Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Να σας πω την αμαρτία μου...

Η μόνη μου σχέση πια με τη γεωμετρία είναι η απίστευτη αγάπη που έχω στα Τρίγωνα! Πανοράματος φυσικά! Μέχρι εκεί! Λατρεύω εκείνη την αρμονία των πλευρών που με μαθηματική ακρίβεια αγκαλιάζουν την παχύρρευστη κρέμα, έτοιμη με την πρώτη δαγκωματιά να αποδράσει από το σιροπιασμένο φύλλο κρούστας στους γευστικούς μου κάλυκες! Βέβαια για να μην αδικώ, κι ο μπακλαβάς δεν είν’ κακός, αν και ρομβοειδής! Μη μου πεις ότι μπορείς να αντισταθείς σε μια πολίτικη συνταγή με σοροπιασμένα φύλλα τεμπέλικα ξαπλωμένα το ένα πάνω στο άλλο, αλλά κρατώντας συνάμα αποστάσεις εξ αιτίας των παρενθετικών καρυδιών! Δεν είπα, βέβαια, ότι παραβγαίνει σε νοστιμιά τον ανεξίτηλο και ολοστρόγγυλο κουραμπιέ! Μάλιστα, ανεξίτηλος. Και οχυρωμένος! Αν πεις να τον δαγκώσεις στα κρυφά, μη μου άπτου γαρ, σε πιάσανε! Εγώ έχω σταματήσει να κλέβω κουραμπιέδες! Αφήνω ίχνη. Ακόμη κι ο δίσκος θα το πει! Μένει ίχνος σαν αυτό που αφήνει η πατημασιά στο χιόνι. Γι’ αυτό, το αεροδυναμικό μελομακάρονο θαρρώ πως είναι πιο αθώο! Βέβαια, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως έχει μια ταχύτητα λόγω σχήματος να εισβάλει χωρίς άμυνα στο στόμα και ως εκ τούτου μια υπεροψία. Θανάσιμη μάλιστα! Παχαίνει ύπουλα! Σου χαρίζει τέτοιο υποδόριο λίπος, μέρες που ‘ναι, που πραγματικά καταλαβαίνεις γιορτές! Έχει αυτοπεποίθηση αυτό το γλύκισμα. Ό,τι  και να λένε οι ξενέρωτοι «που δεν είναι του γλυκού» (άκου δυστυχία που υπάρχει στον κόσμο-να μην σου αρέσουν τα γλυκά!), ένα μελομακαρονάκι για το καλό θα το ψιλοτσιμπήσουν!
Η σοκολάτα πάλι είναι αφενός αγεωμέτρητη, αφετέρου όμως πιο εύρωστη και πιο παιχνιδιάρα! Ερωτική πολύ, γι’ αυτό και ερωτοτροπεί με τους πάντες και τα πάντα. Βουτάει στα ζυμάρια για να γίνουν πιο σκληροπυρηνικά. Χύνεται πάνω από αυτά για να γίνουν πιο εξαρτημένα. Εισχωρεί στα φρούτα για να γίνουν πιο μυστήρια. Ανακατεύεται με την καραμέλα για να γίνει πιο ανταγωνιστική. Χώνεται ανάμεσα σε καρύδια και φουντούκια για να γίνει πιο αδιάκριτη και ενοχλητική. Άλλοτε συναναστρέφεται το γάλα για να γίνει πιο φθηνή, αλλά αμαρτωλή, κι άλλοτε το αποστρέφεται για να παραμείνει καθαρόαιμη και αυτοκρατορική. Εν ολίγοις είναι εκτός συναγωνισμού.
 Τα κέικ, όμως, και τα κάθε είδους παντεσπάνια είναι λιγάκι ετερόφωτα. Δεν έχουν αίγλη αν δεν πάρουν λίγο από την λάμψη της κρέμας, από τη δόξα του φρούτου και από την illustration έκδοση του σιροπιού. Ωστόσο και σκέτα, φρεσκοκομμένα και αχνιστά τσαλαβουτηγμένα σαν κολυμβητές σε ζεστό μυρωδάτο καφέ ή τσαγάκι αρωματικό χειμωνιάτικο, είναι ικανά να μποτιλιαρίσουν τις λεωφόρους του πεινασμένου σου πεπτικού συστήματος απ’ άκρη σ’ άκρη!
Αλλά και οι φυσικοί καρποί, ξηροί ή αφυδατωμένοι, αποξηραμένοι ή βαφτισμένοι στις γλυκές κολυμπήθρες του ζαχαροπλάστη που βράζουν σαν τα καζάνια της κολάσεως δεν είναι καθόλου άσχημοι. Κρύβουν την αμαρτία τους κάτω από το προσωπείο της φύσης. Τι παραβγαίνει το γλυκό του κουταλιού? Μεταξύ μας όμως ποτέ δεν κατάλαβα, γιατί τα λεν γλυκά του κουταλιού. Εγώ, εάν ξεκινήσω να τρώω το μελιτζανάκι ή το καστανάκι ή στη χειρότερη το καρυδάκι, σιγά μη μείνω στο κουτάλι! Θα φάω το βάζο ολόκληρο. Διότι, εάν κάνεις μια αμαρτία, οφείλεις να σέβεσαι τον εαυτό σου και την κάνεις ολόκληρη, από την αρχή μέχρι το τέλος σωστά!
Σωστά? 


Γι’ αυτό κι εγώ σας εύχομαι να περάσετε τα πιο γλυκά και ζαχαροειδώς αμαρτωλά Χριστούγεννα της ζωής σας, να τα νιώσετε όσο πιο ζεστά γίνεται. Από την πόρτα μόλις έρθω να σας πω τα κάλαντα (γιατί θα έρθω, να το ξέρετε, αλήθεια σας λέω, η μαμά μου δε μ’ αφήνει να λέω ψέματα), θέλω να μυρίσω το φρεσκοψημένο κέικ, να σπάσει η μύτη μου από το καμένο βούτυρο που σιγοκαίγεται στην κατσαρόλα, να λιγώσω από το σιγοβρασμένο με λεμόνι -για να μην κόψει- σιρόπι για τον μπακλαβά και να δω επάνω στη σόμπα σας φλούδες μανταρίνι και ένα μεγάλο γυάλινο βάζο γεμάτο καρύδια, κάστανα, φουντούκια, κανέλα και αμύγδαλα στο τραπέζι να περιμένουν να τα παίξετε την Πρωτοχρονιά στο ΠΑΡΤΑ ΟΛΑ! Μη φορέσετε στενούς κορσέδες για να δείχνετε όμορφοι. Είστε! Μην αγχώνεστε αν δεν μπορείτε να διασκεδάσετε «έξω». Να βάλετε απλά ζεστές πυτζάμες, χουχουλιάρικες για να είστε άνετοι. Και να πάρετε κιλά! Θα σας χρειαστούν. Προστατεύουν από το κρύο και έχετε αποθέματα στις πείνες που έρχονται. Αφήστε τον εαυτό σας ελεύθερο να χαρεί την ήττα του από τη ζάχαρη. Και περιμένετε τον Αϊ-Βασίλη να σας φέρει Σ.Υ.Κ.Α. (Σοφία Υγεία, Κουράγιο, Αντοχή)και όχι τον i-Βασίλη να σας φέρει i-phone, i-pad και i-pod! Η επικοινωνία δεν καθορίζεται από την Apple, αλλά από το πόσα ΜΗΛΑ θα σφάξετε στο βωμό της μηλόπιτας που θα μοιραστείτε με τους ανθρώπους που αγαπάτε!
 Και του χρόνου!

Εμείς θα τα πούμε του χρόνου πια! Όχι όμως του χρόνου τέτοια μέρα, γιατί μου λείπετε και μόνο στην ιδέα! Στη ζωή μου έχω κόψει αρκετές εξαρτήσεις. Αυτή που δεν μπορώ εύκολα να κόψω είναι η εξάρτηση από τη σοκολάτα, από την αγάπη και από την αγάπη σας e-φίλοι μου (και όχι μόνο e-…)!
Καλές Γιορτές, εξομολογηθείτε τις αμαρτίες σας σε όσους αγαπάτε και να θυμάστε ότι εγώ ΣΑΣ ΑΓΑΠΑΩ!

Φιλιά
Κωνσταντίνα

ΥΓ: αν ξέρετε καμιά καλή χριστουγεννιάτικη συνταγή, ορίστε, μοιραστείτε την!







Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Η A-νέ-melie επιστρέφει...

Επέστρεψα στις αλλοτινές μου συντεταγμένες. Εκεί όπου περιφερόμουνα κάποτε, άλλοτε ασκόπως, άλλοτε σκοπίμως και άλλοτε κατασκοπευτικά. Αυτή τη φορά ήμουν σαν τον δολοφόνο γύρω από το έγκλημα. Ένα έγκλημα, όμως, χωρίς τιμωρία. Ωστόσο, ένα έγκλημα πάθους. Βρέθηκα, λοιπόν, εκεί όπου τέμνεται ο Παράλληλος 48° 52'  με τον Μεσημβρινό 2° 19'. Εν τέλει ήταν όλα όπως τα άφησα. Τότε! Δώδεκα περίπου χρόνια πριν. Ευτυχώς δεν είχαν αλλάξει και πολλά! Αυτό σημαίνει πως ή τότε αυτή η πόλη ήτανε πολύ μπροστά ή τώρα έμεινε απλά πίσω με ανεπαίσθητες αλλαγές.
Ο Πύργος του Άιφελ στιβαρός και αγέρωχος. Επιβλητικός! Η Μονμάρτη εξακολουθούσε να με κοιτάει αφ’ υψηλού! Τι κι αν σκαρφάλωσα στη ράχη της! Είχε κάθε δικαίωμα να το ‘χει πάρει πάνω της με τέτοια γραφικότητα. Ο Σηκουάνας πάλι, κι εκείνος εκεί. Ήρεμος και ατάραχος σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Το χαβά του! Γνήσιος ποταμός! Κυλάει, κυλάει, κυλάει και φυσικά δεν γυρίζει πίσω ποτέ!  .....
Αν πάλι πάρει να νυχτώνει, στην πόλη αυτή, ξεκινά η δεύτερη μέρα. Η πρώτη θέλει τα boulevards γεμάτα, μποτιλιαρισμένα και τους ανθρώπους να τρέχουν σε δουλειές ή σε σπουδές. Η άλλη, που ξεκινά με την ανατολή του φεγγαριού, θέλει βόλτες, χορό και σκέψη, αλλά και τέσσερις τοίχους, βιβλίο και ποτό. Μπορεί τότε η πόλη να γδύνεται τη ρομαντική της αίγλη και να απεκδύεται πάσης ευθύνης, όταν σου δείχνει τα αστραφτερά μα κοφτερά της δόντια. Και να παίρνει άλλη όψη. Πιο ωμή, πιο ψυχρή. Τότε από Πόλη του Φωτός μπορεί να γίνει πόλη του σκότους. Μπορεί να χάσει τη λάμψη της και να σε βάλει στα παρασκήνια. Να δεις ποιοι δουλεύουν πίσω από τις πασαρέλες και πόσο. Να μάθεις πως η λαμπρή και στραφταλίζουσα ζωή των οίκων μόδας βασίζεται σε εργατοώρες κοπιώδους δουλειάς χωρίς ωράριο στις γειτονιές των ραφτάδων, των γουναράδων και των βυρσοδεψών! Και οι περισσότεροι από αυτούς...μετανάστες. Στο Παρίσι μεν, αλλά μετανάστες. Τρίτης ή τέταρτης γενιάς πια, άνθρωποι της ξενιτιάς, αλλά και του ξενυχτιού με άγχη, deadline και προθεσμίες που τους στερούν τον ύπνο και τη siesta, μια ζωή που με τίποτα δεν ξορκίζει την αγωνία, σαν αυτή του τουρίστα που ανεβαίνει στην Αψίδα του Θριάμβου για να φωτογραφίσει τα περίλαμπρα Ηλύσια Πεδία. Ούτε πρόκειται για ανθρώπους που βολτάρουν κάθε μέρα στα bateaux mouches για να προφθάσουν τον Σηκουάνα. Είναι άνθρωποι που άφησαν τον τόπο τους για ένα καλύτερο μέλλον, που ήρθαν ξένοι μέσα στους ξένους για να χτίσουν τη ζωή τους.
Αυτοί οι άνθρωποι με δέχθηκαν τότε. Τέτοιοι άνθρωποι μου άνοιξαν την αγκαλιά τους σαν φτερούγες, όταν βρέθηκα για λίγους μήνες εκεί μακριά από τους δικούς μου και έκαναν το παν να μην αισθανθώ ότι μου λείπει τίποτε. Μπορεί να έκανα τουρισμό. Εκπαιδευτικό μεν, αλλά τουρισμό. Και μπορεί να πήγα για να δω το άλλο, να γευτώ το ξένο, να δοκιμάσω το διαφορετικό. Αλλά συνάντησα τη με ζέση και ζέστη φιλοξενία τους και προθυμία τους να με βοηθήσουν. Ξέρανε από μοναξιά μέσα στο άγνωστο. Κι η μοναξιά, λέει ο Ελύτης, έχει όπως και η γλώσσα, τα δικά της ιδιώματα. Τα καταλαβαίνουν μονάχα οι ομόγλωσσοι. Εκείνοι που νιώσανε κάποτε εξίσου μόνοι και αβοήθητοι. Εκεί γεννιέται το αλληλέγγυο. Εκεί που σμίγει η κούραση μιας επίπονης μέρας με το άλλο της μισό, την απόσταση από αυτούς που αγαπάς και εκείνους που σ’ αγαπούν.
Γι’ αυτό κι εγώ δεν ξεχνώ τον θείο Κυριάκο που με παρέλαβε από το αεροδρόμιο, σαστισμένο ταξιδιώτη άγνωστης διαδρομής, με τα μπαγκάζια μου, και με δίδαξε τον «κοινωνικό γραμματισμό» μιας μεγαλούπολης που είχε ΜΕΤΡΟ,  γιατί στο χωριό μου δεν είχα. Δεν ξεχνώ τη Νόνη που μου ‘κανε συντροφιά στα ζεστά bistro των Boulevard του Παρισιού. Δεν ξεχνώ τη θεία Σπυρούλα που δε μου στέρησε τα ζυμωτά σμυρναίικα τσουρέκια για να αισθανθώ το Πάσχα ελληνικό. Ούτε ξεχνώ τον Νίκο, που κάθε τι που του ‘λεγα πως δεν έχω ή χρειάζομαι, πριν προλάβω να αποσώσω λέξη, μου το ‘φερνε. Την Τόνια που με τη μαγειρική της φρόντιζε να μη μου λείπει σπιτικό φαγητό. Τον Γιώργο που με κάλεσε την Κυριακή του Πάσχα να ψήσουμε μαζί αρνί στο σπίτι του στα προάστια, τον Κώστα με τη Χριστίνα που με τραβούσανε στην ελληνική κοινότητα κάθε Σάββατο για να κάνουμε πρόβες στο Λύκειο Ελληνίδων, αλλά και την Κατερίνα, την  Έφη, τον Χρίστο, τον Θανάση, τον Φάνη, τη Σουζάνα με τις εξαιρετικές φιλοσοφικές της συζητήσεις και τον κυρ Διαμαντή που με την απίστευτη ιστορία της ζωής του, που πήγε στο Παρίσι για ένα Σαββατοκύριακο, κι έμεινε τελικά εκεί 40 χρόνια με δίδαξε πως η ζωή είναι απρόβλεπτη!!!
            Δώδεκα, λοιπόν, χρόνια μετά, ήτανε όλοι τους εκεί. Μου φάνηκαν ίδιοι. Μόνο η μικρή  Δήμητρα άλλαξε εμφανώς. Τότε 5, σήμερα 17. Και φυσικά ο μικρός Αντώνης. Τότε στην κοιλιά της μαμάς του, σήμερα 11.
            Ωραίο ταξίδι. Αν και ο αέρας ήτανε παγωμένος, η βροχή συνεχής και το χιόνι δηκτικό, έκανα ένα PAUSE. Τι κι αν μάζεψα το κρύο της ζωής μου πάνω στη Μονμάρτη φουλ στο χιόνι? Η χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα με αποζημίωσε. Τι κι αν ξύλιασα στην υγρή Eurodisney? Το ευτυχισμένο πρόσωπο του μικρού Αντώνη που μου ‘σφιγγε το χέρι από χαρά που τον πήγα βόλτα, με έκανε να ξεχνάω το κρύο. Τι κι αν πηγαίνοντας έφαγα παγωτό κριθαράκι και γυρνώντας παγωτό κοτόπουλο? Με αποζημίωσαν τα ξαδέρφια μου με γαλλική και γιαπωνέζικη κουζίνα στα καλύτερα εστιατόρια της πόλης. Και τι κι αν μας τάισαν στο αεροπλάνο μεσημεριανό σε ώρα μοναστηριακή, ήτοι στις 10.30 το πρωί? Και τι κι αν σήμανε συναγερμός για βόμβα στο αεροδρόμιο του Παρισιού και έτρεχα πανικόβλητη να κάνω check-in στου διαόλου το κέρατο μη χάσω την πτήση? Τι  κι αν μου χάσανε ή μου ξεχάσανε τη βαλίτσα οι υπάλληλοι της air France και μου τη στείλανε να πάρει αέρα στο Μόναχο!???  
Τι να την κάνω τη βαλίτσα! Ας πάει μακριά!  Άλλωστε είχε άχρηστα πράγματα μέσα. Τα πιο σημαντικά τα κουβαλούσα πάνω μου και δεν μπορούσε να μου τα πάρει κανείς: τις γλυκές σοκολάτες στο τσαντάκι μου και τις πιο γλυκές μου αναμνήσεις στην καρδιά μου.







.
 

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Εντός εαυτού


Κάλεσα έξαλλη τον Εαυτό μου σε σύσκεψη. Έκτακτη συνέλευση: «Πρέπει να μιλήσουμε» του είπα με ύφος! Ήταν όλος αφτιά! Δεν πρόλαβε να αντιδράσει και με κοιτούσε ασκαρδαμυκτί. Κιχ δεν έβγαλε. Κατάλαβε πως επρόκειτο για ένα πολύ σοβαρό θέμα. Του είπα πως πρέπει να αρχίσει σιγά σιγά να βάζει ορισμένα πράματα στη θέση τους. Τι θα πει «Έτσι έχω μάθει και έτσι μου μάθανε και άλλες τέτοιες ανοησίες?» Του έθεσα κάποιες ερωτήσεις σαν εκείνες τις γνωστές-κλισέ σε συνεντεύξεις περιοδικών: Σε ρωτάνε «ποιο είναι το μεγαλύτερό σου ελάττωμα?» και απαντάς «Η Συνέπειά μου, η Τελειομανία μου και η Καλοσύνη μου.  Είναι η Κατανόηση, η Υπομονή και η Καρτερικότητα. Είναι η Φιλοτιμία, η Συν-πάθεια και η Αντοχή».
 Έτσι κι αυτός μου πέταξε: την Ανοχή, όταν ανέχεται συμπεριφορές που δεν του ταιριάζουν, αλλά δεν επαναστατεί! Την Ανεκτικότητα, όταν είναι ανεκτικός σε πράξεις που δεν τις θέλει, αλλά τις υπομένει... και τη Δοτικότητα, όταν δίνει σε ανθρώπους που δεν έχουν, αλλά κυρίως δεν πήραν καμιά φορά και ως εκ τούτου δεν έδωσαν ποτέ! Αλλά τρομάζουν! Τρομάζουν να βλέπουν ανθρώπους που δίνουν και δίνονται. Και φοβούνται! Φοβούνται να βλέπουν ανθρώπους να προσφέρουν και να προσφέρονται. Είναι και οι εποχές άλλωστε: κοιτούν καχύποπτα το «δούναι» ψάχνοντας πίσω του να βρουν πού είναι το «λαβείν». Και ψειρίζουν και  αναρωτιούνται. Υποπτεύονται προθέσεις πίσω απ’ τις κινήσεις. Ψάχνουν για μικροπρέπεια πίσω από τη μεγαλοψυχία. Γυρεύουν οφέλη πίσω από τη δωρεά.
Αλλά τι να πεις σε κάποιον άνθρωπο που με τέτοιες ανησυχίες γίνεται ανθρωπάκι? Είναι σαν να ζητάς να αγαπήσει κάποιος που ποτέ του δεν έχει αγαπηθεί. Πληγώνει όμως, γιατί έμαθε να πληγώνεται! Κι ας ξέρει ότι δεν είναι σωστό να περνάει από τη ζωή σου και να πληγώνει. Να δίνει χτυπήματα δυνατά κι όποιον πάρει ο χάρος!
 Αφού βρε συ είσαι τόσο βιαστικός! Γιατί ανοίγεις πληγές, εφόσον δεν έχεις χρόνο να τις κλείσεις?
....Κάπου εκεί λοιπόν, ανάμεσα στη μνήμη και το άλλο της μισό, τη λήθη, πάλευαν κάτι αναμνήσεις να σβηστούν από το χάρτη. Να διαπεράσουν το ανάμεσο αυτού του δυισμού και σφόδρα να στρογγυλοκαθίσουν στη μεριά της λήθης. Τι δεν τις έταξα! Τι δεν τις υποσχέθηκα! Αλλά πετάχτηκε η Μνήμη! Από τότε που τη θυμάμαι… ονειροτόκος μια ζωή: ζει με το παρελθόν για να χτίσει μέλλον. Ονειρεύεται όμως χωρίς να φοβάται. Κι ας ξέρει ότι μόνο κακά όνειρα θα δει. Διότι «όποιος δεν έχει εφιάλτες, μου λέει ειρωνικά, δεν έχει κι όνειρα!» Της είπα πως είναι μάταιο να ελπίζει. Μου απάντησε πως έχει δικαίωμα να απογοητεύεται, όχι όμως να τα παρατά. Της απάντησα ξιπασμένα πως η αφεντιά της δεν είναι παρά ένα νοητό ημερολόγιο –για να μην πω ανόητο!- που του σχίστηκαν κάποιες σελίδες, ενώ άλλες ξεθώριασαν από τον φθοροποιό χρόνο. Εκείνες που ήταν γραμμένες με μολύβι θόλωσαν κι οι άλλες με μελάνι μουσκεύτηκαν από δάκρυα και απλώς λερώθηκαν... άλλες πάλι σελίδες τσαλακώθηκαν, ενώ άλλες τσακώθηκαν. Μεταξύ τους! Δεν έχουν και κοινό παρονομαστή άλλωστε. Η μία κατέγραψε λάθη, η άλλη το σωστό, η τρίτη το πρέπον, μια τέταρτη τα «θέλω», μια άλλη τα «μπορώ». Ετερόκλιτες τελείως! Πώς να συνεχίσουν να συνυπάρχουν στο ίδιο βιβλίο?
Ωστόσο εγώ πρότεινα της Μνήμης να κρατήσει τα καλά, να πετάξει τα άσχημα χωρίς να την κόφτει αν κάποιος κάπου κάποτε μου αντιγύρισε γεμάτος τρόμο όσα του έδωσα φοβούμενος ότι θα ζητήσω από εκείνον άλλα τόσα. Αφού δεν έχει! Τι να μου δώσει? Έτσι νομίζεις ότι βγήκε το «Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος»?

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Η αυτοκριτική της ναφθαλίνης

Μεταξύ μας τώρα… το παραδέχομαι. Μία μούχλα υπάρχει! Κι άντε ένας, άντε δύο. Πεντακόσιοι και παραπάνω μαζί σε μια αίθουσα ξέρετε τι μας κάνουν? Ο Θεός να σε φυλάει! Να κόψεις φλέβες…

- Όλα ξεκινούν από το dress code:
 «Αν είμαι γυναίκα, να είμαι λίγο κουλτουριάρα και να φαίνομαι, να φορώ μια φούστα με άποψη, να έχω ένα μαλλί περίεργο ή ένα σκουλαρίκι χειροποίητο. Μερικές φορές μπορεί να θυμίζω και Πάολα! Και τι να λέει! Η κάστα μας έχει και περιεχόμενο. Όσο για το ταγιέρ, αυτό είναι μιας άλλης εποχής, για τις παλιές, αν και, κάποιες από μας, νέες τη σήμερον, σε 10 το πολύ χρόνια από τώρα, ταγιέρ θα φοράνε. Φαίνεται!»
«Αν πάλι είμαι άντρας… επίσης φαίνεται. Λίγο αξούριστος, λίγο ακούρευτος, λίγο έχω ξεχάσει τι θα πει σαμπουάν, λίγο κοιλίτσα, λίγο κοστούμι… λίγο βλέμμα ροφού, λίγο παραμόρφωση μετά τη μόρφωση!»

-Και τι γλώσσα μιλάς?
Κατά βάση πομπώδη, με λεκτικές περικοκλάδες, εντυπωσιακή, με στόμφο, με… με… με… Σίγουρα «με», όχι «χωρίς»… και πάντα με τάση διόρθωσης του συνομιλητή. Ε υπάρχουν κι εκείνοι που παρεκκλίνουν. Που είναι λίγο του λιμανιού και λίγο του σαλονιού ταυτόχρονα. Αλλά και εδώ, όπως με την Πάολα, υπάρχει μια διαφορά με τον λιμενεργάτη: ότι ο τελευταίος δεν μπορεί να μιλήσει ΚΑΙ σε συνέδριο, να ετυμολογήσει βρε αδερφέ ένα λήμμα. Λέμε τώρα… διότι είναι πολλοί και πάμπολλοι από την εξέχουσα αυτή φάρα μας που μπερδεύουν το «λήμμα» με το «βλήμα».
 Και στο κάτω-κάτω πού να τα ξέρεις όλα! Η κατάρα του κλάδου σε θέλει σαν το καροτσάκι του super market: δίπλα στα κασέρια η οδοντόπαστα, πάνω από το γκαζάκι του καφέ ο ταραμάς και παραδίπλα το ρολό κουζίνας, ο αρακάς με το ασετόν. Όλα άσχετα μεταξύ τους, αλλά με έναν κοινό παρονομαστή. Εσένα.
Μάθε λοιπόν και αρχαία και νέα, και Σολωμό και Εμπειρίκο, και Βιζυηνό και Σοφοκλή και Σαπφώ και Καρτέσιο, και ιστορία, και αρχαία και ρωμαϊκή και βυζαντινή και νεοτέρα. Και εντρύφησε και στον Κασσιόδωρο και στον Σκυλίτζη και στα λατινικά και στα ομηρικά, και στον Κικέρωνα και στον Σαλλούστιο! Και γνώριζε τη γραμματική και το λεξιλόγιο το αρχαίο, το ελληνιστικό, το μεσαιωνικό και της νέας ελληνικής, της λατινικής, της ομηρικής. Και σπούδασε τη γλωσσολογία και τη θεωρητική και την εφηρμοσμένη και την ιστορικοσυγκριτική. Διότι «είναι ανεπίτρεπτο να λέγεσαι «φιλόλογος» και να μην τα ξέρεις όλα αυτά!
- Ουφ! Συγνώμη!! Αυτό δεν είναι άνθρωπος! Αυτό είναι η GOOGLE με πόδια!
Και κάπου εδώ αρχίζουν οι ανασφάλειες. Γιατί δε διάβασα όσα έπρεπε από μικρή για να προλάβω? Και ψάχνω τον ένοχο: ποιος μου ‘φαγε στα νιάτα μου το χρόνο μου? Χμ! Το ποδήλατο! Αυτό φταίει! Θα το πυροβολήσω! Και το παιχνίδι. Θα το σκοτώσω. Και οι παρέες μου. Θα τις φυλακίσω… Θέλω το χρόνο μου πίσω! Να συγκλίνω στοιχεία ετερόκλητα και αντισυμβατικά: να γίνω καλή, κατανοητή, συμπαθητική και εν τω βάθει ψαγμένη φιλόλογος. Αλλά ζωντανή. Όχι μουχλιασμένη σαν να βγήκε από την ντουλάπα το μάλλινο παλτό που μυρίζει ναφθαλίνη.
-Πολλά ζητάς!


Αθήνα 22 Νοεμβρίου 2012
Συνέδριο της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων
Θέμα: Θουκυδίδης

Ιστορικός και ως εκ τούτου διαχρονικός. Κάθισα δίπλα σε μια συνάδελφο, μάλλον και τα μάλα νεότερη. Στα χρόνια. Χαμογελαστή ναι. Αλλά μετά το «καλημέρα σας», γκρίνιααααα! Πιο πολλή κι απ’ τη δική μου. Φαντάσου! Από αυτές τις γκρίνιες με μουρμούρα: «Κορεσμένος ο κλάδος μας, χωρίς δουλειά… Και αυτοί του ΦΠΨ είναι άσχετοι. Δεν πρέπει να λέγονται φιλόλογοι. Και οι του Ιστορικού Αρχαιολογικού  μας παίρνουν την δουλειά και μπλα μπλα μπλα…». Χαμογέλασα. Απάντησα απλά πως “ο καλύτερος κερδίζει” και έσκυψα στις σημειώσεις μου. Τυπικά έδειξε να συμφωνεί, αλλά έβγαζε καπνούς από τα αφτιά.  Και σημείωνα  τι? Τον εκπεφρασμένο συνδικαλισμό εκπροσώπου της ΟΛΜΕ που μιλούσε για μειωμένες απολαβές και για χαμένα κεκτημένα, αλλά δεν είπε τίποτα για δουλειά. Ούτε μία λέξη. Θα εννοούνταν κι αυτό, όπως πολλά δυσκόλως εννοούμενα. Και χασμουρήθηκα. Νύσταξα. Βαρέθηκα. Ήταν κι εκείνος ο κατά τα άλλα πολύ σημαντικός, αλλά συνάμα τόσο ανιαρός λόγος των εισηγητών… σαν το νανούρισμα της μαμάς στα πρώτα μου χρόνια! Άλλωστε για να καταλάβει ένας φιλόλογος πόσο βαρετός είναι ώρες-ώρες (ή πάντα!!!) μπορεί να καθίσει ανάμεσα σε άλλους για να ακούει έναν επίσης φιλόλογο να μιλάει. Ε ρε γλέντια! Αλλά ευτυχώς ο λόγος κάποιων χαρισματικών ομιλητών έκανε τον Θουκυδίδη να αλλάξει χώρο και να ξεπεράσει και το χρόνο και να καθίσει πλάι μου και να μου μιλάει για το μέλλον… 
Εν κατακλείδι, ορθά ο κλάδος αυτός θεωρείται εν τη γενέσει του καταραμένος. Αλλά και καμένος. Όπως σε πολλές άλλες περιπτώσεις, κρατάς το πτυχίο σαν σπουδές, όχι σαν επάγγελμα. Στη σχολή άλλωστε οι καθηγητές μας μας είχαν προετοιμάσει σωστά: «Εμείς εδώ βγάζουμε επιστήμονες, όχι καθηγητές». Μπορείς άλλωστε να γίνεις μια επιτυχημένη καθαρίστρια με πτυχίο φιλολογίας. Ή μπορείς να πουλάς καρπούζια γνωρίζοντας Κικέρωνα ή την ιστορία του ελληνικού έθνους από την εκδοτική Αθηνών. Άλλωστε τι κακό έχει να σπουδάσεις φιλολογία και να επαγγέλλεσαι κάτι άλλο? Η δουλειά δεν είναι ντροπή και δε θα ‘σαι ο μόνος που του συμβαίνει αυτό. Άσε που δεν έχουμε πια σαν τους παλιούς φιλολόγους! Σήμερα, σε πολλές των περιπτώσεων, ισχυρίζονται κάποιοι, μιλάμε για φελλο-λόγους! Διότι άλλο ο παλιός φιλόλογος, κι άλλο ο παλιοφιλόγος.
Ευτυχώς όμως, ο Θεός εφηύρε τις ανταύγειες μες στην καταχνιά, την εξαίρεση μέσα στον κανόνα και τους διαφορετικούς μέσα στην ομοιομορφία. Αλλά πόσους τέτοιους γνώρισες?  Εγώ ελάχιστους!