Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Μ.Μ.Ε. = Μη Μιλάς Ελευθέρα




Αν με στεναχωρεί κάτι σε αυτή τη χώρα είναι που δεν έμαθε ποτέ να ξεχωρίζει ποιος θέλει το κακό της και ποιος είναι προδότης της. Κι αν με εξοργίζει κάτι ακόμη περισσότερο είναι που οι πολίτες της ως αμαθείς ξεκινούν την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων τους, ως ημιμαθείς συνεχίζουν να «πολιτεύονται» και ως αδιάφοροι εξακολουθούν να ψηφίζουνε. Καμία επαφή με όσα γίνονται. Καμία ευθύνη για όσα βιώνουνε. Κι αν η άσκηση του πολιτικού δικαιώματος ως ψηφοφόρου είναι ένα κεκτημένο για το οποίο χύθηκε πολύ αίμα, αλλά και κατακτήθηκε με αγώνες στους οποίους χύθηκε επίσης πολύς ιδρώτας, η στάση πολλών, η απόφαση περισσότερων, αλλά και το εκλογικό αποτέλεσμα της πλειοψηφίας αποδεικνύει περίτρανα πως η Ελλάδα κατάγεται σίγουρα από τον θεό-πατέρα Κρόνο ο οποίος έτρωγε τα παιδιά του.
Και μου είναι αδιανόητο έως ανόητο να χωνέψω πως σε μία χώρα που μέρα με τη μέρα βουλιάζει και «υποτίθεται» πως θέλει να σηκώσει κεφάλι, κρύβονται οι περισσότεροι πίσω από το δάχτυλό τους ή αν δεν κρύβονται οι ίδιοι βάζουν το δάχτυλό τους για να κρύψουν τους άλλους ή για να τους δείξουν, αλλά και να τους υποδείξουν. Να τους υποδείξουν πώς πρέπει να σκέφτονται, πώς πρέπει να μιλάνε ή πως πρέπει να μην μιλάνε, γιατί η ελευθεροστομία είναι αδίκημα, η απαγόρευση είναι νόμος και η υπαγόρευση νοημάτων σε αυτήν τη «δημοκρατική» χώρα κανόνας.
  Μα πιο πολύ με εξοργίζει η χαμηλή νοημοσύνη που μου επιβάλλουν να έχω, που κι αν εγώ δεν την θέλω, κάποιοι άλλοι με αναγκάζουν να αυθυποβάλλομαι πως την έχω, γιατί μου πλένουν τον εγκέφαλο και μετά μου τον ξεπλένουν με το νερό της λήθης για να καταλήξω ηλίθιος. Ειδήσεις-σβούρες, νέα-στρόβιλοι και γεγονότα-σίφουνες παρασύρουν κριτικές, ισοπεδώνουν απόψεις, εγκλωβίζουν σκέψεις και κατασκευάζουν ποδοσφαιρόμυαλες μάζες, όπως λέει και ένας σπουδαίος άνθρωπος αυτού του τόπου-από τους λίγους εναπομείναντες. Γιατί οι σπουδαίοι χάνονται κατά μία διαβολική σύμπτωση ο ένας πίσω από τον άλλον. Οι δήθεν σπουδαίοι «φαίνονται» και οι κενοί περιεχομένου κυβερνούν. Και το σπουδαιότερο, επιζούν. Επιζούν και διαιωνίζονται και καλλιεργούν κλώνους, παράγουν φερέφωνα που τα βαφτίζουν δημοσιογράφους, προωθούν το λαϊκισμό  που τον ονομάζουν «ενημέρωση» και κατασκευάζουν μάζες που τις αποκαλούν κατ’ ευφημισμό και κατά περίπτωση άλλοτε αναγνώστες, άλλοτε ακροατές και άλλοτε τηλεθεατές. Κι όλοι αυτοί, μαζικώς ή ορθότερα βοσκηματωδώς, καταπίνουν την πληροφορία αμάσητη ή μηρυκάζουν την εδώ και χρόνια επαναλαμβανόμενη είδηση σαν γευσιγνώστες δήθεν έμπειροι. Ωστόσο δεν είναι τίποτε παραπάνω από ανθρώπους που τρώνε φαγητό ξαναζεσταμένο ή απλώς κατεψυγμένο σαν τα κρέατα του στρατού με τη σφραγίδα που ‘χουν πάνω τους από το 1977.
Όχι! Δεν συντάσσομαι με αυτούς που με θέλουν πρόβατο! Όχι! Δε θέλω να ανήκω σε μάζα, αλλά σε ομάδα. Αποτάσσομαι το σύστημα μιας σκηνοθετημένης τηλεόρασης, αποτάσσομαι το δημοσίευμα μιας καλά στημένης εφημερίδας, αποτάσσομαι την ακρόαση ενός κατασκευασμένου ραδιοφωνικού σταθμού. Με εκνευρίζει η ανακατασκευή, με αποθαρρύνει το clopy paste, με απογοητεύει το αναμάσημα, μου είναι αδιάφορο το αντίγραφο, δεν με συγκινεί η εν λόγω ανακύκλωση και εν τέλει με θυμώνει το κακέκτυπο της είδησης: κατασκευές, κατασκευές, κατασκευές! Όχι ευχαριστώ!
Η δημοσιογραφία δεν ξέρω αν αποτελεί επιστήμη. Ξέρω όμως ότι θεωρείται γέφυρα ανάμεσα στα «όσα έχουν γίνει» και στον πολίτη! Δυστυχώς τα πράγματα άρχισαν να συγχέονται όταν οι δημοσιογράφοι δεν αρκούνταν πλέον στα «όσα είχαν γίνει», αλλά θέλησαν να δημοσιοποιούν τα «όσα γίνονται» και ακόμη χειρότερα τα «όσα θα γίνουν»! Παραβγαίνει η ταχύτητα της δημοσιότητας το ίδιο της το αντικείμενό! Αυτό δε μ’ ενοχλεί, γιατί πια το συνήθισα! Αυτό που με πειράζει είναι που δεν δείχνει πια τα «όσα έγιναν», αλλά επιλέγει με ελιτίστικη διάθεση για ποιο γεγονός θα ενημερωθώ και πώς! Ε λοιπόν ναι, ξανά αποτάσσομαι!
Συντάσσομαι όμως ανθρώπους Ελεύθερους με πείσμα και πυγμή που επιμένουνε σ’ αυτόν τον οχετό των συναδέλφων τους να σηκώσουνε κεφάλι χωρίς φόβο, αλλά με περισσό πάθος για να υπερασπίζουν και με το τίμημα της ζωής τους ακόμη ελεύθερα να αποκαλύπτουν τα όσα ανακαλύπτουν....
Ωστόσο το χαζοκούτι μου δε θέλει να με στηρίξει, γιατί οι δημοσιογράφοι που κατοικούν εκεί μέσα μου κλείνουν το μάτι στις ειδήσεις των οκτώ φωνασκώντας ότι
 Μ.Μ.Ε. σημαίνει Μη Μιλάς Ελεύθερα,
 αλλά εγώ το διάβασα αλλιώς και σου προτείνω:
Μη Μένεις Έτσι... φτύσ’ τους!

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Λ-έξεις!!

Στο σχολείο οι φιλόλογοι μας έλεγαν ότι πρώτα πρέπει να γράφουμε την έκθεση-κείμενο-(υποτιθέμενο) άρθρο και στο τέλος να βάζουμε τίτλους. Αλλά εγώ, αντιδραστικό στοιχείο γαρ, από τα γεννοφάσκια μου, έκανα πάντα το αντίθετο ή το ανάποδο από αυτό που μου έλεγαν οι καθηγητές –και όχι μόνο!  Έβαζα πρώτα τίτλους και μετά προσπαθούσα να τους πλαισιώσω με λέξεις. Λέξεις ερμηνευτικές, προσδιοριστικές, από αυτές τις λέξεις που έχουνε την ικανότητα να αναλύουνε το καθετί και να το κάνουνε λιανό. Λέξεις. Είναι ωραίες οι Λέξεις. Πολύ ωραίες και ξέρετε γιατί? Γιατί κρύβουνε μέσα τους τις Έξεις. Λ-έξη, λοιπόν, όπως λέμε Έξη, δλδ συνήθεια, χούι, εμμονή. Αυτό κάνουνε οι λέξεις στη δική μου ζωή. Καδράρουν τίτλους και ταμπέλες και ετικέτες που βάζω πάνω σε καταστάσεις, γεγονότα, σε συμβάντα. Σε ό,τι τέλος πάντων τεκταίνεται.
Οι τίτλοι είναι μικροί, περιεκτικοί, λιτοί και απέριττοι. Οι λέξεις αντιθέτως είναι φλύαρες. Συνδυάζονται μεταξύ τους, συντάσσονται ή απλά τάσσονται υπέρ ή κατά των γεγονότων που καλύπτονται από τους τίτλους.  Οι τίτλοι διεκδικούν. Οι λέξεις αποδεικνύουν ή ακυρώνουν, λερώνουν, καταστρέφουν και υποτάσσουν.
Γι’ αυτό βάζω πρώτα τίτλους. Για να ξεκινήσει ένα παιχνίδι ανάμεσα σε αυτούς και τις λ-έξεις που κρύβουν έξεις, δικές μου ή των όσων γράφω. Θέλω να δω αν οι τίτλοι είναι ικανοί, γεροί και στιβαροί, έτοιμοι να διεκδικήσουν αυτά που υπόσχονται. Θέλω να δω αν μπορούν με την περιεκτικότητά τους να ακυρώσουν τις λέξεις. Να φτάσουν στο σημείο να μη θέλουν διευκρίνιση καμία. Να μην έχουνε ανάγκη από στοιχεία περιττά...
Γι’ αυτό θέλω να βάζω τίτλους σε κάποιους ανθρώπους. Τίτλους όμως, όχι ταμπέλες. Οι τίτλοι είναι ευπρεπείς. Είναι σαν να περιμένεις κάτι από αυτούς, να παίξουν έναν ρόλο, όπως στο σινεμά. Στις ταμπέλες σημαίνει ότι απλά διαπιστώνεις τι έκαναν. Δεν περιμένεις τίποτε καινούργιο από αυτούς, αλλά απλά διαπιστώνεις. Κι είναι άδικο, απλά επειδή διαπίστωσες από το παρελθόν τους να βάζεις ταμπέλες  και να καταδικάζεις το παρόν τους ή ακόμη χειρότερα να προδικάζεις και να υποθηκεύεις το μέλλον τους. Οξυμώρως δλδ να καραδοκείς για λάθη γινομένα που κατά ένα διαστροφικό τρόπο θες να τα βλέπεις να επαναλαμβάνονται. Αδικείς! Και αδικείς ακόμη κι αν γνωρίζεις ότι η ιστορία διδάσκει, ακόμη κι αν πιστεύεις πως η ιστορία επαναλαμβάνεται! (Επαναλαμβάνεται?)
Οι άνθρωποι θαρρώ δεν είναι για ταμπέλες. Οι άνθρωποι θέλουνε τίτλους. Έχουνε ανάγκη τους τίτλους. Και τους τίτλους τιμής και τους άλλους. Αυτούς τους τίτλους που μόλις τους πάρουνε αρχίζουν και σκηνοθετούν τη ζωή τους για να τους αποδείξουν. Να φανταστούν τους ρόλους τους. Οι άνθρωποι δικαιούνται να έχουνε τίτλους στη ζωή τους, γιατί παίζουνε ρόλους. Πολυσχιδείς ή πιο απλούς. Ενίοτε απλοϊκούς. Πρωταγωνιστών ή κομπάρσων. Αλλά να έχουν ρόλους. Οι ταμπέλες τους κολλάνε σε παρελθόντες ρόλους που παίχτηκαν και τώρα πρέπει να ξεχαστούν. Σε ρόλους που παρήλθαν και θάφτηκαν στη σκόνη της λήθης. Οι ταμπέλες αδικούν, γιατί απομονώνουν ρόλους και τους ανάγουν σε χαρακτήρες. Άλλο όμως συμπεριφορά, κι άλλο χαρακτήρας. Όσο κι αν συνδέονται, δεν ταυτίζονται. Χαρακτήρες πολύ καλά και ανθεκτικά χαραγμένους στη μνήμη. Μια μνήμη ανεξίτηλα γραμμένη, αλλά αδιάφορα τονισμένη.
Άλλωστε ο H. Jackson Brown είπε πολύ σοφά κάποτε πως «Η γερή μνήμη είναι θεϊκό δώρο, ακόμα μεγαλύτερο όμως είναι να μπορείς να ξεχνάς»
Κατά μία έννοια συμφωνώ.



Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Ζάβαλη Μάικω... μαρ’ Μάικω, μας «κόψαν» τη γλώσσα!

Όταν πριν από χρόνια διάβαζα τη θεωρία του Fallmerayer σχετικά με τους Έλληνες τη βρήκα υπερβολική, προσβλητική και φυσικά, όπως όλοι, ανθελληνική! Στην πορεία προσπάθησα να αποστασιοποιηθώ, να μάθω, να διαβάσω, να ωριμάσω μέσα από τη μελέτη για να καταλήξω πως και χωρίς να τα κάνω όλα αυτά, τα χρόνια που μεγάλωσα μου θύμιζαν και μου αποδείκνυαν κατά καιρούς πως το όμογλωσσο που μαζί με το ομόαιμο και το ομόθρησκο ήθελαν κατά Ηρόδοτο να συνέχουνε «και» το γένος μου, χανότανε σε μία κατάσταση multi-culti στο μακεδονικό χωριό μου!
Έτσι, θυμάμαι τη γιαγιά μου τη βλάχα τα πρωινά σαν έρχονταν η γειτόνισσα για καφέ να τη ρωτάει «Τσι φάτσι τσαλ Πέτρου?» κι εκείνη να απαντάει στα βλάχικα επίσης «Γκίνι τσαλ Χίλιου». Από τη γιαγιά μου πάλι στα Γρεβενά έχω επίσης αναμνήσεις διόλου ξεθωριασμένες: Σαν μας έβλεπε να κάνουμε καμιά ζημιά με τον αδερφό μου μας φώναζε «Προυπάσκα μι τα προυπάσκα σας! Σκιώρματα!» κι εμείς γουρλώναμε όλο απορία τα ματάκια μας χωρίς να ξέρουμε τι είναι μήτε τα «προυπάσκα» μήτε τα «σκιώρματα», αλλά δε χρειαζότανε και διδακτορική διατριβή στη διαλεκτολογία για να αντιληφθείς από τα εξωγλωσσικά και παραγλωσσικά στοιχεία πως έπρεπε απλά να το βάλουμε στα πόδια και να διακτινιστούμε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα για να μην ακούγεται εκείνο το ισοπεδωτικό «Τσιφτιλίθκα!». Η ανεξίτηλή μου μνήμη θέλει να θυμάται ακόμα μία θεια του μπαμπά, θρακιώτισσα αυτή τη φορά, στην οποία όποτε πήγαινα, την έβλεπα να φοράει  πάντα «ντ’ μπρουστουμούνα τς» γιατί έκανε «δ’λειές»! Τέλος, η θεία Στάσα, μία άλλη θεια, γνήσια Σμυρνιά, και σαν  μετενσάρκωση της Λωξάντρας, αφού ο κατεξοχήν αγαπημένος της χώρος ήτανε η κουζίνα, μου έλεγε μόλις με έβλεπε στην αυλή: «Στέκα! να ΣΕ φτιάξω λουκουμάδες! Γιά πασπάτες? Τι θες?»
Επιστρέφοντας στο παρόν, που είναι  ο αντίποδας της μνήμης, δλδ η ζήση, έχω να καταθέσω ότι ο γλυκύτατος και κατά τα άλλα ήρεμος μπαμπάς μου μόλις προχθές ήτανε που, αφού εγώ, το σπλάχνο του, του έσπασα λίγο τα νεύρα με τη μουρμούρα μου, γύρισε και μου είπε ένα ξεσυγυρισμένο «κι τι τσλιάτναμ!!!», οπότε και έβγαλα απλά το σκασμό ώστε τελικά η συνεργασία μας να υπάρξει εις το εξής αγαστή! Για να μη μιλήσω για μένα την ίδια που αν με ακούσει κανείς γνωστός μου πώς μιλάω όταν υπάγω στο χωριό μου ή όταν μιλάω στη φίλη μου τη μουρ-Λέγκω θα πει πως μάλλον δεν με ξέρει γιατί δεν θα με αναγνωρίζει γλωσσικά!
Συμπερασματικά και αδιαμφισβήτητα, γενικά και ειδικά μπορούμε να πούμε ότι εγώ είμαι και ήμουνα ένα παιδί που από μικρό γύριζα από θεια σε γιαγιά και τούμπαλιν, όπως μπορεί εύστοχα να καταλάβει κανείς, κι αυτό μπορεί να σημαίνει πως α. είμαι γέννημα-θρέμμα παιδί του χωριού, β. αγαπάω τις γιαγιάδες γιατί λατρεύω τη σοφία τους και γ.  υποκλίνομαι στον αυθορμητισμό και τον παλμό της γλώσσας τους!
Αυτό δεν ήτανε καθόλου αδιάφορο ως προς τις μετέπειτα επιλογές μου. Καθορίστηκε ο χαρακτήρας μου, τα ενδιαφέροντά μου και φυσικά οι σπουδές μου! Δεν ξέρω τι θα επέλεγα εάν είχα γεννηθεί απλά σε ένα χωριό της Κρήτης ή έξω από την Άμφισσα ή έστω σε ένα νησί του Ιονίου. Ξέρω πολύ καλά όμως πως και το χρόνο να γύριζα πίσω το μόνο που θα άλλαζα θα ήτανε να αφουγκραστώ πολύ καλύτερα όλες αυτές τις βαλκανικές διαλέκτους για να μάθω να τις μιλάω όχι μονάχα παθητικά, αλλά και ενεργητικά. Και τότε θα γινόμουνα πιο δραστήρια και δραστική στις σπουδές μου και ίσως πιο μάχιμη.
Κι αν μέχρι στιγμής έχω πάει σε μερικές δεκάδες χωριά αναζητώντας με το κασετοφωνάκι και καταγράφοντας παππούδες στα καφενεία, σε πλατανοσκέπαστες πλατείες ή γιαγιάδες γύρω από το τζάκι, τον κήπο τους ή το μαντρί, κι αν μέχρι στιγμής έχω απομαγνητοφωνήσει άλλο τόσο υλικό μέσα σε εργαστήρια ανάλυσης γλώσσας και διαλέκτων ακούγοντας ιστορίες πονεμένες κάποιας άλλης εποχής ανθρώπων που μίλησαν στη γλώσσα της ψυχής τους, σήμερα νιώθω πως ήτανε το ελάχιστο που θα μπορούσα να  προσφέρω σε αυτόν τον κλάδο της επιστήμης μου που λέγεται διαλεκτολογία.
Γιατί ναι, με πονούσε σαν άκουγα έναν ανείπωτο ρατσισμό για «εμάς» εδώ ψηλά τους μεθόριους που δεν μιλάμε μόνο ελληνικά. Γιατί ναι, με έτσουζε σαν περιγελούσανε τα ξαδέρφια μου από τα Γρεβενά που όταν έρχονταν τα καλοκαίρια στο άλλο μου το χωριό δε λέγανε «τρόμαξα», αλλά πολύ αυθόρμητα φωνάζανε «σκιάχτκα», κι ούτε κατάλαβα ποτέ γιατί ο βλάχος είναι περισσότερο άξεστος από έναν Αθηναίο που δεν έχει τρόπους και φωνάζει μυγιάγγιχτος και όντας στριμωγμένος σαν την παστή σαρδέλα μέσα στο τρόλεϊ. Και δεν κατάλαβα επίσης για ποιον λόγο θα έπρεπε ένας λαός εδώ πάνω με διόλου μικρότερο φρόνημα ελληνικό από έναν Πελοποννήσιο, μα ίσα-ίσα πιο ενισχυμένο, να ορκίζεται  μαζικά με άλλους ότι θα ξεχάσει εν μία νυκτί  τη γλώσσα της καρδιάς του, των τραγουδιών και των εθίμων του, τη γλώσσα των παππούδων του και της ιστορίας του για να αποδείξει ότι είναι πιο Έλληνας. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί μαίνονται ακόμα λάβρες συζητήσεις για τέτοια «λεπτά αλλά αυτονόητα θέματα» και γιατί η ανόητη προπαγάνδα των βορείων γειτόνων μας παντρεύτηκε με την πιο ανόητη ημιμάθεια τη δική μας και γέννησε  ρατσιστικές απόψεις περί θεμάτων για τα οποία δεν ακούσαμε κάποιοι ποτέ, δε ρωτήσαμε κανέναν να μάθουμε τίποτα, δε διαβάσαμε πουθενά για όλα αυτά και κυρίως δεν θελήσαμε να ασχοληθούμε καθόλου!
Όλα αυτά τα «ποτέ δεν κατάλαβα...» παρέα με το «τίποτε», το «πουθενά» και το «καθόλου» αποτέλεσαν μια πολύ καλή αιτία και αφορμή να καθίσω να διαβάσω, να μαζέψω υλικό και να το μελετήσω. Και το σπουδαιότερο να σπουδάσω ενδελεχώς και συστηματικώς για να «μάθω» να αντιμετωπίζω, να υποστηρίζω και να μελετώ αυτήν την πανσπερμία των γλωσσών και των διαλέκτων, αυτό το μωσαϊκό των ιδιωμάτων, να βάλω ένα μικρό λιθαράκι στην αποθησαύρισή τους και να γυμνάζομαι να απαντώ σε κάθε ημιμαθή που δεν θέλει να καταλάβει σε τι χρησιμεύουν όλα αυτά.
 Και λέω να «μάθω» και όχι μάθω, γιατί είναι υπό συζήτηση το τι μαθαίνει κανείς, πώς το μαθαίνει, γιατί το μαθαίνει και πώς το υποστηρίζει ή το χρησιμοποιεί! Γιατί η μάθηση κρύβει παγίδες στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων μιας διαλέκτου να αναγνωριστεί ανάμεσα σε άλλες λιγότερο ή περισσότερο αναγνωρισμένες, να συναγωνιστεί μια Κοινή με κύρος, έστω ενίοτε δήθεν και εικονική, να επιβιώσει υπό τον ιμπεριαλισμό κοινωνιολέκτων που εισβάλουν στα σαλόνια μέσω της τηλεόρασης και να διεκδικήσει μερίδιο στον πλούτο της εθνικής μας γλώσσας. Και γιατί το να «μάθω» συνεπάγεται ότι αναγνωρίζω το λόγο για τον οποίο κάτι δε λέγεται όπως στην Κοινή, αλλά λέγεται έτσι ώστε να υπηρετεί κάποιον σκοπό.
Κι όμως, πολλοί ήτανε αυτοί που σαν άκουγαν τι έκανα έσπευδαν να μου μιλήσουνε για τις «λέξεις» τις διαφορετικές που έχουνε στο χωριό τους. Κι όμως πιο πολλοί είναι εκείνοι που καταλαβαίνουνε αυτήν τη στιγμή τι σημαίνει να έχεις πολλές και διαφορετικές γλωσσικές καταγωγές. Κι όμως, ακόμα περισσότεροι είναι εκείνοι των οποίων ο κόσμος τους γλωσσοποιήθηκε σε ένα περιβάλλον ιδιωματικό με μία γιαγιά ή έναν παππού που δεν έβγαλε άλλο πανεπιστήμιο πέρα από εκείνο της ζωής, όπως έλεγε ο αείμνηστος Δάσκαλος, κι ωστόσο δεν έμειναν καθόλου πίσω σε σχέση με όσα διδάχτηκαν στο σχολειό, αλλά ίσα-ίσα πλούτισαν τις εμπειρίες τους, έμαθαν πάμπολλα για τις σκέψεις των απλών ανθρώπων, τις έκαναν δικές τους και βρέθηκαν πιο πλούσιοι γλωσσικά -και όχι μόνο!- σε σχέση με αποστειρωμένους υποστηρικτές της μεγαλορρημοσύνης!
Κι όμως, κι εσύ που διαβάζεις τώρα θυμάσαι κάτι από τους παππούδες σου σε κάποιο χωριό χαμένο στο χάρτη. Κι όμως, αναρωτιέμαι γιατί πολλοί ακόμα δεν ένιωσαν ή δε διάβασαν σπουδαίους λογοτέχνες σαν τον Μυτιληνιό -κατά τα άλλα-  Στρατή Μυριβήλη που περιέγραψε τόσο ζωντανά και παραστατικά σε ένα αντιπολεμικό έργο αυτήν τη γνήσια εμπειρία, κι εμείς «σκοτωνόμαστε» δήθεν για να λάμψει η αλήθεια:
 

“Είναι μια βδομάδα τώρα που η ζωή μου κυλά σαν μια κορδέλα νερό ανάμεσα στη χλόη. Νιώθω μέρα με τη μέρα πιο δυνατή τη σώψυχη ανάγκη να συναγρικηθώ με την πρωτόγονη ψυχή των ανθρώπων που με φιλοξενούν. Αυτό μ’ έκανε από την πρώτη κιόλας μέρα να βαλθώ πεισμωμένα να μπω μέσα στο νόημα του γλωσσικού ιδιώματος.
Έκανα ένα γλωσσάριο που το πλουτίζω, το συμπληρώνω μέρα με τη μέρα. Μιλάνε μια γλώσσα που ‘ναι παρακλάδι σλαβικό, με πολλά τούρκικα και ρωμαίικα στοιχεία. Η αντρίκεια της φτογγολογία μού δίνει ένα τονωτικό συναίσθημα. Τα φωνήεντα είναι σπάνια. Η μαλακιά θηλυκάδα τους πνίγεται σ’ ένα κατρακύλισμα από φωνές αδρές και σκληρές.  Σαν μιλάς ακούς να δρομίζουν τον κατήφορο βότσαλα και χαλίκια στρογγυλεμένα στ’ ορμητικό ρέμα του Δραγόρα. Μερικές λέξεις έχουν την παρθένα παραστατικότητα των πρωτογέννητων γλωσσών, που δεν ήταν παρά ηχητική μίμηση των κρότων και των θορύβων της ζωντανής ζωής. Για να πούνε πως το πουλί «πέταξε», λένε «π’ρρλιτς». Σε καμιά γλώσσα δεν άκουσα τόσο αληθινό το πέταγμα ενός πουλιού.
Στην σπουδή μου τούτη προχώρεσα κιόλας τόσο όσο χρειάζεται για να τους κάμω να ξεκαρδίζονται στα γέλια σε κάθε φράση που ιδρώνω  να συνταιριάξω. Φαίνεται πως τις πιο πολλές φορές ξεφουρνίζω πολύ αστείες γλωσσικές γκάφες που οι μεγάλοι τις σχολιάζουν με δυνατά χάχανα, ώσπου δακρύζουν από τα γέλια, ενώ τα κορίτσια κοκκινίζουν και δαγκάνουνται. Όμως το σπουδαίο είναι που σχεδόν πάντα στο τέλος τα καταφέρνω να μαντέψουν τις απλές ιδέες που πολεμώ να τους εκφράσω. Αυτό βέβαια δείχνει περισσότερο την εξυπνάδα τους και την καπατσοσύνη πόχουν να διαιστάνουνται. Φαντάσου όμως το πανηγύρι που γίνεται μ’ αυτό το μπέρδεμα, αφού το δικό μας το «όχι» το προφέρουν «ναι»!”
Στρ. Μυριβήλης, Η Ζωή εν Τάφω, 1924

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Όταν η Εντελέχεια συνάντησε την Ενδελέχεια (?)


Αν αναζητάς τον εαυτό σου στις μίζερες υποσχέσεις των άλλων...Αν σου τάξανε, αλλά δε σου δώσανε, δε σου φέρανε και δεν πήρες, τότε ίσως είναι καλύτερα να στηριχτείς στα πόδια σου, στον εαυτό σου και στην εύθραυστη αλλά εγωλαγνική –κατά βάθος- αυτοπεποίθησή σου! Αποζήτα να μείνεις μόνος σου, για να σκεφτείς νωπά και να ανακτήσεις θρυμματισμένες δυνάμεις σκεπτόμενος! Θα αισθανθείς πως η πανηγυρτζίδικη κοινωνικότητά σου οφείλει προς ώρας να σε εγκαταλείψει.  Κλείδωσέ την κι εσύ σε ένα ντουλάπι και πέτα το κλειδί στη θάλασσα. Τότε θα συνδιαλεχτείς μόνο με τη φλύαρη συνείδησή σου και τη μεθυσμένη μοναξιά σου. Θα έχεις παρέα τον εαυτό σου και δε θα τολμάς να του λες ψέματα για τίποτα. Είναι ο μόνος που μπορεί να σε καταλάβει όταν ψεύδεσαι και να σου τραβήξει το αφτί αν πεις κάτι που δεν ισχύει. Οι άλλοι ας κάνουν τη δουλειά τους...
Η ώρα της σκέψης λοιπόν μπορεί να σε βρίσκει παντού! «Πρέπει να φύγεις!» ίσως να φωνάζει η συνείδηση πανικόβλητη! «Έχεις να κάνεις αυτό, εκείνο, το άλλο, το παράλλο! Κουνήσου». Υπάρχει όμως εκείνη η ώρα που δε θες να ακούσεις κανέναν, αλλά θες να επιτρέψεις στο κορμί σου να κάνει ό,τι θέλει. Να κινηθεί ή να μην κουνηθεί από κει που καθηλώθηκε, αλλά μόνο να σκέφτεται. Να βλέπει, να ακούει και να κάνει παρεκτάσεις ο νους, πέρα από όσα βλέπει...
 Να, κάτι τέτοια κάνω καθώς κάθομαι στο χορτάρι του γηπέδου «...που δεν το χορταίνω!». Δε χορταίνω όντας ξαπλωμένη κάτω να σκέφτομαι και να βλέπω... τα μικρά τοσοδούλικα παιδάκια να βιώνουν στο πετσί τους την ελευθερία από το σχολείο και το πάθος τους για παιχνίδι μαλώνοντας για τους κανόνες του παιχνιδιού καθώς χαίρονται, ίσως γιατί δεν αντιλαμβάνονται ακόμα πως τα περισσότερα παιχνίδια είναι σικέ! Και δε χορταίνω να κάθομαι μόνη αποφεύγοντας τον ίδιο μου τον κακό εαυτό. Ναι! Ακόμη κι εκείνον μπορώ να μην του μιλάω μερικές φορές. Και είμαι ΜΟΝΗ παρατηρώντας τους άλλους και τα άλλα. Περπατώντας ή τρέχοντας. Κάνοντας ξάπλες και κοιτώντας μόνο ουρανό. Μεγάλα κομμάτια γαλάζιου ουρανού. Ενός ουρανού που όσο τον κοιτάω βαθαίνει. Κι όσο τον κοιτάω γίνεται πιο γαλάζιος. Και που όσο τον κοιτάω άλλο τόσο τα σύννεφα αισθάνονται ενοχλητικά και κάνουν τόπο. Παραμερίζονται από μπροστά μου για να περάσει το διορατικό μου βλέμμα. Βλέποντας μόνο μπροστά και ποτέ πίσω...
Αντιστοίχως το ερώτημα είναι κατά πόσο η «ταβανοσκόπηση» ή η «θαλασσοσκόπηση» ή η «τοιχοσκόπηση» αποτελούν επένδυση στη ζωή κάποιου. Γιατί δεν καταλαβαίνω εκείνα τα δεδομένα που μας περικυκλώνουν, όπως η κεκτημένη ταχύτητα η μεταδιδόμενη από την τρελή ταχύτητα της γης επάνω μας, καθώς διαγράφει τροχιές γύρω από τον ήλιο ή όπως στριφογυρνάει φιλάρεσκα γύρω από τον εαυτό της. Όντως! Πολλές είναι οι φορές που δεν έχω καταλάβει γιατί τρέχω. Γιατί τρέχουμε σαν τα χαζά πάνω κάτω? Πιάνω τον εαυτό μου να άγχεται και να μάχεται σε μάχες προδιαγεγραμμένες, σε παιχνίδια στημένα.
Και τι να νικήσεις? Τον ανίκητο και αεικίνητο χρόνο? Σε τι να αντισταθείς? Στο κομμάτι που όρισαν οι Μοίρες και οι Ώρες πάνω από την κούνια σου τη μέρα που γεννιόσουνα? Ή μήπως να ξεπεράσεις τις ανυπέρβλητες ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ?
Και ξαφνικά, εκεί που αντιλαμβάνεσαι και ψευτοσυνειδητοποιείς κάτω από το ταβάνι ότι ο αγώνας φαντάζει μάταιος, πιάνεις τον εαυτό σου να στέκεται στην άκρη του δρόμου. Γυρίζεις το κεφάλι σου για να κοιτάξουν τα μάτια σου εκεί που πριν λίγο καθώς περπατούσες κοιτούσε η πλάτη σου. Και διαπιστώνεις καθώς σκέφτεσαι πως ήσουνα τόσο απορροφημένος όλον τον καιρό, που έκανες χιλιόμετρα χωρίς να δεις τι ήτανε γύρω σου. Έχασες οσμές πρωτόγνωρες και πρωτόγονες, αψήφησες φερορμόνες και διέγραψες εικόνες που δεν αποτύπωσαν τίποτα οι κλεφτές ματιές σου, γιατί κοιτούσες μα δεν έβλεπες. Ξέχασες ήχους και ηχοχρώματα, αρώματα και γεύσεις. Τι να σου αφήσει το fast-food στους γευστικούς σου κάλυκες? 

Τι να σου κάνουν οι άλλοι και οι υποσχέσεις τους?
Επικοινωνούσες με τους απόντες με ένα κινητό-σκουλαρίκι στο αφτί, ενίοτε με δύο ταυτόχρονα, αλλά δεν κοινώνησες τους ανθρώπους που είχες στο πλάι σου και καθόντουσαν δίπλα σου πιάνοντάς σου το χέρι. Μόνο έτρεχες. Και εσύ και η σκέψη σου. Και το κακό είναι ότι ο χρόνος δεν έχει όπισθεν. Φεύγει ανεπιστρεπτί χωρίς περιθώρια αλλαγής. Σου έδωσε ευκαιρίες. Αν τις έζησες, καλώς, αν πάλι τις προσπέρασες, επιλογή σου! Μπορεί να έρθουν άλλες, μπορεί όχι. Το τίμημα μια φορά θα το πληρώσεις μόνος σου.
Και τώρα που σκέφτεσαι όλα αυτά είσαι πάλι μόνος. Εσύ και ένα ταβάνι, ένας ουρανός ή μια θάλασσα. Τελικά ναι, είναι ωραία ώρα! Να αδειάζει το κεφάλι σου κάνοντας απολογισμό των πεπραγμένων. Να ηρεμείς τις σκέψεις σου, να κοιμίζεις λίγο ακόμη τα όνειρά σου και να τα μακραίνεις. Να τα σκηνοθετείς για να τα δώσεις σάρκα και οστά. Και να φαντάζεσαι. Συνάμα να φαντασιώνεσαι. Να πλαισιώνεσαι χαμένος από δυνατά, δυνάμει αλλά και αδύνατα ή αδύναμα σενάρια με σκηνοθέτη εσένα, πρωταγωνιστή πάλι εσένα, συμπρωταγωνιστή όποιον θέλεις, αλλά και κομπάρσο πάλι εσένα. Σκεπτόμενος, λοιπόν, και ανανεωμένος, γεμάτος από νοσταλγικά όνειρα που θα δεις στο μέλλον.
Και η προβολή θα γίνεται πάνω στο γαλάζιο του ουρανού ή της θάλασσας, ή σε άσπρο, όχι πανί, αλλά ταβάνι. Το σώμα θα ηρεμεί, η αναπνοή θα είναι φυσιολογική, τα μάτια κλειστά να βλέπουνε ξεκάθαρα τις ανησυχίες του μυαλού κι άλλες φορές ανοιχτά για να ρουφούν το απόλυτο λευκό. Κι έτσι, εν λευκώ, η ζωή σου θα παίρνει κουράγιο. Θα καταμετράει τα λάθη, θα εκτιμάει τα κατορθώματα, θα χαμογελάει σε γλυκές αναμνήσεις, θα ευλογάει τις κακές μνήμες για να τις αποθέτει στη λήθη και να ονειρεύεται το αύριο για να μην επαναλάβει τα ίδια και να μην προσπερνάει την καθημερινότητα αδιάφορα.
Ε ναι, θέλω να γεμίσω τα μάτια μου με ουρανό. Να ξεχειλίσει το μπλε του ουρανού από τα μάτια μου. Θέλω να με πνίξει το γαλάζιο που ακουμπάει και ξαπλώνει πάνω στις στέγες των σπιτιών του χωριού, εκεί που γίνεται ένα με το  πράσινο του ορίζοντα+. Πέρα, μακριά, στους πέρα κάμπους. Αλλά κι εκεί που με περικυκλώνουν τα βουνά, που μου θυμίζουν ότι έχω όρια, αλλά ταυτόχρονα με προκαλούν να τα ξεπεράσω. Τα βουνά που μου φέρουν στον νου τις δυσκολίες μου, αλλά που με εξιτάρουν στην ιδέα ότι ξεπερνιούνται.   
Άνθρωπε, σώπα μια στιγμή στο χρόνο και μάθε να ακούς. Άκου όσα δεν μπορεί να σου πει καμία γλώσσα στον κόσμο  ακόμη και η πιο πλούσια. Άκου το μπλε του ουρανού και το βαθύ της θάλασσας. Άκου την πέτρα και το ξερό χορτάρι τι ήχους βγάζει όταν το θίξει η σαύρα. Άκου και σένα! Κάτι φωνάζει μέσα σου τόσον καιρό που η κεκτημένη σου ταχύτητα της καθημερινότητας δε σε αφήνει να προσέξεις. Αφού το ξέρεις πως ο σκοπός της ζωής σου βρίσκεται μέσα σου. Τι τον ψάχνεις έξω από κει? Το είπε και ο Αριστοτέλης και το ονόμασε εντελέχεια...αρκεί καθώς ψάχνεις να δείξεις σχολαστικότητα, φροντίδα και ενδελέχεια (?).

Μη φοβάσαι τη μοναξιά! Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας!