Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Σημεία στίξης: το ερωτηματικό? και τα αποσιωπητικά...

Το ερωτηματικό?
Το ερωτηματικό θυμίζει κάτι από ερωτικό, αν κόψεις εκείνο το διχαστικό -ημα- που παρεμβάλλεται στο ερωτΗΜΑτικό ή όχι? Τι τη χώνει τη μούρη του? ΗΜΑρτον Κύριε! Μα, δεν ξέρει πως στους δύο τρίτος δεν χωρεί?  Αλλά, θα μου πεις, τι σχέση έχουν μεταξύ τους πέρα από μία εξωτερική ομοιότητα? Πολλές. Καταρχήν ο έρωτας είναι γεμάτος από ερωτηματικά. Μεγάλα, μικρά, πάντως γεμάτο ερωτηματικά.
-Εάν απαντώνται?
-Πού να ξέρεις?
Λένε πως σε κάθε ερώτηση αντιστοιχεί τουλάχιστον μία απάντηση, αλλά αυτοί που το λένε είναι σωστοί? Δεν υπάρχουν αναπάντητα ερωτήματα?
Δεκτόν ότι το ερωτηματικό είναι το σημείο στίξης που πήγε και εξακολουθεί να πηγαίνει αυτόν τον κόσμο μπροστά. Χάρη σ’ αυτό που συνόδευε ακατάπαυστα την ανθρώπινη περιέργεια από κτίσεως κόσμου, δεν κατέβηκε ο άνθρωπος από τα δέντρα ή ανέβηκε στη σελήνη?
Τα εύσημα λοιπόν στο ερωτηματικό, αλλά δεν μπορείς και να μην του καταλογίζεις και ευθύνες. Μπορείς? Λίγες είναι οι φορές που χώνει τη μύτη του εκεί όπου δεν το σπέρνουν? Λίγες είναι οι φορές που διερωτάται και αναρωτιέται για τις ζωές των άλλων? Λίγες φορές σκύβει να δει από την κλειδαρότρυπα και όλη την ώρα σαν την Ιερά Εξέταση σε κάνει να νιώθεις άβολα και να λογοδοτείς σε ερωτήματα που αφορούν μόνο εσένα και μάλιστα που θέλεις να τα πνίξεις και να μην τα υποβάλλεις ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό?
 Σκανδαλώδες αυτό το ερωτηματικό. Είναι και συνηθισμένο να πολώνει ακόμη περισσότερο τα διλήμματα σου: Λογική ή Συναίσθημα? Βουνό ή Θάλασσα? Ελευθερία ή Δέσμευση? Άπειρο ή πεπερασμένο? Σταμάτης ή Γρηγόρης? Άσπρο ή Μαύρο? Θεσσαλονίκη ή Αθήνα? Θετικό ή Αρνητικό? κ.ο.κ....

 Τα αποσιωπητικά...
ή απόσιω-ποιητικά...μμμμ....«Σςςςςς... Σώπα... Μη λες πολλά...Μη μιλάς...Και μη μιλάς σε μένα έτσι, γιατί έτσι και ανοίξω το στόμα μου δε σε ξεπλένει ούτε ο ... άντε να μη σου πω καμιά κουβέντα τώρα...μπλα  μπλα μπλα...». Τρεις τελείες...και τέσσερις μη σου πω....και πέντε.....και.......και.....και.....
...αυτά τα αποσιωπητικά δίνουν την εντύπωση του πιο υπομονετικού σημείου. Αυτουνού που κάνει τουπεκί, αλλά που μέσα του κοχλάζει ένας ολόκληρος Βεζούβιος. Σαν να είναι καλό παιδί, αλλά καταπιεσμένο. Γιατί εάν το σκεφτείς καλά θάβεις μια ζωντάνια, που...δεν μπορεί...κάποια στιγμή θα βγει στην επιφάνεια, όπως η λάβα μέσα από τα ηφαίστεια...και τότε.....ουαί κι αλίμονό σου...
Ωστόσο φαντάζουν και λίγο απειλητικά. Ε πώς να το κάνουμε, είναι σημεία με νεύρα...από εκείνα που θες να τα κουκουλώσεις...διότι αντιλαμβάνεσαι πολύ καλά πως τα νεύρα ναι μεν ανθρώπινα, αλλά εάν τα αφήσεις ανεξέλεγκτα σίγουρα θα σε κατεβάσουν στα κατώτερά σου ένστικτα και θα αποκαλύψουν τη ζωώδη σου φύση...γι’ αυτό σωπαίνεις...αποσιωπάς για την ακρίβεια....κόβεις λίγο απότομα τα λόγια σου, κατεβάζεις  ταχύτητα στην εκφορά των λόγων σου, μόλις πάει να ξεκινήσει η έμβαση της επόμενης συλλαβής, ξαφνικά....σταματάς...με ένα μη αναμενόμενο fade out... ok! δε λέω μα... καμιά φορά μπερδεύεσαι...ειδικά όταν ο άλλος σταματάει έτσι...μένεις με την απορία τι ήθελε να σου πει και σταμάτησε...και προκαλείς τη μοίρα σου...να ακούσεις κάτι που ξέρεις ότι θα σε πληγώσει... αλλά προκαλείς...όχι πες...δεν προκαλείς?...και μετά κατηγορείς τον άλλον για στόμα απύλωτο και τέτοια...αφού πήγαινες γυρεύοντας....
 Επιπλέον, τα αποσιωπητικά κουβαλούν μια κρυψίνοια... όλο υπονοούμενο και κακό... Θα πρέπει να διαθέτεις κεραίες για να καταλάβεις τι ήθελε να πει ο ποιητής... που ο ποιητής μπορεί απλά να ήθελε να σιωπήσει, που για δικούς του λόγους προτίμησε τη σιωπή, αλλά εμείς...Αχ, εμείς! Εμείς λειτουργούμε λίγο αδιάκριτα ακόμη και απέναντι στα ίδια τα αποσιωπητικά. Όλη την ώρα τα σκαλίζουμε και δεν τα αφήνουμε στην ησυχία τους, να μείνουν μόνα τους βρε αδερφέ! Στο κάτω-κάτω εάν ο άλλος θέλει να σου πει, θα σ’ το πει και θα το τονίσει και θα το βάλεις καλά στο μυαλό σου αυτό που θα σου πει και κάτι μου λέει πως ορισμένα λόγια μερικές φορές τα κρατάς τόσο καλά κατά νου...μα τόσο καλά, που δεν πρόκειται να τα ξεχάσεις ποτέ μα ποτέ. Και μάλιστα για να τονίσεις πόσο λογομνήμων είσαι και για να ‘χεις άλλοθι και να του τα κοπανάς στη μούρη τα αγκαλιάζεις σε «εισαγωγικά»

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Σημεία Στίξης: Το Κόμμα, και το θαυμαστικό!

Το Κόμμα,
αυτό που έκαψε και έκοψε το αρτιγέννητο τότε και θνησιγέννητο φυσικά ελληνικό κράτος, που το χώρισε και το τεμάχισε, που για την ακρίβεια το δίχασε και το κατακερμάτισε. Στις περιπτώσεις αυτές το κόμμα πάντα άφηνε περιθώρια. Δεν ήτανε σαν την τελεία, τουτέστιν, σταματώ εδώ και κάνω εκ νέου αρχή. Τα κόμματα σ’ αυτόν τον τόπο ποτέ δεν πάνε παρακάτω. Επαναλαμβάνονται. Έχουνε σκαλώσει εδώ και 40 χρόνια στην ίδια πολιτική: της διαίρεσης ανάμεσα σε σημαντικές κύριες προτάσεις και σε εξαρτημένες προτάσεις πάντα από άλλους, πάντα από ανθρώπους εξουσίας.
 Στο κόμμα και εν γένει στα κόμματα ξέρουμε ότι οι στάσεις είναι μικρές, οι αναπνοές κοφτές και γενικά η πορεία του λόγου έχει ένα crescendo που πολλές φορές δε σε αφήνει και πολύ να σκεφτείς, παρά σου επιτρέπει μόνο να μιλάς, ασταμάτητα, ακατάπαυστα. Οι δήθεν παύσεις που επιβάλλουν τα κόμματα είναι μια απάτη στους ωτακουστές. Στην πραγματικότητα -στην περίπτωση του «κόμματος»- πάντα ο ομιλών χρησιμοποιεί ή ασύνδετο σχήμα τοποθετώντας πολλές προτάσεις στη σειρά παρατακτικά, όπως στα παραμύθια, δλδ μας «παραμυθιάζει» ή χρησιμοποιεί τη διαδοχική υπόταξη, εγκιβωτίζοντας τη μία δευτερεύουσα μέσα στην άλλη, οπότε οι ακροατές χάνουν τη σειρά, αλλά μένουν στον απλό εντυπωσιασμό που προκάλεσε ο ομιλητής (συνήθως βουλευτής) με τη χρήση του κόμματος (ή το κόμμα με τη «χρήση» του ομιλητή/βουλευτή για να προπαγανδίσει τα θέλω του?) και να οδηγήσει το κοινό βοσκηματωδώς στην κάλπη. Εάν ο ακροατής μάθει τη χρήση του «κόμματος» τότε είναι σίγουρο πως θα βάλει τελεία σε όλο αυτό που γίνεται και θα πάψει να θαυμάζει θαυματοποιούς!

Το θαυμαστικό!
Θαυμάζει συνήθως! Αλλά και απειλεί! Προστάζει ενίοτε! Σαρκάζεται επίσης! Ειρωνεύεται και δείχνει να εκπλήσσεται! Αλίμονο! Το θαυμαστικό είναι από μόνο του σημείο αυτάρεσκο! Θαυμάζει και θαυμάζεται! Κυρίως αυτοθαυμάζεται! Είναι...πώς να το πω?...Ωραιοπαθές! Έχει έναν ναρκισσισμό! Βέέέέβαια!!! Και με το παραπάνω μάλιστα!
 Τα πολλά θαυμαστικά (!!!) προκαλούν και θλίψη! Διότι όταν θαυμάζεις κάτι, θέλεις μόνο να σε γοητεύει! Όχι να σε απογοητεύει! Κι όμως! Πολλές φορές τυχαίνει αυτό το ίδιο που εν αρχή σε γοητεύει μετά από λίγο να σε απογοητεύει! Και από κει που ανοίγεις τα μάτια διάπλατα όλο θαυμασμό, μετά από λίγο να τα συνοφρυώνεις και να εκφράζεις μία πικρία και μια αποστροφή! Δύσκολα να κρατηθεί το αντικείμενο του πόθου σου στην κορυφή! Το βλέπεις να κατρακυλάει, ενίοτε να γκρεμοτσακίζεται, όπως το θαυμαστικό, που εάν το προσέξεις καλά θα δεις μια ευθεία γραμμή κάθετη με μύτη οξεία προς τα κάτω να κυνηγάει να τρυπήσει μία απροστάτευτη τελεία! Σαν να πέφτουν από την ταράτσα ενός ουρανοξύστη! Σαν να κεντράρει το σημείο, σαν να θέλει να το πυροβολήσει! Σαν τη στέκα στο μπιλιάρδο με τις μπάλες! Διχάζεται το θαυμαστικό! Αυτή του η εσωστρέφεια να προσπαθεί η παύλα να εκτοπίσει το σημείο! Αυτοκαταστροφικό!
Και εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει κανένας λόγος μονίμως να θαυμάζεις! Να περιμένεις, να εκπλήσσεσαι και να προσδοκάς! Αυταπάτες! Και απάτες! Απατεωνιές!  Να! Γι’ αυτό τους ταχυδακτυλουργούς τους λέγανε θαυματοποιούς! Να βγάζεις κουνελάκια μέσα από καπέλα! Και μετά τι? Σκέφτηκες ποτέ ότι ο παλιάτσος που σε έκανε να γελάσεις, να θαυμάσεις και να απορήσεις, στα παρασκήνια έβγαζε μια μελαγχολία μοναδική?! Και φυσικά μοναχική! Όχι?! Απορώ πώς όχι!
Το θαυμαστικό δε συνδέεται μόνο με τα θαύματα. Έχει σχέση και με τις απορίες! Κάτι ξέρανε οι αρχαίοι που λέγανε «θαυμάζω» αντί για «απορώ»! Λες γι’ αυτό πολλές φορές το θαυμαστικό να πάει αγκαζέ με το ερωτηματικό!?

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Σημεία Στίξης: (Η Παρένθεση) και η Τελεία.

(Η παρένθεση)
(Παρεξηγημένο σημείο. Περικλείει, λέει, τα μη απαραίτητα. Εκείνα που δεν είναι και τόσο σημαντικά, δεν είναι τόσο απαραίτητα για το νόημα. Όσα περιττεύουν. Ή περισσεύουν? Εμένα πάντως οι παρενθέσεις δε μου φαίνονται και τόσο «αποθηκευτικοί χώροι» όπως τις θέλουν οι γραμματικές και οι γλωσσολόγοι αυτού του πλανήτη. Μία παρένθεση πρώτα από όλα είναι πιο όμορφη από τις αγκύλες. Έχει στρογγυλέψει τις γωνίες της και δεν είναι τόσο άγρια. Είναι πιο αγαπησιάρα. Αυτά που κλείνει μέσα της η παρένθεση μπορεί να πει κανείς ότι τα αγκαλιάζει και μάλιστα με μία θαλπωρή σαν τη μητρική αγκαλιά. Οι παρενθέσεις, παρεξηγημένα στοιχεία, αν και τόσο βοηθητικά! Έχουνε στοιχεία διευκρινιστικά. Αυτά που δεν καταλαβαίνεις από το κυρίως κείμενο, η παρένθεση σου τα κάνει πιο λιανά. Τα προσδιορίζει. Είναι τόσο καλή μαζί μας η παρένθεση! Αλλά κρατάει λίγο. Πάντα οι παρενθέσεις κρατάνε λίγο. Αλλιώς δεν είναι παρενθέσεις. Είναι αγκύλες, με κοφτερές γωνίες ή άγκιστρα. Οι παρενθέσεις πρέπει να κρατάνε λίγο. Τόσο, όσο...
Μετά κουράζουν. Άσε που κινδυνεύουν να γίνουν φλύαρες. Μπορούν να αρχίσουν να κλέβουν και να καρπώνονται στοιχεία από το κυρίως κείμενο. Και τότε σοβαρεύουν. Τότε οι παρενθέσεις δεν έχουν μέσα τους περιττά πράγματα, αλλά κύρια και σοβαρά. Έχουν το σημαντικό, το απαραίτητο, το χωρίς αυτό δεν μπορώ να καταλάβω, να νιώσω, να ζήσω. Και ενδεχομένως, εάν το περιεχόμενο μιας παρένθεσης είναι τόσο δυνατό, τόσο μεγάλο που αρχίζει και γίνεται απαραίτητο, τότε ίσως ο γράφων ξεχάσει να την κλείσει...ή... δεν μπορέσει...
...και τότε μία ανοιχτή παρένθεση θα είναι λειψή. Μία ανοιχτή παρένθεση είναι σαν ανοιχτή πληγή. Θα αρχίσουν να ανακατεύονται τα κυρίως κείμενα με άλλα παρακείμενα και δευτερεύοντα. Θα αρχίσουν τα δεύτερα να παρεισφρέουν στα πρώτα, όπως τα μικρόβια στο τραύμα. Θα μπερδεύεται το σημαντικό με το ασήμαντο, το πρωτεύον με το δευτερεύον, το ουσιαστικό με το ανούσιο και κυρίως το εφήμερο και το παροδικό (όπως αυτό που κλείνουν μέσα τους οι παρενθέσεις της ζωής μας) με το μόνιμο, το σταθερό και το ουσιαστικό που έχει ο βίος μας ολάκερος. Όχι. Δεν πρέπει. Οι παρενθέσεις στη ζωή μας, όπως ανοίγουν, οφείλουν σύντομα να κλείνουν. Πριν γίνουν κυρίως κείμενα και μπερδέψουμε τα αβγά με τα πασχάλια). Τελεία.


Η Τελεία.
Η τελεία είναι το θηλυκό του «Τέλειος». Είναι η κυρία του κυρίου. Είναι αυτή που φτάνει στο τέλος, δλδ στον σκοπό. Όταν βάζεις τελεία δεν έχεις δικαίωμα επιστροφής στα όσα είπες. Δεν θα συνεχίσεις ποτέ με μία εξαρτημένη πρόταση που προσδιορίζει άλλη πρόταση πριν από την τελεία. Δεν στέκει! Πώς το λένε?! Έβαλες τελεία κύριε? Τελείωσες. Πας παρακάτω! Ολοκλήρωσες το νόημά σου, είπες όσα είχες να πεις. Τέλος! Δεν σε θέλουμε άλλο εδώ. Να πας αλλού! Τι ξαναγυρίζεις και συνεχίζεις και μουρμουρίζεις και ξαναλές τα ίδια και τα ίδια και γίνεσαι γραφικός και κουραστικός και επαναλαμβάνεσαι? Στην τελεία καταρχήν σταματάμε. ΣΤΟΠ! Ως εδώ και μη παρέκει. Μαχαίρι. Πας παρακάτω και να μη σε ξαναδούμε πια εδώ. Μη μας φλομώνεις με φρούδες ελπίδες. Μάθε να παραδέχεσαι ρητά ότι τελείωσες.
 Εάν θες όμως να συνεχίσεις, πες κάτι καινούργιο αυτήν τη φορά που να μην αναγκάζει τον άλλον να νομίζει πως έχεις βάλει κόμμα,

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Η δράση του ξε-


Ισχύει. Πιο εύκολα γκρεμίζεις παρά χτίζεις! Με περισσότερο μεράκι στολίζεις, παρά ξεστολίζεις. Με πιο πολύ κόπο συγκρατείσαι στις αμαρτωλές λιχουδιές παρά ξεκάνεις τα μελομακάρονα από την πιατέλα. Πιο ευχάριστα ξεδίνεις, παρά συμμαζεύεσαι. Πιο απρόσεχτα ξεστρώνεις παρά στρώνεις. Πιο αργά φουσκώνεις παρά ξεφουσκώνεις. Πιο γρήγορα ξεφλουδίζεις παρά μαυρίζεις. Πιο ευχάριστα ξεσαλώνεις παρά δεσμεύεσαι και γενικά πιο...ξε- παρά... ό,τι δεν έχει ξε-....Ξεκάνεις, ξεβολεύεις, ξετρυπώνεις, ξεκουμπώνεις, ξεκλειδώνεις, ξεμοναχιάζεις, ξεπροβάλλεις, ξεκουρντίζεις, ξεκαθαρίζεις, ξεφεύγεις, ξεμπερδεύεις.... όλα ξε-!
Ένα τέτοιο ξε- ακολουθούν τα μεθεόρτια. Πριν τις γιορτές ο χρόνος συμβάλλει στην αδημονία. Όλα πάνε αργά, ακόμη κι αν βιάζονται. Η προετοιμασία είναι γεμάτη όρεξη σαν το μικρό παιδί που λαχταράει μια σοκολάτα. Το χάλασμα όμως? Τα χαλάσματα και τα ερείπια παίρνουνε αξία μόνο εάν τα δώσεις επίσης χρόνο. Εάν τα πιέσεις και τα συμπιέσεις θα είναι ανάξια λόγου στην «μπαζωμένη» σου ζωή! Θα είναι απλά οι βιαστικές κινήσεις που θα χαλούν ό,τι πάσχισες να κάνεις με πολύ κόπο, χωρίς φόβο και με περισσό πάθος. Το ξε- έπεται πάντοτε οποιουδήποτε που δεν έχει ξε-. Το ξε- έρχεται πάντοτε δεύτερο και καταϊδρωμένο. Ένα ξε- δεν υφίσταται εάν δεν προηγηθεί το δημιουργικό κομμάτι. Ένα ξε- μοιάζει με την αγελάδα που, ενώ την αρμέγεις επί πολλή ώρα, δίνει μια κλοτσιά στον κουβά και του χύνει το γάλα! Ωστόσο τα ξε- μπορεί να χρειάζονται για να κρατούν τις ισορροπίες. Ό,τι κλειδώνει πρέπει να ξεκλειδώνει, ό,τι φουσκώνει πρέπει να ξεφουσκώνει και ό,τι κουμπώνει να ξεκουμπώνει. Μπορεί όμως το ξεκλείδωμα στην τελική να είναι δυσκολότερο από το κλείδωμα και μπορεί το ξεκαθάρισμα να κρατάει περισσότερο από το μπλέξιμο. Ίσως μερικές φορές  το να δέσεις έναν κόμπο είναι ευκολότερο από το να τον ξελύσεις. Αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις γνωρίζεις καλά πως ό,τι δε λύνεται σε λίγο χρόνο, απλά κόβεται ακαριαία και άπαξ δια παντός!
Ήμουν ξεκάθαρη?


Αλλά τώρα που το σκέφτομαι ισχύει και το της παροιμίας...ό,τι γράφει, δεν ξεγράφει: