Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Γράμμα στον Άγιο Βασίλη….

31/12/2010

Αγαπημένε μου Άη Βασίλη,
Η αλήθεια είναι ότι δεν πιστεύω και πολύ ότι υπάρχεις. Δεν αμφισβητώ βέβαια ότι υπήρξες! Τώρα αν ήσουνα -όπως σε παρουσιάζει η Coca-Cola-  ψηλός, χοντρός, ασπρογένης με γαλλική κοκκινιστή, σαν το βοδινό της μαμάς, μυτούλα και με τέτοιο χαμόγελο και χοχολίστικο γέλιο και, ενώ έχεις μόνο μία νύχτα να μοιράσεις τα δώρα σου, δεν αγχώνεσαι…. αυτό μόνον εσύ το ξέρεις.
 Διαθέτεις τέτοιο εργαστήρι με τόσους βοηθούς? Μέσα σε ένα βράδυ κατεβαίνεις από τόσες καμινάδες χωρίς να γκρεμοτσακίζεσαι και χωρίς να κάνεις μαύρα τα κόκκινά σου ρούχα από τις καπνιές? Εσύ μάνα δεν έχεις να σε μαλώνει όταν λερώνεσαι? Και το έλκηθρο σου πώς πετάει? Δεν ισχύουν για σένα οι νόμοι της φυσικής, όπως αυτός της βαρύτητας? Και στα σπίτια που δεν έχουν τζάκι, δηλαδή  «δεν είναι από τζάκι» (κάποτε ίσχυε το αντίθετο) δεν πηγαίνεις? Περνάς μήπως και μέσα από τις σωλήνες του καλοριφέρ ή από το μπουρί της σόμπας? Και γιατί ξαφνικά στα 75 σου θέλησες να γίνεις ακροβάτης αλά τσίρκο Μεντράνο και κρεμιέσαι από τα κάγκελα στα μπαλκόνια σαν να μας απειλείς ότι θα αυτοκτονήσεις?
        Όπως και να ‘χει Άη Βασίλη μου, εγώ θα σου ευχηθώ να συνεχίσεις να υπάρχεις, έστω και νοερά, έστω περιστασιακά -μια φορά το χρόνο, έστω και φαντασιακά ή ιδεατά, για να έχουμε μία ελπίδα και κάτι να προσμένουμε:
Και δεν ξέρω αν φτιάχνεις στο εργαστήρι σου μόνο κουκλίτσες και τρενάκια με πολύχρωμες ροδίτσες για τα παιδάκια, θα ήτανε πάντως πολύ χρήσιμο αν έφτιαχνες και άλλα πράματα για τους ανθρώπους, τους πιο μεγάλους: θα μπορούσες, ας πούμε, να φτιάξεις μυαλό για πολλούς που δεν έχουν ή που είχανε αλλά το χάσανε λόγω ξιπασιάς. Επίσης, θα μπορούσες να μοιράσεις αξιοπρέπεια σε κάποιους ανθρώπους, γιατί ξεφτιλίζουν τον εαυτό τους αλλά και τους άλλους ενίοτε με τις πράξεις τους. Ή και καλλιέργεια!!Βέβαια! Σπουδαίο δώρο και είδος υπό εξαφάνιση! Όπου και να ψάξεις, λένε, δε βρίσκεις, γιατί δεν πουλιέται. Μόνο φτιάχνεται! Αχ! Άγιε μου Βασίλη, Θεό θα σε κάνω! Σε παρακαλώώώ!!!! Να χαρείς τα ποθαμένα σου!!! Τόσα ξωτικά έχεις γύρω σου!!! Βάλ’ τα σε παρακαλώ να φτιάξουν λίγο από «καλλιέργεια» και μοίρασέ τηνα στους φτωχούς και στους δήθεν πλούσιους! Θα σε ευγνωμονώ μια ζωή. Και να δεις που εγώ θα σου ανάψω μια λαμπάδααααα, ίσα με το μπόι σου!
 Ακόμη θα ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, αν έφερνες σύνεση και προνοητικότητα σε κάποιους που δεν φροντίζουν εκ των προτέρων να εξασφαλίσουν σημαντικά προς το ζην πράματα…
        Για την οικογένειά μου Άη Βασίλη θέλω λίγα αλλά πολύ σημαντικά πραματάκια: εκτός από τα παραπάνω θέλω στη μαμά μου να της φέρεις λιγότερα έως καθόλου πιάτα και σεμεδάκια για τη νέα χρονιά. Άη Βασίλη έχουμε πρόβλημα! Έχει γεμίσει ήδη εφτά αποθήκες και πάει (απ)αισίως για την όγδοη! Επίσης, θέλω να την κάνεις να μιλάει λιγότερο, γιατί μας παίρνει τα αφτιά άλλοτε με λόγο και άλλοτε χωρίς. Τις περισσότερες χωρίς αλλά η μαμά πάντα βρίσκει λόγο να μουρμουρίζει. Να της δώσεις λιγότερο χρόνο για τους άλλους, γιατί όλο για τους άλλους τρέχει και ποτέ για τον εαυτό της κι όταν της κάνουμε παρατήρηση μας λέει εμάς να μη μας νοιάζει αλλά όταν το βράδυ βογκάει από τους πόνους στα πόδια της, εμείς την ακούμε αλλά της λέμε ότι δε μας νοιάζει και μετά αυτή λέει παιδιά έβγαλα εγώ ή σκυλιά και ότι δεν πρόκειται ποτέ ξανά να μας πλύνει ούτε ένα ρούχο και να μας ξαναμαγειρέψει και να πάμε στη γειτόνισσα να μας φροντίσει. Εν τω μεταξύ η γειτόνισσα είναι φίλη της και δεν ξέρω γιατί κάθε φορά την αναφέρει λες και είναι ο πιο αδιάφορος άνθρωπος στον κόσμο.
        Άγιε Βασίλη, θέλω ακόμα να φέρεις στο μπαμπά μου λίγο παραπάνω υπομονή από όσο είχε πέρυσι για να αντέξει τη μαμά που του άσπρισε, όπως λέει, τα μαλλιά αλλά κάθε φορά που δεν είναι καλά η μαμά μας λέει συνέχεια τη μαμά και μάτια σας γιατί χαθήκαμε όλοι… Τελικά τη θέλει ή δεν τη θέλει, δεν έχω καταλάβει ακόμη, έχω μπερδευτεί και η πλάκα είναι ότι προχθές κλείσανε αισίως 33 χρόνια γάμου, σαν τον Μεγα-Αλέξανδρο, το Χριστό και το Διγενή Ακρίτα και κάθε χρόνο λένε ότι θα χωρίσουνε αλλά μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε και εγώ με τον αδερφό μου δεν τους παίρνουμε πια στα σοβαρά, γιατί μάλλον αγαπιούνται παρόλο που η μαμά έλεγε συνέχεια ότι δεν έφταιγε κανένας άλλος παρά αυτή που άφησε το χωριό της και ήρθε ξένη μες στους ξένους. Αλλά ούτε αυτό το κατάλαβα γιατί η μαμά ξέρει πιο πολλούς ανθρώπους σε αυτόν τον ξένο τόπο από το μπαμπά…
        Επίσης, καλέ μου Άγιε Βασίλη, θέλω να φέρεις τον αδερφό μου λίγο πιο κοντά από εκεί που είναι, γιατί βαρεθήκαμε κάθε φορά να τρέχουμε χιλιόμετρα με τα τάπερ τα γεμάτα μαγειρεμένο φαγητό και να μας έχουνε μάθει όλοι οι οδηγοί του ΚΤΕΛ ότι στέλνει η μάνα στον (υ)ιό της σαρμαδάκια γιαλαντζί ή λαγό στιφάδο και πατάτες γάστρας πάνω σε ένα πούλμαν σαν να πάνε εκδρομή στον Άγιο Νεκτάριο της Αίγινας να προσκυνήσουν στο μοναστήρι ένα πράμα… Ρεζίλι έχουμε γίνει!
        Για μένα Άη Βασίλη δε θέλω και πολλά! Όλα τα παραπάνω αν κάνεις για τους άλλους, εγώ θα είμαι πλήρης και θα νιώθω ανακουφισμένη από όλη αυτή τη γκρίνια και τη φασαρία που συμβαίνει γύρω μου! Γι’ αυτό Άη Βασίλη μου, αν υπάρχεις, σε παρακαλώ, μην παραβλέψεις αυτό το γράμμα και μου φέρεις πάλι ό,τι, υποτίθεται τουλάχιστον, πως μου έφερες εσύ πέρυσι: εβδομήντα πέντε ευρώ μέσα σε έναν φάκελο με μια Χριστουγεννιάτικη Κάρτα με ευχές… Λεφτά είναι αυτά, δηλαδή χαρτιά. Να, γι’ αυτά τα παλιόχαρτα χάλασαν οι άνθρωποι και είναι όλοι δυστυχισμένοι γύρω μας: γιατί κανείς, Άη Βασίλη μου, δεν εκτίμησε ποτέ πόσο πολύ αξίζει αυτό που «είναι» κάποιος κι όχι αυτό που «έχει». Γιατί κανείς δεν κατάλαβε πως όταν κάποιος «ΕΙΝΑΙ», ο Θεός του δίνει και «ΕΧΕΙ»… Όλοι νομίζουν το αντίθετο: πως όποιος «ΕΧΕΙ» σημαίνει και πως «ΕΙΝΑΙ»… και να που κατάντησε η χώρα μου… γι’ αυτό: μη, παρακαλώ σε, μη λησμονάς τη χώρα μου!!!!
Σε φιλώ
Το Μικρό Κωνσταντινάκι
(…που βγήκε από μέσα μου)

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

Συνταγή για Μελο-μακάριους!

Υλικά:
100 γραμμ. υπομονή στην καθημερινότητα
1 κουτ. του γλυκού πείσμα στα εγχειρήματα
2 φλυτζανια περιέργεια στη γνώση
2 φλυτζ. του τσαγιού ειλικρίνεια με τους ανθρώπους
250 γραμμ. πίστη σε ό,τι κάνετε
1 πρέζα εγωισμό στις συναλλαγές
1 φλυτζ. του καφέ  τρέλα ανακατεμένη με αυθορμητισμό
300 γραμμ. γενναιοδωρία στην προσφορά σας
1 φλυτζ. πραότητα στην καθημερινότητα
300 γραμμ. σοφία σε κάθε ενέργεια
50 γραμμ. χρόνο στις σχέσεις
200 γραμμ. δημιουργικότητα στη ζωή
2 ½ φλυτζ. του τσαγιού ηρεμία στην αντιμετώπιση της βλακείας που δέρνει τον κόσμο γύρω σας
1 κιλό σεβασμό στους μεγαλύτερους
¾ του κιλού ελπίδα για το άμεσο μέλλον
100 γραμμ. αυτοσυγκράτηση στα νεύρα
2 κιλά αφοσίωση στην οικογένεια
1 κουτ. της σούπας οργή αν χρειαστεί
3 κιλά ευγνωμοσύνη που στέκεστε στα πόδια σας
Αγάπη όσο πάρει

Για το σιρόπι:
2 κιλά Γλύκα
1 ½ κιλό Μέλι
Ηδονή κατά προτίμηση

Εκτέλεση:
Θα πάρετε την ελπίδα και θα την κοσκινίσετε ώστε να πετάξετε την απογοήτευση. Στη συνέχεια, σε ξεχωριστό μπολ χτυπάτε το πείσμα στα εγχειρήματα με την περιέργεια στη γνώση και την πίστη σε ό,τι κάνετε για να δέσουν καλά μεταξύ τους!
Παράλληλα λιώνετε σε μία κατσαρόλα την αυτοσυγκράτηση στα νεύρα σας με την πραότητα της καθημερινότητας και προσθέτετε, αν έχετε, την οργή. Αφού λιώσουν, τα ανακατεύετε με μία ξύλινη κουτάλα και ρίχνετε από πάνω τη σοφία για κάθε σας ενέργεια, αφήνοντάς την να απορροφηθεί σιγά-σιγά από το μείγμα.
Κατόπιν, χτυπάτε στο μίξερ την ηρεμία στην αντιμετώπιση της βλακείας που δέρνει τον κόσμο γύρω σας, την  τρέλα που είναι ανακατεμένη με αυθορμητισμό και την υπομονή στην καθημερινότητα. Μετά από αρκετή ώρα το μείγμα θα βγάλει πάνω-πάνω άγχος, ταραχή και  σύγχυση. Με ένα στεγνό κουτάλι της σούπας το αφαιρείτε και το πετάτε. Αν το αφήσετε, το γλυκό δε θα δέσει και θα σας χαλάσει.
Τέλος, παίρνετε την ειλικρίνεια με τους ανθρώπους, την  γενναιοδωρία στην προσφορά σας και τον εγωισμό στις συναλλαγές σας, τα ανακατεύετε καλά και σιγά-σιγά ρίχνετε από πάνω το χρόνο στις σχέσεις. Και αφού σε μία μεγάλη λεκάνη έχετε βάλει τον σεβασμό στους μεγαλύτερους, την αφοσίωση στην οικογένεια και την ευγνωμοσύνη που στέκεστε στα πόδια σας προσθέτετε όλα τα υπόλοιπα υλικά, τα ζυμώνετε πολλή ώρα και προσθέτετε Αγάπη όσο πάρει, με το μάτι. Η ζύμη σας πρέπει να είναι αφράτη, να μην κολλάει πουθενά, ούτε στις δυσκολίες, ούτε στις μικροπρέπειες. Να πλάθεται με τα χέρια εύκολα. Καθώς την ανοίγετε με τον πλάστη κόψτε την και  φτιάξτε σχήματα: καρδούλες, αστεράκια, φεγγάρια.
        Προθερμάνετε τον φούρνο της ζωής στους 180ο βαθμούς και αφού κάψει καλά φουρνίστε τα γλυκίσματα. Το μυστικό είναι να ψηθούν καλά! Κι αν κανένα σας καεί δεν πειράζει. Στο πρόγραμμα είναι.
        Προετοιμασία για το σιρόπι:
Σε μια μεγάλη κατσαρόλα βάζετε μαζί να βράσουν την γλύκα, το μέλι και την ηδονή. Μην προσθέσετε λεμόνι από φόβο μη σας ζαχαρώσει το σιρόπι, εκτός αν είστε ξινοί άνθρωποι. Ας ζαχαρώσει: αυτός είναι ο στόχος! Βράστε το και κατεβάστε το από τη φωτιά μετά από δέκα λεπτά. Αφήστε το στην άκρη να γίνει χλιαρό. 


Στη συνέχεια, αφού βγάλετε τα γλυκίσματα από το φούρνο βουτήξτε τα στην κατσαρόλα και με μία τρυπητή κουτάλα βγάζετέ τα σε μία μεγάλη πιατέλα ένα-ένα. Πασπαλίζετε με μπόλικη δημιουργικότητα για να έχει νόημα η ζωή σας και για να μη βγάλουν τεμπελιά τα γλυκά εκτός ψυγείου.

Σερβίρετε πάντα σε μεγάλα πιάτα και τρώτε άφοβα όσο θέλετε κάθε μέρα μετά το φαγητό. Κερνάτε πάντα όποιον έρχεται στο σπίτι σας.

Η συνταγή ενδείκνυται  για διαβητικούς, ανθρώπους της δίαιτας αναβλητικούς ακόμη και για όσους δεν είναι του γλυκού.
Καλή επιτυχία και του Χρόνου!!!!







Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Θα σας τα «ψάλω»… μέρες που ‘ναι!

Η ξενάγηση στο μουσείο κινηματογράφου στην Α αποθήκη στο λιμάνι τελείωσε στις 12.35. Το ραντεβού είναι στην Ικτίνου στις 13.30. Ο ξαφνικός αέρας (μέχρι χθες είχαμε 23 βαθμούς)  σφυρίζει από τα μαύρα ακόμα μεσάνυκτα τσουχτερός και λυσσομανής  σε συνεργασία με τα δόντια του ήλιου κι εγώ πρέπει να βρω τρόπο να ροκανίσω  τη μία μου ώρα ευχάριστα και ζεστά, αν δε θέλω να με βρουν παγωμένη με χαμόγελο που δεν οφείλεται σε ευτυχία αλλά στο ψύχος.  
        Περπατώ κατά μήκος της λ.Νίκης. Δεν αντέχω πολύ τον αέρα, αδυνατώ να δω την πεντακάθαρη θέα που απλώνεται μπροστά από το μάλλινο σκούφο μου και ανάμεσα από το τρυπητό πλεκτό κασκόλ μου και περνώ απέναντι ανηφορίζοντας την Κομνηνών. Τα στενά ανακόπτουν τον αέρα κι όπως στρίβω στη Μητροπόλεως… μια περαντζάδα ανείπωτη!!! Στην χιλιοδιαφημισμένη στοά Χιρς βλέπω ανθρώπους να αναδεύονται με άλλους ανθρώπους, με ήχους, με χρώματα, με χαμόγελα, με τεράστιες χάρτινες τσάντες επώνυμων εταιριών στα χέρια καλοντυμένων γυναικών, καλοστεκούμενων ανδρών, αμήχανων παιδιών...
        Εδώ είμαστε… θα μπω μέσα! Ευκαιρία να ζεσταθεί το πουντιασμένο κοκκαλάκι μου! Κι αυτό ήτανε η αφορμή. Αναδεύτηκα κι εγώ με τον κόσμο και στο πρώτο μεγάλο κατάστημα που μπήκα ήτανε ένα εορτοστόλιστο βιβλιοπωλείο  γεμάτο βιβλία πρώτης «ποιότητος». Από αυτά που έχουν ωραίο περιτύλιγμα αλλά επί της ουσίας ίσως δε λένε και πολλά ή λένε λιγότερα από όσα υπόσχεται το εξώφυλλο. Έκανα βόλτες, πάνω-κάτω, ξεφύλλιζα τα φρεσκοκομμένα στο τυπογραφείο φύλλα των βιβλίων, υποδυόμουν τον λαθραναγνώστη σε υποψήφιους αγοραστές βιβλίων που αναφωνούσαν δυνατά την έκπληξη και την αρέσκειά τους σε αυτό που κρατούσε η χούφτα τους  και σκεφτόμουνα πού οφείλεται το όργιο παραγωγής  τόσων πονημάτων.
Βγήκα από το βιβλιοπωλείο και ανέβηκα με τις ηλεκτρικές σκάλες στον επάνω όροφο. Όχι ότι ήθελα κάτι. Έτσι! Από περιέργεια! Γελούσα, γιατί θυμήθηκα πόσο με αγχώνανε οι σκάλες  αυτές, όταν ήμουνα μικρή. Νόμιζα ότι  θα πατήσω στο κομμάτι της σκάλας που θα γίνει εν κινήσει το κάθετο κομμάτι του σκαλοπατιού και θα πέσω… Φςςς!!! Σαΐνι στη μηχανολογία! Και πήγα στον πρώτο όροφο και μετά στο δεύτερο. Κι όταν κίνησα για τον τρίτο γύρισα πίσω. Δεν ήθελα να δω τίποτε άλλο. Μου έφτανε το  μουσειακό μου σεργιάνι (τύπου «βλέπετε αλλά μην εγγίζετε») μέχρι εκεί. Έβλεπα απλώς φίρμες γραμμένες σε περίοπτες ταμπέλες που διαλαλούσαν τα ρούχα τους, γιορτινά και με κορδέλες κόκκινες. Και πιο πέρα άλλες φίρμες διαφήμιζαν τα φιλικά προς το περιβάλλον προϊόντα καθημερινής χρήσης και με αυτό το πρόσχημα είχαν ακριβότερες τιμές από τα «εχθρικά» προς το περιβάλλον προϊόντα! «Κοίτα να δεις πόσο πιο ακριβά «πουλιέται» η φιλία» σκέφτηκα  «ενώ τους εχθρούς τους έχεις τζάμπα!»
Ξανακατέβηκα τις σκάλες που μου δημιουργούσαν κάποτε άγχος, και ξαναμπήκα στο βιβλιοπωλείο. Αφού το ξέρω. Εκεί είναι ο χώρος μου. Αφού είμαι σαν τη μέλισσα, που όπου κι αν πάει, θα σταθεί πάνω από τη γύρη, εν προκειμένω τα βιβλία. Αν με πάρεις από εκεί είμαι σαν το ψάρι έξω απ’ το νερό. Και προς μεγάλη μου έκπληξη, έξω από το τζάμι, μέσα στη στοά, είδα κόσμο να φωτογραφίζει και να απαθανατίζει με τα σύγχρονα κινητά κάτι. Τι ήταν αυτό το «κάτι»; Το αυτονόητο των ημερών αυτών: Μια χορωδία να ψέλνει   Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα!!!!!!!!


Ωραία ήταν! Αλλά έγιναν τα Κάλαντα απλά θέαμα προς απαθανάτιση? διερωτήθηκα. Ο συνειρμός με έστειλε 20 χρόνια πίσω. Κι ενώ περπατούσα επί της Τσιμισκή, πήγα σε εκείνα τα Χριστούγεννα που ήτανε «κατεψυγμένα» κάθε χρόνο, που ξυπνούσες πρωί-πρωί, χωρίς να έχεις χορτάσει ύπνο, γιατί όλη νύχτα έκαιγες λάστιχα, κούτσουρα και τη φόρμα της γυμναστικής (αυτήν την τελευταία κατά λάθος πάντα) στο κόλντε* της γειτονιάς,  που έψαχνες διπλές κάλτσες ορειβάτη για να μην πας από κρυοπαγήματα και που έδινες ραντεβού με την παρέα σου νωρίς το πρωί για να προλάβεις να γυρίσεις ψέλνοντας όλα τα σπίτια του χωριού μέχρι το σούρουπο. Εγώ πήγαινα πάντα με την ξαδέρφη μου τη Σοφία. Καμία προσπάθεια δεν ευόδωσε για μεγαλύτερη παρέα. Όσες φορές κι αν προσπαθούσαμε να την αβγατίσουμε στη μέση της διαδρομής ή και  νωρίτερα χωρίζαμε. Στο ένα χέρι είχαμε το τρίγωνο, στο άλλο τη σακούλα. Ο μποναμάς δεν ήτανε μόνο λεφτά αλλά και μανταρίνια, καρύδια ή κάστανα και καραμέλες. Ξενέρωτα βέβαια αλλά τι να πεις?: «Αυτά δεν μπαίνουνε στον κουμπαρά και άρα δεν τα παίρνω?» Τα παίρναμε και λέγαμε κι ευχαριστώ. Φαγητό? Ούτε που μου πέρασε ποτέ από το μυαλό, παραμονή Χριστουγέννων να φάω κανονικά μεσημεριανό στην ώρα μου! Αν δεν τελείωνα και το τελευταίο σπίτι στην άκρη του χωριού, εγώ σπίτι μου ΔΕΝ ΠΗΓΑΙΝΑ!
Και φέτος λέω, να αντισταθώ σε αυτό το καταναλωτικό όργιο των μεγαλεπήβολων χάρτινων φιρμάτων σακουλών με το ακριβό επώνυμο προϊόν που σουλατσάρει πάνω-κάτω στην Τσιμισκή μέχρις ότου να βγάλουν τα πόδια μου κάλους! Είναι και η κρίση βλέπετε! Άλλωστε, για να περάσεις καλά τα Χριστούγεννα δε χρειάζεται να κλαις τη μοίρα σου που σου κόψανε το επίδομα. Είναι αρκετό να δώσεις σημασία σε ό,τι κοιτούσες αλλά δεν έβλεπες τα τελευταία χρόνια:
Όταν έψαχνες τη χριστουγεννιάτικη περιρρέουσα ατμόσφαιρα στα μεγάλα πολυκαταστήματα παιχνιδιών, ρούχων και όχι μόνο, όταν αγόραζες τα έτοιμα μελομακάρονα από τα επώνυμα ζαχαροπλαστεία της πόλης σου, όταν δεν είχες όρεξη να ακούσεις τα παράφωνα παιδάκια που από αγγαρεία τραγουδούσανε τον Άη Βασίλη που ΔΕΝ μας καταδέχεται κι είχανε διαστρεβλώσει τα λογάκια από τα κάλαντα, όταν ταύτισες τις γιορτές με τα ταξίδια στην πόλη του Φωτός και με το γιορτινό μπλουζάκι που θα το έβαζες και καλά τη μέρα του ρεβεγιόν για να ξεχωρίζεις αλλά κανείς δεν το πρόσεχε, γιατί είχαν τουλάχιστον άλλες δέκα το ίδιο μπλουζάκι με σένα σε διαφορετικές παραλλαγές.
Υπάρχουν και τα άλλα Χριστούγεννα, εκείνα που ξεχάσαμε, εκείνα που παραγκωνίσαμε, εκείνα που περιφρονήσαμε.
Δεν βρίσκονται στα ακριβά πακέτα διακοπών στη Fontana di Trevi, ούτε κάτω από το Big Ben αλλά στην πλατεία του χωριού μας την προπαραμονή των Χριστουγέννων, παρέα με τα παιδιά από τη γειτονιά μαζεύοντας ξύλα μια βδομάδα για να ανάψουμε την ωραιότερη φωτιά, να ψήσουμε και να χορέψουμε σε παραδοσιακούς ρυθμούς γύρω από αυτήν.
Τα Χριστούγεννα δεν αγοράζονται από κάποιο πολυκατάστημα της Ερμού, του Mall ή του Cosmos αλλά προσφέρονται με μεγάλη δόση αγάπης ανήμερα  στα νοσοκομεία, τα ιδρύματα αναξιοπαθούντων  και τα ορφανοτροφεία, στους γέρους που μένουν μόνοι τους και περιμένουν να τους ανοίξει κάποιος την πόρτα.
Δεν τα γεύεσαι ψωνίζοντας κουραμπιέδες και μελομακάρονα τυποποιημένα από το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς αλλά πλάθοντας γλυκίσματα και πίτες με τις υποδείξεις της μαμάς, ακόμα κι αν τα κάψεις λίγο παραπάνω και μοσχομυρίσει καμένη ζάχαρη το σπίτι.
Δεν τα ζεις πηγαίνοντας μόνο στα μπουζούκια, ρεζερβάροντας το πρώτο τραπέζι πίστα αλλά βάζοντας τη γιαγιά σου να σου διηγηθεί χριστουγεννιάτικες ιστορίες και εμπειρίες από τα δικά της φτωχά χρόνια μέσα από τις γλυκές της αναμνήσεις
Δεν τα ακούς έχοντας μόνο τη βελόνα του ραδιοφώνου σου κολλημένη στους γνωστούς νεανικούς ρυθμούς της πόλης που τιμούν καθόλα το Last Christmas των Wham αλλά βάζοντας τα παιδάκια στο σπίτι σου και ακούγοντάς τα χωρίς μόνιμη βιάση να «σου τα ψάλουν» από την αρχή ως το τέλος, έστω και παραφώνως (..που λέει ο λόγος...δεν υπάρχουν παράφωνα παιδάκια καλέ!!!)
Δεν τα νιώθεις μόνο ψωνίζοντας για το γιορτινό τραπέζι αλλά προετοιμάζοντας τον οργανισμό σου κάνοντας μια αποτοξίνωση από αρτύματα. 
Και δε θα γεννηθεί ο Χριστός μέσα σου, αν δε συγχωρήσεις ατοπήματα συνανθρώπων σου.
Γι’ αυτό κι εγώ λέω να ξαναξεκαταχωνιάσω τα Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα του χιλιοδιαβασμένου μου Παπαδιαμάντη, να ξαναδώ την ταινία εποχής  του Κάρολου Ντίκενς χουχουλιάζοντας στο κρεβάτι κάτω από την κουβέρτα με πάμπολλα κεράκια αναμμένα και το δέντρο στολισμένο, τρώγοντας τα ξεροψημένα μελομακάρονά μου (ακόμα κι αν δεν τρώγονται) και τους μισοψημένους κουραμπιέδες μου, πετώντας πάνω στην κεραμική-έστω- τις φλούδες μανταρίνι να μοσχοβολήσει το σπίτι και να ξανασμίξω με το μεγάλο μου σόι, τα ξαδέρφια, τους θείους, τους παππούδες και λοιπούς που αριθμούν κάθε χρόνο στο γιορτινό τραπέζι, οι μισοί, τουλάχιστον30-35 άτομα στο σπίτι της γιαγιάς που δε μας χωράει όλους σε καθίσματα… Αλλά θα καθόμαστε στο πάτωμα, πάνω στις βελέντζες, ο ένας επάνω στον άλλον και γελώντας με ή χωρίς λόγο, έτσι, από τη χαρά μας….
Η ώρα πήγε 13.30. Έφτασα στην Ικτίνου. Ροκάνισα το χρόνο μου ζεστά εν τέλει. Από τη σκέψη για τα ζεστά Χριστούγεννα ή από το περπάτημα?
Όπως και να ‘χει σας εύχομαι «Καλές, Παραδοσιακές και Οικογενειακές Γιορτές»
*κόλντε: το έθιμο με τις φωτιές που γίνεται στην κεντρική και δυτική Μακεδονία, προπαραμονή Χριστουγέννων και σχετίζεται με τη γιαγιά του σπιτιού που την καλούν να κρύψει τα βρέφη της οικογένειας για να μη τα σφάξει ο Ηρώδης

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

τρεΝοκομείο!!

Αναχώρηση 7.38, άφιξη 8.59. Πάντα μου έκαναν εντύπωση αυτές οι ακρίβειες στους πίνακες του Σταθμού. Τόση ακρίβεια σαν να πρόκειται για ωρολογιακή βόμβα. Χωρίς δευτερόλεπτο καθυστέρησης θα είσαι στην ώρα σου στον ποθητό προορισμό σου…
Τουτ τούούούούτ!! Άφιξις: ο κόσμος σωρηδόν και αγουροξυπνημένος, με μάτια που με προσπάθεια διεκδικούν την εγρήγορση στην ανατολή της ημέρας ανεβαίνει στην αμαξοστοιχία 734 με προορισμό τη Θεσσαλονίκη. Διαλέγω μία θέση δίπλα στο παράθυρο και μάλιστα με μέτωπο αντίθετα από τη φορά του τρένου. Πάντα μου άρεσε αυτό του το προνόμιο έναντι των άλλων μεταφορικών μέσων: «ό,τι αφήνεις πίσω σου, να το χάνεις με προοπτική στο βάθος του οπτικού σου πεδίου σιγά-σιγά»! Η οικεία μου ηδονική διαστροφή: «Οτιδήποτε αφήνω πίσω μου, να μη του γυρίζω ποτέ πλάτη». Διπλωματία ή  Αδυναμία? Αλχημεία! Κράμα λογικής και ψυχής! Παιδικής ψυχής και ψυχρής λογικής συνάμα!
Και το τρένο ξεκινάει στην ώρα του! Αναχώρησις: 7.48 αρχίζει να τρέχει πάνω στις ράγες! Τς τς! Όχι! Δεν είναι έτσι: όταν ήμουν μικρή, μέναμε σε ένα σπίτι απέναντι από το σταθμό. Τότε καθόμουνα στο παράθυρο του σπιτιού μου και έβλεπα από το τζάμι τα τρένα που φεύγανε. Τώρα, κάθομαι στο παράθυρο του   τρένου και βλέπω από το τζάμι τα σπίτια που φεύγουν: η οπτική αλλάζει. Μαζί της και η προοπτική…
Ένας κύριος, συμπαθητικός και γελαστούλης κάθεται στην απέναντι θέση και μου μιλάει όλη την ώρα: λέει πολλά και άσχετα μεταξύ τους πράγματα. Είναι ολοφάνερο ότι θέλει παρέα. Αλλά εσύύύύ… κυρία! Δε συνεχίζεις καμία από τις συζητήσεις που σου ανοίγει. Μόνο κουνάς από ευγένεια το κεφάλι, κάνεις πως συμφωνείς και αναρωτιέσαι και απορείς πού βρίσκει την όρεξη! Δείχνεις ότι ψιλοενοχλείσαι  και για να τον διακόψεις, βγάζεις από την τσάντα σου εκείνο το βιβλίο-τηλεφωνικό κατάλογο των 717 σελίδων που το βασανίζεις σε κάθε σου ταξίδι το τελευταίο τετράμηνο και δε λες να το τελειώσεις. Και διάλεξες όλως τυχαίως τη σημερινή μέρα. Καλά να πάθεις, όταν διαπιστώνεις πως οι άνθρωποι ψυχραίνονται μεταξύ τους. Εσύ διαλέγεις το πώς θα τους διαχειριστείς.
«Εισ’τήριαααα!!» Άλλη γνωστή φατσούλα: ο κυριούλης με το γνωστό γεισοειδές καπελάκι ΤΡΕΝΟΣΕ και το επίσης γνωστό μαραφέτι ανά χείρας που ακυρώνει τα «ει’στήριαααα»… Πολύ μου έκανε εντύπωση πάντοτε αυτό το πραγματάκι που είναι ένα υβριδικό αντικειμενάκι μεταξύ περφορατέρ και συρραπτικού! Το ότι δεν σχίζανε τα εισιτήρια απλώς για να τα ακυρώσουν, όπως οι ελεγκτές στα λεωφορεία, έδινε μια επισημότητα! Αλλά μάλλον το θέμα ήτανε πρακτικό, διότι τα «ει’στήριαααα» παλιά ήτανε πολύ σκληρά, από χαρτόνι. Σήμερα βγαίνουν από υπολογιστή και τα αντικειμενάκια αυτά, φαίνεται, τους έμειναν προίκα! Για να μην τα πετάξουν επομένως τα χρησιμοποιούν. Ή μήπως από συνήθεια? Τέλος πάντων τι σημασία έχει! Το θέμα είναι ότι αποτελούν τα σήματα κατατεθέντα του τρένου!
Ο κύριος ελεγκτής φεύγει και τα σπίτια έξω από το τρένο εξακολουθούν να τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα. Διαδέχονται το ένα το άλλο στο δευτερόλεπτο. Δίνουν τη θέση τους σε χωράφια, σε ποτάμια, σε εκτάσεις σκεπασμένες με πάχνη και σε μια ηρεμία-κατάσκοπο των χωριών που δεν έχει καν ο χάρτης. Τα ονόματά τους, δηλωτικά του «είναι» τους: «Ξεχασμένη» (…από το Θεό), «Μέση» (…του πουθενά), «Άδενδρο» (χωρίς λόγια!). Βρέθηκε ο καλός ΟΣΕ δλδ και έδωσε νόημα και κόσμο στην οντότητά τους.
Και μετά τα γνωστά χαρακτηριστικά κίτρινα παραδοσιακά σπιτάκια, από τα λίγα παραδοσιακά πράγματα αυτού του τόπου που αξιωθήκαμε να τα μετατρέψουμε σε κιτρινωπά νεκροταφεία με σάπια παντζούρια και θρυμματισμένα τζάμια! Αχάριστη Ελλάς!
Και τσαφ τσουφ, τσαφ τσουφ το τρένο πήγαινε: σε κάθε σταθμό αποβίβαζε ελάχιστους, επιβίβαζε πάμπολλους: ανθρώπους της δουλειάς, του μεροκάματου, φοιτητές, κυρίες και κυρίους που θα κατέβαιναν στα νοσοκομεία της πόλης και θα επισκέπτονταν γιατρούς αλλά και ζητιάνους που σε στόλιζαν με απίστευτα ευρηματικές ευχές προκειμένου να σου αποσπάσουν ένα κέρμα, άπλυτους λαθρέμπορους που σου πουλούσαν από τσάντες μαϊμούδες μέχρι φωτιζόμενους αναπτήρες, τσιγγανάκια ξυπόλυτα που διεκδικούσαν τον οβολό σου και πλανόδιους ερασιτέχνες μουζικάνηδες που πατούσαν μηχανικά τα πλήκτρα ενός βρόμικου και σπασμένου ακορντεόν.
Η ησυχία η πρωινή έδωσε ταχέως τη θέση της σε μια χωρίς προηγούμενο οχλοβοή! Τα αγουροξυπνημένα προσωπάκια δεν υπήρχαν πια. Ο κυριούλης απέναντί μου βρήκε τη συντροφιά και ως εκ τούτου τη σημασία  που έψαχνε από την «εμαυτού Μεγαλειότητα», κάποια κυρία επεδίωξε να μάθει όλο το βαγόνι πόσα λεφτά χρωστάει στη ΔΕΗ από την τηλε-φωνική συνομιλία που είχε με την κόρη της και την τηλε-φονική για τα αφτιά των υπολοίπων συνεπιβατών της, ενώ μια άλλη πιο πέρα, κυρία επίσης, έτρωγε και μιλούσε ταυτόχρονα! Πώς ακριβώς το έκανε θα σας γελάσω. Το τι προέκυψε για τον κύριο που καθόταν απέναντί της το φαντάζεστε!
Ώρα 9.13! Άφιξις! Γιατί δεν είμαι εδώ από τις 8.59 που μου υποσχέθηκε εκείνο το γνωστό ταμπλό-ωρολογιακή βόμβα  που πάντα με ενθουσίαζε η ακρίβειά του? Σαν να ζητάς πολλά! Έγινες κι εσύ ένα παράλογο κορίτσι σε απαιτήσεις… Είσαι ΤρεΝοκόριτσο!
Άκου τη μεγάλη αοιδό και λογικέψου (ει δυνατόν!): σε ένα exress είσαι κι εσύ....
 
 Φτιάξε το ταξίδι σου εύμορφο!!!

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Ζητείται Άνεσις! Ο €υρών αμειφθήσεται!

«Εγώ λέω έξι μήνες μέσα και έξι μήνες έξω από την πυλωτή» λέει ο κύριος του δευτέρου  με το γνωστό επίμονο και μάγκικο φυσικά ύφος του, όπως προδίδει και η πουκαμισιά, η έξω από τη ζώνη και πάνω από το παντελόνι
«Πρέπει να συνταχθεί καταστατικό χωρίς να περιμένουμε να αποφασιστεί τι θα γίνει με το θέμα του πάρκινγκ» επιμένει για πολλοστή φορά ο Στρατηγός, ο οποίος δεν έχει αντιληφθεί ότι αποστρατεύτηκε εδώ και χρόνια  και πως όταν μιλάμε στους γείτονες δεν είναι σαν μιλάμε σε φαντάρους
«Εγώ  διαφωνώ κάθετα. Δεν υπογράφω με τίποτε καταστατικό, αν δεν ορίσουμε τις θέσεις πάρκιγκ» λέει ρητά και αυστηρά ο Δάσκαλος, ωσάν παραδίδει εξ έδρας κανόνες ορθογραφίας α-πα-ρά-βα-τους!
«Συμφωνώ με τον κύριο Θόδωρα. Ούτε εγώ υπογράφω» η υποφαινόμενη! (αν με βλέπατε, άρα η υπογράφουσα)
«Εγώ δεν ξέρω γιατί πλήρωσα για τους ημιυπαίθριους» …..?????ΑΣΧΕΤΟ (κλασικά) !!!!!...αναφωνεί, η 68χρονη γνωστή κυρα-Μαρία, με τα μπικουτί στο κεφάλι και την αλλοτινών εποχών ρόμπα καπιτονέ ριγμένη στους ώμους.  Αυτό ξέρει κάθε φορά, αυτό λέει η γυναίκα….
«Η οικοδομή θα γίνει ξέφραγο αμπέλι, αν δεν ορίσουμε κανονισμούς»… φωνάζει ο διαχειριστής
«Δεν έχουμε ησυχία ούτε καν τις ώρες που ορίζει η αστυνομία από τους τσαρλατάνους της γειτονιάς αλλά και από κατοίκους της οικοδομής που γελάνε μέχρι αργά το βράδυ».
«Κάποιες κυρίες περπατούν με τακούνια και ενοχλούν»
«Οι φοιτητές στον επάνω από μένα όροφο χαριεντίζονται»
«Η κυρία του 5ου καλά θα κάνει όταν πλένει μπαλκόνια να προσέχει που πέφτουν τα νερά της. Λερώνονται τα δικά μας που είναι από κάτω»
«Ποιος τινάζει και δεν προσέχει ότι υπάρχει απλωμένη μπουγάδα στα από κάτω σύρματα?»…μπούρου μπούρου … μπούρου μπούρου!!!!!!
ΦΤΑΝΕΙ!!!
Αυτό δεν είναι συνέλευση, αυτό είναι «ένα απέραντο φρενοκομείο», όπως είχε πει και ο γνωστός Πρόεδρος! Ορθώς μίλησε! Αν θες να δεις πώς λειτουργεί αυτή η χώρα σε επίπεδο κράτους, κοίτα πρώτα σε επίπεδο σπιτιού! Φαγωνόμαστε μεταξύ μας, δεν έχουμε κατανόηση, δεν σεβόμαστε τον άλλον, απαιτούμε μόνο για τον εαυτό μας, δεν υποχωρούμε στα δικαιώματα του γείτονα, επιβάλλουμε τις παράλογες απαιτήσεις μας, δεν λαμβάνουμε υπόψη μας ότι στις πόλεις αγοράζουμε αέρα και όχι γη!
 Στεγάζουμε τις υπάρξεις και τα υπάρχοντά μας σε διαμερίσματα-κουτάκια των λίγων τετραγωνικών, σε κάθετη διάταξη, χωρίς οριζόντια προοπτική, γιατί για τόσο άντεχε ο κορβανάς μας. Γεμίσαμε μπαλκόνια- αποθήκες, ξεχειλισμένα από αντικείμενα που κατοχυρώνουν την αποτροπή της ανασφάλειας. Συντάσσουν ασύντακτη εκ φύσεως πραμάτεια της ζωής, κλέβοντας την τέχνη του παζαριού: μια παπουτσοθήκη στοιβαγμένη με  extra κουτιά γεμάτα παπούτσια, πάνω από μία σιδερώστρα, και στριμωγμένη ανάμεσα σε μία σκάλα πτυσσόμενη και μία απλώστρα, καλυμμένη από μπάλες του μπάσκετ και του βόλεϊ, έτοιμες να καβαλήσουν το σούζα ποδήλατο, που σαν ατίθασο άλογο, έχει σηκωθεί στα πίσω του πόδια και θέλει να κάνει βουτιά από το μπαλκόνι σου! Surreal ή real? Το δεύτερο φυσικά! Αφού και το δικό σου μπαλκόνι έτσι είναι …ή …κάπως έτσι! Γιατί απορείς?
Κι αυτό είναι μόνο το περίβλημα! Μήπως εκτοπίζουμε πράματα εκ των ένδον προς τα έξω για να είμαστε μέσα πιο άνετα? Άνετα? Τι είν’ τούτο? Πώς ορίζεται η άνεση? Ας δούμε: Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη:
άνεση η [ánesi] O33 : I1.(για χώρο) η ύπαρξη και η δυνατότητα χρησιμοποίησης μεγάλου χώρου· ευρυχωρία: H ~ χώρου επιτρέπει ελευθερία κινήσεων. Ένα σύγχρονο σπίτι πρέπει να έχει ~ χώρου. Ας γελάσω! Ποιος χώρος? Αφού για να χωρέσεις, στριμώχνεις τα μπαλκόνια!
 2. (για χρόνο) η έλλειψη αυστηρών χρονικών περιορισμών: Έφαγα με την άνεσή μου. Mη βιάζεσαι, έλα με την άνεσή σου. Xρειάζομαι κάποια ~ χρόνου για να σκεφτώ καλύτερα. Ας ξαναγελάσω! Ποιος χρόνος? Που και το γέλιο μου και ο καβγάς μου πρέπει να φροντίσω να μην ξεπερνά τις 23.00 το βράδυ!
 3α. η ικανότητα, η δεξιότητα στην έκφραση, στη διατύπωση απόψεων, σκέψεων κτλ. (που είναι κυρ. αποτέλεσμα μόρφωσης, εξοικείωσης): Έχει μεγάλη ~ στην ομιλία του / στο γράψιμο. O συγγραφέας έχει αφηγηματική ~  Μα αφού ο γείτονας-στρατηγός μου μιλάει όχι ως γείτονα αλλά ως φαντάρο, χωρίς να μπορώ να πω τη γνώμη μου. Λογοκρισία!
β. έλλειψη περιορισμών, ελευθερία: Mη φοβάσαι, μίλα με ~. Και τι να πω? Ποιος θα με ακούσει? Αφού όλοι εδώ πέρα λένε αυτό που θέλουν να πούμε χωρίς να ακούνε
 4. (για κίνηση σε χώρο): O χώρος επιτρέπει μια ~ κινήσεων, ελευθερία. || (επέκτ.) εξοικείωση: Kινείται με ~ στα σαλόνια.  Πολλή ελευθερία! Τινάζεις και πλένεις μπαλκόνια όποτε, όπου και όπως θες!
 5. οικονομική δυνατότητα: Έχει / δεν έχει μεγάλη οικονομική ~. Zει με (μια) σχετική ~. Αυτό σίγουρα! Αν είχαμε άνεση στα κουτάκια θα μέναμε! Αυτό εν ολίγοις είναι το ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ!
6. για συμπεριφορά που δεν παίρνει υπόψη κοινωνικούς περιορισμούς: Φορώντας μια πολύ κοντή φούστα κάθισε με ~ σταυροπόδι. Έβριζε με ~ τους πάντες. Κοντή φούστα ίσως! Τακούνια no more! Ενοχλούνε!
 II1. (πληθ.) τα (τεχνικά κυρ.) μέσα που εξασφαλίζουν οικονομία χρόνου και κόπου· κομφόρ: Σπίτι με σύγχρονες ανέσεις. :…και με προβλήματα στη συνεννόηση
2. το ευχάριστο συναίσθημα που δημιουργείται από την εξοικονόμηση κόπου και χρόνου: Eίναι μεγάλη ~ να ΄χεις ένα πλυντήριο πιάτων. Και θα ήταν μεγαλύτερη, αν είχες τη δική σου θέση πάρκινγκ
 [λόγ. < αρχ. νε(σις) `χαλάρωση΄ -ση, σημδ.: Ι: γαλλ. aise, aisance· ΙΙ: αγγλ. comfort (ή μέσω του γαλλ. confort)]: όσο για χαλαρώση ….δεν ξέρω κατά πόσο είναι χαλαρός κάποιος με όλη αυτήν την κατάσταση
Ευχαριστούμε το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών-Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη που συνέβαλε για άλλη μία φορά στο να καταλάβουμε τι έχουμε (έλλειψη άνεσης), τι δεν έχουμε (άνεση), τι είμαστε (στριμωγμένοι) και τι δεν είμαστε (άνετοι), τι διεκδικούμε (άνεση χρόνου, χώρου, κινήσεων), τι χάσαμε (την άνεσή μας, το σεβασμό στους άλλους, την υπομονή μας), τι μας λείπει (η οικονομική άνεση για να δώσουμε ένα τέλος), τι μας ενοχλεί (οι περιορισμοί), τι μας απειλεί (η λογοκρισία: αρχηγού-διαχειριστού ομιλούντος πάσα αρχή παυσάτω!!! Εμπρός! Μαρς!), τι μας χαρακτηρίζει (η «χάβρα Ιουδαίων», να μιλάμε όλοι μαζί ταυτόχρονα σε μία συνέλευση για την από κοινού λήψη αποφάσεων).
Θα φύγω δεν αντέχω άλλο. Πότε λύεται η συνεδρίασις Αρχηγέ? Κουράστηκα! Θέλω το χωριό μου! Θα πάω στο χωριό μου. Εκεί που έχω άνεση χώρου σε επίπεδη διάταξη, οριζοντίως, όπου μπορώ να γελάω και να φωνάζω τουλάχιστον στο σπίτι μου μέσα και μετά τις 23.00 το βράδυ αλλά και να φωνάξω από τη βεράντα τη γειτόνισσα να ‘ρθεί να πιει καφέ ακούγοντάς με όλη η γειτονιά χωρίς να μου κουβαλήσει την αστυνομία για να απολογηθώ για το παράπτωμά μου, όπου το ποδήλατό μου μοιράζεται το 20 μέτρων φαρδύ υπόστεγο μαζί με το τρακτέρ, τη φρέζα, την καρότσα, το αγροτικό και την «κούρσα» (που λέει κι η γιαγιά μου) και όπου έχει και την άνεση να πέσει από τον αέρα και να βρεθεί ξαπλωμένο άνετα στο έδαφος χωρίς να κάνει σούζα άνευ καβαλάρη, ώσπου να ξεστριμωχτεί από το μπαλκόνι,εκεί που μπορώ να πλένω με το λάστιχο τις αυλές και να το γυρίζω σε μπουγέλο με τον μικρό μου αδερφό που τσιρίζει χωρίς να τρέμω μην πέσει καμιά σταγόνα στις τέντες της από κάτω κυρίας, εκεί όπου μπορώ να κυκλοφορώ όλη μέρα μέσα στο σπίτι με παπούτσια που δε χρειάζονται σιγαστήρες σαν τα σακουλάκια των γιατρών στα νοσοκομεία, εκεί όπου βλέπεις πρώτα τον γείτονα και μετά τον ήλιο και του λες μια καλημέρα όχι από υποχρέωση αλλά γιατί σίγουρα όλο και κάποια συγγενική σχέση θα έχεις μαζί του (σε ένα χωριό όλοι με κάποιον τρόπο συγγενείς είναι κι ας μην είναι πάντοτε καλό αυτό), όπου μπορείς να χαριεντίζεσαι χωρίς να καταδικάζεσαι γι’ αυτό, κι όπου μπορείς να σπέρνεις μαϊντανό και κολοκύθια και λεμονιές στον κήπο σε ξεχωριστό σημείο από εκείνο όπου έχεις σπείρεις τις τριανταφυλλιές και τις βιγκόνιες κι όχι στην ίδια γλάστρα, επειδή δεν έχεις χώρο!!
Αλλά και… όπου όλοι οι γείτονες γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή πού πας, με ποιον μιλάς, τι λες ή τι δε λες, τι σκέφτεσαι, τι μαγείρεψες, γιατί αρρώστησες, πώς διασκέδασες, τι ώρα επέστρεψες, γιατί άργησες, με ποιον χαριεντίζεσαι (τουλάχιστον στις πόλεις ξέρουν απλά ότι χαριεντίζεσαι! Το με ποιον δεν τους νοιάζει: αυτό που τους καίει είναι η άνεσή τους τις ώρες κοινής ησυχίας να μην πλήττεται ακουστικώς!)
Θα φύγω κι από εδώ! Διακυβεύεται η ελευθερία μου! Και πού να πάω να ζήσω? Μόνη ? Γίνεται?
Ο μεγάλος Σαμαράκης έφη: «Όσο πιο κοντά βρίσκονται οι στέγες των σπιτιών, τόσο πιο μακριά βρίσκονται οι καρδιές των ανθρώπων». Ορθά! Αντιστρόφως ανάλογη η σχέση επομένως! Αναλογικά όμως ισχύει το «Όσο πιο μακριά βρίσκονται οι στέγες των σπιτιών, τόσο πιο κοντά βρίσκονται οι καρδιές των ανθρώπων» ή η περιέργεια»?