Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Φθηνοί Χριστουγεννιάτικοι προορισμοί!


-Τι θα κάνεις τα Χριστούγεννα?

-Ε δεν ξέρω ακριβώς. Χθες κοιτούσαμε κάτι πακέτα διακοπών για Λαπωνία

-Για Λακωνία;

-ΛαΠωνία!!!

-Α! ωραία! Για πες?

-Ε να δούμε επιτέλους αυτό το χωριό του Άη Βασίλη. Πολλές μέρες βέβαια, αλλά θα είναι κάτι διαφορετικό. Μόλις είδαμε τιμή, το ξανασκεφτήκαμε. Δε λέει! 2.500 για την πλάκα σου τα θέλεις. Με το μπάτζετ που λεν και στο χωριό μου ούτε ως τη Λακωνία πας…

-Και…

-Και είπαμε μήπως η Ισλανδία ακούγεται ωραίος εναλλακτικά χειμωνιάτικος προορισμός

-Αλλά…

-Αλλά δε βολεύουν οι ημερομηνίες με τα πιο φθηνά εισιτήρια

-Και αλλάξατε προορισμό?

-Ε ναι μωρέ! Πού να ψαχνόμαστε τέτοια ώρα για Ισλανδία? Λένε πως είναι φανταστικά τα Χριστούγεννα στη Νέα Υόρκη.

-Και…

-Ε τι και? Τελευταία στιγμή, τα εισιτήρια μόνο, πήγαν στο Θεό

-Ε βέβαια…

-Εναλλακτικά μετά είπαμε για καμιά Μπρατισλάβα, Βελιγράδι, να πάρουμε και το αυτοκίνητο

-Οδικώς δλδ…

-Ναι! Αλλά πολλές ώρες. Άσε που όταν το ξανασκεφτήκαμε, είπαμε πως θα ‘ναι  επικίνδυνα

-Εναλλακτική?

-Κανά Μπάνσκο, αλλά θα είναι εκεί και η κουτσή Μαρία. Κάτι με χαλάει. Πολυκοσμία, πανικός. Το αφήσαμε. Ίσως κανα Πήλιο. Ας πάνε τα λεφτά τουλάχιστον εντός χώρας

-Κλείσατε?

-Όχι!

-Γιατί?

-Γιατί θυμηθήκαμε ότι έχουμε ΔΕΗ, ΟΤΕ, Cosmote, Vodafon, ΤΕΒΕ, Τέλη κυκλοφορίας, Ασφάλεια Σπιτιού, Δάνειο, Ασφάλεια Κατοικίας, Ασφάλεια Αυτοκινήτων, τελευταία δόση Εφορίας, ΕΝΦΙΑ, Κοινόχρηστα, πετρέλαιο,  Ασφάλεια Επαγγελματικής Στέγης και είπαμε να πάμε τελικά μέχρι το Καϊμάκτσαλαν που είναι και δίπλα για έναν καφέ (της παρηγοριάς) το πρωί και να γυρίσουμε σπίτι να φάμε παραδοσιακά και οικογενειακά όλοι μαζί…

-Γιατί? Σου είπε κανείς πως μετά από όλα αυτά, θα ‘χεις λεφτά για βενζίνη μέχρι το Καϊμάκ?

-????!!!!!!!

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Αλαφροΐσκιωτος



Έλααα!! Δε μου το βγάζεις από το νου! Αφού κι εσύ είχες! Έχεις δλδ! Γιατί ακόμα το ‘χεις στον νου σου. Δεν μπορεί να μην το θυμάσαι! Ναι! Σ’ εκείνο το παγωμένο δωμάτιο αναφέρομαι! Που ήτανε πάντα απομονωμένο και άνοιγε με δυο συρόμενες πόρτες που είχανε πάνω γυαλί ματ και δεν έβλεπες ποτέ προς τα μέσα, αλλά ούτε από μέσα προς τα έξω. Ήτανε το δωμάτιο βιτρίνα. Το καλό το δωμάτιο. Για τον κόσμο… Ένα δωμάτιο μόνο για καλεσμένους... Εκείνο που είχε μία μεγάλη βαριά τραπεζαρία καρυδένια σε σκούρο καφέ προς το μαύρο χρώμα με πόδια λεονταρίσια και νύχια γαμψά σαν να θέλανε να σε κατασπαράξουν και ήτανε σκεπασμένη με εργόχειρο κόπου ημερονυκτίων πάνω από το βελονάκι... Εκείνο το δωμάτιο που είχε κάτι καρέκλες σαν βασιλικούς θρόνους του Λουδοβίκου και του Ναπολέοντα στο Φοντενεμπλό με πλάτες φαρδιές, υφασμάτινες και κεντητές και που φρουρούσαν την τραπεζαρία σαν κόρη οφθαλμού... Και είχε και εκείνον τον μπουφέ, τον ξέχασες? Από κάποια πλανεύτρα-ψεύτρα Γερμανία φερμένος, ταξιδεμένος με τον Καρβουνιάρη, που σαν έφτασε, πήρε τον ρόλο του πολύ στα σοβαρά. Έκρυβε στα ντουλάπια του προστατευτικά, όπως η έγκυος το έμβρυο, λικεράκια, βερμουτάκια και σοκολατάκια. Απαγορευτικά! Ήτανε μόνο για τους ξένους, για τους άλλους, τους καλεσμένους… Αυτοί οι άλλοι και οι ξένοι είχανε πάντα προτεραιότητα. Δικαιούνταν πάντα σοκολατάκια και ήτανε οι μόνοι δικαιούχοι χρήσης του δωματίου-ψυγείου. Μικρή όταν ήμουνα –αλλά ούτε και τώρα- ποτέ δεν κατάλαβα, γιατί για να φάω σοκολατάκια έπρεπε να μου τα προσφέρουν φανερά σε ένα ξένο τέτοιο παγωμένο σαλόνι. Στο δικό μου τα προσφέραμε σε κάποιους άλλους ξένους (εκτός από μένα) και πήγαινε λέγοντας!
Εκτός… εκτός εάν είχαμε γιορτή. Τότε κοντά στους ξένους έπαιρνα κι εγώ ένα. Μόνο ένα όμως και εάν περίσσευε. Και εκτός… ναι, ναι! Έχει κι άλλο εκτός. Εκτός εάν τα έκλεβα! Αλλά και πάλι δεν ήμουνα καλή σ’ αυτό. Γιατί το τρίξιμο της πόρτας του σαλονιού ήτανε πολύ χαρακτηριστικό, όπως κάθε πόρτας, σε κάθε σπίτι κι η μάνα μου με έπαιρνε χαμπάρι! Γιατί αυτό το τρίξιμο της πόρτας, το άνοιγμα του ντουλαπιού, το σύρσιμο του συρταριού που το ξέρεις μόνον εσύ και μόνον άλλοι δυο τρεις άνθρωποι μέσα στο ίδιο σπίτι, αυτήν την μυρωδιά του παλιού παγωμένου και απομονωμένου δωματίου που αναδύεται από την χαραμάδα της πόρτας και μόνο που περνάς απ’ έξω, αυτό που σαν κοινό μυστικό μοιράζεστε όλοι, σχετικά με το πού βάζετε τις άδειες σακούλες από του σούπερ μάρκετ, είναι πράγματα που συμβαίνουν σε πολλά εκατομμύρια ανθρώπους που έχουνε σπίτι.
Όλοι μεταλάβαμε από την ίδια σοκολατιέρα τα ίδια –κλασικά εικονογραφημένα- πράσινα ακριβοθώρητα και υπερπροστατευμένα σοκολατάκια ΙΟΝ με το φουντούκι στη μέση ή τα πιο πρωτοκλασάτα χρυσαφένια της Τζοκόντα, κυρία που τη γνωρίσαμε πριν πάμε στον Λούβρο. Όλοι κοινωνήσαμε το ίδιο λικέρ μέντας ή από κράνα και βουτήξαμε το δάχτυλο στο ίδιο βάζο για να φάμε το γλυκό του κουταλιού. Και όλους μας τρόμαζε το παγωμένο δωμάτιο, γιατί καμιά φορά είχε σκεπασμένα με λευκά σεντόνια τα έπιπλα για να μην λερώνονται. Κι αυτά στη φαντασία όλων των παιδιών τα βράδια περπατούσαν σαν τα φαντάσματα, τα γαμψά νύχια του τραπεζιού θέλανε να κατασπαράξουν όποιον έβρισκαν μπροστά τους, σαν να θέλανε να πιάσουν τον κλέφτη που έβαζε χέρι στη σοκολατιέρα και ο καθρέφτης που ήταν κολλημένος στην πίσω πλάτη του μπουφέ έκανε τα θηρία περισσότερα, και τα κρυστάλλινα ποτήρια τσουγκρίζανε μεταξύ τους στην υγειά του φόβου, και οι πορσελάνες με τις βικτοριανές φιγούρες θορυβούσανε μέσα στη νύχτα, γιατί τα ζωγραφισμένα άλογα ξεκολλούσανε από τις κούπες και αλώνιζαν με τις άμαξες μέσα στο σαλόνι, κάτω από τις καρέκλες, πάνω στο τραπέζι, πίσω από τις κουρτίνες, ανάμεσα τις πολυθρόνες, μέσα σε εκείνο το παγωμένο, αποστειρωμένο και προστατευμένο δωμάτιο των εορτών.
Εγώ πιστεύω πως μας κοροϊδεύανε όλα τα έπιπλα και τα πιατικά σε εκείνο το δωμάτιο, γιατί κάθε βράδυ στήνανε το δικό τους πανηγύρι, όταν όλοι οι υπόλοιποι πηγαίναμε για ύπνο. Το θέμα είναι ότι κάποιοι δεν ξύπνησαν ποτέ από εκείνο το αλλοτινό όνειρο, ενώ ορισμένοι άλλοι δεν κοιμήθηκαν καν όπως έπρεπε…
Όνειρα βαθιά…

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Γκρίζες ζώνες...


Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν υπάρχει χρυσή τομή, μέση οδός, λύση που να ικανοποιεί και τις δυο πλευρές. Δεν υπάρχει 50%-50%. Ούτε καν 99%-1%. Σε κάποιες περιπτώσεις τα πράγματα δεν μπορούν να είναι γκρίζα, δεν σχοινοβατούν σε κόψεις ξυραφιού, δεν ισορροπούν στη δοκό του μεταίχμιου, δεν έχουνε ενδιάμεσες καταστάσεις. Στο ερωτηματολόγιό τους μπορείς να συμπληρώσεις απλά ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ. Μια γυναίκα δεν είναι ποτέ λίγο ή πολύ έγκυος, ένας άνθρωπος δεν είναι λίγο ή πολύ παντρεμένος, ούτε λίγο ή πολύ πεθαμένος. Ή είναι ή δεν είναι. Κάποια θέματα τα αποδέχεσαι όπως είναι, χωρίς αστερίσκους και υστερόγραφα, δίχως υπομνήματα και επεξηγήσεις. Είναι έτσι. Το θες? Είναι αυτό. Το δέχεσαι? Καλώς! Όχι? Άφησέ το!
Από την άλλη, το να αντιληφθείς ποια ακριβώς είναι αυτά που δεν δέχονται εξαιρέσεις και σμιλεύματα, ποια δεν θέλουν στρογγύλεμα στις γωνίες, είναι αρετή. Και φυσικά είναι το ήμισυ του παντός. Διότι είναι η λύση στο πρόβλημα που ψάχνεις. Είναι η αρχή για να σταματήσεις να πιστεύεις πως υπάρχει η μέση λύση και να αυτοβαυκαλίζεσαι και να πείθεις τον ευκολόπιστο εαυτό σου πως μπορείς να συνδυάσεις εξ ορισμού ασυνδύαστες και ακραίες  καταστάσεις, να γεφυρώσεις εν τη γενέσει τους αγεφύρωτα χάσματα, να χτίσεις επάνω σε χαλάσματα, να ανακαινίζεις ετοιμόρροπα σπίτια από τη στέγη αντί από τα θεμέλια.
Είναι εκείνες οι στιγμές που σου απαγορεύουν να κάνεις τέτοιες άσκοπες κινήσεις και που σου υπαγορεύουν να κόψεις σαν τον ομφάλιο λώρο το δεσμό που σε κρατάει πίσω και δεν σε αφήνει να πας μπροστά. Το να βρεθείς σε γκρίζα ζώνη δεν είναι το κακό. Το κακό είναι να κατασκευάζεις το γκρίζο εκεί όπου δεν υπάρχει και κυρίως εκεί όπου δεν ταιριάζει.   

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Self-άρω, άρα υπάρχω...


Είναι τρομερή ανάγκη τελικά: να θες να εκτίθεσαι ιδανικά. Άψογα. Χωρίς κουσούρια. Όχι όπως ξυπνάς, αλλά μακιγιαρισμένος. Όχι όπως αντιδράς (υπερβολικά), αλλά καμουφλαρισμένος. Με μια δόση ήπιας συμπεριφοράς. Με πολλές ανάγκες να σε σπρώχνουν να φαίνεσαι ο φιλοσοφημένος της ζωής. Σαν να διάβασες όλον τον Σταγειρίτη και τους προσωκρατικούς καλύτερα και από τον καθηγητή που είχες στη φιλοσοφική. Αποδέχεσαι τις ρήσεις τους, τις ποστάρεις, αρέσεις στους φίλους (?) σου που σου αρέσουν, και καλημερίζεις, καλησπερίζεις και καληνυχτίζεις ολημερίς και οληνυχτίς και καθημερινά τους πάντες. Στο μεταξύ τον γείτονα δεν τον μιλάς. Κι ας βλέπεις πρώτα εκείνον και μετά τον ήλιο. Θαρρείς πως άλλοι πιο μακρινοί σε εκτιμούν, πιο πολύ από εκείνους που έχεις δίπλα σου. Είσαι πιο αποδεκτός από τον e-φίλο σου, γιατί η απόσταση και η εικόνα που έχετε δημιουργήσει ο ένας για τον άλλον είναι ασφαλείς και δεν πλήττονται. Δεν έχουν την τριβή της ρουτίνας. Ούτε τα νεύρα, τις κακές στιγμές, τη θλίψη, αλλά και την κατάθλιψη που βιώνεις στο σπίτι σου. Δεν έχουν τα παραπανήσια κιλά, το ασιδέρωτο μπλουζάκι, το απεριποίητο και αγουροξυπνημένο μουτράκι, το κουρασμένο πρόσωπο, το γεμάτο σκοτούρες μυαλό, το άπλυτο κορμί, το φοράω ό,τι βρω. Οι φωτό στα social media είναι ρετουσαρισμένες. Το ίδιο και τα βιογραφικά...
Self-άρω, άρα υπάρχω. Αρέσω, άρα αξίζω. Η λέξη “selfie” επιλέχθηκε ως «Λέξη της Χρονιάς» από το βρετανικό λεξικό της Οξφόρδης. Κι αν το σημαίνον έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος του λεξικού κάθε γλώσσας -ενδιαφέρουσα παρατήρηση για έναν γλωσσολόγο- το σημαινόμενο  προμηνύει, αλλά και καταδεικνύει απίστευτες ενδείξεις για έναν ψυχολόγο: Ένα ανελέητο κυνηγητό του καλύτερου πορτρέτου, το άγχος να περάσει στην αθανασία η καλύτερη στιγμή της επιδειξιομανούς μου προσεκτικότητας για να κραυγάσω σε όλους πως η εικόνα μου δεν είναι εύθραυστη, αλλά άσπιλη και αμόλυντη. In vitro φυσικά. Γιατί in vivo όταν πληγώνεται από την παραμικρή μου αποτυχία, το πρώτο μου σφάλμα, την υποψήφια αμφισβήτηση των ικανοτήτων μου, καταρρέω, πληγώνομαι, κλαίω, με παίρνει από κάτω, θλίβομαι, καταθλίβομαι, συνθλίβομαι. Διέξοδος η selfie, βάλσαμο το like. Πανάκεια τα μπράβο. Αλλά την κατάθλιψή μου δεν την βλέπεις. Άλλωστε ξέρω καλά να την κρύβω πίσω από τσιτάτα αποδεκτά, που τα ανεβάζω για να τα πιστέψω. Που ΑΝ τα πίστευα θα είχα πραγματικούς φίλους και δεν θα τους πλήγωνα. Θα ήμουν καλύτερος πραγματικός φίλος και όχι ιδανικός e-φίλος, θα είχα fan club γιατί θα με ακολουθούσανε όσοι με αγαπούσανε και όχι οι επίπλαστοι followers, γιατί θα έκανα πράξη τα όσα ανεβάζω περί ζωής και δύναμης να ξεπεράσω τα δύσκολα και δε θα έπασχα από κατάθλιψη.
Στην εποχή της απαξίωσης των αξιών, η αξία μου εξαργυρώνεται με like. Photoshop, retouch και share είναι μόλις τρεις αξίες που καλλιεργούν τον εγωκεντρισμό μου σε μια εποχή που η κοινωνία μου έχει περισσότερο από κάθε άλλη εποχή ανάγκη την αλήθεια και την αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα και τη συνεργασία. Ο αγώνας της ζωής μου αντί να έχει στόχο να γίνει σημαντικός για τον εαυτό μου, προσπαθεί απλά ώστε να αποσπάσει τη αποδοχή των άλλων, και αντί να γίνω ουσιαστικά σημαντικός για εκείνους, προβάλλει την αψεγάδιαστη αποδοχή μου από τους άλλους για να νιώσω σπουδαίος. Επιφάνεια, αλλά όχι διαφάνεια. Το τι είμαι, από το τι δείχνω ότι είμαι και το τι θα ήθελα να είμαι απέχει, όσο η μινιμαλιστική βιτρίνα του illustration στο πολυώροφο Mall από το τη βιοτεχνία της Καμπούλ, όπου ράβονται τα πανάκριβά μου ρούχα με μεροκάματο τιμής ισάξιας κατά τι κατώτερου του μονοδόλλαρου.
Πέρα από την αδιαμφισβήτητη προσφορά στην web κοινωνία αυτών των media, η κυρίαρχη ελλοχεύουσα πραγματικότητα λέγεται θλίψη, μειωμένη αυτοεκτίμηση, αυτοϋποτίμηση, ναρκισσισμός και πραγμάτωση ενός πανάρχαιου αρχέτυπου, αυτού του Πυγμαλίωνα. Τα social media σου χαρίζουν το εξαιρετικό προνόμιο να σου δίνουν βήμα, βάθρο, βάρος σε αυτό που είσαι. Ή που θα θελες να είσαι? Βγαίνει ένα ψώνιο από μέσα σου. Ένα εγώ κεντρικό. Σαν τον ήλιο. Λάμπει και θέλει να είναι αυτόφωτο και να φωταγωγεί τους άλλους. Φωνάζει: «Κοιτάξτε με τι κάνω, πού πήγα, τι είδα!»
Στόχος είναι να γίνεις δημοφιλής, παίρνοντας μέρος σε μία ανταγωνιστικότητα που καλλιεργείται με κάθε τρόπο: στην εικόνα, στα βιογραφικά, στο πόσο θαρραλέος είσαι να αντιμετωπίζεις τα δύσκολα της ζωής σε σχέση με τους «άλλους». Κι ας είσαι δειλός. Και δίνεις τόσο απλόχερα προσωπικές πληροφορίες και δεδομένα σου που σε άλλες εποχές θα διευκόλυνες πολύ το FBI! Επιπλέον, ο λόγος που κοτσάρεις στην εικόνα σου δεν είναι δικός σου. Απλά αναπαράγεις λεγόμενα των άλλων, υποβιβάζεις τον λόγο σε εικόνα και γίνεσαι ένα κακέκτυπο ψευδούς εαυτού που ούτε εσύ ο ίδιος αναγνωρίζεις στον καθρέπτη και που αν καθίσεις να διαλογιστείς μαζί του πραγματικά, θα δεις πως το κυνηγητό της ωραίας σου εικόνας δεν είναι αιτία, αλλά απλά ένα σύμπτωμα, και πως, όπως σε κάθε εποχή, έτσι και τώρα κυριαρχεί μια επιδημία. Τώρα, δε λέγεται λοιμός, αλλά ναρκισσισμός και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια, και συ τα δέχεσαι με απελπισία, αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις. Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει, τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών, τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε…
O tempora! O mores!

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Σαλάτα (τα) έκανα πάλι…


Το fast-food το σιχαινόμουν πάντα, αν και οξυμόρως το food μου ήτανε  πάντοτε fast. Θες επειδή δεν μ’ ενδιέφερε ποτέ η μαγειρική και την έβλεπα σαν χάσιμο χρόνου (πάντα βιαζόμουνα, γιατί είχα άλλες δουλειές και προτεραιότητες), θες επειδή βολευόμουνα με το έτοιμο που πάντα κάποιος καλός άγγελος μου ετοίμαζε, θες επειδή τη μάνα μου δεν τη λες και Λωξάνδρα στις μαγειρικές της ικανότητες (είναι συγκεκριμένα τα απαράμιλλα φαγιά της)...? Ό,τι θες! Και αντί όσο μεγάλωνα να μαγειρεύω αναλόγως πολύ και ωραία ή πολύ ωραία, η δουλειά μου έγινε αντιστρόφως ανάλογη του μαγειρικού μου μερακίου. Και από κει που, όταν ήμουν  φοιτήτρια, μάζευα και μαγείρευα για όλους τους αναξιοπαθούντες άντρες φίλους μου (ορφανοί, με μάνα μακριά στα ξένα, με οικογενειακές ρήξεις ή συρράξεις και ανικανότητες μαγειρικές, οικονομικές και τα συναφή), λες και ήμουν το βαδάσειο ίδρυμα, βρέθηκα μεσούσης της καριέρας μου (με τα δεδομένα ότι συνταξιοδοτούμαι στα 35 έτη, έτσι? Μην αρχίσουν οι δυσοίωνες προβλέψεις απ’ τις Κασσάνδρες !) να τρώω στο πόδι, από υποχρέωση και ίσα για να στέκομαι όρθια.
Αυτά αντί προλόγου. Διότι το κυρίως θέμα είναι ότι τώρα με αρέσει να μαγειρεύω. Άρχισα να βρίσκω νόημα και κυρίως να χρησιμοποιώ, εκτός από μπόλικο κρεμμύδι, πάρα πολλή αγάπη! Κάποιοι λένε (όπως ο φίλος μου ο Σπύρος) ότι όσο γερνάει ο άνθρωπος το ρίχνει στη μαγειρική και στην κηπουρική. Για το πρώτο συμφωνώ. Για το δεύτερο δε συμφωνεί η κηπουρική. Διότι πράγματι κανένα λουλούδι και κανένα ζαρζαβάτι δε θέλει να το πιάσω στα χέρια μου! Η μόνη σχέση που έχω με τα φυτά είναι ότι μου αρέσει να (τα) βοσκάω! Σπεσιαλιτέ μου είναι οι σαλάτες. Ποτέ δεν κάνω μία ίδια με την προηγούμενη φορά. Πάντα αλλάζω τις αναλογίες, τα σαλτσοειδή περιχύματα, τους συνδυασμούς των υλικών, τις ποσότητες και τα ποσοστά συμμετοχής των λαχανικών επί του όγκου της σαλατιέρας κ.ο.κ. Ρίχνω, ρίχνω, ρίχνω ό,τι βρω διαθέσιμο στα ντουλάπια και στο ψυγείο. Κάποια στιγμή μάλιστα ένας από τους συγκατοίκους μου μου είχε πει πως δε βλέπει να λείπει απολύτως τίποτε άλλο μέσα από τη γαβάθα πλην του skip που είχαμε στο μπάνιο!!! Ακόμη κι αν ήξερα πως είχε δίκιο, συνέχιζα ακάθεκτη τους συνδυασμούς υλικών και για dressing με τέτοια μαεστρία σαν τρελός επιστήμων μέσα στο εργαστήρι του, αλλά είχα τη δέουσα υπευθυνότητα να ειδοποιήσω τον συγκάτοικο πως αν ακούσει κανένα «ΜΠΑΜ!» στην κουζίνα θα είναι σίγουρα από κάποια χημική αντίδραση υλικών που δεν έπρεπε να γίνει… μέσα στη γαβάθα!
Η μαγειρική είναι τέχνη, λέει, και η ζαχαροπλαστική επιστήμη! Δεν πολυσυμφωνώ και από όσα διαβάζω τελευταία, αν οι χημικές αντιδράσεις δε γίνουν εκρηκτικές στην κουζίνα, θα γίνουν σίγουρα στα στομάχια μας και γενικά στο σώμα μας και δη βίαια. Το τι θα φας, ποια ώρα, πόσο θα το μασήσεις, με τι τροφές θα το συνδυάσεις είναι ερωτήματα που δε βρίσκουν απάντηση απλά στους επιτρεπτούς γευστικούς συνδυασμούς σύμφωνα με τη γευσιγνωσία, αλλά στους επιτρεπτούς συνδυασμούς σύμφωνα με την ιατρική και δη την προληπτική. Ποιος να τολμήσει να ξεστομίσει ότι το αγελαδινό γάλα είναι η μεγαλύτερη διαφημιστική απάτη όλων των εποχών και πως είναι ό,τι χειρότερο για τον οργανισμό μας? Ποιος να υπερασπιστεί τις πρωτεΐνες των φύτρων που ξεπερνούν σε ποιότητα ενίοτε και σε ποσότητα τις αντίστοιχες ζωικές? Ποιος να σου ανοίξει τα μάτια ότι σε απλές τροφές βρίσκονται ελιξίρια ζωής και όχι στα προϊόντα των φαρμακευτικών?  Και μην αρχίσει ο καθείς τις εξυπνάδες τύπου «ο τάδε δεν κάπνιζε, δεν έπινε, ασκούνταν συστηματικά, αλλά μας άφησε χρόνους στα εννιά του» (!!!) ή αντιστρόφως «ο δείνα και κάπνιζε και έπινε και ποτέ του δεν γυμνάστηκε και ξεπέρασε σε ηλικία τον Κριαρά», διότι την απάντηση την ξέρει αναμφιβόλως πέρα από τις μοιρολατρικές δοξασίες.
Δε μιλάμε λοιπόν. Έχουμε άλλωστε τόσα άλλα να πούμε! Με «πράσ(σε)ιν' ά-λογα» θα ασχολούμαστε τώρα?

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Αντικείμενα vs Υποκείμενα


Μην το κόβεις! Είναι κρίμα. Λύσ’ το. Μην το πετάς. Άσ’ το! Μπορεί να σου χρειαστεί. Μην το σκίζεις. Ωραίο είναι. Κράτα το! Μάθε να εκτιμάς ακόμη και την ύπαρξη των πραγμάτων. Των αντικειμένων. Των «σπάγκων»...
Υπάρχουν τα πράγματα? Πώς γίνεται να υπάρχει κάτι, όταν δεν αναπνέει. Υφίστανται τα αντικείμενα? Εάν υφίσταντο θα λέγονταν υποκείμενα. Και αυτά που ενεργούν, γιατί λέγονται υποκείμενα? Σε ποιον υπό-κεινται. Αφού ενεργούν. Έχουν νου, γνώση, γνώμη, κρίση, ένσταση, ένταση, τάση και υπόταση καμιά φορά. Μήπως υπό-κεινται στα αντι-κείμενα?
Τα αντικείμενα δεν σκέφτονται, απλά χρησιμεύουν. Χρησιμεύουν, άρα υπάρχουν? Τα αντικείμενα συνδέονται με τις ζωές όλων μας. Και να μην είσαι φετιχιστής, θα συγκινηθείς, εάν ανακαλύψεις πως η μαμά σου κράτησε τις πρώτες σου ζωγραφιές από το νηπιαγωγείο, θα κοντοσταθείς, όταν ψάχνοντας κάτι άλλο, θα ξεθάψεις εκείνο το φουτεράκι που φορούσες στην Α’ του Δημοτικού και με το οποίο πόζαρες σε κάτι ξεθωριασμένες φωτογραφίες, θα κάνεις flash back σαν πιάσεις στα χέρια σου μια παλιά σου κούκλα, ένα ξεχαρβαλωμένο αυτοκινητάκι.
Ενδεχομένως σε φάσεις οικονομικής δυσπραγίας να τα επαναχρησιμοποιήσεις εσύ ή κάποιος γνωστός σου. Τα πράγματα είναι πράγματα. Είναι υλικά και ψυχή δεν έχουν. Ψυχή τα δίνουμε εμείς, γιατί τα μπλέκουμε στην καθημερινότητά μας, με άλλα λόγια στη ζωή μας και τα κάνουμε επεκτάσεις της έωλης ύπαρξής μας από ανάγκη να αισθανθούμε πως κουβαλάμε ιστορία, γιατί αποκτήσαμε, χτίσαμε, αγοράσαμε, δημιουργήσαμε και άρα… Υπήρξαμε!

Όμως η επικινδυνότητα να γυρίσει όλο αυτό vice versa δεν είναι μικρή:  

Να σε κρατάει δέσμιο ένα παλιό παλτό στη ντουλάπα που με μαθηματική ακρίβεια δεν θα ξαναφορέσεις ποτέ, μα μόνο χώρο στα λίγα πολύτιμα τετραγωνικά του μικρού σου διαμερίσματος πιάνει.

Να σου στριμώχνουν την άνεση στην αποθήκη σου στοιβάζοντας ένα ανάπηρο παρελθόν μιας κολλημένης ζωής σε παρωχημένες ευτυχίες πράγματα τραυματισμένα και λειτουργικά ευνουχισμένα.

Να σε εγκλωβίζει η τράπεζα σε τέσσερα ντουβάρια μιας υποθηκευμένης επίπλαστης ευτυχίας που μπερδεύτηκε στο εγκεφαλικό σου λεξικό και σύγχυσε τις έννοιες «σπίτι» και «σπιτικό» που γεννάει ο φόβος των απλήρωτων δόσεων που επί της ουσίας είναι ανεκπλήρωτων ανθρωπίνων σχέσεων… 

Και οι αντίλογοι πολλά θα πουν. Οι εύθικτοι πολλά θα ισχυριστούν. Και κατά βάθος όλοι ξέρουμε πως τελικά ούτε δυο μέτρα δε μας αναλογούν. Ωστόσο θα διεκδικήσουμε τους κόπους και τους μόχθους μιας ζωής: ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας, ένα κομμάτι γης για τα γεράματα, μια μικρή παρακαταθήκη για τα παιδιά μας και τέλος πάντων υπάρχουν «εκείνοι» που προτιμούν να κλαίνε μέσα σε μια λιμουζίνα, παρά να γελάνε πάνω σε ένα ποδήλατο, αλλά και οι «άλλοι» που ισχυρίζονται ότι οι άνθρωποι φτιάχτηκαν για να αγαπιούνται και τα πράγματα για να χρησιμοποιούνται και πως ο λόγος που ο κόσμος βρίσκεται σήμερα σε χάος, είναι επειδή τα πράγματα αγαπιούνται, και οι άνθρωποι χρησιμοποιούνται!

Το χειρότερο είναι τα λόγια σου να λένε αυτό που λένε και οι «άλλοι», αλλά η ψυχή σου να μην έχει αποδεσμευτεί ποτέ από αυτό που προτιμούν «εκείνοι». Δεν είναι κακό! Αλλά παραδέξου το! 

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

Τρεις Εποχές…


Τα παιδιά της εποχής μου
δε μεγαλώσανε με corn flakes, αλλά με παπαρίτσες, με ψωμιά δλδ ή φρυγανιές Βοσινάκη βουτηγμένα στο γάλα και πασπαλισμένα με ζάχαρη κρυσταλλική…

Τα παιδιά της εποχής μου
αν και βρίσκουν cult τις ταινίες του Στάθη Ψάλτη, τις έχουνε δει όλοι ανεξαιρέτως και πέρασαν σίγουρα από το video club της γειτονιάς τους να νοικιάσουν το «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα», σιγοτραγούδησαν το «Με λένε Αλέξη, σε λένε Σοφία» και κοροϊδεύουν Γαρδέλη ή Πάνο Μιχαλόπουλο  όποιον βλέπουνε σήμερα με μπουφάν και σηκωμένα τα μανίκια ως τον αγκώνα…

Τα παιδιά της εποχής μου
δεν είχανε youtube, αλλά ένα κασετοφωνάκι -έστω και της κακιάς ώρας- και, όταν άκουγαν ένα τραγούδι που τους άρεσε, πατούσανε το rec κι εκείνο έγραφε μαζί με το τραγούδι, παράσιτα, διαφημίσεις, και εκφωνήσεις…

Τα παιδιά της εποχής μου
ακούνε Europe και Final Countdown και έχουνε εικόνα του Γκάλη, του Γιαννάκη και των άλλων παιδιών να σηκώνουν κύπελλο. Ακούνε Ρακιτζή και «Πες πως δε με γνώρισες ποτέ» ή Τρύπες και Ξύλινα Σπαθιά και techno και σαν ελατήρια σηκώνονται να θυμηθούνε τα παλιά πάνω στην πίστα με τα «άλλα παιδιά» της εποχής τους και σαν αρμός ο συνειρμός και ο ρυθμός ενώνει τους πιο αταίριαστους (τον καιρό του σχολείου)…

Τα παιδιά της εποχής μου
έχουνε ως terminus post quem νεότητας την έναρξη Mega και Antenna και θυμούνται τον Νικόλα Βαφειάδη ως ανταποκριτή στον πόλεμο του Περσικού, ακούνε από Σοφία Αρβανίτη «Αυτό το καλοκαίρι» και «Αχ Αλή Μπαμπά» από τον Σάκη Μπουλά και αυτομάτως το «το mega θυμάται» (!!!) και γνωρίζουν όλα τα σενάρια από τις Τρεις Χάριτες και τις ατάκες από τους Απαράδεκτους…

Τα παιδιά της εποχής μου
έχουνε όλα εκτυπωμένες φωτογραφίες με μια τούρτα στη μέση και τριγύρω κορίτσια και αγόρια ντυμένα με δίχρωμα μπουφάν fly, χακί ή μαύρο, με πορτοκαλί επένδυση, παπούτσια martens, τραχτεράκια ή μπότες Wehrmacht, πουκάμισα με βάτα και μαλλί κοκοράκι στη φράντζα ή χαίτη ή καπελάκι…

Τα παιδιά της εποχής μου
δεν έκαναν αναπάντητες, ούτε είχαν skype, emoticons και stickers στο viber ή στο fb, αλλά έκαναν τηλεφωνικές φάρσες με την ασφάλεια που έκρυβε η μη αναγνώριση κλήσης, έγραφαν γράμματα ανώνυμα στους παιδικούς τους έρωτες, έστελναν ραβασάκια, και  καρδιοχτυπούσαν στα παγκάκια χωρίς να πηγαίνουν απ’ τα 14 την γκόμενα στον μπαμπά και στη μαμά…

Τα παιδιά της εποχής μου
παίζανε στις γειτονιές τζαμί, ψείρες, αγαλματάκια και ζωγράφιζαν με αριθμούς τα πλακάκια του πεζοδρομίου με σπασμένο κεραμίδι και δεν κλεινόντουσαν πίσω από έναν υπολογιστή ολημερίς στο σπίτι παίζοντας bro

Τα παιδιά της εποχής μου 
πετούσανε τα νεογιλά επάνω στα κεραμίδια κάνοντας ευχές για καινούργια δόντια, είχανε bibibo και παίζανε «σπιτάκια» και «μαγαζιά»…

Τα παιδιά της εποχής του μπαμπά μου όμως
δεν είχανε ραδιόφωνο, αλλά κάνανε  καντάδες, ούτε martens είχανε, αλλά φορούσανε γουρουνοτσάρουχα, ούτε κοκοράκι, χαίτη ή καπελάκι το μαλλί είχανε, αλλά κουρεύονταν γουλί, ούτε ο Ρακιτζής τους ενώνει, αλλά σίγουρα ο Καζαντζίδης και ο Νίκος Ξανθόπουλος τους θυμίζει κάτι γονείς που ξενιτεύτηκαν στη Γερμανία -άλλοι με όνειρα και άλλοι με εφιάλτες- ούτε bibibo είχανε, αλλά κούκλες χειροποίητες, ούτε μπάλες του basket είχανε, αλλά μπάλες από τη φούσκα του γουρουνιού…

Όμως τα παιδιά της εποχής του μπαμπά μου
σπούδασαν κατ’ εξαίρεσιν και πολλά από αυτά βολεύτηκαν στο δημόσιο χωρίς ιδιαίτερες αξίες και ικανότητες και μάλιστα κάποια από αυτά με ελάχιστη εργασία!  

Τα παιδιά της εποχής μου όμως
μεγάλωσαν με το όνειρο του «χρυσού βραχιολιού» που σου χαρίζει το πολυπόθητο χαρτί του πανεπιστημίου, την φενάκη ταύτισης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και επαγγελματικής αποκατάστασης, την γκιλοτίνα και την ρετσινιά της αποτυχίας των πανελληνίων, τα λάθος κίνητρα περί εκπαίδευσης υψηλόβαθμης, τη σύγχυση μεταξύ παιδείας και εκπαίδευσης καθώς και περί παραγωγικότητας ανάμεσα στον πρωτογενή και τον τριτογενή τομέα, και σήμερα  στην πιο παραγωγική φάση της ζωής τους έχουνε καταδικαστεί να είναι άνεργα ή άεργα και να ζουν «εις βάρος» της προηγούμενης γενιάς, πόσω δε μάλλον της επόμενης, «έργο» που ξεκίνησε η προηγούμενη…

Άντε τώρα να διαλέξεις εποχή και να ισχυριστείς αν και ποια ήταν η καλύτερη…