Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Ένα Υποκειμενικό Αντι-κείμενο

Τα Υπο-κείμενα είναι:
Λέξεις, έξεις, σκέψεις
που
ξεστομίζονται, χαράσσονται, τυπώνονται.
Από
το στόμα μου, το μυαλό μου, την ορμή μου
στην
ψυχή μου, την καρδιά μου, στο χαρτί μου.
Κάθε
μέρα, κάθε στιγμή, κάθε ώρα.
Στη
δουλειά, στο σπίτι, στην ενδιάμεση διαδρομή.
Μόνη, με άλλον, με άλλους.
Φίλους, γνωστούς και αγνώστους.
Για να
εκφράσω, να πληροφορήσω, να επικοινωνήσω.
Ακόμη και
κουρασμένη, ζαλισμένη, αφηρημένη.
Επειδή
ελευθερώνομαι, εκστασιάζομαι, ενθουσιάζομαι.
Με
ανθρώπους, καταστάσεις, γεγονότα.
Που
γίνανε, γίνονται, μπορεί να γίνουν.
------------------------------
Άλλα Υπο-κείμενα είναι:
Υποψήφιες καταστάσεις,
 δυνάμει συμβάντα,
προσχεδιασμένα μελλούμενα,
που
κατέκτησαν κάποιες γραμμές στην ιστορία,
βρίσκονται σε τροχιά μονόδρομης πορείας,
εγκλωβίζονται σε κασσάνδρειες  προβλέψεις.
Και
γεννάνε
σκέψεις,
γίνανε
θέσεις,
γνωρίσανε
κρίσεις,
κριτικές, αντιθέσεις.
Λέξεις! Σκέψεις! Γνώσεις!
...και Άγνοιες!
Αγνές και επικίνδυνες!
----------------------

Υπο-κείμενο το Εγώ:
Τρυπώνω σε ματωμένες καρδιές που ζητάν στοργή.
Υποκλέπτω ψιθυριστές ματιές που πετάν οργή.
Καταλαβαίνω σπασμωδικές κινήσεις χωρίς επιλογή.
Γελάω, κλαίω, θυμώνω, ηρεμώ και πάλι από την αρχή.

Περιστρέφονται σαν αέναοι δορυφόροι γύρω απ’ τη φαιά μου ουσία
ιδέες,
μου πήραν την ενέργεια
οι ιδέες
και γίναν Υπο-κείμενο..
και...
----------------------------
σαν σίφουνες στροβιλίζουν,
αεικίνητες πιρουέτες μπαλαρίνας,
χορεύουν; σαρώνουν; εκπέμπουν;
Τα πάντα!
Οι ιδέες δεν είναι πάντα φωτεινές.
Κάνουν τις σκέψεις σκοτεινές.
Καταστρέφουν ζωές, οικογένειες, γενιές.
Ζαλίζουν ηρεμίες,
 ταράσσουν γαλήνια νερά,
σείουν επαναπαυμένα βολέματα.
Οι ιδέες γυρίζουν σαν να ‘ναι πάνω σε φτερό ανεμόμυλου,
μπερδεύονται με τις σκέψεις, τις κρίσεις και τις λέξεις.
Ξεστομίζονται, πέφτουν πάνω σε τοίχο!
Άλλοτε τον τρυπούν και βγαίνουν απ’ απέναντι
κι άλλοτε πέφτουν κάτω.

Ποιος να μαζέψει τις σκέψεις μου απ’ το πάτωμα;
Και να τις κάνει τι;
Δεν πουλάνε πια οι σκέψεις ούτε οι ιδέες, ούτε οι λέξεις!
Απλά κουράζουν.
Έχουν δυαδική φύση,
δημιουργούν προβλήματα αλλά δίνουν και λύσεις
σε ταξιδεύουν μακριά αλλά και προσγειώνουν συνειδήσεις,
χτίζουν ελπίδες  αλλά γκρεμίζουν και όνειρα,
νοσταλγούν πατρίδες αλλά και ξενιτεύονται,
εμπνέονται οδύσσειες και πολεμούν για πουκάμισα αδειανά,
έχουν αίσθηση, κάποτε συναίσθηση,
αλλά έχουν και αισθήσεις, και ψευδαισθήσεις, και παραισθήσεις.
Ανεβάζουν τον πήχη στις βλέψεις μου,
γκρεμοτσακίζουν τους στόχους μου απ’ τα βράχια,
αγκαλιάζουν τη μοναξιά μου
παρηγορούν τις απογοητεύσεις μου.


Οφού!!!!
 «Σταμάτα πια να σκέφτεσαι!» φωνάζουν όλοι!!!
Μα γιατί; Είναι κακούργημα;
«Είναι!
Όταν οι σκέψεις εποφθαλμιούν την ηρεμία στο στομάχι σου...
Όταν διεκδικούν την ηρεμία από τα νεύρα σου...
Όταν αποσπούν τον ύπνο από τα βράδια σου.»

Σταματώ να σκέφτομαι.
Πότε?
Όταν πέφτω για ύπνο και ονειρεύομαι.

Τελευταία όμως κοιμάμαι όρθια!

-Είναι που βιάζομαι να κάνω όνειρα που μου επιτρέπουν μονάχα τα σεντόνια.
-Είναι η κούραση, ηλίθια, και η πραγματικότητα που σου
 απαγορεύουν (κι όχι υπαγορεύουν)
 να ζήσεις ωραία χρόνια.

Πάνε αυτά. Περάσανε.


Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Η αθωότης στο σκαμνί!


ΥΠΟΘΕΣΗ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟΝ 1:

-ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ονομάζεστε?
-ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: Αναμνήσεις μιας παιδικής αθωότητας.
-ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ξέρετε, σας βαρύνουν κατηγορίες ότι παρεισφρέετε μονίμως σε μυαλά ενηλίκων, εμποδίζοντάς τους να απολαύσουν την τωρινή τους κατάσταση. Τι έχετε να πείτε γι’ αυτό?
-ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: Οι αναμνήσεις, όταν είναι αθώες προκαλούν γλυκιές μελαγχολίες!
-ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ναι, αλλά λειτουργούν ανασταλτικά στις παρούσες απολαύσεις.
-ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: Λειτουργούν ανασταλτικά μοναχά, όταν το παρόν δε έχει να σου δώσει αντίστοιχα πράγματα
-ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Τι διαφορετικό είχε η εποχή σου τότε δηλαδή?
-ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: Τίποτε περισσότερο από ελλείψεις. Απλές ελλείψεις προϊόντων του δυτικού κόσμου.
-ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Όπως και σήμερα δηλαδή. Τότε, όμως, γιατί η έλλειψη εκείνη ήτανε θελκτικότερη?
-ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: Γιατί ως έλλειψη ορίζεται κάτι που υπάρχει, γνωρίζεις την ύπαρξη του, αλλά δεν το έχεις πια. Οι τότε «ελλείψεις» χαρακτηρίζονται ως τέτοιες μόνο σε σχέση με το σήμερα. Τότε, δεν υπήρχε κάτι άλλο για μας προκαλεί μελαγχολία η στέρησή του. Με άλλα λόγια δε μιλούσαμε για ελλείψεις ή τουλάχιστον ζούσαμε με εναλλακτικές
- ΔΙΚΑΣΤΗΣ: όπως?
-ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: όπως  το να στερηθείς τη μερέντα δεν ήτανε και τόσο φοβερό. Η μαμά κάποιες φορές έφτιαχνε εκείνη τη δική της μερέντα, που δεν είχε καμία σχέση με τη μερέντα Παυλίδη και ήτανε φουλ βιτάμ, κακάο ΙΟΝ σε σκόνη και ζαχαρούχο γάλα. Ή έφτιαχνε ένα κέικ δικό της. Και τα παιδιά τρέχανε και περιμένανε να τελειώσει το χτύπημα με το μίξερ για να γλείψουν ό,τι περίσσευε στα τοιχώματα του μπολ. Γυρνούσανε καθημερινές από το σχολείο με τη μαμά να τους περιμένει πίσω από την πόρτα να πάρει το μπουφάν και να τους βάλει ζεστό φαΐ στο πιάτο. Και μετά, πρόγραμμα για τα μαθήματα. Χωρίς δασκάλους υποστηρικτικούς και φροντιστές. Και δυο ματάκια καρφωμένα σε μια κρατική τηλεόραση που λειτουργούσε, μόλις το πολύχρωμο τηλεοπτικό ψηφιακό ρολόι έδειχνε 17.00. Για να ξεκινήσει το πρόγραμμα με το λογότυπο της ΕΡΤ και το «τσοπανάκος ήμουνα» και να ακολουθήσει ο Εθνικός Ύμνος με τη γαλανόλευκη να κυματίζει κάτω από έναν γκρίζο ουρανό. Μετά έβγαινε μία κυρία ξανθιά με γυαλιά και ωραία κόμη για να αναγγείλει το πρόγραμμα. Το πρόγραμμα ήτανε Η χιλιοποδαρούσα, το σουσάμι άνοιξε, τα στρουμφάκια και ο Φρου-Φρου.
-ΔΙΚΑΣΤΗΣ: μάρτυρες έχετε γι αυτά που μας λέτε?
-ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: ναι, αμέ? Η Ψυχή που κάθεται εδώ μπροστά!
-ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Σας ακούμε! Κλαίτε?
-ΠΑΙΔΙΚΗ ΨΥΧΗ: Όχι?
-ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ε πως... αφού τα ματάκια σας γυαλίζουν.
-ΠΑΙΔΙΚΗ ΨΥΧΗ: είναι που θυμήθηκα αυτά που λέτε και άλλα...
-ΔΙΚΑΣΤΗΣ: δηλαδή...
-ΠΑΙΔΙΚΗ ΨΥΧΗ: δηλαδή, σήμερα δεν μπορώ να βγαίνω έξω στη γειτονιά και να παίζω μέχρι ό,τι ώρα θέλω. Τώρα έχω συνέχεια δουλειές και τρεξίματα. Κάποτε, τα καλοκαίρια με αφήνανε στο χωριό, στη γιαγιά και στον παππού, να βρίσκομαι με τους καλοκαιρινούς μου φίλους στην πλατεία κάθε βράδυ και να παίζουμε. Και μετά το τέλος του καλοκαιριού δεν  ξαναβλεπόμασταν μέχρι το επόμενο. Κι όταν τους έβλεπα ξανά έντεκα μήνες μετά, ήτανε σαν να μην πέρασε μια μέρα. Σήμερα η μαμά μου δεν είναι σπίτι. Πρέπει να δουλεύει εκτός σπιτιού. Τότε οι φίλοι μου ερχόντουσαν τα απογέματα στο σπίτι, καθόμασταν σε μάλλινα χαλιά, τα υφαμένα στον αργαλειό, και παίζαμε playmobil και η αδερφή μου έδειχνε τις συλλογές της από χαρτοπετσέτες στις δικές της φίλες. Είχα κι εγώ συλλογές. Από γραμματόσημα. Και όλα τα γράμματα με μια τρύπα από σχίσιμο στη θέση των γραμματοσήμων μαζεμένα σε ένα κουτί. Περίμενα την απάντηση από τη φίλη μου την Ηρώ στην Κόρινθο και είχα έναν λόγο κάθε που γύριζα από το σχολείο να κοιτώ το γραμματοκιβώτιο. Μας επισκέφθηκε ο ταχυδρόμος σήμερα? Μου έγραφε τα νέα της και ύστερα εγώ τα δικά μου. Και σούρτα-φέρτα τα γράμματα ως την Κόρινθο και πάλι πίσω. Τα βράδια καθόμασταν με την αδερφή μου, γιατί μοιραζόμασταν το ίδιο δωμάτιο, και κάναμε από μόνοι μας παιχνίδια χαζά, όπως να κοιταζόμαστε πολλή ώρα μέχρι να γελάσει ο ένας από τους δύο πρώτος και να χάσει. Και λίγο πριν κοιμηθούμε ξεφυλλίζαμε πάντοτε κάτι. Η αδερφή μου εκείνο το περιοδικό της Candy-Candy. Εγώ τα άλμπουμ με τις συλλογές από αυτοκόλλητα με τους αγαπημένους μου ποδοσφαιριστές.
Θέλω να γίνω πάλι ο μικρός και χαϊδεμένος γιος της μαμάς και του μπαμπά. Τότε που κάθε Χριστούγεννα παίρναμε το τρένο για να πάμε στη Θεσσαλονίκη και να ανακατευτούμε με κάτι άλλους ανθρώπους στα σοκάκια της και να βλέπουμε βιτρίνες γιορτινές. Θέλω να ζήσω εκείνη την αθωότητα που μου ‘κλεψε ο χρόνος: να με αφήνει να πιστεύω σ’ αυτό που θα μου πει η μαργαρίτα, αν μ’ αγαπά ή δε μ’ αγαπά, να πετάξω τα νεογιλά μου δόντια μαζί με παιδικές αθώες μου ευχές πάνω σε σπασμένα και μουχλιασμένα κεραμίδια, να κάνω όνειρα κάτω από δέντρα με παχιές σκιές και λίστες από τραγούδια σουξέ της εποχής για να γράψω μία κασέτα στο δισκάδικο της γειτονιάς....θέλω
...να φύγουν τα άγχη από το κεφάλι μου για μια κληρονομιά που με βαραίνει, που δεν την επέλεξα αλλά μου την κληροδοτήσανε με το «Έτσι θέλω». Το δικό τους όμως «Έτσι» και το δικό τους «Θέλω»...

 Το δικαστήριο απεφάνθη ομόφωνα: «Αθώες οι αναμνήσεις της παιδική αθωότητας μιας παιδικής ψυχής. Απαλλάσσονται από κάθε κατηγορία» και συνέχισε το έργο της, όπως όριζε η προγραμματισμένη του καθημερινότητα.

ΥΠΟΘΕΣΗ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟΝ 2:

 «Συνελήφθη παιδάκι  ετών οκτώ να πηγαίνει συστηματικά  σε μεγάλο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς του και να τρώει κρουασάν από τα ράφια. Η παιδική του αθωότητα δε συλλειτούργησε με κινήσεις πονηριάς. Τα χαρτιά από τα κρουασάν τα πετούσε στο πάτωμα και ως εκ τούτου οι αρχές παρακολούθησαν τον Γλυκό Κλέφτη και τον έπιασαν επ’ αυτοφώρω οδηγώντας τον στο δικαστήριο»
 Το δικαστήριο άφησε τον μικρό ελεύθερο χωρίς να κινήσει καμία περαιτέρω διαδικασία εναντίον του, γιατί διαπίστωσε ότι αφενός ο μικρός πεινούσε και δεν είχε χρήματα να αγοράσει κάτι για να φάει και αφετέρου η μητέρα του δεν είχε καν ψωμί και ζάχαρη για να του φτιάξει ένα υποκατάστατο του κρουασάν, όπως τότε...
Θυμάστε?

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Πριν αλέκτωρ λαλήσει...

«Μη με ξυπνάς απ’ τις έξι....πριν ακόμα ο ήλιος να φέξει, ξυπνητήρι τρελό σε μισώ σε μισώ σε μισώώώ!! Σήκω! Ξύπνα! Σήκω! Ξύπνα! Σήκω! Ξύπνα!....». Αναβολή! Σε δέκα λεπτά επανάληψις: «...Σήκω! Ξύπνα! Σήκω! Ξύπνα!....» Και ο μικρός μαθητάκος, κάτι μεταξύ Σκουντούφλη και Χουζούρη, αφού πατήσει τελικά «απενεργοποίηση» στο ξυπνητήρι του κινητού του, σέρνοντας τα βαριά από το πρωινό ξύπνημα πόδια του, κατευθύνεται προς το μπάνιο να ρίξει νερό στο πρησμένο από τον ύπνο πρόσωπό του. Στη διπλανή κρεβατοκάμαρα, ένα άλλο άσμα, παρεμφερές ως προς το περιεχόμενο της επωδού (συγχωρέστε με για την υβριστική σύγκριση!), σε λαϊκή αυτή τη φορά πενιά προσπαθεί να σηκώσει το μπαμπά από το κρεβάτι με τη φωνή του μεγάλου τροβαδούρου Στέλιου: «Γιατί με ξύπνησες πρωίίίίίίί, μέσα στον ύπνο τον βαθύύύύ..., γιατί την πόρτα μου ξυπνάς, τι θέλεις τώρα τι ζητάς, ω ω ωωω...κλπ κλπ κλπ». Με ακόμη πιο βαριά βήματα ο μπαμπάς, μετά από τρεις περιοδικές αναβολές, κατευθύνεται στο μπάνιο επίσης.
Πάντως, εδώ που τα λέμε, γίνεται με στρουμφάκια, γίνεται με Καζαντζίδη, μια φορά το πρωινό ξύπνημα με τυμπανοκρουσίες ή άνευ είναι λίγο μισητό.
        Όταν η τελευταία σου αίσθηση πριν πέσεις για ύπνο είναι η λαχτάρα του μαλακού σου κρεβατιού και του πουπουλένιου σου μαξιλαριού, η απόλαυση της καθαρότητας του προσώπου σου μετά την κρέμα ματιών, χεριών και νυκτός, η φρεσκάδα που αναδύει  η μαλακιά σου φρεσκοσιδερωμένη πυτζάμα ή νυχτικιά και κυρίως το εξάωρο- οχτάωρο που απλόχερα προσφέρεται ολοδικό σου στο εγγύς μέλλον μετά τα τρεχάματα της αδηφάγας μέρας, το πρωινό ξύπνημα γίνεται πρωινός εφιάλτης. Τα όνειρα άλλωστε δεν είναι μόνο βραδινά.  
Και όλα λειτουργούν με σύμμαχο τη βαρύτητα: το πάπλωμα, ακόμα και στην καλοκαιρινή του έκδοση, τουτέστιν σεντόνι, βαραίνει περισσότερο. Το μαξιλάρι, όσο πουπουλένιο και να ‘ναι, δεν υπακούει στην άνωση αλλά σε έλκει σαν μαγνήτης προς το κρεβάτι. Το σώμα σου ζηλεύει τον Τιτανικό και θέλει να βουλιάάάζει, να χουχουλιάάάζει, όλο και πιο βαθιά στα μαλακά σου σκεπάσματα. Τα μάτια σου αρνούνται να αναλάβουν τα καθήκοντά τους και να ενεργοποιήσουν την αίσθηση της όρασης.
Και σφίγγεις το μαξιλάρι, στριφογυρίζεις σαν τη γη γύρω από τον εαυτό σου και θες με αγωνία να συνεχίσεις το έργο που έβλεπες στα βραδινά σου όνειρα κάτω από το πάπλωμα ή κουκουλώνεσαι με το σεντόνι δημιουργώντας ψευδαισθήσεις περί του αδίστακτου χρόνου. Ρίχνεις μια αναβολή και γυρίζεις από την άλλη. Όμως η αναβολή στο ξυπνητήρι δεν ακυρώνει το χρόνο, που εξακολουθεί αγχωμένα και αγχωτικά να τρέχει σαν τον Σπύρο Λούη!
Κι εσύ πρέπει να αρνηθείς τον πολυαγαπημένο σου φίλο, το κρεβάτι. Πώς? Οι τύψεις σε κατακλύζουν! Το συναίσθημα υπερισχύει. Προδίδεις τους φίλους σου? Στο κάτω-κάτω το κρεβάτι μπορεί και να είναι ο μόνος φίλος που δε πρόδωσε ποτέ. Εσύ γιατί να του το κάνεις αυτό? Είναι ο σύντροφος που σε περιμένει να πλαγιάσετε αγκαλιά, ακόμη κι αν είσαι σ’ αυτή τη ζωή μόνος. Είναι εκείνος που ακούει τις βραδινές σου σκέψεις και αντέχει τα οικογενειακά βάρη  που γεμίζουν το κεφάλι σου. Είναι πάντα εκεί, γιατρός, να διώξει τους πονοκεφάλους σου και δε σε παρεξηγεί ποτέ, ακόμη κι αν σε δει απεριποίητο, άβαφη ή ατημέλητο.
Ξεκούραση στην κούραση, γιατρός στον πυρετό σου, συμπαραστάτης, στυλοβάτης στις αϋπνίες σου. Βλέπει τα όνειρα σου, ακούει το παραμιλητό σου, σκουπίζει το βράδυ τον ιδρώτα σου, χαλαρώνει το πιασμένο σου κορμί. Σκούντα το. Κάθισέ το. Πάτα πάνω του για να κατεβάσεις από τη ντουλάπα το χειμερινό σου παλτό. Δε θα πει λέξη. Δε θα παραπονεθεί. Θα σε υπομείνει καρτερικά....
Ωστόσο το στρουμφάκι ή ο Καζαντζίδης θα τραγουδούν κάθε πρωί. Κι εσύ εν τέλει θα αναγκαστείς να σηκωθείς. Προδοσία! Τι να κάνουμε? Κι αυτή η ακούσια προδοσία μες στη ζωή μας είναι. Στη διαδρομή για το μπάνιο, φωνάζεις:
«Μαμάάάά!!! Γάλα!»
«Γυναίκαααα!!! Καφέ»
Γιατί η μάνα-γυναίκα, φύσει και θέσει, δεν περιμένει κανένα στρουμφάκι, κανέναν Καζαντζίδη και κανένα κοκοράκι να τη σηκώσει από το εξίσου γι’ αυτήν θελκτικό και υποτίθεται ακατανίκητο κρεβάτι.  Είναι η μόνη σ’ αυτή τη ζωή που στην πρωινή μάχη με το κρεβάτι, έχει την «υπέροχη υπεροχή» και «προνόμιο» να πρέπει να βγει πάντα νικητής...
Καλή σου μέρα αν ξυπνάς...