Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Εχθροί και φίλοι της ΖΩΗΣ: όταν οι μάσκες (δεν) πέφτουν..

Δεν είναι απαραίτητα κάτι κακό. Ο βατραχάνθρωπος, ο κολυμβητής ή ο χειρουργός τη φοράει για ευνόητους λόγους. Υπάρχουν οι γνωστές αντιασφυξιογόνες που βοηθούν στη διοχέτευση του οξυγόνου ή του αιθέρα στον οργανισμό. Πρόκειται για ανάσα στη ζωή, εκεί που νομίζεις πως το νήμα κόπηκε. Αποκαθιστά τη σύζευξη με το οξυγόνο κι αφήνει πίσω οσμές, θαλασσινό νερό και αιθάλη.

Ωστόσο είναι και καλλυντική ενίοτε. Φτιαγμένη από φυτικά υλικά, τέτοια που συνήθως τα βάζεις στη γαβάθα της σαλάτας. Λιωμένα στο μπλέντερ αγγουράκια, λάδια, λεμόνια με γιαούρτια και απλωμένα στο πρόσωπο συμμετρικά απομακρύνουν τα νεκρά κύτταρα, απορροφούν την οξύτητα, χαρίζουν δροσιά και απαλή υφή στο πρόσωπο.

Πολλές φορές, όπως στα αυτοκίνητα, τοποθετείται για ομορφιά καμουφλάροντας την ασχήμια. Καλύπτει όσα δε θα ‘πρεπε να φαίνονται. Εξωραΐζει. Προστατεύει τα ευαίσθητα σημεία του αυτοκινήτου και το κάνει πιο θελκτική προέκταση του αντρικού εαυτού.

Στο θέατρο? Εκεί η μάσκα γδύνει τον ηθοποιό από την προσωπικότητά του και τον ντύνει με το ρόλο του. Τον κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι κι εκείνος υποδύεται και ενσαρκώνει τα της μάσκας. Γι’ αυτό κι εκείνη είναι σύμβολο του θεάτρου,  δηλ. του δράματος, όπως λέγεται, ενώ παράλληλα λαμβάνει χώρα η μεταμφίεση...

...όπως και στις Απόκριες. Ντύνεσαι κάτι άλλο από αυτό που είσαι και το δηλώνεις με το ρούχο. Τότε γιατί να μην πιστέψει κανείς ότι ναι, το ράσο κάνει τον παπά, αφού, για να γνωστοποιήσεις αυτό που θέλεις για λίγο να είσαι, θα ξεκινήσεις να το επιδιώξεις πρωτίστως με τη φορεσιά. Γίνεσαι τότε καρναβάλι χαριτωμένο που προκαλεί γέλιο μέσα από το γελοίο. Τονίζεις με τον εντονότερο τρόπο ψεύτικα, φτιαχτά χαρακτηριστικά που δεν έχεις.

Αν όμως κάποιος σε πει «καρναβάλι» εκτός των τριών πρώτων εβδομάδων του Τριωδίου μάλλον δεν είναι κολακευτικό ούτε προσπαθεί να σου πει πόσο χαριτωμένος είσαι! Να ανησυχήσεις! Όπως επίσης να ανησυχήσεις αν σε πει μασκαρά ή αν σου πει «τι μασκαριλίκια είναι αυτά?»

Στο δε πρόσωπο είναι ακόμα πιο λεπτές οι γραμμές. Γιατί, εάν φοράς από την άλλη μάσκα, όχι τη θεραπευτική μήτε την ιατρική, ούτε των ηθοποιών ούτε την καρναβαλίστικη, αλλά εκείνη που καλύπτει και ακόμη καλύτερα κρύβει καλά,  τότε η μάσκα από θετική που είναι παίρνει πρόσημο αρνητικό και η υποκριτική, λατρεμένη τέχνη από αρχαιοτάτων χρόνων, λέγεται απλά ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ!

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Εχθροί και Φίλοι της ΖΩΗΣ: μην την υποβάλεις ποτέ!

        Προσοχή. Είναι ύπουλη. Ζηλεύει το χταπόδι και απλώνει τα πλοκάμια της παντού. Σφηνώνει στον εγκέφαλο και πολλές φορές τον κυριεύει. Έχει άλλοθι την ηλικία και άλλοτε την κατάσταση. Ζητάει σημασία περισσότερη από αυτήν που της ανήκει. Είναι λαίμαργη και ρουφάει σαν την ηλεκτρική σκούπα την ενέργεια και την καλή διάθεση. Σε εξωθεί σε μελαγχολία και στοχεύει στην κατάθλιψη. Χαίρεται όταν λυπάσαι. Λυπάται όταν χαίρεσαι. Κάνει το σώμα σου πλαδαρό και ευάλωτο σε ψυχοσωματικά σύνδρομα.
       Φυτρώνει και σε μέρη όπου δεν τη σπέρνεις. Απρόσκλητη φωλιάζει στο σαλόνι σου. Σαν τη γειτόνισσα κουτσομπόλα, κρύβεται πίσω από την κουρτίνα και παραμονεύει να σε δει να ξεμυτίζεις από το σπίτι σου, να πας για έναν καφέ, βρε αδερφέ, ένα ποτάκι, ένα θέατρο. Αν την πάρεις χαμπάρι ξαναγυρίζεις πίσω. Γεμάτος ενοχές πετάς τα ρούχα από πάνω σου. Το καινούργιο συνολάκι το ξανακρεμάς στη ντουλάπα. «Τι τα θες τα σκουλαρίκια? Βάλε τη ρόμπα που σου πάει!» σου σιγοψυθιρίζει στο αφτί. «Είσαι εσύ για κομμωτήρια και περιποιήσεις? Κάτσε σπίτι σου να υπηρετείς τους ρόλους σου έναν-έναν» Φωνάζει... Σε ξεκουφαίνει. Της λες «Σταμάτα!» αλλά δε σε ακούει. Την υπακούς. Ακούς υποτακτικά. Με το κεφάλι σκυμμένο, τα μάτια θλιμμένα και με μία αίσθηση ήττας!
          Κατέβασες τα στόρια στα παράθυρα και τα σφάλισες ερμητικά. Το μόνο παράθυρο στο σπίτι σου είναι η tv. Ορθάνοιχτη όλη μέρα για να μπαίνει μες στο σπίτι σου άπλετο το σκοτάδι. Καμιά φορά αν τολμήσεις να κατεβάσεις κανά βιβλίο από το ράφι σου φωνάζει: «Μηήήή! Τρελός είσαι? Τι πας να κάνεις? Ώρα είναι να μας πεις πως θα ανοίξεις το μυαλό σου!! Θες να πάρει αέρα?»... Και κάνεις πίσω. Διστακτικά, αλλά κάνεις πίσω. Μετά την παραδέχεσαι. Λες «Ε κάτι θα ξέρει! Για να μου το λέει αυτή!»
         Πώς και ποιος να σε πείσει ότι είναι λάθος? Δεν πρόκειται για καμία κυρία σιδηρά. Τρέφεται από την υπακοή σου, καλλιεργείται από την ακαλλιέργητη φυσιογνωμία σου, μεγαλώνει από το νωχελικό σου χαρακτήρα και ριζώνει βαθύτερα χάρη στη φιλοξενία που της προσφέρεις στον καναπέ του σπιτιού σου.
        Ε κλείσ’ της την πόρτα πια. Έτσι στα μούτρα. Βγες έξω κι άσ’ τηνα να  κοιτάει πίσω από την κουρτίνα. Ανέβασε τα πατζούρια στο σπίτι σου μπας και σε επισκεφτεί και κανείς άλλος πέρα από αυτήν. Ο ήλιος για παράδειγμα. Πάρε από το χέρι όλους σου τους ρόλους, ας είναι και πολλοί και βολτάρετε μαζί τους στην παραλία. Και χτενίσου επιτέλους που είσαι σαν αναμαλλιασμένος τρελός επιστήμων. Μη νιώθεις τύψεις που έχεις Εαυτό και Αξιοπρέπεια. Και βάλε κλειδαριά στο ψυγείο. Υπάρχει απόλαυση και έξω απ’ αυτό.
          Εκείνη τη δουλειά της κάνει. Πάλι τύψεις θα σου πουλήσει. Εσύ, ως γνήσιο υπερκαταναλωτικό ον του δυτικού κόσμου, θα αγοράσεις περισσότερες από όσες σου χρειάζονται. Έτσι ρε παιδί μου, από ανασφάλεια! Γιατί έχουμε πέντε πακέτα μακαρόνια στο ντουλάπι της κουζίνας? Και θα πας και θα ‘ρχεσαι στα 70 τετραγωνικά σταματώντας μόνο όταν πέφτεις σε τοίχο. Και πάλι πίσω. Στον απέναντι τοίχο. Σαν τα αγρίμια. Ώσπου να ευνουχιστούν οι ορέξεις σου για περπάτημα, τρέξιμο ή κυνηγητό. Να γίνεις ένα εξημερωμένο ακίνδυνο αγρίμι του τσίρκου. Να δίνεις παραστάσεις στους άλλους που θα θαυμάζουν την υποτακτικότητά σου, το πώς περνάς μέσα από πύρινα στεφάνια πηδώντας από το ένα κλουβί στο άλλο. Αρνήθηκες τη φύση σου. Ηττήθηκες. Από απέναντι σε χειροκροτεί στις κερκίδες η νικήτρια. Έτσι είναι. Ο νικητής είναι πάντα υπεράνω. Χειροκροτεί τον ηττημένο. Βλέπεις δεν έχει τίποτε να χάσει.
          Α ναι! Να σας συστήσω: Το όνομα αυτής «ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ»
 

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Μπερδεύτηκα στην κόλαση του ΔαΝΤη!

        Το Ημερολόγιο τρελάθηκε. Υποτίθεται πως έχει μια σειρά. Αλλά... υποτίθεται! Τρεις μέρες μετά το «δις εξαμαρτείν». Μία μέρα μετά του Αγίου (?) Βαλεντίνου. Μία μέρα πριν την Τσικνοπέμπτη. Χωράνε όλα στην ίδια εβδομάδα?

Τετάρτη 15/2/2012
      Σήμερα είναι της Απόγνωσης. Οσιομάρτυρας Πελασγίας και πασών επαρχιών!  Μεγάλη η χάρη της! Ανάμεσα σε αντισυνταγματικές συναλλαγές (Λάθος! Αλλαγές σκέτο. Χωρίς το συν-. Η συναλλαγή προϋποθέτει δύο και ορίζεται μεταξύ του «δούναι και λαβείν». Η χώρα απουσιάζει και απέχει από δοσοληψίες). Ανάμεσα σε κόκκινες βιτρίνες, καρδιές τεράστιες και κόκκινα μπαλόνια. Ανάμεσα σε ψητά, ψησταριές, κρεατικά και τσίκνες, κρασιά, ρετσίνες και χορούς. 
      Μπερδεύτηκα. Γιορτάζουμε ή θρηνούμε? Θρηνούμε εορτάζοντας ή εορτάζουμε  θρηνώντας? Θέλουμε μια ζωή όπως πριν και κάνουμε ό,τι τη θυμίζει. Μοιάζει. Μα η χώρα βουλιάζει. Ψάχνουν τα πνευμόνια καθαρό αέρα.

14/2/2012
       Η εκκλησία φωνάζει τα δικά της: «δεν είναι ο Βαλεντίνος Άγιος της ορθοδοξίας μας!!!». Και τούτες τις καρδιές τις αγαπησιάρικες τι θα τις κάνουμε Αιδεσιμότατε? Άλλωστε είναι όλες υποψήφιες για εμφράγματα και άλλες για εγχείριση ανοιχτής καρδιάς που δε θα κλείσει ποτέ. Θα μείνει πληγή ανοιχτή. Η καρδιά θα κοπεί στα δύο και θα πάρει κάθε κομμάτι το δρόμο του. Το ένα στην Ανατολή και το άλλο στη Δύση. Έτσι είναι η επικοινωνία των ερωτευμένων σήμερα. Πολωτική. Η μία θετικής ενέργειας και η άλλη αρνητικής παθητικότητας.

16/2/2012
    Έρωτας! Περνάει και από το στομάχι. Το απύθμενο στομάχι του νεοέλληνα, με προίκα-κληροδότημα το κατοχικό σύνδρομο. Τσικνίζει και την Πέμπτη του μετά τις φωτιές της Κυριακής.

Κυριακή 12/2/2012
    Ζωσμένοι αστυνομικοί προσπάθησαν να πνίξουν την κραυγή, να σβήσουν την οργή, να προστατέψουν την αρχή. Ποια αρχή? Ποια εξουσία? Ποια πολιτεία?  Αρχές. Δεν έχουμε Αρχές. Κανείς δεν εξουσιάζει. Αρχές. Δεν έχουμε Αρχές. Χαθήκανε μαζί με τις Αξίες. Τέλη. Έχουμε. Αβάσταχτα. Τέλος. Ήρθε. Δεν υπάρχουν Αρχές. Υπάρχουν μόνο Τέλη που γονατίζουν. Δεν υπάρχουν Αρχές, ούτε Ιδανικά. Απλά δύουν αργά. Τα πήρε  η Δύση και τα έκανε βρούβες. Για μας εδώ στα Βαλκάνια ανατέλλει μοναχά  το Τέλος μας. Έτσι αποφασίσαμε! Φασιστικά αλλά το αποφασίσαμε. Διότι:

εγώ ψηφίζω
εσύ ψηφίζεις
αυτός ψηφίζει
εμείς ψηφίζουμε
εσείς ψηφίζετε
ΕΚΕΙΝΟΙ ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ!

Εγώ δεν ακούγομαι
Εσύ δεν ακούγεσαι
Αυτός δεν ακούγεται
Εμείς δεν ακουγόμαστε
Εσείς δεν ακούγεστε
ΕΚΕΙΝΟΙ ΘΑ ΑΚΟΥΣΟΥΝ?
 
15/2/2012
     Και τώρα ποιος θα με διατάξει τι να σκεφτώ? Το Ημερολόγιο με μπερδεύει. Ποιος θα μου υπαγορεύσει τι να νιώσω? Μαλλιά-κουβάρια οι στάσεις μου. Σαστισμένη η κρίση μου. Σέρνεται μεταξύ εορτών μιας εμμονής που επιμένει να γλεντάει τον πόνο της και ενός πένθους που βυθίζει ζωντανό τον Έλληνα στον τάφο. Καζάνια βράζουνε, αλλά δεν εκρήγνυνται. Θρύψαλα οι τζαμαρίες. Σπάσανε οι βιτρίνες! Βιτρίνες! Δεν υπάρχουνε πια βιτρίνες. Τσακίστηκαν κάτω από τις βαριοπούλες, θρυμματίστηκαν με μολότοφ κι αυτές και το «θεαθήναι». Να ένα καλό! 

14/2/2012
       Ούτε καρδιές υπάρχουν κόκκινες. Μονάχα ματωμένες. Να! Χθες θαρρώ πως ήτανε ανήμερα του Μεγάλου Αν-ορθόδοξου Αγίου που χώρισε ακόμη μία φίλη μου. Τι σόι Άγιος είναι και δεν έκανε το Θαύμα του? Μήπως και αυτός φοβέρα θέλει?

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Γράψε μία έκθεση με θέμα: «Τερλίκι: Θα φορεθεί πολύ φέτος!»

Εμένα μ’ αρέσει το χιόνι. Μ’ αρέσει και ο χειμώνας. Μ’ αρέσει και το κρύο, άσχετα αν είμαι μονίμως με μια θερμοφόρα αγκαζέ ως αξεσουάρ. Αγαπώ την κουβέρτα μου πολύ. Και το πάπλωμα επίσης. Τρελαίνομαι να βρέχει και να ακούω τη λαμαρίνα να χτυπάει ρυθμικά: τικ τικ τάκ και να κοιμάμαι. Και η μαμά μου λέει πως πρέπει να ντύνομαι και να φοράω χοντρές μπλούζες και όταν με βλέπει να πονάει η κοιλιά μου μου λέει καλά να πάθετε αφού δεν ντύνεστε (δεν ξέρω γιατί μου μιλάει σαν να είμαι δύο!).
Και είναι ωραίο να χιονίζει και να κλείνουν τα σχολεία και τα παιδιά να χαίρονται, αλλά δεν είναι καθόλου ωραίο που οι άνθρωποι δεν έχουνε λεφτά για να δίνουνε για θέρμανση και κάθονται μέσα στο σπίτι τους κάτω από την κουβέρτα χωρίς να την αγαπούν. Αλλά από την άλλη πάλι πολλοί άνθρωποι κάνουνε πολλά πράγματα χωρίς να τα αγαπούν, ή δεν κάνουν τα πράγματα που αγαπούν, γι’ αυτό τα κάνουν χάλια και είναι ο κόσμος μας δυστυχισμένος.
Επίσης τις προάλλες που πήγα σε ένα ζαχαροπλαστείο να πάρω γλυκά είδα έναν κύριο να κάθεται εκεί, να βλέπει τηλεόραση και να πίνει έναν καφέ. Μετά από μέρες όταν ξαναπήγα στο ίδιο ζαχαροπλαστείο άλλη ώρα της ημέρας ο ίδιος κύριος ήτανε πάλι εκεί και έβλεπε πάλι τηλεόραση και έπινε έναν καφέ. Όταν ξαναπήγα χθες στο ζαχαροπλαστείο ο ίδιος κύριος ήτανε πάλι εκεί και έπινε πάλι καφέ βλέποντας τηλεόραση. Το συμπέρασμα είναι ή ότι εγώ τρώω πολλά γλυκά (bingo!) ή ότι ο κύριος πίνει πολλούς καφέδες (bingo δις!). Εμένα όμως δε μου έκανε εντύπωση που το είχε κάνει στέκι του για τον καφέ του -γιατί άμα το πάμε έτσι κι εγώ το έκανα στέκι μου για τα γλυκά μου- αλλά ότι φαινότανε να περνάει όλη του τη μέρα εκεί, ενώ εγώ απλά έπαιρνα τα γλυκά μου και έφευγα. Και επειδή λένε ότι την πρώτη φορά είναι τυχαίο που συναντηθήκαμε, τη δεύτερη σύμπτωση, άρα την τρίτη γεγονός, εικάζω ότι ο κύριος αυτός δεν ήτανε εκεί τυχαία ούτε ήτανε εκεί, γιατί συμπτωματικά έχουμε το ίδιο στέκι -εκείνος για τον καφέ του κι εγώ για τα γλυκά μου, αλλά επειδή είναι γεγονός ότι στο σπίτι του δεν έχει θέρμανση. Και το επιβεβαίωσε ο σερβιτόρος που τον άκουσα να το λέει σε έναν συνάδελφό του.
Εμένα πάλι δε μου φάνηκε παράξενο, γιατί, όταν προχθές πήγα σε μία καφετέρια για ένα ραντεβού στο οποίο τελικά με στήσανε, άρχισα να ακούω τα πάντα (βλ. προηγούμενο κείμενο) και κυρίως τις κυρίες που καθόντουσαν στο διπλανό τραπεζάκι και φωνάζανε και ωρυόντουσαν ότι δεν τους ανάβουν στην πολυκατοικία  τα καλοριφέρ και πως μέσα στο σπίτι κυκλοφορούν με τις κουβέρτες, όπως ακριβώς τα φαντάσματα με τα σεντόνια, γι’ αυτό προτιμούν να τη βγάζουν τα πρωινά σε καμιά καφετέρια. Και λέω κοίτα να δεις που μας χαλάσανε και τη ζεστή γωνιά και τη σπιτική μας θαλπωρή και μας διώξανε από το ίδιο μας το σπίτι.
Και όταν γύρισα στο σπίτι βρήκα το λογαριασμό των κοινοχρήστων τόσο μεγάλο που τα μαλλιά μου σηκώθηκαν όρθια και έγινα σαν πανκ χωρίς να χρειαστεί να τα βάλω ζελέ, μπριγιαντίνη ή ζαχαρόνερο για να σταθούν όρθια. Οπότε, κατέβασα το θερμοστάτη του καλοριφέρ, έβγαλα από τη ντουλάπα μια παλιά ρόμπα που φορούσε η μαμά και θυμίζει δεκαετία ’80, αλλά δε με νοιάζει, και τη φόρεσα. Θα αποφύγω τουλάχιστον να φοράω με τη ρόμπα ταυτόχρονα και μπικουτί και να μοιάζω με πρωταγωνίστρια σε ταινίες cult δεκαετίας ‘80. Επίσης ξέθαψα όλα τα τερλίκια-τσουράπια-πασουμάκια-προπόδια (πες μου από πού κατάγεσαι να σου πω πώς τα λένε) και είπα ότι χωρίς αυτά δε γίνεται και δεν πάω πουθενά.
Ωστόσο εμένα ο χειμώνας μου αρέσει. Δεν γκρινιάζω που χιονίζει και κάνει κρύο, γιατί η φύση λέω ότι δεν κάνει λάθη, όπως λέει ο φίλος μου και συνάδελφος δάσκαλος (του Μεγαλέξανδρου) Αριστοτέλης (ναι ναι! ανήκουμε και στον ίδιο σύλλογο καθηγητών-εδώ πιο πάνω είναι η σχολή του!). Θα ανησυχήσω αν δω να χιονίζει Ιούνιο μήνα και τρέχω για σκι στο Καϊμάκτσαλαν ή αν τρέχω Γενάρη μήνα να κλείσω κάμπινγκ στον Αρμενιστή και το βρω γεμάτο!
Τέλος, υπάρχουν και οι άνθρωποι που δεν έχουν κανένα σπίτι αλλά κοιμούνται στο δρόμο. Εμένα δε μου αρέσει που υπάρχουνε τέτοιοι άνθρωποι, αλλά πρακτικά δεν κάνω άμεσα τουλάχιστον κάτι γι’ αυτό, αλλά μόνο λέω ότι δε μου αρέσει αυτό, μόνο τους λυπάμαι και μόνο λίγο μελαγχολώ, αλλά μόλις στρίψω στην άκρη του δρόμου το ξεχνάω. Και είμαι σαν πολλούς άλλους που κάνουν το ίδιο ή κάτι παρόμοιο. Μόνο τα παλιά μου ρούχα που δε μου κάνουν (επειδή –πρόσεξε!-ψηλώνω και όχι επειδή παχαίνω, όπως σκέφτηκε το δηλητηριώδες μυαλό σου) τα πάω στην εκκλησία για να τα μοιράσει στους άστεγους. Παλιά πήγαινα κι εκείνα που δε μου άρεσαν, επειδή δεν ήτανε στη μόδα. Η μαμά μου λέει όμως πως θα έρθουνε φτώχειες και θα γυρίσουμε πάλι πίσω πολλά χρόνια (αιώνια αισιόδοξη ρεαλίστρια μάνα από τότε που γεννήθηκε). Κι εγώ τώρα δε δίνω στην εκκλησία ρούχα που μου κάνουνε, αλλά δεν είναι στη μόδα. Πολλοί άνθρωποι λένε πως οι μαμάδες έχουνε πάντα ένστικτο (άσχετο!) και δίκιο. Και ένας φίλος μου λέει ότι η φράση: «Είχα δίκιο» συντάσσεται στο τέλος πάντοτε με το επίρρημα «Δυστυχώς».
                                 Δυστυχώς (όλοι αυτοί) έχουνε δίκιο...!

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Το μικράκι και ο γυάλινος κόσμος του

     Όταν ήμουνα μικρή καθόμουνα πολλές φορές ακίνητη πάνω στην ταράτσα του σπιτιού μου, γιατί μου άρεσε να παρακολουθώ τον κόσμο από ψηλά. Άλλες φορές ανέβαινα σε μια μεγάλη αερογέφυρα που είχε η γειτονιά μου και περίμενα να περάσει κάτω από τα πόδια μου το τρένο. Φανταζόμουνα ότι με έπαιρνε μαζί του κάπου μακριά. Δεν ήξερα πού πάει. Δε μ’ ένοιαζε κιόλας. Ίσως στο πουθενά. Ωραίο είναι το πουθενά και το κάπου. Το «εδώ κι εκεί» καμιά φορά ζαλίζει. Μια εδώ μια εκεί να περιφέρεσαι ασκόπως! Αλλά το «κάπου»...κρύβει μιαν αοριστία, μια απορία και μια μαγεία. Τα τρένα έφευγαν μαζί και το μυαλό μου. Κι όταν έτρεχαν, έτρεχε ξωπίσω τους η φαντασία μου κυνηγώντας τους ίδιους άγνωστους προορισμούς.
     Μια πόλη μικρή ή ένα χωριό μεγάλο. Πάντως τα σπίτια φαντάζανε περίεργα. Δεν τα ‘λεγες μεγάλα. Μα ούτε και μικρά. Αυλές πολύπλοκες αλλά και πολύβουες, φασαρίες, καβγάδες, γέλια. Έπλαθα σαν ένας μικρός θεός με μεγάλη όμως φαντασία μικρές καθημερινές οικογενειακές ιστορίες. Καθισμένη αφ’ υψηλού, στην άκρη της μεγάλης ταράτσας, απωθώντας τις υψοφοβικές μου τάσεις έφτιαχνα έναν κόσμο γυάλινο, δηλαδή διάφανο μα συνάμα εύθραυστο. Τα σπίτια δεν είχανε για μένα τούβλινους τοίχους, αλλά διαφανείς τζαμαρίες. Άκουγα φωνές αλλά και σιωπές και τότε ενθουσιαζόμουνα πιο πολύ. Με όπλο πάντα μιαν οργιάζουσα φαντασία αναρωτιόμουνα πόσοι άνθρωποι κοιμούνται εκείνη την ώρα ή πόσοι κάνουν μπάνιο ή τρώνε ή διαβάζουν. Έβλεπα τη γειτόνισσα να περνάει την πόρτα της αποθήκης και τη φανταζόμουνα να ψάχνει τη σκάλα πίσω από κάτι τενεκέδες με τυρί. Θαρρούσα πως κάποιος καθότανε στον καναπέ αραχτός μιλώντας με τη γυναίκα του που τηγάνιζε πιπεριές και οι διπλανοί πάλι καβγάδιζαν, γιατί ξεχάσανε να ταΐσουνε τις κότες. Εγώ άκουγα μόνο τις φωνές, αλλά έβλεπα μέσα από το γυάλινο τοίχο να υψώνονται χέρια πέρα από φωνές και τα βλέμματα να γίνονται βλοσυρά. Ανέβαιναν οι τόνοι μαζί με την πίεση για να ακολουθήσει ύφεση και μια νεκρική σιγή στο μεσημεριανό τραπέζι, όχι κατά πίστη στο «όταν τρώμε δε μιλάμε», αλλά γιατί ένας γνήσιος  καβγάς συνοδεύεται από μουγκαμάρα τουλάχιστον για κάποια ώρα μετά.
     Και πιο πέρα, κάτι άλλες ζωές τροχήλατες περνούσανε ανάμεσα από οικόπεδα γεμάτα απλωμένες μπουγάδες και από χωράφια, σχισμένα στα δύο από μια λωρίδα άσφαλτο με προορισμό ... πάλι το πουθενά. Πού πηγαίνανε, από πού ερχόντουσαν, τι λέγανε σαν μας βλέπανε αυτά τα αυτοκινητάκια, τα μηχανάκια και τα φορτηγάκια? Κάποιοι από αυτούς κάνανε αυτόν τον δρόμο καθημερινά και άλλοι περνούσανε για πρώτη φορά. Κοιτάζανε το σπίτι μου δίπλα στο δρόμο παρατηρητικά. Ή και αδιάφορα. Και σίγουρα αφηρημένα. Καμιά φορά κι εμένα: να κάθομαι στην ταράτσα με τα χεράκια μου στα μάγουλα, και τα μικρά μου ποδαράκια κρεμασμένα στο κενό και να παρατηρώ. Να βλέπω το σπίτι μου από μια άλλη οπτική, ριζωμένο στον τόπο του κι ακίνητο. Η μόνη του κίνηση ήταν στροβιλική. Στριφογύριζε μονάχα γύρω από τη ρουτίνα του ίδιου τόπου. Ενός τόπου με πολύ πρωινά και λαλίστατα πετεινάρια που κάνανε παρέα σε αγουροξυπνημένους αγρότες. Με μυρωδάτες αυλές από τα μεσημεριανά τηγανητά κεφτεδάκια. Με ξεφωνητά απογεματινών παιδιών της αλάνας και με τραγούδια από νυχτερινά τριζόνια.
    «Κι εκείνοι οι επιβάτες στο λεωφορείο του δρόμου, γιατί να προσπερνούν την εικόνα αυτήν αδιάφορα...?» «Γιατί να ζητάει η ρουτίνα από τον άνθρωπο σημασία?» έλεγα! Δεν πρωτοτύπησε κανείς σ’ αυτήν την πόλη. Την προσπερνάν όλοι τους  επιδεικτικά και δίχως όνειρα. Μονάχα δουλειά, φαγητό, ύπνος και σύρε κι έλα. Πάνω σ’ ένα τρένο, μέσα από ένα λεωφορείο ή κάποιο φορτηγό. Αρκεί να έχει ρόδες για να τρέχει, έστω και αγκομαχώντας...έστω στο πουθενά και στο κάπου.
      Κι ένα μικρό κορίτσι, πάνω σε μια ταράτσα ή μια αερογέφυρα παρίστανε τη στατική κάμερα. Κατέγραφε τις φαντασιακές ζωές που σκηνοθετούσε μόνη με αφορμή τις σιωπές που υπαγόρευαν οι ψηλοί τοίχοι αλλά και οι υψηλοί τόνοι ή η εύθραυστη ησυχία. Η ησυχία που πληγώνεται από τις φωνές και η ηρεμία που ταράζεται από τα νεύρα όσων θαρρούν πως μέσα στο σπίτι τους μπορούν να κάνουν τα πάντα, γιατί είναι σπίτι τους και γιατί κανείς δεν τους βλέπει! Πού να φανταστούν όμως ότι και οι τοίχοι έχουν αφτιά, οι γείτονες φαντασία που οδηγεί άλλοτε ναι και άλλοτε όχι σε εσφαλμένη εικασία...
         Ουδέν κρυπτόν...