Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Άρτ(ο)ι αφιχθέντες!

Ώρα 5.00 προ μεσημβρίας! Πολύ νωρίς για πρωί ή πολύ αργά για βράδυ. Το κρεβάτι χάσκει άδειο. Έχει όλη νύχτα μια αγκαλιά κενή. Πήρε και χαράζει. Και οι άδειοι δρόμοι, νοτισμένοι από τη νυχτερινή δροσιά, αρχίζουν να αγκομαχούν κάτω από τις ρόδες αγουροξυπνημένων αυτοκινήτων και βιαστικών ανθρώπων που κροταλίζουν τα παπούτσια τους στα σπασμένα κράσπεδα της Τσιμισκή. Στο βάθος ξεπροβάλλει ένα καροτσάκι. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Ένα αρτσούμπαλο, ψηλό και αυτοσχέδιο καροτσάκι με δυσανάλογες ρόδες προς την τάβλα του και ένα φθηνό προφίλ, που δε θυμίζει τίποτε το φοβερό, σέρνεται από τον γνωστό γεράκο που τέτοια ώρα αρχίζει να κόβει βόλτες στο μεγάλο εμπορικό δρόμο. Κουρασμένος και σχεδόν κουρελιασμένος. Γραφικός θα ‘λεγα. Και άυπνος λογικά, σπρώχνει το καρότσι το γεμάτο φρέσκα ολόφρεσκα ζεστά και αχνιστά ολοστρόγγυλα κουλούρια που προσπαθούν να μπει το ένα δίπλα στο άλλο και να αράξει εκτεθειμένο στην τσίγκινη λαμαρίνα, ώσπου να το αγοράσουνε και να καταλήξει κατακερματισμένο σε κάποιο άδειο στομάχι.  
Το κουλούρι Θεσσαλονίκης, δεν είναι ένα οποιοδήποτε κουλούρι. Και δη το κουλούρι της Τσιμισκή. Ξεχωρίζει καταρχήν από το σχήμα του. Διαπρέπει σε σχέση με τα υπόλοιπα κουλούρια της περιοχής. Καθόλου λεπτό, αλλά μιας γενναίας περιφέρειας και ενός αξιοζήλευτου εκτοπίσματος, διαγράφει έναν κύκλο ορκισμένο στον διαβήτη με πιστή προσήλωση στο πατρόν του. Ροδαλού χρώματος και χωρίς να επιρρίπτει ευθύνες στον φούρναρη που το ‘ψησε λίγο παραπάνω, κρατάει το ανοιχτότερο χρώμα του στο σημείο ζεύξης του ζυμαριού. Εκεί που το ένα μπράτσο έρχεται και ξαπλώνει επάνω στο άλλο. Και από πάνω, σουσάμι μπόλικο και γευστικό τόσο, που δεν προλαβαίνουν οι κάλυκές σου να το αγγίξουν και στο στόμα σου μόλις που αντιλαμβάνεσαι την τρικυμία που προκαλείται από τους σιελογόνους αδένες σου! Κόλαση! Διότι από μέσα σε περιμένει άλλη έκπληξη! Κάτι σε ζυμάρι, που ενώ ξέρεις πως είναι β’ ποιότητας, η γεύση σε διαψεύδει. Και σαν γευσιγνώστης έμπειρος προσπαθείς να αναγνωρίσεις τα εξ ων συνετέθη αυτό το άσημο, καθημερινό και φθηνό θεσσαλονικιώτικο απλό απλούστατο κουλούρι.
Πιο κάτω στον ίδιο δρόμο μοσχοβολάνε φρεσκοψημένα τσουρέκια. Αυτά για τα οποία μποτιλιάρει πάντα ο δρόμος. Γεμιστά ή σκέτα, μάλλον με όχι αγνά υλικά. Άλλωστε τι έμεινε αγνό σήμερα για να ‘ναι το τσουρέκι? Το ψωμί? Που κι αυτό βγαίνει με κόπο πολύ και αν? Το ψωμί που κάποιοι το ‘πανε ψωμάκι? Ή το παντεσπάνι?Ο άρτος ημών ο επιούσιος ή ο άρτος σφων των πλούσιων? Που πολλοί από αυτούς που τον τρώνε αρπάξανε και το τελευταίο ψίχουλο πολλών από όσους ψάχνουνε την επιβίωσή τους μέσα στα σκουπίδια!



Σας εύχομαι Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση στα όνειρα του καθενός που γίνανε εφιάλτες! Αποφάσισα φέτος να φάω φρεσκοψημένο τσουρέκι την ώρα που θα βγει από το φούρνο (ήτοι, άρτι αφιχθέν) και θα πάρω την αμαρτία επάνω μου!!!!

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Αν ήτανε η ζήλεια ψώρα...

...θα κόλλαγε όλη η χώρα! Αλλά εάν οι άνθρωποι ήτανε φτιαγμένοι μόνο από αγνά αισθήματα και τρυφερά, θα είχαμε μία ζωή με ηρεμία, χωρίς φασαρία και γαλήνια. Θα ασχολούνταν ο καθένας με το σπίτι του και με τις δουλειές του. Θα προσπαθούσε να γίνει καλύτερος άνθρωπος και θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να μην πληγώσει τον άλλον. Θα ήμασταν όλοι ευτυχείς που χωρίς να ζητούμε βοήθεια, θα προσφέρονταν από τα αγνά και ταπεινά αισθήματά του ο άλλος προκειμένου να μας βγάλει από τις δυσκολίες και τα προβλήματα. Δε θα μαλώναμε με τον γείτονα που με ύπουλο τρόπο θα μας έπαιρνε τη θέση πάρκινγκ, γιατί θα το έκανε για το καλό μας (!!!). Θα ήμασταν ανεκτικοί με τη φασαρία στον επάνω όροφο, γιατί απλά ο γείτονας θα ήθελε να δώσει λίγο χρώμα στο εκνευριστικά ήσυχο βράδυ μας. Και δε θα θυμώναμε με τους ανθρώπους που θα ήθελαν να ελέγχουν τις κινήσεις μας, τις αποφάσεις στη ζωή μας και τις επιλογές μας. Θα φορούσαμε πάντοτε εκείνο το μεγάλο χαμόγελο και θα αντιλαμβανόμασταν πως πρέπει ό,τι κάνουμε ή σκεφτόμαστε να περνάει από την έγκριση των συγγενών και των φίλων μας που πάντα θέλουν το καλό μας, και γι’ αυτό θα υπακούγαμε. Σε αντάλλαγμα θα τους λέγαμε κι εμείς τι θα έπρεπε να κάνουν. Θα ξεπερνούσαμε τα όρια του σπιτιού μας, θα μπαίναμε σε άλλα σπίτια, σε άλλες οικογένειες, θα χώναμε τη μούρη μας στις κρεβατοκάμαρές τους και θα παίρναμε τα κλειδιά του αυτοκινήτου τους προδιαγράφοντας τις διαδρομές που οφείλουν να ακολουθήσουν, γιατί εμείς ως τρίτο μάτι πάντα θα γνωρίζαμε εξ αποστάσεως και χωρίς συναισθηματισμούς καλύτερα τα πράγματα από κείνους και θα προεξοφλούσαμε την αποφυγή του λάθους τους!!! Θα ήμασταν τότε μια μεγάλη, τεράστια οικογένεια, μεγαλύτερη από την παραδοσιακή βαλκανική ZADRUGA που αριθμούσε πάμπολλα μέλη και η τύχη του ενός εξαρτιότανε από τις αποφάσεις των υπολοίπων. Θα μετρούσε η ψήφος όλων, των νοημόνων, αλλά και των ανοήτων και των νοητών μυαλών, εκείνων δλδ που νομίζουν ότι έχουν νόηση, των δοκησισόφων, επειδή βγάλανε ένα πανεπιστήμιο, αλλά αντ’ αυτού έχουνε στο κεφάλι τους μάλλον ρεβίθια και ως εκ τούτου ένα επίπεδο-δάπεδο.
Όμως... οι υποθέσεις, λέμε οι φιλόλογοι, δηλώνουν άλλοτε το πραγματικό, άλλοτε το μη πραγματικό ή την απλή σκέψη του λέγοντος, ενίοτε δε την αόριστη επανάληψη στο παρελθόν, στο παρόν ή στο μέλλον, πολλάκις δε το προσδοκώμενο. Ωστόσο, ό,τι και αν δηλώνουν, παραμένουν υποθέσεις. Όχι θέσεις. Μήτε απόψεις. Υποθέσεις. Δυνητικές και σκηνοθετημένες υπό το πρίσμα της καλής θέλησης και βούλησης, της ελπίδας και της προσδοκίας ότι όλα αυτά μπορούν να γίνουν και να υπάρχουν ΚΑΙ για καλό λόγο. Της αφέλειας ότι πάντα μια καλή πρόθεση μπορεί και να κρύβεται πίσω από κάθε ενέργεια. Ε λοιπόν να με συγχωρείτε, μα δεν το νομίζω, όσο καλοπροαίρετη και να ‘μαι. Ούτε θαρρώ πως όλα αυτά υπάρχουν και γίνονται για να μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους.
 Γι’ αυτό θα υποστηρίζω πάντα πως η πρωτοβουλία δόθηκε στον άνθρωπο μίας δημοκρατούμενης κοινωνίας για να την χρησιμοποιήσει στην προσωπική του ζωή, όπως εκείνος θέλει, η ηρεμία του προσφέρθηκε ώστε να είναι δικαίωμά του μέσα στο σπίτι του τα βράδια να κάθεται και να ηρεμεί χωρίς να ακούει τις φασαρίες κάθε μέρα του γείτονα, η ανοχή του χαρίστηκε ως μεγάλη αρετή μέχρι το σημείο που όταν ο άλλος υπερβαίνει τα όρια, να βάζει φρένο στη φόρα που πήρε για να εισβάλει στα δικά του, και τέλος η σιωπή μοιράστηκε στον κόσμο για να την σπάει σε χίλια κομμάτια όταν αντιλαμβάνεται πως η φλυαρία και η μουρμούρα υπερκεράζουν και υπερφαλαγγίζουν τις σκεπές των σπιτιών όπου ανήκουν. Η ζήλεια όμως, γιατί δόθηκε?
Λένε πως το κακό υπάρχει στον κόσμο για να εκτιμούμε το καλό. Αλλά ειλικρινά είναι να αναρωτιέται κανείς πώς ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει ο ίδιος του με τόση ζήλεια, θέλοντας να γκρεμίσει ό,τι ο άλλος με κόπους έχτισε, να καταστρέψει ό,τι ο άλλος με ιδρώτα έφτιαξε, να εξαφανίσει ό,τι ο άλλος με αγάπη κατασκεύασε. Και πώς είναι δυνατόν να ζηλεύει, όταν ξέρει πως η ζήλια είναι σαν το δηλητήριο που κάποια μέρα θα καταστρέψει ολοκληρωτικά το κύπελλο στο οποίο βρίσκεται και μετά ό,τι υπάρχει γύρω του!

Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

Ληθηνόη

Στο κολάζ των ατάκτως ερριμμένων αναμνήσεων, των χωρίς λογική ειρμών, μα βιωματικών μου συνειρμών έχω θαμμένες θύμησες ξεθωριασμένες. Λίγο σχισμένες, λίγο τσαλακωμένες και λίγο φαγωμένες από τον ποντικό χρόνο σαν τις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες που κιτρίνισαν σ’ ένα παλιό και ξεχασμένο ντουλάπι. Θυμάμαι τα γλυκά μου «άγχη»...
...όταν ήμουνα μικρή κάθε χρόνο στις 31 του Μάρτη το μόνο που με ένοιαζε ήτανε σε ποιο κλαδί να αφήσω τον ασπροκόκκινο «μάρτη» που φορούσα στα χέρια για να το ‘βρει σίγουρα το χελιδόνι και να μου προσφέρει αντίδωρο την Άνοιξη που μου χρωστούσε. Λίγες μέρες πριν, είχε περάσει η παρέλαση της 25ης Μαρτίου, ημερομηνία έναρξης για το μπαράζ των παγωτών. Μετρούσαμε και ξαναμετρούσαμε και παραβγαίναμε μικρά παιδιά ποιο θα ‘τρωγε τα περισσότερα απ’ όλα! Κι άλλες φορές σαν μού ‘πεφτε ένα νεογιλό δοντάκι διάλεγα τα πιο κοντά κεραμίδια για να το βρει ο ποντικός και να μου φέρει ένα καινούργιο. Τέτοιες μέρες την Άνοιξη ήτανε που άνθιζε το διπλανό άχτιστο οικόπεδο από παπαρούνες και από χαμομήλια και βουτούσα ανάμεσά τους για να μαδήσω τα πέταλά τους όλα φωνάζοντας «Μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά»...ποιος να μ’ αγαπούσε? Δεν ξέρω, δεν ήξερα. Έβλεπα  τους «μεγάλους» να ξεπουπουλιάζουν τα χαμομηλάκια και έκανα το ίδιο σαν άβουλο πιθηκάκι. Και ύστερα πλησίαζε το Πάσχα, που μου το θύμιζαν οι πελαργοί στα σύρματα. Απρόσκλητοι επισκέπτες ξανά, που ανασύναζαν την περσινή φωλιά τους στο καμπαναριό. Εκείνη τη φωλιά την παρατημένη κάποιο καταθλιπτικό απόγεμα του περασμένου φθινοπώρου, την φωλιά την προδομένη για ταξίδια άλλα και αλλού, σε πιο ζεστά μέρη. Κι οι πασχαλιές, μωβίζανε όλες τις αυλές σε κάθε σπίτι, τιμημένες μεγαλοβδομαδιάτικα.
Συνωμοσία ύπουλη αυτές οι μυρωδιές! Με αρώματα και με χρώματα να σου τρυπούν τη μύτη και να σου διαπερνούν το δέρμα για να σου ποτίσουν το κόκαλο. Μυρωδιές ανακατεμένες μεταξύ τους, σαν τα γυναικεία μακριά μαλλιά στο έλεος του φλοίσβου. Σαν τα κουβάρια στα πόδια της γάτας. Μυρωδιές έντονες τις πρώτες μέρες της άνοιξης που τρύπησαν ολόκληρα καζάνια της λήθης για να διαρρέουν στις φλέβες σου σαν αλητάκια στους δρόμους. Μυρωδιές που ξεχύνονται στα μονοπάτια μιας ξεθωριασμένης, αλλά ζώσας μνήμης, σαν τα παιδιά επάνω στα ποδήλατα που τρέχουνε να παραβγούν λαχανιασμένα την παιδική τους ανεμελιά. Με βλέμματα ξίφη, με άγουρα στήθη, με κορμιά ιδρωμένα από το τρέξιμο στην αλάνα, με γρατσουνισμένα γονατάκια, με λερωμένα από χώματα κοντά παντελονάκια, με ροζ κοκαλάκια στα μαλλιά, με μια μπάλα στο ‘να χέρι και μια φέτα μαρμελάδα στο άλλο κάθε απόγεμα στις πέντε. Εκεί  στους δρόμους. Εκεί στα σοκάκια που μοσχοβολούσαν  μαρμελάδα και σάλτσα από ντομάτα. Την εποχή που η ντομάτα μύριζε ντομάτα. Μαρμελάδα και σάλτσα που σιγόβραζε, όπως η λάβα στα ηφαίστεια, μέσα στον ταβά στις χωματένιες αυλές των σπιτιών που μας γέννησαν. Και ανάμνηση σαν το γλυκό του κουταλιού. Και μια ξεθωριασμένη φιγούρα η μάνα, άλλοτε δίπλα στις γειτόνισσες με χέρια μαύρα απ’ τα φρεσκοκομμένα καρύδια της πράσινης καρυδιάς στην αυλή κι άλλοτε μουλιασμένα στα νερά της μπουγάδας.
Ύστερα κι άλλες μυρωδιές. Μυρωδιές από το άρωμα μιας ανοιξιάτικης βροχής πάνω στο νοτισμένο χώμα. Η μυρωδιά της  βροχής, της μπόρας! Οι φοβεριστικές και πολύκροτες βροντές που ακούγονταν από το υπερπέραν, σαν να ‘ρχονταν από έναν άλλον κόσμο, μακρινό και άγνωστο τόπο, όπως εκείνον από όπου μας επισκέπτονταν οι πελαργοί. Εκείνη η βροχή η ξαφνική, η απροειδοποίητη, ο καταγάλανος ουρανός που ξαφνικά συνοφρυωνόταν και μας έλουζε! Εκείνες τις μπόρες ήτανε που ήθελα να πιω ολόκληρες, όπως το χώμα τη βροχή. Να τις πιω μέχρι την τελευταία στάλα, όπως λένε «άσπρο πάτο» οι παρέες στο γραφικό Τσινάρι. Ήθελα να κάθομαι από κάτω της και κείνη λυσσαλέα να με λούζει, να με κάνει μούσκεμα σαν το παπί... Και μετά η γιαγιά να με μαλώνει! Μου άρεσε πάντα που η γιαγιά με μάλωνε σαν με περίμενε πίσω απ’ την πόρτα για να με βάλει στη σκάφη να με πλύνει με πράσινο σαπούνι και νερό βραστό και να με αλλάξει... και μετά να κουκουλωθώ κάτω από την κουβέρτα που ακόμα αγαπιότανε.
Μα σηκωνόμουνα κρυφά και έτρεχα στις μύτες ξυπόλητο μικρό παιδί και χάζευα από το παράθυρο. Μου άρεσε να κολλάω το μπανιαρισμένο μου μουτράκι πίσω από το τζάμι και να ακουμπάω τα μικρά μου χεράκια επάνω στο δροσερό γυαλί και να του κάνω δαχτυλιές...πολλές δαχτυλιές. Να αφήνω τα αποτυπώματά μου σε κείνο το πρίσμα που μου ‘βαζε τον μικρόκοσμό μου σε βιτρίνα. Να τον χαζεύω και να τον θαυμάζω, όπως οι περαστικοί έξω από τα μαγαζιά στο κέντρο της αγοράς. Αλλά να μην τον πειράζω. Να μην τον αγοράζω. Ούτε να τον εξαγοράζω, ακόμη και με τα καλούδια όλου του κόσμου. Μόνο να τον χαζεύω και να μην τον προσπερνώ, αφήνοντας τα ίχνη μου πάνω στο τζάμι, όπως εκείνα τα χρόνια που άφησαν ανεξίτηλα τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα επάνω στην ψυχή μου. Ποια λήθη?