Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

ΑΙΤΗΣΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ


                                           ΠΡΟΣ: Πατέρα ημών




ΟΝΟΜΑ: Χριστός
ΠΑΤΡΩΝΥΜΟ: Θεός
ΜΗΤΡΩΝΥΜΟ: Παρθένος Μαρία
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: Πανταχού παρών
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ:  τα πάντα πληρών
ΘΕΜΑ: «Η (ανα)γέννησίς  μου
κατά της κρίσεως»
Παρακαλώ σε, πάτερ, όπως συντρέξης το ανθρωπίνον γένος της Ελλάδος το ελάχιστον κατά τας ημέρας των εορτών  ίνα εορτάση και τούτο το δύστυχον τας ημέρας της αγάπης δίχως στερήσεις υλικών, γλυκών και ξέγνοιαστων απολαύσεων, δώρων και εκπλήξεων! Με το πέρας των εορτών θα ηυχόμην να έχη αποκτήση ήδη το μυαλό το οποίο του λείπει ώστε εις τας επικειμένας εκλογάς να προσέχη ποιον θα επιλέξη μαχαραγιά εις την κεφαλήν του, διότι οφείλει να κατανοήση ότι η πολιτικοποίηση και η πολιτική ουκ εστί «Παίξε-Γέλασε» και πως τα κριτήρια επιλογής ου ταυτίζονται με προσωπικά συμφέροντα αλλά αποτελούσι συνισταμένην το ελάχιστον ωρίμου σκέψεως, και ει ακόμη εκπέσουσι έξω αι προβλέψεις των, την επομένη δίνεται υμίν η ευκαιρία να επανορθώσωμεν και ουχί να ποιήσωμεν το αυτό λάθος. Τούτο το έθνος είναι το μοναδικόν παγκοσμίως το οποίον, εν ω βλέπει ότι επιλέγει λάθος ηγεμόνας, ποιεί το αυτό λάθος κατ’ επανάληψιν και απορεί τις πώς γέννησε το «δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού» μία χώρα η οποία εξαμαρτάνει ουχί δις, ουχί τρις και τετράκις και πεντάκις αλλά πολλάκις εις θέματα επιλογής αρχηγών.   
Πάτερ, φώτισε έτι τούτους, ίνα καταλάβωσι ότι βιούσι εις μίαν ψευδαίσθησιν κλίματος δημοκρατικού και ότι ενώ διατείνονται δημοσίως στα κατά κόσμον Μ.Μ.Ε. ότι απεχθάνονται τας επισκέψεις του τέως...(χμ! «βασιλέως», Θου, Κύριε, φυλακήν...) κατά τους θερινούς μήνας, ότε εκείνος μετά της οικογενείας του εκδράμει εις τας ελληνικάς νήσους δια τας διακοπάς των, κατά βάθος και εις την πλειοψηφίαν εισί άπαντες φιλοβασιλικοί εφόσον βεβαίως-βεβαίως εκλέγουσι επί σειρά ετών τους (υ)ιούς και τας θυγατέρας παλαιότερων πολιτικών. Ειπέ μοι, ω Πάτερ, ουκ εστι τούτο ένδηλος απόδειξις ότι η χώρα η οποία εγέννησε πάλαι ποτέ την δημοκρατίαν, αυτοαναιρείται διότι το πολίτευμά της εστί η αιρετή βασιλεία?  
Δος αυτοίς, άρα, νουν και γνώσιν και κρίσιν ίνα εξέλθωσιν εκ της κρίσεως (της οικονομικής) -κοινή γαρ η τύχη εστί και το μέλλον αόρατον, ως γνωστόν, δι’ απαξάπαντα τα έθνη της Ευρώπης- και εστί κρίμα κι άδικον δια την Ελλαδίτσαν, την γενέτειραν του πολιτισμού, των τεχνών και των γραμμάτων να κυβερνάται υπό τεχνοκρατών, προδοτών, απολίτιστων και ξένων διοικητών χωρών τας οποίας η ένδοξος Ελλάς κάποτε απέλασε μετά του πλέονος ηρωικού τρόπου. Και επειδή ο πόλεμος ου δύναται να γένη μετά όπλων (διότι ου προβλέπεται να μείνη όρθιον ΤΙΠΟΤΕ), ευκολότερος ταύτην την στιγμήν της ιστορίας εστί ο οικονομικός πόλεμος των εθνών δια να επικρατήσωσι οι βάρβαροι.
Ε ας μην επαληθεύσωμεν άλλην μίαν φοράν τον Καβάφη εις το ομώνυμόν του ποίημα.
Πάτερ, άφες αυτοίς! Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι αλλά ελέησον αυτούς  και κράτα μόνον τα καλά της κρίσεως, διότι το  ανθρώπινον γένος των Ελλήνων είχε ήδη εκπέσει ηθικά και τώρα ευκαιρία εστί να επανεξετάση  «Τις Πταίει?» και δια τί «Δυστυχώς  Επτωχεύσανε»»

Ημερομηνία 22/12/2011
Ο αιτών
Ιησούς Χριστός

(κατά τους αγραμμάτους)
ο ετών (!!!!)
 33
και του Χρόνου



ΥΓ1: Μπορεί ο Χριστός, ετών 33, να προσεύχεται σαν να βρίσκεται στον κήπο της Γεθσημανής και μπορεί το σκηνικό να θυμίζει Πάσχα, ωστόσο η Γέννηση, η Αναγέννηση, το Πάσχα, η Λαμπρή μας έχουν κοινό παρονομαστή: Αγαπάτε Αλλήλους...
ΥΓ2: Μπορεί πέρσι το Γράμμα στον Αϊ-Βασίλη να μην έφτασε ποτέ. Φέτος υποβάλλουμε αίτηση, μήπως με τόσα μέτρα το Δημόσιο εξυγιάνθηκε και δεν πάει η αίτηση στα αζήτητα, αλλά εισακουστούν τα αιτήματά μας!!!
Σύλλογος εργαζομένων ιδιωτικού δικαίου!


Και επί τη ευκαιρία, "Να τα πούμε????"


Καλές γιορτές
Ξανά μαζί το 2012!!!!!

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Αλλά...ΖΩ!


Δεν είναι όπως τότε. Όπως πολλά «τότε», δεν είναι ούτε κι αυτό. Κάποτε πετούσα τη σκούφια μου για διασκέδαση. Έβγαζα έξω το κουράγιο μου, γλεντούσα τις τρελαμένες διαθέσεις μου, κερνούσα τη μοναξιά μου συντροφιές και αγκαλιές και στόλιζα το παρουσιαστικό μου με ρούχα εξόδου. Κανόνιζα, κανονίζανε οι άλλοι ή δεν κανόνιζε κανείς, τα «ακανόνιστα είναι τα καλύτερά» ήταν το έμβλημά μας. Και όταν άκουγα πρόταση που να ξεκινάει με το «Πάμε στο...» στη συλλαβή Πα- είχα φύγει! «Για πού?», «με ποιον?», «γιατί?», «για τι?» προφανώς και μου ήτανε αδιάφορο. Ή ακατόρθωτο να προσπαθώ να μαντέψω ποια έκπληξη με περιμένει, ποιον θα συναντήσω που θα ήθελα να δω αλλά δεν μου επιτρεπόταν να προγραμματίσω. Πήγαινα! Έτσι απλά πήγαινα. Αλλά τότε ήτανε αλλιώς. Άνοιγα πρώτη το χορό πάνω στις πίστες ή κυρίως κάτω από αυτές,  σήκωνα ένα μαγαζί στο πόδι κάνοντάς τους όλους να χορεύουν, δε γνώριζα από «βάδην» μόνο από «πετάδην», γιατί βιαζόμουνα...βιαζόμουνα να βγω, να δω, να πιω (?) αλλά όχι να μπω στο καβούκι μου.
Η επιστροφή ήταν κάτι που δε σε απασχολούσε σε αυτές τις περιπτώσεις. Περνάς καλά παρέα με τους φίλους και την επικείμενη ανεξαρτησία σου. Διασκεδάζεις όντως τις έγνοιες σου, διασκορπίζεις πράγματι τον εαυτό σου και μαζεύεις τα κομματάκια σου από το πάτωμα λίγο πριν γυρίσεις στο σπίτι. Ο ήλιος ανατέλλει αλλά τα μάτια σου βασιλεύουν. Το σπίτι ήταν ανοιχτό και απορώ πως οι δικοί μου δε με διώξανε καμιά μέρα (δλδ νύχτα) από το σπίτι.
Αυτά όμως πάνε.  Τώρα πια κανονίζουμε πολλοί και μένουμε στα ακανόνιστα κανονίσματα. Μια πόλη τεράστια, οι εναλλακτικές πολλές, τα κέντρα περισσότερα, τα μέσα πάμπολλα αλλά οι διαθέσεις? Αυτές μαράζωσαν και κούρνιασαν στον καναπέ κάτω από τη ζεστή ακριλική κουβέρτα. Υγιές! Όσο μεγαλώνεις εσύ, αντιστρόφως ανάλογα μικραίνουν εκείνες! Παγκόσμια σταθερά. Αν ήταν αλλιώς, θα ήταν ανησυχητικά τα πράγματα. Φωλιάζεις παρέα με την κούραση, αγκαλιάζεις νοσταλγικά το μαξιλάρι, αγαπάς περισσότερο από ποτέ την πυτζάμα και τρυπώνεις όλο και πιο βαθιά στο κρεβάτι. Μισείς τα τηλέφωνα μετά τις 21.00! Μεγάλωσα! Αν δεν προτείνεις τώρα, να βγούμε τώρα και όχι ύστερα, άργησες! Αμ’ έπος, αμ’ έργον! Αλλιώς πάει. Το ‘χασες το τρένο. Θα κάτσω σπίτι, θα αράξω σπίτι που λέει και ο αοιδός. 

......................................................................................................................

Αν βγαίνω? Πώς! Σπάνια, αλλά βγαίνω. Απλά αυτή τη φορά δε διασκεδάΖΩ αλλά διαβάΖΩ. Απέκτησα και εδώ μια κριτική στάση στη διασκέδαση να βλέπω πίσω από αυτό που κοιτάζω. ΔιαβάΖΩ στα μάτια του κιθαρίστα την ανία που νιώθει, ενώ οι άλλοι διασκεδάζουν κι αυτός θέλει να πάει σπίτι του και κοιτάΖΩ τον επίορκο πιανίστα που μεγάλωσε από τα 5 του στα ωδεία μελετώντας Chopin και Beethoven να τραγουδάει Καρβέλα «Τα πρόστυχα τα μαύρα τα εσώρουχά σου», γιατί μάλλον δεν κατάφερε να μπει στη συμφωνική ορχήστρα της Βιέννης,  αλλά «Ανάγκα και οι θεοί πείθονται».
Αλλά-ζει ο άνθρωπος, αλλά ΖΕΙ...

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

α-k-@-t-Α-s-T-a-c-I-α


Το πιάτο με το μισοδαγκωμένο τοστ βρίσκεται πάνω σε λευκές κόλλες χαρτί που περιμένουν το στυλό να βολτάρει πάνω τους αφήνοντας ίχνη της μνήμης ανεξίτηλα. Τα βιβλία αντί για σελιδοδείκτες αγκαλιάζουν μολύβια για να υπογραμμίσουν τσιτάτα πρωτότυπα. Το ασύρματο τηλέφωνο μπλέχτηκε σε ένα επικοινωνιακό παιχνίδι μεταξύ ζεστής κουβέρτας  και κυριακάτικης εφημερίδας διακόπτοντας τον μεταξύ τους διάλογο, μεταστρέφοντας το ρόλο του. Ένα καλώδιο ενός τσιγγάνου υπολογιστή που περιφέρεται από δωμάτιο σε δωμάτιο, από γραφείο σε κρεβάτι μέρα-νύχτα, χειμώνα-καλοκαίρι διαπερνάει το ανάμεσο του παπλώματος, των τετραδίων που άραξαν νωθρά επάνω στο κρεβάτι και της νυχτικιάς. Οι σκέψεις δεν ηρεμούν με τίποτα. Τι τις χαϊδεύω, τι τις νταντεύω, τι τις ταΐζω...δε μ’ ακούν. Προτιμούν το επίκεντρο. Αυτές στη μέση της οθόνης, στο φως της δημοσιότητας ενός υπολογιστή φωταγωγημένου υπό τη συνοδεία των λέξεων, γραμμάτων συντεταγμένων, φορέων νοημάτων ανόητων ή μη, με σθένος, με τόλμη, με ορμή. Ξεπηδούν από τις ρήσεις σπουδαίων και χορεύουν στις λεωφόρους του εγκεφάλου. Δρομείς λαχανιασμένοι αλλά πείσμονες μαραθωνοδρόμοι. Φωνασκούν να τις ακούσω σε κενά αέρος που κρύβει ένα κεφάλι ξεχειλισμένο από υποχρεώσεις, ζήτουλας μιας σανίδας σωτηρίας για τα δικαιώματά του. Τρομακτικός αντίλαλος σε θεοσκότεινα τούνελ του «πρέπει». Τρομάζει και η πιο θαρραλέα γλώσσα που τσακίζει κόκκαλα. Καλά τα βιβλία, καλές και οι ρήσεις. Καλά τα τσιτάτα, καλές και οι συμβουλές. Ακαταστασία όμως σε αυτό το δωμάτιο. Και πού βρίσκει εφαρμογή το ρητό που λέει ότι «Ένα ακατάστατο γραφείο (ή υποκατάστατο του γραφείου, εν προκειμένω το κρεβάτι) είναι ένδειξη ενός τακτοποιημένου μυαλού»? Ψέματα! Το καλώδιο εξακολουθεί να μπερδεύεται ανάμεσα στη νυχτικιά και τα τετράδιά μου, το τηλέφωνο να είναι θαμμένο ανάμεσα στα βιβλία και τη ζεστή κουβέρτα, τα μολύβια ετοιμοπόλεμα να χαράξουν ακριβές ρήσεις και οι λευκές κόλλες πλακώνονται η μία με την άλλη, ποια θα πρωτοχαραχτεί από σκέψεις.
Και πιο πέρα ένα εγώ ασάλευτο, παρατηρητής της ακαταστασίας, απεγνωσμένο και ανήμπορο να βάλει τάξη στη νέα τάξη πραγμάτων. Από πού να ξεκινήσω, τι να πρωτοπιάσω?