προσκοπισμό με σκοπό να μάθω να στήνω σωστά τη σκηνή στο κάμπινγκ και τα ανεμοδαρμένα μου στους εγκρεμνούς σχέδια…

Ξεκίνησα χορό ώστε να μπορώ να συντονίζω το χρόνο μου και να οριοθετώ τον χώρο μου ανάμεσα σε άλλους ώστε να την κάνω με ελαφρά πηδηματάκια…

Γράφτηκα στη σχολή καταδύσεων με απώτερο στόχο να αποβάλω τη φοβία μου, όταν τσαλαβουτάω στα δύσκολα…

Πήγα στο βουνό για σκι ώστε να γλιστράω ανάμεσα στα εμπόδια της ζωής με slalom κινήσεις και να τα παρακάμπτω έστω και ξώφαλτσα…

Προπονήθηκα στην ορειβασία για να τσαλαπατάω τις δυσκολίες, όταν γίνονται βουνό…

Έμαθα να παίζω τένις για να μπορώ να αντικρούω αυτομάτως και δίχως πολλή σκέψη τα αληθοφανή, αλλά μάλλον σαθρά επιχειρήματα των άλλων…

Υπήρξα αθλήτρια ενόργανης, γιατί η ζωή χρειάζεται σάλτα για να επιβιώσεις και να αποφύγεις το salto mortale

Έπαιζα πολλά χρόνια μπάσκετ για να σκοράρω στο καλάθι τρίποντα και να ταπώνω όσους μου τη βγαίνουν μονίμως με έπαρση…

 Και λιώνω τα αθλητικά μου παπούτσια στο τρέξιμο για να το βάζω στα πόδια, όταν με κυνηγούν οι τύψεις….

Τελικά... από τους αρχικούς σκοπούς μου τίποτα δεν πέτυχα! Το μόνο που κατάφερα ήτανε να με φωνάζουν «Θεοπούλα»!  :) :) :) 



Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Ευρωπαϊκή Ένωση




Κεφάλαιο: «Μέλη»
1+1=7x2=64...Δεν τα λέω καλά? Αφού ο παππούς μου από την πλευρά της μητέρας μου έχει 7 αδέρφια. Η γιαγιά μου από την ίδια πλευρά έχει 8 αδέρφια. Ο μέσος όρος παιδιών του καθενός από τα αδέρφια είναι 2, τα οποία όλα πλην ενός είναι παντρεμένα και έχουν από 2 παιδιά! Ερώτησις 1η: πόσο μεγάλο είναι το σόι μου από πλευράς της μητέρας μου? Πιάστε κομπιουτεράκια και υπολογίστε! Εμείς έχουμε σταματήσει το μέτρημα. Το μόνο που κάνουμε είναι να αναρωτιόμαστε γιατί είναι παροιμιώδης του Κουτρούλη ο γάμος και όχι του Μαγκούφη! Που όπως αποδεικνύεται, μόνο Μαγκούφη δεν τον λες τον προπάππο μου… Διότι,  κάθε 9 με 12 μήνες έχουμε τουλάχιστον έναν γάμο, αν όχι βάφτιση! Ερώτησις 2η: Φταίω εγώ που με λένε Βασίλω για το όπου γάμος και χαρά? Βασίλης ήτανε ο προπάππος μου και Ελένη η προγιαγιά μου. Έχουμε έναν Βασίλη, μία Βασιλική και πέντε Ελένες. Τη χάρη της Βασίλως όμως την έχουνε όλοι, διότι…

Κεφάλαιο: «Κοινοβούλιο-Επιτροπές-Συμβούλια»
…τους γάμους κάποτε τους κάναμε χωρίς λίστες. Α λα παλαιά! Καθόταν ο καθένας όπου έβρισκε. Τώρα, σε «εκπολιτισμένα» μαγαζιά, που δεν είναι το καφενείο του παππού του Βασίλη, μήτε η ταβέρνα, αλλά τα κτήματα συνεστιάσεων,οι αίθουσες συνεδριάσεων και τα συναφή, δίνουμε λίστες με ονόματα για να καθίσουμε σε τραπέζια! Ματαιότης ματαιοτήτων! ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΚΑΘΕΤΑΙ ΠΟΤΕ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ! «Γκιζιρνούμι»* από θέση σε θέση σαν να παίζουμε τις μουσικές καρέκλες! Επιπλέον…

Κεφάλαιο: «Κινητικότητα-Σταθερότητα»
…πέρα από τους γάμους, έχουμε όλοι ένα άτυπο ραντεβού κάθε Χριστούγεννα, Πάσχα και Δεκαπενταύγουστο στο ορεινό μας χωριό και θα πρέπει να υπολογίζουμε πολλές στρωματσάδες, καζάνια με φαΐ και πολλά ταψιά με πίτες χωριάτικες. Σαν βγούμε έξω, έστω οι μισοί έχουμε ρεζερβέ τουλάχιστον τη μισή καφετέρια ή ταβέρνα και γενικά η βόλτα στα σοκάκια του χωριού θυμίζει διαδήλωση του ΚΚΕ. Κατά τι περισσότεροι φυσικά από τη συντροφική παράταξη…

Κεφάλαιο: «Ισονομία, Ισηγορία, Ισοπολιτεία και Ανθρώπινα Δικαιώματα»
Συζητάμε... Τρόπον τινά! Διότι η πολυλογού -μαντέψτε!- δεν είμαι εγώ. Πολλές φορές έχουνε γίνει αναρίθμητες προσπάθειες να καθίσουμε όλοι αντάμα και να πούμε τα νέα μας ή τις απόψεις μας, αλλά τελικά περισσότερο θυμίζουμε χάβρα Ιουδαίων. Καταλήγουμε πηγαδάκια, πηγαδάκια, πηγαδάκια, κι ο Θεός να σε φυλάει μην πέσεις σε κανένα μέσα!!! Μιλάει ο ένας και δεν προλαβαίνει ποτέ να ολοκληρώσει. Να πάρει σειρά? Από και κλείεται! Διότι έχει πολλές πιθανότητες να τον διακόψει κάποιος άλλος που θέλει να μιλήσει επάνω στη φωνή του άλλου και να πει τα δικά του. Ήτοι, όλοι έχουμε δικαίωμα να διακόψουμε τον άλλον!

Κεφάλαιο: «Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, Αναπτυξιακά πακέτα ΕΣΠΑ»
Όλοι οι θείοι είναι πια συνταξιούχοι! Τώρα αρχίσανε και τα ξαδέρφια… Ο αγαπημένος όλων κι ο μέντορας πιο όλων είναι ο θείος από την Αμερική που ζει εν Αθήναις και όχι στην Αμερική, αλλά έχει όλες τις ιδιότητες ενός θείου από την Αμερική! Κανείς δεν κάνει κίνηση στη ζωή του, εάν πρώτα δεν υποβάλει αίτηση και δεν πάρει έγκριση για κινήσεις οικονομικές, πολιτικές και κατ’ επέκταση κοινωνικές! Παρίσταται παντού και πάντα, τρώει ΤΟ δούλεμα από όλους, τον αγαπάνε απαξάπαντες, αγαπάει τους πάντες, αλλά αποδίδει τα του Καίσαρος των Καίσαρι… κάτι σαν το Διεθνές (και όχι απλά το Ευρωπαϊκό) Δικαστήριο της Χάγης!

Κεφάλαιο: «Συμμαχίες-ΝΑΤΟ»
Όχι βέβαια! Ποιος μίλησε μόνο για υπερβάλλουσα και ξεχειλίζουσα αγάπη! Πέφτουν και μαχαιριές! Απλά δεν είναι πισώπλατες! Διότι θα σου την πετάξει ο άλλος με τέτοια ταχύτητα μέχρι να πεις «κύμινο», άρα δεν προλαβαίνεις να την φας στην πλάτη! Πέφτει κατάστηθα!


Το περασμένο, λοιπόν, Σάββατο νυμφεύσαμε τον χαμογελαστό μας Γιαννάκη με την πιο χαμογελαστή Ευρώπη, ους ο θεός συνέζευξε άνθρωπος μη χωριζέτω: εν ολίγοις ο γάμος μπορεί να ονομαστεί Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου συγκεντρώθηκαν οι G15 και είχε όλα τα χαρακτηριστικά της οικονομικής και πολιτικής ένωσης:
- Ήμασταν όλοι κουστουμαρισμένοι
-Υπήρχανε δείπνα και γεύματα
-Μας χαρακτήριζε μια πολυγλωσσία, καθώς οι μισοί, πριν πάνε στο τραπέζι, «πεινούσανε» και οι άλλοι μισοί «πεινάγανε»
-Η πολιτική συζήτηση πήγαινε σύννεφο, αλλά τα προβλήματα δε λύθηκαν, απεναντίας μπερδεύτηκαν κι άλλο
-Οι μισοί μιλούσαν από θέση ισχύος, συνταξιούχοι γαρ
-Το προλεταριάτο φωνασκούσε σαν την υποψήφια κυβερνώσα αριστερά που ποτέ δε θέλει να κυβερνήσει, αλλά επαναστατεί εν τέλει αναίμακτα και μια χαρά δέχεται τα δανεικά κι αγύριστα από τους δυνατούς κεφαλαιούχους της Δύσης….
-Τι άλλο να σας πως για να σας πείσω πως είμαστε μια Ένωση με όλα τα συμπαρομαρτούντα?

Γιάννη και Ευρώπη ΝΑ ΖΗΣΕΤΕ και σας ευχαριστούμε πολύ για το υπέροχο Σαββατοκύριακο!
 Να ‘μαστε πάντα καλά και να ανταμώνουμε!

*γυροβολάμε 


Ένα μικρό αφιέρωμα στο πολυαγαπημένο μου σόι:


Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Έκθεση: Πώς πέρασα το καλοκαίρι;


Φέτος το καλοκαίρι δεν έμοιαζε με τ’ άλλα! Ήτανε ξεχωριστό. Πολύ ξεχωριστό. Πρώτ’ απ’ όλα έβρεχε συνέχεια και παντού. Ήτανε ένα κακοκαίρι. Το θερμόμετρο δεν έπιασε σχεδόν καμία μέρα καύσωνα και οι μπόρες εναλλάσσονταν αρμονικά με τους κατακλυσμούς, τους καταποντισμούς και τα ψιλόβροχα. Οι διακοπές από τη δουλειά δεν κράτησαν πολύ. Η δουλειά ήτανε πολλή, η εφορεία όμως περισσότερη. Η ευφορία αντιστρόφως ανάλογη προς την εφορεία.  Δουλεύαμε όλοι πολύ και σαν οικογένεια βρισκόμασταν λίγο έως καθόλου, όπως κάνουν όλες οι οικογένειες που σέβονται τον εαυτό τους στις εκπολιτισμένες δυτικές κοινωνίες, οι οποίες διασκεδάζουν μόνο κάθε Σάββατο στο super market! Ωστόσο, ότε και αν βρισκόμασταν, τρωγόμασταν και μαλώναμε, γιατί είχαμε όλοι νεύρα από τη δουλειά και από ανούσια πράγματα που αν είχαμε σοβαρότερα, με αυτά δε θα ασχολιόταν κανείς και ποτέ. Μερικούς ανθρώπους όμως η ζωή τούς χαρίζει τέτοια γκρίνια και τέτοια αχαριστία που τους στερεί παραπάνω μυαλό ώστε να καταλάβουν πως υπάρχουν πολύ χειρότερα…  
Επιπλέον, οι διακοπές έγιναν με φειδώ. Αλλά και με φίδια. Από αυτά που τρέφεις στον κόρφο σου. Οι διακοπές πιο πολύ μοιάζανε με κοπές. Κάναμε κάτι διαλείμματα από χαζοπαρεξηγήσεις, ζήλιες και μπερδέματα. Ξεκινήσαμε και το ψάρεμα. Μάθαμε να ψαρεύουμε πληροφορίες από τους συνομιλητές μας, να βγάζουμε λαβράκια από τις συζητήσεις και να ψήνουμε το ψάρι στα χείλη σε ανθρώπους που ισχυριζόμαστε ότι αγαπάμε. Μετά ζητήσαμε συγνώμη και θέλαμε να έρθουν όλα στη θέση τους!
Το καλοκαίρι όμως τελείωσε. Και τολμώ να πω πως έχω παρατηρήσει το εξής: το φθινόπωρο δε δίνει περίοδο χάριτος σχεδόν ποτέ στο καλοκαίρι. Δεν του δίνει ούτε τόσο από τον χρόνο του. Έγραψε το ημερολόγιο «Σεπτέμβρης», το Καλοκαιράκι παίρνει τις ξαπλώστρες του, κλείνει τις ομπρέλες του, διπλώνει τις πετσέτες του, ξεκρεμάει από τους πασσάλους τις αιώρες του, μαζεύει τα κουβαδάκια του και «μπρος!» για άλλες παραλίες. Μετακομίζει στο νότιο ημισφαίριο.
Απλά ευελπιστώ πως το κλίμα μας εδώ θα γίνει κάποια στιγμή τροπικό σαν αυτό της Κούβας, όπου θα έρχονται όλοι οι τουρίστες από τις βόρειες χώρες να κάνουν πάμφθηνες διακοπές. Οι θερμοκρασίες θα γίνουν σταθερά όλον τον χρόνο 20-30 βαθμούς Κελσίου. Οι παραλίες μας και δη η Χαλκιδική δε θα ζηλεύει τίποτε από την Καραϊβική. Τα αυτοκίνητά μας δεν θα τα αλλάζουμε, γιατί προσεχώς, σε 30 χρόνια θα γίνουν αντίκες και δη ανεκτίμητης αξίας. Τα σπίτια μας θα ανήκουν όλα στο Κράτος (εν Κράτει), δλδ στις Τράπεζες. Εκτός από τις φοιτητικές λέσχες θα τρώμε, θα πίνουμε, αλλά και θα ψωνίζουμε και οι υπόλοιποι –μη φοιτητές- με κουπόνια (Groupon, goldendeals κλπ), ωστόσο θα χορεύουμε και θα διασκεδάζουμε ξένοιαστοι στα καφέ της Νέας Κούβας. Το μόνο που θα μας λείπει θα είναι ένας Τσε και ένας Φιντέλ!

Καλό Χειμώνα



Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Σας αγαπώ γιατί είστε ωραίοι...


Όταν ήμουνα μικρή ο μπαμπάς μου μου τραγουδούσε ένα τραγούδι που έλεγε «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία, σ’ αγαπώ γιατί είσαι συ...τραλα λα ...κι αγαπώ όλον τον κόσμο, γιατί ζεις κι εσύ μαζί»! Τότε ήμουνα τριών. Όταν έγινα δεκατριών, αλλά και είκοσι τριών εξακολουθούσε και μου το έλεγε με το ίδιο πάθος...Τώρα που είμαι κάτι παραπάνω από τριάντα τριών εξακολουθεί και μου το τραγουδάει σαν να είμαι όχι είκοσι τριών, ούτε δεκατριών, αλλά τριών! «Ευχαριστώ πολύ μπαμπά» θα ήθελα να του πω, αλλά μεγάλωσα!
Δε νομίζω βέβαια ότι ως γνήσιος μπαμπάς ποτέ θα το καταλάβει αυτό! Διότι όσο μεγαλώνω εγώ, μεγαλώνει σαφώς κι εκείνος και έτσι η ηλικιακή απόσταση μεταξύ μας ποτέ δε μειώνεται, αλλά διατηρείται σταθερή. Πάντα όμως προσπαθούσα να καταλάβω αυτό το «Αγαπώ όλον τον κόσμο, γιατί ζεις κι εσύ μαζί». Και αναρωτιόμουνα τι αποθέματα ψυχής πρέπει να έχει κάποιος προκειμένου να φτάσει να αγαπάει όλον τον κόσμο.
 Μέχρι που...άρχισα να καταλαβαίνω ότι υπάρχει μια ομορφιά γύρω μου. Έστω και μέσα στην ασχήμια και τη βουβαμάρα, μέσα στην ανυπόφορη, όπως μας την κάνανε και κάναμε ζωή μας, ανακαλύπτεις μια καθημερινότητα που αξίζει μια ματιά, έστω θολή, έστω μισή, με την άκρη του ματιού σου. Ανακαλύπτεις πως υπάρχει μία επαρχία που βρίσκεται στην εποχή της καρποφορίας, υπάρχουν αγρότες που τρέχουν πανικόβλητοι από χωράφι σε εργοστάσιο και από εργοστάσιο σε συνεταιρισμό. Υπάρχει ένας κόσμος που χαιρετίζει το γεγονός ότι δουλεύει και που ευγνωμονεί το ότι έχει ψωμί. Υπάρχει ένας κόσμος που κάποτε γκρίνιαζε  για την πολλή δουλειά και τώρα απλά ευχαριστεί. Υπάρχει ένας κόσμος που σηκώνει το κεφάλι να πει μια καλημέρα στο γείτονα, γιατί πλέον δε βιάζεται σαν παλαβός και δεν τρέχει ασκόπως μην παρατηρώντας ποιος περνάει από δίπλα του.
Μου αρέσει που αυτός ο κόσμος δίνει σημασία στην καθημερινότητα. «Καθημερινότητα» παρακαλώ. Επαναλαμβάνω! Όχι ρουτίνα! Γιατί μπορεί «ο βίος ο ανεόρταστος» να είναι «μακρά ζωή απανδόκευτος», αλλά αν βρεις το νόημα στο κάθε μέρα, κάνεις τη ζωή σου πιο ανεκτική και τη δύναμή σου πιο ανθεκτική. Στο κάτω-κάτω αυτό που μετράει πιο πολύ δεν είναι η ανατολή του ηλίου? Δεν  είναι η καλημέρα στον αγουροξυπνημένο-έστω και κουτσομπόλη γείτονα? Και δεν είναι το ότι ξυπνάς με στόχο? Να πας στην προγραμματισμένη σου δουλειά? Να δουλέψεις, να κουραστείς, να αναζητάς το κρεβάτι σου στην μεσημεριανή σου σιέστα? Να αποκτήσει νόημα ο απογεματινός σου ο καφές, και το ποτό το βράδυ...?
Βαρέθηκα τη γκρίνια του κόσμου! Μαζί και τη δική μου! Το μόνο πράγμα που στη ζωή βαρέθηκα είναι η γκρίνια. Να φοβόμαστε τη δουλειά, να επιδιώκουμε την τεμπελιά, αλλά ταυτόχρονα να επιζητούμε τα πολλά λεφτά. Να βουλιάζουμε στον καναπέ καίγοντας τον εγκέφαλο και να εξακολουθούμε να πιστεύουμε στο θεό της ενημέρωσης, μια πανηλίθια εφεύρεση που καίει και εξηλιθιώνει τα εγκεφαλικά μας κύτταρα.
Η ζωή όμως, φίλε μου, περνάει έξω από το παράθυρο: είναι στο γήπεδο παρέα με μια μπάλα ή στους δρόμους πάνω στις ρόδες ενός ποδήλατου, είναι στο βουνό με ένα σακίδιο στην πλάτη, είναι στις αλμυρές μας θάλασσες με φύκια και κοράλλια μπλεγμένα στα μαλλιά, είναι στο χωριό παρέα με τη γιαγιά που φτιάχνει  πίτα ή με τον παππού που σου λέει ιστορίες πολέμου τσούζοντας ένα τσιπουράκι στον καφενέ, είναι παρέα με το μπαμπά που κάθεστε μαζί  κάτω από το κιόσκι ζωγραφίζοντας πίνακες, είναι με το φίλο που του λες τον πόνο σου γερμένος στον ανακουφιστικό του ώμο και κείνος σου χαρίζει χαρτομάντιλα...
 Είναι πιο πέρα, στα παιδιά της γειτονιάς σου που τρέχουνε πίσω από μια μπάλα ξένοιαστα πια από τους χειμερινούς σχολικούς εφιάλτες. Και είναι σε κάτι παππούδες που ‘ναι καθισμένοι στα παγκάκια και στηρίζονται σε μπαστούνια συζητώντας με περισσό πάθος τον Προκρούστη που τους πετσόκοψε τη σύνταξη....
Αυτήν την καθημερινότητα δεν έχουμε παρά να τη λατρέψουμε σαν θεό μας. Και προσωπικά δεν μ’ έκανε να βαρεθώ. Δεν είμαι ικανή να κάνω τη ζωή μου ρουτίνα. Περιμένω να ξημερώσει εναγωνίως η επόμενη μέρα και γυρεύω λίγες ώρες από εκείνη παραπάνω για να ξεπεράσω το 24ωρο που μου είναι λίγο!
Και κάπου εκεί ήταν που κατάλαβα –θαρρώ- τον μπαμπά γιατί αγαπά όλον τον κόσμο! Γιατί είναι ένας πολύ δραστήριος συνταξιούχος που ασχολείται με σαράντα δώδεκα πράγματα ταυτόχρονα και δεν παύει ποτέ να είναι φιλομαθής και φιλοπρόοδος. Γιατί είναι καλά μέσα του. Άρα είναι καλά και με τους γύρω του! Και αγαπά κι όλον τον κόσμο γιατί ζω κι εγώ μαζί!
Καλημέρα. Σήμερα είναι μια καινούργια μέρα!






Τα ξαναλέμε μετά τις διακοπές...

Μπορεί να μουχλιάσαμε και να μουλιάσαμε από τη βροχή, αλλά ό,τι και να γίνει το καλοκαίρι είναι μπροστά. Εγώ φεύγω. Πάω να «βαρεθώ» δουλεύοντας πολύ φέτος και διακοπεύοντας λίγο! Αλλά έχω μια λαχτάρα! Χρόόόόόόόνια τώρα μια ζουζουνιά  θέλω να κάτω σ’ αυτήν τη θάλασσα (πειραματικά):
 Να την αδειάσω! Να κάνω κάτι για να στερέψει. Θα ήθελα να έχει σαν την μπανιέρα μου μια τάπα και να την τραβήξω. Να δω το νερό της να στροβιλίζει, να γυρίζει, να στροφάρει γρήγορα πολύ και να τραβήξει στο σιφόνι της όλο το νερό και να απομείνουν «έξω απ’ τα νερά τους» τα πάντα: φύκια, κοράλλια, καράβια, κολυμβητές, φάροι, λιμάνια, ψάρια, δίχτυα, μπετονιές, βότσαλα, αρμυρίκια, βράχια.... Θέλω να δω τη γύμνια της. Να δω τον κόσμο χωρίς εκείνη. Να δω πώς θα ‘ναι ο κόσμος χωρίς τα ηλιοβασιλέματά της. Να αδειάσουν οι ωκεανοί, να χαμηλώσουν τα βουνά, τα σιωπήσουν τα γλαροπουλιά, να μη γυαλίζεται σ’ αυτήν το ασημένιο μας φεγγάρι, μήτε τα άστρα, κι ουρανός να μη γίνει ποτέ ξανά γαλάζιος.... Δεν μπορείτε καν το φανταστείτε ε? Είδατε λοιπόν που η ομορφιά της ζωής βρίσκεται στα μικρά μα τόσο μεγάλα καθημερινά και δεδομένα?

Καλό καλοκαίρι παίδες! Τα λέμε πιο μαυρισμένοι... (όχι απ’ το κακό μας, μα απ’ τον ήλιο)

Πλααααααατς!!!!!