Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

(γ)λυκοφιλίες!


Το νόμισμα. Αυτό το μικρό στρόγγυλο πραματάκι που έχει πάντα δύο όψεις. Που και να το κόψεις εγκάρσια θα εξακολουθεί να έχει πάλι δύο όψεις. Μα το νόμισμα έχει κορώνα απ’ τη μια μεριά και γράμματα απ’ την άλλη. Ποτέ δεν έχει δύο κορώνες ή δυο πλευρές με γράμματα. Δύο όψεις ναι. Δυο κορώνες όχι.
Τα κελύφη και οι βδέλλες οι αιμοβόρες. Ο μόνος λόγος για να κολλήσουν πάνω σε κάτι ή κάποιον είναι να τραφούν όσο τους παίρνει και να τους πιουν το αίμα και μετά, αντί να το καταπιούν, όπως ταιριάζει στους βρικόλακες να το φτύνουν επιδεικτικά απαξιώνοντάς το. Κατά μία έννοια, την θετική πάντα, δε ‘ν’ κακό!. Θα ήτανε μεγάλη τους τιμή να πιουν το αίμα ανθρώπων που τους πιστεύουν, αλλά δε φαντάζονται τη διττή ψυχή τους.
Το υπερεγώ. Όχι το φροϋδικό, το άλλο. Ένα Εγώ σε υπέρ- και σε –βολικό βαθμό. Τόσο υπέρ- που δεν ξεπερνιέται και τόσο –βολικό που δεν πετιέται. Τα ανθρώπινα ελαττώματα τα αντιλαμβάνονται πάντα οι άλλοι επάνω σου και όχι εσύ που τα έχεις, γιατί στην κοινωνία μπορείς να λειτουργείς μόνο διαδραστικά όχι κατά μόνας.
Το μπάνιο. Κλείνω τα αφτιά μου και βυθίζομαι μες στη μπανιέρα γεμάτη νερό και αφρόλουτρο καρύδας. Μα δε με βοηθάει. Θέλω να ξεπλύνω όχι τα μαλλιά αλλά τα μυαλά της κεφαλής μου. Θέλω να βάλω το τηλέφωνο του ντουζ με κάποιον τρόπο μέσα από το κρανίο και να ανοίξω τη βάνα του νερού στη μεγαλύτερη δυνατή πίεση. Να ξεπλύνω τις βρόμικες σκέψεις που κάνω για τους άλλους... ή που μου προκαλούν οι άλλοι? Δε φταίω εγώ που εκείνοι με κάνουν να τους λυπάμαι, αλλά νομίζω πως έγινα κι εγώ πια εγωίστρια. Δεν έχω χρόνο και αποθέματα ψυχής για να λυπάμαι κάποιον, ούτε για να του αλλάξω μυαλά και ήθος. Εδώ που συναντήθηκαν οι ζωές μας, νομίζω πως ο χρόνος δε μου φτάνει για να ξοδεύομαι με ανθρώπους «λίγους» ή λύκους, με ανθρώπους-λυκανθρώπους, που νομίζουν ότι είναι πάντα πιο άξιοι από τους πολλούς, που θαρρούν πως έχουν το δικαίωμα να κρίνουν τους πάντες καχύποπτα και να αμφισβητούν τη διαδρομή τους σαν να οι ίδιοι έχουν κάτι καλύτερο κάνει στη δική τους ζωή με το αλάθητο του Πάπα σφραγίδα. «Προσωπικότητες» με κακεντρέχειες για τον άλλον και επικρίσεις ότι στη ζωή του δεν έκανε τίποτε σωστά, δηλητηριώδη και πικρόχολα σχόλια, κριτικές, θαψίματα.
Και πάμε από την αρχή: Αυτό το «χάρισμα», τη διπλή κορώνα ή αλλιώς διπροσωπία, που δεν έχουν τα νομίσματα αλλά έχει ο άνθρωπος ή ευτυχώς μερικοί άνθρωποι ή απ-άνθρωποι (?) με φοβίζει. Τους ακούω και τρομάζω που μπορούν να φέρουν τέτοιο βαρύ φορτίο. Δύο πρόσωπα ταυτόχρονα σαν το θεό Ιανό. Και απορώ πώς μπορούν την ίδια στιγμή να ειρωνεύονται κάποιον, να τον αμφισβητούν και κατόπιν να τον κολακεύουν.
Άνθρωποι με διπλό πρόσωπο, μα με καρδιά μισή ή μικρή και ανάπηρη ψυχή, για να ισορροπήσουν. Γιατί αν φέρουν κάτι διπλό παρά φύσιν, φέρουν κάτι άλλο μισό, για να μη γείρει το βαρύ φορτίο από τη μία.
 Άνθρωποι, καιροσκόποι, τυχοδιώκτες, της ευκαιρίας. Την πιάνουν απ’ τα μαλλιά κι αυτήν κι εσένα μαζί, αν χρειαστεί. Αδίστακτοι. Σου παριστάνουν τον φίλο και κυρίως τον κάποιο. Όλοι, λέει, είναι κάποιοι. Είναι τέτοιοι. Είναι δήθεν. Δηλώνουν κιόλας ευθαρσώς πως μας πέφτουν πολύ! Για δες αυτοπεποίθηση! Ή θράσος?
Αυτοί οι άνθρωποι ένα πράγμα πρέπει να φοβούνται: Να μη δαγκώσουν τη γλώσσα τους, γιατί με το δηλητήριο που τρέχει σ’ αυτήν θα πεθάνουν αφ’ εαυτών. 

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

@ όπως λένε χ@-σμ@ (γενεών) και e- όπως λένε e-λιθιότης!


       Η μαμά μου φωνάζει επί μονίμου βάσεως τη γιαγιά μου, γιατί η τελευταία δεν ξέρει πώς να χρησιμοποιεί το τηλέφωνο. Λογικό! Η γιαγιά, όταν γεννήθηκε, δεν υπήρχε τηλέφωνο. Εγώ φωνάζω επί μονίμου βάσεως τη μαμά μου, γιατί δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει το διαδίκτυο. Λογικό! Η μαμά, όταν γεννήθηκε, δεν υπήρχε διαδίκτυο!  Εδώ δεν υπήρχε όταν γεννήθηκα εγώ! Και εν πάση περιπτώσει οποία απαίτησις από έναν άνθρωπο που λαχανιασμένος και ασθμαίνοντας τρέχει να προλάβει μία τεχνολογία-δρομέα με ταχύτητα sprinter! Μισή ώρα να υπαγορεύω στη μάνα μου τι? το e-mail μου και να της εξηγώ πως όταν λέμε @, κοινώς “παπάκι”, στην ηλεκτρονική διεύθυνση, δεν εννοούμε αυτό που πάει στην ποταμιά, ούτε εκείνο που βάζουμε στην μπανιέρα, όταν παίρνουμε το μπάνιο μας, αλλά το σύμβολο–δείκτη που υποδηλώνει όχι το ταχυδρομείο των ΕΛΤΑ αλλά του κυβερνοχώρου.
Θα μπορούσα να διηγούμαι ώρες και να καταγράφω εκατοντάδες δείκτες χάσματος γενεών σε θέματα τεχνολογίας, ωστόσο θαρρώ πως θα ήταν ανεξάντλητα, χωρίς σταματημό και ως εκ τούτου δίχως νόημα. Ωραία γελάω κι εσείς κι εγώ με τη μαμά να μην ξέρει το παπάκι, η μαμά με τη γιαγιά να μην ξέρει πώς να πάρει τηλέφωνο, η γιαγιά μου με την προγιαγιά μου να μην ξέρει πώς να ανοίξει την τηλεόραση αλλά αντιστρόφως με φαντάζομαι μπροστά σε ένα γιο χάκερ να σπάει κωδικούς υπολογιστών στο «πι και φι» και σε έναν εγγονό ακόμα πιο χάκερ να πραγματώνει μία πραγματικότητα που για μένα προς το παρόν φαντάζει απλά απραγματοποίητη! Ένα χ@σμ@ που χ@σκει χ@οτικά πάνω από γενεές δεκατέσσερις κι όλοι   Σ@ν χ@νοι να προσπαθούμε να το μειώσουμε. Πλάνη!  
Υπολογιστές, σκληροί, μαλακοί δίσκοι, usb, i-pad, i-pod, i-phone i- και άι και...-θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου- διότι όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν. Αλλάζουν τα επιτεύγματα της τεχνολογίας αλλά όχι η τεχνολογία ως οντότης. Αυτή μένει μεταλλάσσοντας απλά τις επαναστάσεις της. Από τον homo faber  στην βιομηχανική επανάσταση, για να ακολουθήσει η ηλεκτρονική επανάσταση με θύτες, θύματα, τροπές, ανατροπές και αναπόφευκτες ντροπές για όσους μένουν πίσω.
Και δεν μας έφταναν οι οργανικά ή οι λειτουργικά αναλφάβητοι προστέθηκαν και οι ηλεκτρονικά. Δε συνεννοείσαι με αυτόν που δεν ξέρει να γράφει το όνομά του, δε συνεννοείσαι με αυτόν που δεν μπορεί να παρακολουθήσει τις κάθε είδους εξελίξεις, δε συνεννοείσαι  ούτε με αυτόν που κουβαλάει μία e-λιθιότητα! Διότι πρόκειται περί e-λιθιότητος και μάλιστα μεγάλης. Να εξηγείς και να ξαναεξηγείς και ο άλλος να σε κοιτάει σαν χ@νος! Το λες όμως? Δεν το λες! Γιατί αν εγώ το πω στη γιαγιά μου, θα μου απαντήσει πως η γενιά της μπορεί να είναι @χρηστη η δική μου όμως είναι πιο άχρηστη που δεν ξέρει να φτιάχνει μια πίτα και μόνο ετοιματζίδικες  πίτσες ξέρει να αγοράζει από έξω. Και θα ‘χει  και δίκιο. Θα λέει πως η γενιά μου είναι αχαΐρευτη, γιατί δεν μπορεί να διαχειριστεί την κρίση, γιατί δεν μπορεί να ζήσει με τα λίγα, γιατί δεν έμαθε να σέβεται το χειροποίητο, γιατί δεν ξέρει να φτιάχνει κάτι μόνη με τα χέρια της, γιατί είναι σπάταλη και άτσαλη, γιατί μόνο ξοδεύει και δε συμμαζεύει, γιατί μόνο πετάει αλλά δε νογάει, γιατί δε σκέπτεται, δε νοιάζεται, δε σέβεται, γιατί ακυρώνει εύκολα, καταδικάζει ευκολότερα και μετανιώνει πολύ πολύ αργότερα. Και θα αρχίσει να αντιπαρατάσσει καταλόγους ηλιθιότητας έναντι στους δικούς μου καταλόγους e-λιθιότητας, γιατί εγώ περιστρέφω τον κόσμο γύρω από την τεχνολογία και εκείνη γύρω από τη ζωή που δεν έχει μόνο τεχνολογία αλλά και τέχνη: τέχνη είναι η πίτα της, τέχνη τα σεμεδάκια της, τέχνη οι μπλούζες που πλέκει, τέχνη ο λαχανόκηπος στην αυλή, τέχνη ο κήπος με τα λουλούδια της, τέχνη το πεντανόστιμο φαγητό της, τέχνη η γιαγιά με τη σοφία της και κάτσε εσύ κατέβαζε από βιβλιοθήκες τι είπε ο Πλάτων κι ο Επίκουρος φιλοσοφώντας!
Τώρα θυμήθηκα τι μας έλεγαν στο σχολείο στο μάθημα της έκθεσης: ένα κοσκινάκι είναι η παράδοση. Κοσκινίζεις τα γεγονότα, τις καταστάσεις, τα ήθη και τα έθιμα, τις συνήθειες, τον τρόπο ζωής. Ό,τι περάσει από μέσα του, διαιωνίζεται και μένει, ό,τι σκαλώσει στις τρυπίτσες του, πάει...προορίζεται για το μουσείο. Και οι σπιτικές οι πίτες της γιαγιάς δεν πήγαν ακόμη στο μουσείο, ούτε ο λαχανόκηπός της, ούτε τα μυστικά της, ούτε η σοφία της...αυτή δε θα πάει ποτέ. Θα υπάρχει και θα αιωρείται σαν τιμωρός στην ατμόσφαιρα για να σου θυμίζει πως το χάσμα μειώνεται με τη γενιά της καθώς μεγαλώνεις αλλά αυξάνει με την επόμενη γενιά που ξιπασμένη κι εκείνη θα σου κοτσάρει επιδεικτικά στη μούρη τις γνώσεις της για τα νέα επιτεύγματα της τεχνολογίας!!Α ρε πλάνη! Γνώσεις? Ποιες γνώσεις? Χειρισμούς ήθελα να πω. 
Διότι άλλο να χειρίζεσαι την τεχνολογία και άλλο να γνωρίζεις την τέχνη της πίτας!

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Σαρακοστιανός (Σουρ)ρεαλισμός!


Στο μεταξύ ο Χριστός περιφερότανε όλη την ώρα από τραπέζι σε τραπέζι μέχρι να αποφασιστεί πού θα κάτσει! Μία ανέβαινε στο τραπέζι και μια καθότανε στο πάτωμα! Μία πάνω σε γαϊδουράκι οδεύοντας για Αίγυπτο και μια στατικός και θερμαινόμενος από τα χνώτα των ζώων μέσα στο παχνί της Βηθλεέμ. Πάντως, και άπιστος να ‘σαι, εν τέλει πείθεσαι πως είναι πανταχού παρών και τα πάντα φορών: σπάργανα σε μπεζ, σε μπορντό, σε χρυσαφί, σε λευκό. Ο δε Άγιος Βασίλειος-Santa Claus-Père Noël, άλλοτε αδυνατισμένος (σπάνια) και άλλοτε λιγότερο ή περισσότερο παχύσαρκος, με σάκο γεμάτο ή μισοαδειασμένο, μια καθότανε μπροστά στο τζάκι και μια με το ένα πόδι μέσα στην καμινάδα και το άλλο πάνω στα κεραμίδια, προσπαθούσε να εισέλθει ανορθόδοξα στην εστία. Επίσης τον συναντούσες ή πάνω σε έλκηθρο κατά μόνας ή καμιά φορά με μια γιαγιούλα, που του έμοιαζε, αγκαζέ (η γυναίκα του θα ‘ναι, λένε τα ζευγάρια μετά από λίγα χρόνια μοιάζουν και φυσιογνωμικά μεταξύ τους), ή κατευθυνόμενο προς ένα χιονισμένο αγροτόσπιτο πεζή και κλείνοντάς σου το μάτι ροδαλός-ροδαλός  μέσα σε ασορτί με τα κόκκινα μάγουλά του ρούχα.   
Τα αγγελουδάκια πάλι σταματημό δεν είχανε. Πόσους αγγέλους μπορεί να αντέξει η γη? Η κάθοδος των μυρίων (αγγέλων) με λευκά γιακαδάκια και μπορντό φορεματάκια, με άσπρα ρουχαλάκια και ξανθά μαλλάκια, με ραβδάκια στα χέρια ή βιβλιαράκια και άγγελοι κεχηνότες ψάλλουν ευλαβικά.  
Και μπερδεύτηκαν μεταξύ τους όλα ξαφνικά: διαπίστωσα ότι είχαν πέσει αστέρια στη γη και πως τα έλατα από τις βουνοκορφές υλοτομήθηκαν, κατέβηκαν οι τάρανδοι στα πεδινά αντί να πάρουν τα βουνά. Οι καμπάνες χωρίς καμπαναριά και τα τύμπανα δίχως τυμπανιστές ανακατεύτηκαν ανάμεσα σε τρενάκια, ελαφάκια και ψημένα πέτρινα κουλουράκια.  
Τρενάκια? Περνάει το τρένο από το σαλόνι μου? Πέσανε αστέρια στην κουζίνα μου? Καταδέχθηκαν οι άγγελοι να περάσουν το κατώφλι του σπιτιού μου? Τζάκι δεν έχω σίγουρα. Από ποια καμινάδα εισήλθε ο χοντρός Άγιος Βασίλειος, όλοι αυτοί Άγιοι Βασίληδες και οι Χριστούληδες? Πόσοι ήταν άραγε?  Αρπάζω έναν άγγελο από το φτερό και τον τοποθετώ κάτω από το παράθυρο να δείχνει ότι ψάλλει γύρω από το θείο Βρέφος που μόλις εγεννήθη. Συμβολικά. Κι ενώ η ιστορία κατατάσσει σε διαφορετικό χωροχρόνο ορισμένες προσωπικότητες, οι γωνιές του σπιτιού τις συμφιλιώνουν και κάνουν το Χριστό με τον Άγιο Βασίλειο ομοτράπεζους, αντάμα ο ένας με τον άλλον και μάλιστα περικυκλωμένους από τυμπανιστές, χιονισμένα κλαδιά, χρυσίζουσες μπάλες, φύλλα από έλατα και γκι τυλιγμένα σε καμπανάκια.
Ναι. Εγώ φταίω για όλον αυτόν τον χαμό. Το ομολογώ ευθαρσώς! Είμαι υπαίτια, κύριος αυτουργός για όλη αυτήν την αναστάτωση που προκάλεσα στο σύμπαν.  Που κατέβασα τον ουρανό στη γη και ανακατέταξα χώρους, ανέμειξα χρόνους, μπέρδεψα τη χλωρίδα του βορρά με την πανίδα του Ισημερινού, που έβαλα αντίκρυ στην καμήλα της Αιγύπτου τον Σκανδιναβό τάρανδο να πίνουν παγωμένο νερό από τη λίμνη, όπου κάνουν πατινάζ χαρούμενα μικρά παιδάκια με σκουφάκια και μυτούλες κόκκινες, και παραδίπλα ένα τζάκι αναμμένο με φωτιά που δεν μπορεί να λιώσει τα χιόνια που πέσανε πλάι του από το χιονισμένο έλατο που αιωρείται πάνω του...
Θα με ζήλευε κι ο Θεός ο ίδιος. Θα ζήλευε το πάντρεμα Βορείου και Νοτίου ημισφαιρίου, θα ζήλευε την εύλογη αυτή απουσία της γραμμικότητας στο χρόνο, θα ζήλευε τον ιμπεριαλισμό της Δύσης. Θα ζήλευε τη βιομηχανία της που κατάφερε να ξεπεράσει το παράλογο, να κατασκευάσει τη συμφιλίωση του ετεροχρονισμένου με τον τρέχοντα χρόνο, να συνταιριάξει πρόσωπα και καταστάσεις, να προσγειώσει τα θεία και μεταφυσικά και να απογειώσει την κατανάλωση στα ύψη γύρω από ένα θέμα που όσο η επιστήμη εξελίσσεται, τόσο αυτό αμφισβητείται και η Βίβλος θεωρείται πια ένα ωραίο, ευκολονόητο για τα πρώτα μας χρόνια παραμύθι. Αλλά μέχρις εκεί. Παραμύθι. Ποια γέννηση? Ποιος Μεσσίας? Ποιος Χριστός? Ποιος Θεός? Ποια ανώτερη δύναμη? Ποια Χριστούγεννα? Ποια εκκλησία?
Ο Χριστός γεννάται μέσα σου. Αν υπάρχει. Μα θα στολίσουμε δέντρο και θα το γιορτάσουμε, ακόμη κι αν δεν υπάρχει ή δεν πιστεύουμε πως υπάρχει, επειδή η Δύση κατόρθωσε με τον τρόπο της να το επιβάλλει και επειδή οι γιορτές είναι ευκαιρία να ανταμώνουμε και να χαίρονται τα παιδιά. Κατά τα άλλα, αν γεννήθηκε ο Μεσσίας ή όχι, αν είναι κατασκευή μιας μεγάλης συνομωσίας (εκκλησιαστικής) και ανακατασκευή μια μεγαλύτερης (διαφημιστικής), δε δείχνει να νοιάζει και πολύ!

Τρίτη, 15 Νοέμβρη
 Αγαπημένο μου ημερολόγιο, στόλισμα τέλος. Αρχή της Σαρακοστής. Εγώ και οι μαγαζάτορες. Είμαι υπερβολική?! Εκείνοι έχουν τους λόγους τους και βιάζονται. Όχι όπως κάποτε βέβαια που το παραξήλωναν και φιγούραραν στις βιτρίνες οι Αϊ-Βασίληδες δίπλα στα ψαροντούφεκα και τα μαγιό (θα μου πεις αυστραλιακή version, αλλά εδώ είναι ακόμα Ελλάδα, άσχετα αν η μισή σε λίγο θα φύγει και θα πάει κατά ‘κει), αλλά οι άνθρωποι πρέπει να πουλήσουν.  Εγώ τι λόγους έχω? Ε θα ‘χω κι εγώ τους δικούς μου που το ‘κανα φέτος τόσο νωρίς άμα τη ενάρξει της Σαρακοστής! Σαρακοστή ε? Γι’ αυτό μόλις ξύπνησα ήπια γάλα και μαγείρεψα κρέας για το μεσημέρι, μετά πέρασα από το ταχυδρομείο να πληρώσω τη συνδρομή μου στην Action Aid για το παιδάκι που υιοθέτησα, σταμάτησα όμως και στα Jumbo να αγοράσω τα τελευταία στολίδια για το σαλόνι μου. Πιθανώς το παιδάκι που υιοθέτησα να κατασκεύασε και τα παιχνιδάκια που αγόρασα. Αμάν καημός! Τι με νοιάζει? Εγώ μια φορά τη συνείδησή μου την έχω ήσυχη! Και στο μεταξύ έβρισα και το γείτονα που για άλλη μια φορά αρνήθηκε να πληρώσει τα κοινόχρηστα. Στην εκκλησία βέέέβαια. Θα πάω. Παντρεύεται μια φίλη μου την άλλη Πέμπτη.
Άνθρωπος της Δύσης γαρ, ζω κι εγώ τα Χριστούγεννα όπως όλοι (ή μάλλον οι περισσότεροι)

Καλή Σαρακοστή


Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Συζητώντας για «τρίχες»


[Όχι ότι πηγαίνει με μεγάλη προθυμία πάντοτε και είναι από τις φανατικές του είδους! Αλλά να! Την επηρεάζουν κάτι προπαγάνδες που θέλουν να μην ξεχνάει τη «ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ» της φύση και οφείλει συν τοις άλλοις να είναι και περιποιημένη, γυναίκα που λένε με τα Όλα και με τα Ούλα της, αν θέλει να σέβεται τον εαυτό της! Καλώς! Πειράζει όμως που για άλλη μια φορά δε θα ‘ναι στο ραντεβού της συνεπής? Να βάλει το φαΐ στη φωτιά να σιγοβράζει, το πλυντήριο να σβουρίζει, τη σκούπα να ρουφάει, τα πιάτα να πλένονται, τα παιδιά να ντύνονται, τον άντρα της να τρώει και τα ψώνια σε μια λίστα κι έρχεται! Δεν αργεί...Έφτασε! Ώπα! Το ρεζερβουάρ είναι άδειο. Δυο λεπτά να γεμίσει και θα είναι εκεί. Σταματάει με αλάρμ στον ψαρά να της κρατήσει τα ψάρια τώρα που είναι πρωί και θα ‘ναι φρέσκα. Στο μανάβη να πάρει σπανάκια για πίτα, στο φούρνο ένα ψωμάκι ζεστό. Έρχεται σου λέω! Φτουουου! Δε βρίσκει πάρκιγκ!]
 «Μα τι κάνουν όλοι αυτοί τέτοια ώρα έξω?»
[...ό,τι κι εσύ!]
«Καλημέρα σας! Άργησα λιγουλάκι αλλά...»
«Δικαιολογίες! Όλο τα ίδια λέτε. Τι θα σας κάνουμε σήμερα κ. Κοκοβίκου?»
 «ΑΝΘΡΩΠΟ! Ή τουλάχιστον ανθρωποειδές! Κόψιμο, βάψιμο, φορμάρισμα, γενικά...σουλούπωμα»
«Πολύ καλά, καθίστε και ξεκινάμε. Ένα περιοδικό?»
«Ναι αμέ! Είναι η μόνη ευκαιρία στη ζωή μου να διαβάσω βλακείες»
[Και ξεκινάει η διαδικασία. Η κομμώτρια κόβει, χτενίζει, βάφει, στεγνώνει. Η κυρία Κοκοβίκου ξεφυλλίζει τα tabloids...και οι απορίες ξεπετιούνται σαν τις φυσαλίδες στο νερό που βράζει...Όλοι αυτοί σε αυτές τις στήλες είναι «επώνυμοι»? Κι αυτή τι είναι? Ανώνυμη? Γκοτζάμ Κοκοβίκου! Τι τη νοιάζουν τα πάρτι τους? Και πώς γίνεται όλοι αυτοί να είναι φίλοι και να τρέχουν από το ένα πάρτι στο άλλο? Και είναι όλες οι κυρίες καλοχτενισμένες, βαμμένες, βλαμμένες αλλά βαμμένες! Και τα καλοπροαίρετα σχόλια, τα γραμμένα με θαυμασμό προς το πρόσωπό τους για το καλοβαμμένο, το καλομακιγιαρισμένο, το φτιασιδωμένο, το καλοσουλουπωμένο... Σώμα! Το ιδανικό του αιώνα. Το σώμα που γεννάει αλλά επανέρχεται στο μέγεθος extra small εντός σαράντα ημερών για να πάρει τα εύσημα του ρεπόρτερ της στήλης. Μα δε θα ασχοληθεί κανείς με τη ΜΑΝΑ? Εξιδανικεύουν μόνο το ΜΑΝΟΥΛΙ? Μια στήλη για τη μάνα που θηλάζει? Για τη μάνα Μαίρη Παναγιωταρά? Που γεννάει, θηλάζει, σιδερώνει, δουλεύει και μαγειρεύει ταυτόχρονα? Λάθος περιοδικό διάλεξε. Μπα! Λάθος εποχή! Το θηλυκό δίνει προτεραιότητα στη «γυναίκα» που ορίζεται ως ναός ομορφιάς. Ακατοίκητος μεν, αλλά ναός! Άδειος, κενός, αλλά ναός. Τα κάστρα τα βενετσιάνικα, τα απόρθητα μας τελείωσαν.]
«Καλημέρα σας κορίτσια!»
«Καλημέρα κυρία Τούλα μας! Πρωί-πρωί σήμερα»
«Συγνώμη κορίτσια, αλλά δεν περνούσε η ώρα και δεν είχα τι να κάνω, κι είπα να έρθω λίγο νωρίτερα. Στο σπίτι μια μοναξιά»
[...Μια μοναξιά? Και το κομμωτήριο ένα λιμάνι για παρεΐστικη συντροφιά, για κουτσομπολιό, για ανθρώπινη επαφή? Κάτω από κάσκες, τυλιγμένη με αλουμινόχαρτα, σε ήχους σεσουάρ και μυρωδιές λακ ή χημικών βαφών... το κομμωτήριο θα αγκαλιάσει απαξάπασες: γυναίκες νοικοκυρές ή ανοικοκύρευτες, που τρέχουν να προλάβουν το χρόνο ή που προσπαθούν να τον σκοτώσουν, που βρίσκουν μια ευκαιρία για χαλάρωση ή που ακόμη κι αυτό το κάνουν αγχωτικά, από υποχρέωση. Το κομμωτήριο είναι υποχρέωση ή το μεγάλο δικαίωμα, γιατί είσαι «γυναίκα» και σου το υπενθυμίζει με τον καλύτερο τρόπο.  
Και οι κομμώτριες? Έχουν κι αυτές το ρόλο τους. Ο κυριότερος είναι αυτός της ψυχοθεραπεύτριας. Θα σε λούσουν κάνοντάς σου ταυτόχρονα ένα μασάζ, θα σου κεράσουν καφέ, θα είναι εκεί να ακούσουν όλα όσα θα ήθελες να πεις σε κάποιον και να σε ακούσει. Είδος υπό εξαφάνιση κι αυτοί οι ακροατές σήμερα. Μόνο ομιλητές έχουμε. Θα μιλήσεις για το φαΐ που μαγείρεψες, θα πεις για το φαγητό που έκαψες χθες, θα ανταλλάξετε μια συνταγή για πετυχημένο ρολό στη γάστρα και θα φροντίσει να σε ταξιδέψει σε βραδιές-gala μέσα από τις σελίδες περιοδικών που πουλάνε προτεραιότητες σε φιλίες των πάρτι, σε αλλεπάλληλες ερωτικές σχέσεις για το αυτό πρόσωπο, σε εικόνες της σύγχρονης γυναίκας διάφορες, άλλοτε αδιάφορες, κυρίως «αδιάφθορες», καλομακιγιαρισμένες και πλαστικώς χειρουργημένες γαρ, μα σίγουρα διαφορετικές από αυτήν που ξέρεις εσύ, η κοινή θνητή γυναικούλα που στρίμωξες το κομμωτήριο μετά βίας ανάμεσα στο μαγείρεμα και στο «πρέπει να θυμάμαι ότι είμαι ρομπότ αλλά γένους θηλυκού».]
«Θα τα χτενίσουμε?»
«Όχι! Ένα απλό στέγνωμα μόνο. Δεν προλαβαίνω!»

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Τι τάξη πας? Πρώτη!

-Τι τάξη πας?
-Πρώτη!
-Είσαι μεγάλος για πρώτη τάξη
-Υπάρχουν πολλές πρώτες: δημοτικού, γυμνασίου, λυκείου, πανεπιστημίου, μεταπτυχιακού, διδακτορικού, post-doc, δίπλωμα οδήγησης, lower, proficiency, certificate, Sorbonne, για να γίνεις μάνα, για να ασκήσεις το επάγγελμά σου, γενικώς και ειδικώς για να δώσεις εξετάσεις, εξετάσεις, εξετάσεις!
-Ε και? με τόσες επαναλήψεις που επισύρει η «κάθε» πρώτη τάξη, όποια και να ‘ναι, δεν έμαθες ακόμη?
-Να μάθω τι? Να μην αγχώνομαι? Να κάνω τι? Να το παίξω άνετος? Να συμπεριφερθώ πως? Σαν να τα ξέρω όλα? Κάθε φορά είναι μία πρώτη φορά, όσες φορές, πολλές φορές, όλες τις φορές... και όλες έχουν έναν κοινό παρονομαστή, «την ψυχολογία του πρωτακίου», ήτοι να αισθάνεσαι πεταμένος σε έναν ωκεανό. Σaν να σε πέταξε κάποιος για να σου μάθει κολύμπι. Και δεν προτίμησε καν μια πισίνα αλλά ένα απέραντο γαλάζιο, ανάμεσα σε φαντεζί κοραλλιοειδή μιας νέας γνώσης και σε σαρκοφάγους καρχαρίες, ειδήμονες των όσων αγνοείς αλλά σκοπεύεις να μάθεις. Είσαι αστείος, γιατί η αμηχανία σου σε προδίδει και ξεχνάς πως έχεις πόδια και χέρια που πρέπει να μάθεις να κουνάς. Νομίζεις πως κολυμπούν μόνο τα ψάρια, και απαιτείς από τον εαυτό σου να βγάλεις αμέσως λέπια για να γλιστράς και να ξεφεύγεις από τις δυσκολίες που πρωτοσυναντάς. Δέχεσαι παρατηρήσεις, εύλογες, φυσιολογικές, αναπόφευκτες, αλλά εσύ τις παίρνεις τοις μετρητοίς. Κάνεις λάθος και ντρέπεσαι. Νομίζεις πως δεν αξίζεις την ακαδημαϊκή πορεία που φέρει στην πλάτη του το ιστορικό σου.  
        Βουτάς στα βαθιά και άπατα νερά ενός ωκεανού ανεξερεύνητου. Απαιτείς από τις ικανότητές σου να καρδαμώσουν στο λεπτό. Δε δικαιούνται να είναι ανήλικες και άμαθες. Θες να τις πνίξεις μέσα σε πελάγη αισιοδοξίας, μα η ξέρα της απόγνωσης κλέβει την πολυτέλεια του νερού και προκαλεί λειψυδρία! Διψάς? Κάνε υπομονή. Πρέπει να αναμείνεις τον πολυκαιρισμό της εμπειρίας. Η αντίκα και τα κρασιά θέλουν το χρόνο τους να ωριμάσουν και να αποκτήσουν αξία. Κλεισμένα σε σκοτάδια απόρθητα. Έχουν μια χαραμάδα μόνο από κανα σπασμένο πορτοπαραθυρόφυλλο απ’ όπου μπαίνει μια αχτίδα φως και φωτίζει την αράχνη της προσπάθειας, αυτήν τη γνήσια υφάντρα της υπομονής, την εργάτρια απ’ τις λίγες κι ας μη της δίνει κανένας σημασία. Έτσι αποκτιέται η γνώση. Με υπομονή, μες σε σκοτάδια βαθιά και κίνδυνο να σου χαλάσουν τον ιστό, κι ας πάσχιζες χρόνια.
Κι ο δάσκαλος σού μιλάει, εσύ τον κοιτάς στα μάτια και τα χείλη του, μη τυχόν και ξεστομίσει καμιά παρατήρηση για κάτι που δεν πρόσεξες. Έχεις την αίσθηση πως έχει πάντα δίκιο. Τον δικαιολογείς ό,τι και να σου πει. Κι αν κάνει λάθος εκείνος? Αν η επιμονή του στη διόρθωση μιας χρόνιας προσπάθειάς σου, ενός καταδικού σου κεκτημένου, θέλει να δηλώσει απλά την εξουσία ΤΟΥ?
«Σβήσε το συννεφάκι πρωτάκι», λες μέσα σου. «Όλο βλακείες σκέφτεσαι, για να δικαιολογήσεις την αδικαιολόγητη χαζομάρα σου. Ο δάσκαλος ξέρει. Και θέλει το καλό σου. Και αν καμιά φορά σου πει και μια κουβέντα παραπάνω, μην τον παρεξηγείς. Είναι πατέρας σου. Όχι σαν τον βιολογικό σου πατέρα. Αλλά πατέρας. Πνευματικός, αλλά πατέρας. Θα του χρωστάς το «ευ ζην». Και όταν μεγαλώσεις και δεν θα πας πια πρώτη, όταν τον ξεπεράσεις (αν ποτέ!), τότε θα ρίξεις μια ματιά πίσω σου και θα δεις ότι ο δρόμος που διένυσες ήταν αναπόφευκτα ανηφορικός. Έπρεπε μεν να τον διαβείς αλλά ανεβαίνοντας, σχεδόν αναρριχώμενος, μέσα από βράχια δύσβατα, κρημνώδη και κοφτερά. Γιατί ο δάσκαλος σου έμαθε πως κάθε αρχή και δύσκολη και πως δεν πρέπει να επαφίεσαι στο «καλά» αλλά να έχεις πάντα στο νου σου πως «ο εχθρός του καλού δεν είναι το κακό, αλλά το καλύτερο».