Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Παρ-ετυμο-λογικές ερωτα-πο-κρίσεις της καρδιάς!

Ώρες-ώρες μου γεννιούνται κάτι ερωτήσεις εύλογες, αλλά συγχρόνως παρά-λογες, δλδ δίπλα στο λόγο, τη λογική, αλλά όχι μέσα. Απλά κοντά. Εκεί γύρω. Την πλησιάζουν, την περιτριγυρίζουν αλλά... δεν την αγγίζουν καν. Ή μάλλον την ψιλοακουμπούν, ίσως όμως, μερικές φορές, έτσι ακροθιγώς, αλλά απομακρύνονται από κείνη σαν να δε θέλουν να ακούσουν την αλήθεια, να βρουν το έτυμο που λέγανε οι αρχαίοι, το αληθινό! Γιατί άκουσα πως η αλήθεια είναι σαν τη μύτη μας ώρες-ώρες. Για να την δεις, πρέπει να αλληθωρίσεις. Και απορώ. Απορώ με το στήσιμο ορισμένων λέξεων. Με το φτιάξιμο και το φτιασίδωμά τους. Δεν βρίσκω λογική στα έτυμα. Διψάω για λίγο κουτσομπολιό για την ιστορία τους. Θέλω να βουτήξω ανάμεσα στα γράμματα, να στριμωχτώ μεταξύ των φθόγγων, να καθίσω δίπλα σε συμπλέγματα συμφωνικά ή έστω παράφωνα και να κατανοήσω και να αφουγκραστώ το πώς παντρεύτηκαν. Από πού κι ως πού ταίριαξαν! Να ψάξω για τη λογική ή την παραλογία, την τρέλα που τα έφερε κοντά, που τα έφερε σε επαφή και φτιάξανε, γεννήσανε, παρήγαγαν καινούργιες λέξεις, νέα σημαίνοντα με νέα σημαινόμενα, σημασίες καινούργιες, αλλά σημασίες που κρύβουν έννοιες παλιές με άλλη ιστορία, με άλλο νόημα, κλασικές. Απορώ! Μα λογική δε βρίσκω καμία.
1. Γιατί ας πούμε η λέξη «διεκδίκηση» κρύβει μέσα της μίαν εκδίκηση? Την κρύβει? Την αγκαλιάζει απλά? Την προστατεύει από συνενοχή μήπως? Ή την κυοφορεί? Αυτός που διεκδικεί άραγε, θέλει ταυτόχρονα να εκδικηθεί, είναι κρυφός του πόθος, ακούσια συμπεριφορά? Ή μήπως  αναπόφευκτα χρησιμοποιεί την εκδίκηση ως μέσο να διεκδικήσει? Και πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να εκδικείται, ενώ ταυτόχρονα διεκδικεί? Κι αυτό που διεκδικείται, το αντικείμενο της διεκδίκησης, νιώθει την εκδίκηση? Στον έρωτα ας πούμε, μπορείς να διεκδικείς εκδικούμενος? Τι σόι έρωτας είναι τότε?
2. Κι ο έρωτας, πάλι, μιας και τον πιάσαμε, γιατί σε κάνει συνέχεια να ρωτάς? Να ρωτάς, να αναρωτιέσαι, αλλά σχεδόν ποτέ να μην απαντάς, να μην παίρνεις απάντηση εύκολα και από κανέναν. Κι αν απαντάς, κι αν ένα ερώτημα πιστεύεις πως το εξουδετερώνεις, τότε γιατί σαν την Λερναία Ύδρα ξεπετιούνται άλλα δέκα, δεκαπέντε νέα ερωτήματα, που το καθένα θα ‘χει τη δική του δυσκολία...? Κι αν τολμήσεις να την αντιμετωπίσεις, γιατί θα βρεθούνε κι άλλα πιο υπερβολικά, αλλά πέρα για πέρα αληθινά ερωτήματα?
3. Και τι είναι το  υπερβολικό? Γιατί το λένε έτσι? Είναι αυτό που βάλλεται υπέρ το δέον ή είναι το υπερβολικά βολικό? Εκείνο που βολεύεται μέσα στο «πολύ», πέρα από το «πάνω από», στον ορίζοντα της ποσότητας? Εκεί που δεν σταματά ποτέ κανένας και ειδικά η προσπάθεια? Όπως, ας πούμε, η προσπάθεια του να διεκδικείς τον έρωτα, έστω και σε υπερβολικό βαθμό? Βολικά, έχοντας επαναπαυτεί στη βολή σου και βαλλόμενος από τα ερωτήματα και τις συνεχείς απορίες? Ενίοτε μάλιστα και ως βλαμμένος? Ερωτοχτυπημένος δλδ, τυφλός διότι όντας παθιασμένος, η νηφαλιότητα, η τόσο σοβαρή αυτή σύμβουλος ξε-βολεύεται, παύει εν ολίγοις να είναι βολική ή βολεμένη και θέλει να αποφασίσει χωρίς πιέσεις να διαλέξει το πιο σωστό? Σωστό? Σωστό για ποιον? Για μένα, για κείνη, για εκείνον, για τους άλλους, για τη σχέση? Και ποιες ελπίδες γεννάνε οι κακές σχέσεις? Ποιες ελπίδες έχουνε ζωή και ποιες χαροπαλεύουν?
4. Χαροπαλεύουν? Τι χαρωπό έχει μέσα του ένας θάνατος, ο θάνατος μιας ελπίδας? Είναι αυτή η άλλη όψη του νομίσματος? Του νομίσματος που έχει δίπολα? Θετικά και αρνητικά πρόσημα ταυτόχρονα? Που έχει το «ναι μεν, αλλά»...? Που έχει το «από τη μία», αλλά και το «από την άλλη»...? Είναι αυτό που λένε ορισμένοι μοιρολατρικά «όλα για κάποιον λόγο γίνονται»? Παρηγοριές στον άρρωστο δηλ που ζει στο κρεβάτι του πόνου με επιδέσμους...?
5. Και ο επίδεσμος, γιατί έχει μέσα του τον δεσμό? Ο δεσμός είναι δεσμός, είναι εκούσια παραχώρηση της ελευθερίας σου ή επί-σύρει πληγές, μελανιές,  μπανταρίσματα, ράμματα, κλάματα και τραύματα από μαχαίρια που ανοίγουνε παλιές πληγές? Ε? Τι απ’ όλα?
6. Και τα μαχαίρια, αυτά που χώνονται μέσα σε πληγές και γυρίζουν, στριφογυρίζουν, στροβιλίζουν, ξύνουν παλιές πληγές και μπαίνουν όλο και βαθύτερα, ποιος τα βάζει εκεί? Ποια χέρια? Με ποιες προθέσεις, τι διαθέσεις και τι σκοπούς? Κι αν θες να τα βγάλεις από τη ζωή σου, να τα αφαιρέσεις, τότε γιατί σου λείπουνε? Από διαστροφή?
7. Κι όταν κάτι σου λείπει? Γιατί να σε γεμίζει λύπη? Πού είναι εκείνη «η άλλη μεριά», πού πήγε το νόμισμα με τις δύο όψεις και σ’ αυτήν την περίπτωση νομίζεις πως έχει πάντα μία μόνο πλευρά... μόνο λύπη, λύπη, λύπη?
Καθόμουνα με μια φίλη Κυριακή πρωί και πίναμε καφέ. Και κάπως έτσι απορούσαμε, και ρωτούσαμε, διερωτόμασταν, και αρχίσαμε τις ερωτο-αποκρίσεις...Κρίσεις? Ποιες κρίσεις? Κρίσεις από το κρίνω, ζυγίζω, σταθμίζω, μετράω, συμπεραίνω? Ή κρίσεις από τις άλλες, εκείνες του πανικού, της υστερίας, της έλλειψης λογικής, της απώλειας του  ελέγχου?

Αν θέλετε, βοηθήστε μας, απαντώντας σε μία προς μία λ-έξη... που κρύβει μέσα της την έξη! Γιατί αυτό είναι εξάρτηση, αρρώστια, εμμονή! Εδώ η επιστήμη της ετυμολογίας σηκώνει τα χέρια ψηλά. Και ίσως να αναζητάει τη λογική της καρδιάς...

μήπως να σπούδαζα καρδιολογία αντί για ετυμολογία?

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Δεν σκέφτομαι και γράφω!

Όχι δεν σκέφτομαι. Τι να σκεφτώ? Αφού εδώ και μέρες δεν διαθέτω μυαλό. Εκείνο το μέσο, τη βασική προϋπόθεση της ανθρώπινης υπόστασής μου, που υπαγορεύει στο χέρι να αναλάβει δράση και να αποτυπώσει στο χαρτί.... Λείπει. Ταξιδεύει. Παίρνει μία νοερή βαλίτσα, πετάει βιαστικά δυο ρούχα μέσα, άλλα δροσερά, άντε και καμιά πιο ζεστή ζακέτα και φεύγει... Ταξιδεύει σε σημεία του καιρού ανύπαρκτα, από εκείνα που θέλουνε διαβατήριο τα όνειρα. Και να σου πω, ούτε και το ρωτάω πάντα πού πάει. Όπου θέλει. Το αφήνω λάσκα. Άλλωστε εν τη γενέσει του ελεύθερο είναι.  Ενίοτε όμως παλινδρομεί στο χρόνο. Πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω... εκνευριστικά, σαν να περιμένει τη γέννα έξω από το μαιευτήριο. Πετάει, παραπατάει, περπατάει, μα σίγουρα δεν πατάει. Θέλει να ανασυνταχτεί μερικές φορές όμως. Αναγνωρίζει το πρόβλημα, δλδ το ήμισυ της λύσης. Προσπαθεί να συγκεντρωθεί, να μαζέψει τα κομμάτια του. Σ’ αυτό μοιάζουνε με την ψυχή μου. Θρυμματισμένη μερικές φορές κι εκείνη η καημένη αποπειράται να συμμαζωχτεί. Και τα δυο τους, τρελό πανηγύρι. Κομμάτι από δω, κομματάκι από κει, σαν να παίζουνε μόνα τους παζλ. Και μετά, ο γύψος ή ο νάρθηκας. Να κολλήσουν και να γίνουν, όπως πριν. Ένα. Σ’ εκείνη τη φάση συνδράμει, υποτίθεται, η γλώσσα. Η έκφραση. Ο λόγος. Θέλω να αρθρώσω λέξεις, να μιλήσω, να πω λεξούλες, κουβεντούλες. Απλές. Όχι δύσκολες. Να συντάξω απλώς τους βασικούς όρους. Τα υποκείμενα με τα κατηγορήματα. Και τις κατηγορίες. Μπα! Δεν με ακούει η άρθρωσή μου. Τα φωνήεντα μένουνε άφωνα και τα σύμφωνα δεν συμφωνούν με τίποτα μαζί μου σήμερα. Άναρθρα, μου λένε, είναι καλύτερα. Κραυγές, οιμωγές, βογγητά. Έτσι. Πρωτόγονα. Σαν να θέλει η εξέλιξη να γυρίσει το χρόνο πίσω. Η θεωρία του Δαρβίνου απ’ την ανάποδη. Δεν θα πιέσω ούτε το μυαλό μου, ούτε τη μύτη από το μολύβι απόψε επάνω στο χαρτί. Απλά θα παριστάνω μόνο τη χοάνη. Και θα ρουφώ με τα μάτια μου ό,τι βλέπω και παρατηρώ μέσα στο γεμάτο από βιβλία δωμάτιό μου. Και θα ερωτοτροπώ. Με το χαρτί, με το στυλό, με τις ράχες από τα πολυκαιρισμένα μου βιβλία, με το μυαλό. Εκείνο που δεν έχω. Αλλά θα το στύψω, κι ας μην το ‘χω εδώ. Κάποια στιγμή θα θυμηθεί τον πρόγονό του τον Οδυσσέα και θα γυρίσει πίσω. Για να σκεφτώ και να γράψω...Τι στο καλό? Αφού συνεχώς οι ιδέες στο κεφάλι μου στριφογυρίζουν στο λεπτό σαν να βρίσκονται μέσα σε πλυντήριο...και σβουρίζουν!
Σήμερα τι έπαθαν?

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Αν ήμουνα...


...αν ήμουνα ένα άλογο πραγματάκι, ένα αντικείμενο δίχως λόγο, χωρίς λογική…. αν ήμουνα ένα μπαρμπαδελάκι τόσο δα μικρό, φαινομενικά ασήμαντο, αλλά στην πράξη σημαντικό, κι αν μπορούσα να μιλήσω...

... τι ιστορίες θα είχα να διηγηθώ?

 Φαντάζομαι πως αν ήμουνα ένα πιρουνάκι... από εκείνα στα μεγάλα και περίλαμπρα εστιατόρια, κάθε τόσο θα μπαινοέβγαινα σε διάφορα ίσως και αδιάφορα στόματα, θα προσέκρουα σε δόντια κοφτερά και γυαλιστερά ή σάπια. Νεογιλά ή φρονιμίτες. Θα εισχωρούσα σε στόματα απύλωτα ή ραμμένα, με κραγιόν ή χωρίς, σε χείλη σαρκώδη και θα έθιγα γλώσσες ολιγομίλητες. Θα αντίκριζα σιελογόνους αδένες που θα εξέρεαν με εντολές του εγκεφάλου. Θα στόλιζα τραπέζια με λευκά τραπεζομάντιλα κάτι μέρες λαμπερές, όπως σε συνεστιάσεις σοβαρές κι ύστερα θα στριμωχνόμουνα σε ένα πλυντήριο πιάτων μαζί με άλλα πιρούνια, κουζινομάχαιρα και πιατικά. Θα λερωνόμουνα, θα ξαναπλυνόμουνα. Μετά θα έμπαινα σε συρτάρια μεγάλα και αδιάφορα, παγερά, ώσπου να με ξαναστολίσουν επάνω σε λευκές υφασμάτινες πετσέτες την επόμενη φορά, για να διεισδύσω στο επόμενο στόμα, να τρυπήσω την επόμενη ζουμερή ντομάτα, να ισορροπήσω επάνω μου το επόμενο ψημένο κοτοπουλάκι...

Κι αν ήμουνα ένας γάτος φοβερός από αυτούς που μπαινοβγαίνουνε στους κάδους, θα έψαχνα στα σκουπίδια να βρω μια ελπίδα επιβίωσης, θα ξέσκιζα σακούλες με αποφάγια και θα γράπωνα ποντικούς που θα τρέχανε να κρυφτούν στους υπονόμους... ίσως να κυνηγούσα και κουβάρια με μαλλιά μπλεγμένα ή άνευ, θα φορούσα πέταλα ή όχι και θα ήμουνα πάντα πονηρός... για να μη με πιάνει κανένας...

Αλλά θα μπορούσα να είμαι και χαλί...να με πατήσεις και να σου δίνω τον κόσμο όλο. Να κάνω ομορφότερο το περπάτημά σου, πιο ζεστά τα πόδια σου και φιλόξενο το περιβάλλον σου. Κι ας με ποδοπατούσες. Εγώ μια φορά θα σε έβλεπα πάντα από κάτω προς τα επάνω και θα μου φαινόσουνα πανύψηλος και ευθυτενής. Θα δεχόμουνα τη βρομιά, τη λάσπη, τη σκόνη και τη δυσωδία. Θα άντεχα όλα τα βάρη του σπιτιού, ακόμη και τα πιο μεγάλα. Ίσως ως χαλί να είχα το μαύρο μου το χάλι, αλλά cest la vie...

Αν πάλι ήμουνα ένα δέντρο...από εκείνα τα πολυετή, τα μεγάλα, τα τεράστια στις πλατείες των ελληνικών χωριών, θα είχα να σου διηγηθώ περισσότερα... Θα έβλεπαν πολλά τα μάτια μου, θα άκουγαν πολλές ιστορίες τα αφτιά μου από παππούδες με πλατιά στριφογυριστά μουστάκια καθώς θα θυμούνταν και θα σιγομουρμούριζαν κάτω από την παχιά σκιά μου τις ιστορίες πολέμου βλέποντας τους πάτους των ποτηριών με το ουζάκι τους να ασπρίζουν. Και ίσως, δυστυχώς, να είχα πληγές στον κορμό μου, από σφαίρες κάποιου μακρινού ή κοντινού πολέμου, και ίσως να είχαν κρεμάσει κάποιοι κεφάλια στα κλαδιά μου σε κάποια αιματηρή από τον εμφύλιο πλατεία. Αλλά θα είχα κρύψει και παιδάκια στην κουφάλα μου, καθώς θα παίζανε κρυφτό τα δροσερά αυγουστιάτικα βραδάκια. Και θα είχα βγάλει ρίζες και δε θα με κουνούσε κανείς. Γι’ αυτό θα ήμουνα πάντα εκεί, για σένα. Και θα ‘ξερες πάντα πού θα με βρεις...

Κι αν ήμουνα βουνό... θα παράβγαινα δυσκολίες που θα ήτανε εξ ίσου βουνό και θα ήμουν μαθημένο απ’ τα χιόνια. Θα χαιρετούσα τα πουλιά, θα φιλούσα τον ουρανό και θα φλέρταρα με τα σύννεφα, θα σήκωνα στις πλάτες μου ορειβάτες και όποιον παίρνει τα βουνά. Θα χαμογελούσα στα αεροπλάνα και θα ανέτειλα ή θα έδυα τον ήλιο για να χαρίζω στον κόσμο ανατολές και ηλιοβασιλέματα. Θα στεκόμουνα ψηλό και αγέρωχο, περήφανο και ιστορικό να σας πω για μάχες, αντάρτες και κλεφτοπολέμους, αλλά και για λατρεμένους σκιέρ που ανεβοκατεβαίνουν πάνω μου χαϊδεύοντας τις ράχες μου απαλά...

Αν ήμουν θάλασσα... θα ήμουνα μυστήρια, μυστηριώδης και θα είχα μυστικά στα βαθιά μου υγρά σπλάχνα. Θα θύμωνα και θα γαλήνευα. Θα με πετροβολούσανε οι μάνες και οι γυναίκες των σφουγγαράδων, όταν δε θα τους γύριζα στα σπίτια τους και θα τους κρατούσα εκεί στα βάθη, παρέα με τα ψάρια και τα κοράλλια. Θα φιλοξενούσα γοργόνες και θα αγκάλιαζα τις βάρκες. Θα μπλεκόμουνα στα δίχτυα και θα ‘κανα παρέα τους θαλασσόλυκους ψαράδες. Θα είχα το προνόμιο να μπαίνω στην αγκαλιά της Σαλονίκης...

Μα δεν είμαι: ούτε πιρουνάκι, ούτε γάτος, ούτε χαλί, ούτε δέντρο, ούτε βουνό, ούτε θάλασσα... είμαι ένα απλό μικρό μικρούτσικο ανθρωπάκι. Από αυτά που κάνουν υποθέσεις, έχουν σκέψεις και καταγράφουν εικόνες μιας καθημερινότητας τόσο ασήμαντης φαινομενικά, που όμως αν το σκεφτείς κρύβει μέσα της ιστορίες ζωής. Γιατί μπορεί να μας μάθανε στο σχολείο πως η γη γυρίζει γύρω από τον εαυτό της, αλλά κι εμείς ξεχνάμε πως η καθημερινότητα γυρίζει γύρω από τη γη διαγράφοντας την τροχιά της ιστορίας, είτε της επίσημης, είτε της ανεπίσημης αλλά τόσο σημαντικής.


Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

Ζείδωρα μεθεόρτια για χαίνουσες πληγές!

Κοίταξα από την πόρτα με την άκρη του ματιού μου το φωτισμένο τζάκι με τη φιγούρα του Αϊ-Βασίλη επάνω στο γραφείο. Κλεφτά. Ίσα που φώτιζε μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο. Ήξερα πως άλλη μια νύχτα ζωής του μένει. Τη Δευτέρα θα ξανάμπαινε στην κούτα του για να τον ξανακυοφορήσει μαζί με την εκκολαπτόμενη ανεμελιά για άλλους έντεκα μήνες, ώσπου να ξαναγεννηθεί η χαρά μαζί με τον Χριστό. Δοκίμασα στη συνέχεια να μασουλήσω ένα μελομακάρονο από όσα περίσσεψαν. Άκαρπη η προσπάθεια. Στην πρώτη μπουκιά το βρήκα άγευστο. Μετά είπα να ξεφυλλίσω εκείνα τα χριστουγεννιάτικα παραμύθια που κάθε χρόνο τέτοιες μέρες γυροβολάνε από καναπέ σε καναπέ και από πολυθρόνα σε πολυθρόνα -δεν πρόλαβα φέτος να τα ξαναδιαβάσω, ούτε τον θείο Σκρουτζ, ούτε τον Χριστό στο Κάστρο- μα ούτε αυτό μπόρεσα. Οι σελίδες δεν γύριζαν για κάποιον λόγο και οι παραμυθάδες θέλανε επίμονα να ξαναμπούν στα ράφια της βιβλιοθήκης. «Ό,τι πρόλαβες, πρόλαβες» μου σιγοψιθύρισε λίγο αυστηρά ο Παπαδιαμάντης σαν να με μάλωνε που φέτος δεν του έριξα ούτε μισή ματιά... Κι εγώ, τον άκουσα, έσκυψα το κεφάλι μου και φόρεσα το επετειακό μου μελαγχολικό προσωπάκι, όπως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες κι άρχισα να ξεσκονίζω το τραπεζάκι του σαλονιού από τις χρυσόσκονες και τις άχνες του κουραμπιέ.
  Έτσι κλείνει κάθε φορά αυτός ο κύκλος. Με τον ίδιο μελαγχολικό τρόπο: με αναμνήσεις ζώσες, με στομάχια ξεχειλωμένα, με συντροφιές μεγάλες και φλύαρες, που ξαφνικά σωπαίνουν, με πολλά φλιτζάνια καφέ που μετά αδειάζουνε και με  άλλες τόσες κουβέντες φαφλατάδικα ειπωμένες. Με φλουριά που κερδίσαμε, με χαρτιά που χάσαμε, με αγάπες που πεθυμήσαμε, με αγάπες που θάψαμε. Με το χαρτί που κερδίζει την αγάπη. Με την αγάπη που κερδίζει το χαρτί. Αιώνιοι ανταγωνιστές οι δυο τους στα κέρδη! Κερδίζει το ένα πάντα εις βάρος του άλλου. Κι έτσι καταστρατηγείται μέσα σου η πλεονεξία. Μαθαίνεις να χάνεις πάντα σε κάτι. Και χάνεις μαζί τους εγωισμούς, χάνεις και τους θυμούς. Από κάπου μια ανάγκη σε σπρώχνει να πετάξεις τα βάρη της ψυχής σου για να σου δείξει πως ο καινούργιος χρόνος δε σε θέλει μικρόψυχο: «Πέτα! Πέτα! Πέτα! Πέτα ό,τι άχρηστο σε βαραίνει! Να ελαφρύνεις! Και μετά πέτα ψηλά και πιο ψηλά, έτσι ανάλαφρος που είσαι!».
Κάπως έτσι περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά αισθάνθηκα εκείνη την εξομολόγηση που μας έβαζαν οι θεολόγοι στο σχολείο να κάνουμε, για να συνδέσουμε τις γιορτές με το πραγματικό τους νόημα. Εκείνη η εξομολόγηση είναι τελικά στον εαυτό σου, είναι σε έναν φίλο που αγαπάς και που δε βαριέται να σε ακούει, σαν σε βλέπει να τον έχεις ανάγκη. Είναι ο πνευματικός διαλογισμός με τον εαυτό σου για να ξαναθυμηθείς τι έκανες τη χρονιά που πέρασε, τι σου κάνανε και πώς θα το προσπεράσεις, πώς θα το τινάξεις από πάνω σου να μην το κουβαλήσεις στην επόμενη χρονιά.
Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, ξεφυλλίζοντας το περσινό μου πια ημερολόγιο διαπίστωσα πως κάθε του σελίδα ήτανε γραμμένη με άλλο χρώμα. Αλλού διάλεγα ένα συμβατικό μπλε, ίσα που έγραφα όσα έζησα, απλά για να μην περνάει η μέρα απαρατήρητη στον ταξιδιάρη και ξεχασιάρη χρόνο. Αλλού έγραφα με μαύρο μαρκαδόρο-σημειολογική έκφανση μιας μαύρης σκέψης πένθιμης. Κι αλλού, το κόκκινο της φωτιάς ζωγράφιζε το αλλοτινό πάθος, αλλά και τα αλλοτινά πάθη, καταγράφοντας  στιγμές έντονες, αλλά και διαγράφοντας λάθη σοβαρά.  
Τελικά το κόκκινο στυλό είναι το πιο διαστροφικό. Χρησιμεύει για να τονίζει, χρησιμεύει και για να διορθώνει (λάθη). Ή μήπως χειρότερη είναι  η μνήμη που επιμένει να καταγράφει εκείνο που την πλήγωσε και το φυλάει στα άδυτα του μυαλού, σε μια ψυχική άβυσσο απύθμενη, όπως ο σάπιος οισοφάγος του αδηφάγου γέρου χρόνου που έφυγε ανεπιστρεπτί...? Ιδού η απορία! Δεν ξέρω! Το μόνο που ξέρω είναι ότι από φέτος αποφάσισα τις πληγές που μου ανοίγουνε να τις γράφω με μολύβι.... όσο για εκείνες που ανοίγω σε κάποιους... ας σκεφτούν αυτοί οι κάποιοι με τι χρώμα θα τις καταγράφουν!


Καλή Χρονιά-Καλά Μυαλά!