Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Έκθεση Αν-ίδεης!


Φυσικά και με σκάσατε! Εννοείται πως έφτασα σε σημείο να μην ξέρω πώς να σας (δια)χειριστώ. Από πέρυσι ακόμα έκανα προσευχές και τάματα να μου δίνει ο Θεός κουράγιο να σας αντιμετωπίσω. Το αν με κάνατε να κλαίω ή να βρίζω το έχουμε ξανασυζητήσει. Δε θα λέμε τα ίδια συνεχώς! Το κακό είναι πως, ό,τι κι αν μου κάνετε -δεν ξέρω πώς τα καταφέρνετε κάθε χρόνο τέτοια μέρα- εγώ στενοχωριέμαι. Ή θλίβομαι? Δεν ξέρω. Δεν το έχω αποφασίσει ακόμα. Ίσως το πιο σωστό είναι ότι μελαγχολώ. Από συνήθεια? Από μαζοχισμό? Από ακρωτηριασμένο ή μεταλλαγμένο καθωσπρεπισμό? Ή από επαγγελματισμό? Δεν ξέρω. Ίσως οι λόγοι να μην παίζουν ρόλο. Στο κάτω κάτω δεν ξέρω αν πρέπει να θεωρούμαι και επαγγελματίας. Αυτό που καταλαβαίνω είναι πως δεν το ‘χω. Μου λείπει πολύ το τεχνοκρατικό κομμάτι, σιχαίνομαι πιο πολύ να σας θεωρώ «πελάτες», αποτάσσομαι το γεγονός να σας επιλέγω με βάση τις επιδόσεις σας, αδυνατώ να κρατάω τα συναισθήματα της σχέσης μας έξω από τον οίκο μου και δεν θα κατορθώσω, θαρρώ, ποτέ να κρατήσω κακές αναμνήσεις από κανέναν σας. Γιατί είναι πραγματικά δύσκολο για τη μνήμη να έχει να διαλέξει ανάμεσα στην τεμπελιά και την αναβλητικότητα από τη μία και  την ευστροφία του μυαλού και την καίρια παρατήρηση από την άλλη, ή ανάμεσα στην ανεκπλήρωτη υπόσχεση των καθηκόντων και τα λαμπερά μάτια μιας χαρισματικής ψυχής που δείχνει να έχει όρεξη να αλλάξει τον κόσμο, ή ανάμεσα σε έναν βαρύ και ασήκωτο χαρακτήρα και ένα ήθος λαμπερό με ένα μυαλό ακόμα πιο φωτεινό, ή ανάμεσα σε νεύρα άνευ λόγου και προηγουμένου και μια ψυχή γεμάτη λογική, ή ανάμεσα σε χαρακτήρα που παρασύρεται και σε χαρακτήρα που δίνεται άνευ όρων, ή ανάμεσα σε έναν κλειστό σαν καβούκι  άνθρωπο και μια καρδιά ανθισμένη χειμώνα-καλοκαίρι, ή ανάμεσα σε ένα παιδί ιδιότροπο και δοκησίσοφο και σε ένα μυαλό παράωρα προσγειωμένο, ή ανάμεσα σε ένα σκεπτικό εγκλωβισμένο στα όρια ενός χωριού και μία σκέψη αυστηρώς δομημένη με τα κριτήρια του νεοφιλελεύθερου τεχνοκράτη, ή ανάμεσα σε ένα φλατ και σχεδόν άοσμο παρουσιαστικό και μία άποψη εύστοχη με χιούμορ πετυχημένο, ή ανάμεσα  σε έναν υπερβολικά ήσυχο χαρακτήρα και σε ένα ακόμη πιο υπερβολικά ανήσυχο προβληματισμό, ή ανάμεσα σε έναν βαρυκόκαλο άνθρωπο που βαριέται να πιεστεί και σε έναν πρόθυμο άνθρωπο να πειστεί, εφόσον του παραθέσεις σφοδρά επιχειρήματα. Θεωρώ πως η μνήμη είναι μια ζυγαριά που γέρνει πάντα προς τα θετικά. Κι αυτή είναι η δουλειά της. Τα άλλα όλα είναι απλώς φύρα. Απλά για να μας θυμίζουν πως κανείς δεν είναι τέλειος και για να λειτουργούν ως αντίβαρο στην ανιαρή ησυχία μιας καθόλου ενδιαφέρουσας καθημερινότητας.
Αγαπητά μου παιδιά, όπως βλέπετε δεν ξέρω ούτε μια έκθεση να γράφω. Είναι μια ακέφαλη έκθεση των σωψύχων μιας περαστικής από τη ζωή σας καθηγητριούλας του συρμού. Δεν έχει αρχή, είναι δίχως τέλος, και από δομή «πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι». Ωστόσο, ΜΗΝ ΤΟΛΜΗΣΕΤΕ ΝΑ ΓΡΑΨΕΤΕ ΑΥΡΙΟ ΕΤΣΙ!!! αχαχαχα!

Τζένη, Μιχάλη, Βαγγέλη, Ανατολή, Ανίτα, Σωτηρία, Ελισάβετ, Δημήτρη, Γιώργο, Λάζαρε, Δέσποινα και Χρήστο, καθώς και όλα εσείς τα παιδιά που αγωνίζεστε αύριο, σας εύχομαι Καλή Επιτυχία. Θέλω να θυμάστε πως, ό,τι και να γίνει, η ζωή σας δε σταματάει εδώ με αυτές τις εξετάσεις. Ίσα-ίσα, αύριο ξεκινάει!

Σας αγαπώ πολύ κι ας μην το πιστεύετε!
Σήμερα εξετάζομαι μαζί σας για 18η συνεχόμενη χρονιά!

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά....


Τι σου κάνουν 24 γράμματα σε ένα Αλφάβητο και 7 νότες στο Πεντάγραμμο? Μια ιστορία που όμοιά της δεν θα ξαναϋπάρξει. Γιατί μπορούν να αντανακλούν την ιστορία και να εμπνέονται από αυτήν, αλλά παράλληλα τη γράφουν! Θα την ξαναγράψουν όμως με τον ίδιο τρόπο? Γιατί η ιστορία μάλλον επαναλαμβάνεται σπειροειδώς, απλά ποτέ συγκυριακά και προφανώς δεν ταυτίζεται σε όλες της τις φάσεις με ίδιες παραγωγές, μορφές ή φωνές. Η ιστορία γράφεται, αλλά δε διαγράφεται. Υπάρχει και υφαίνεται και συνυφαίνεται ες αεί με άλλες όμοιες και παρόμοιες.


Ποιος? Τι? Πώς? Γιατί? Πότε? Αυτή πια η απορία που ξεφυτρώνει παντού!!!... τη σπέρνεις δεν τη σπέρνεις...!!! Ανθίζει, λουλουδίζει, πετάει κάτι κλαδιά... να σου βγάλουν το μάτι! Δε θέλω ρε παιδί μου να ξέρω! Φύγε από το κεφάλι μου! Βγήκα να πιω ένα ποτηράκι να ξεχάσω και να ξεχαστώ και να ακούσω δυο στίχους και δυο μελωδίες. Αλλά ποιους στίχους? Και ποιες μελωδίες?
Γιατί δεν είναι που ακούς τη Συννεφιασμένη Κυριακή και αυτομάτως νιώθεις ο Μεγάλος Αδερφός-Τσιτσάνης να παρακολουθεί μια Κυριακή εν έτει 2014 τη ζωή σου και να σε κοροϊδεύει από κει ψηλά, σαν να σου λέει πως σε νιώθει. Είναι που μαθαίνεις πως για κείνον οι Κυριακές συννέφιαζαν για πολύ «πιο σοβαρούς λόγους», ανατριχιαστικά πραγματικούς. Τραγούδια που περιγράφουν κακουχίες, θύματα των Πολέμων, των Εμφυλίων ή των Παγκοσμίων, της καταστροφής της Σμύρνης! Αλλά για σένα η καταστροφή είναι μόλις ένας καβγάς, ένας προβληματισμός για μια σχέση, μια φιλία, μια απογοήτευση.
Ωστόσο, η ενοχοποίηση αυτή μπορεί να θεωρηθεί άκυρη, εάν σκεφτεί κανείς πως οι δυσκολίες για τον καθένα αλλάζουν και μετασχηματίζονται στο χώρο ή στο χρόνο, ανάλογα με τη φάση της ζωής του ή ανάλογα με τη ζωή του σκέτο. Τα τραγούδια και δη τα ρεμπέτικα, ανήκουν στην Τέχνη, γεγονός που σημαίνει ότι, όπως με όλα τα είδη τέχνης, άπαξ και φύγουν από τον στιχουργό-καλλιτέχνη, περνάνε στην ευχέρεια του κοινού να τα ερμηνεύσει και να τα συνδέσει, όπως εκείνο θέλει ή μπορεί. Για τέτοιους περίπου λόγους, τραγούδια, όπως το απαγορευμένο-κατοχικό Κάνε Λιγάκι Υπομονή, ανήκουν στα τραγούδια της «διπλής ανάγνωσης». Θαρρείς πως γράφτηκε για κάποιον απογοητευμένο ερωτευμένο, για να μάθεις πως ο στιχουργός, καθώς το έγραφε, ονειρευόταν την Ελευθερία στην κατοχική Ελλάδα και χρειαζόταν απλά ένα ωραίο καμουφλάζ. Ποιος αποκλείει όμως και το προφανές?  
Και γιατί τα πιο ξεκάθαρα ιστορικά και πονεμένα τραγούδια μιλάνε τόσο στην ψυχή σου, όταν δεν έχεις περάσει ούτε τα μισά απ’ όσα λέει? Τι νιώθεις σαν κατεβάζεις τις ρετσίνες ακούγοντας το Αντιλαλούνε Τα Βουνά από τον Μπιθικώτση ή το Κάποια Μάνα Αναστενάζει από την Μπέλλου? Έχεις σίγουρα αίσθηση, όταν χορεύεις σε ρυθμό συρτού, ότι το ΣτοΤούνεζι στην Μπαρμπαριά εκφράζει τον πόνο αυτών που έχασαν τους ανθρώπους τους στην άβυσσο της θαλάσσιας ξενιτιάς και ίσως ο καλλιτέχνης ποτέ δεν φαντάζονταν με πόσο «κέφι» θα σύρεις τον χορό αυτόν σε κάποιο ξενυχτάδικο-ελληνάδικο-ρεμπετάδικο? Και δεν είναι τόσο «-άδικο» να μην μπορέσει να σου μεταφέρει τον πόνο, ή μήπως η μουσική είναι μαγευτική, γιατί καταφέρνει να κάνει τον πόνο τραγούδι?
Και επιπλέον, έχουμε μάθει να τραγουδάμε μόνο τον ερωτικό μας πόνο? Γιατί πολλά από αυτά τα άσματα ασμάτων μας πιρουνιάζουν το μυαλό? Πάντα υπήρξε κάποια Αρχόντισσα στη ζωή μας, πάντα μια Αχάριστη που φάνηκε ανάξια των προσδοκιών μας? Για όλους μας υπάρχει ένας άνθρωπος που Γεννήθηκε Για Την Καταστροφής μας? Περάσαμε όλοι από τις τρυφερές φάσεις να μας ξενυχτάει ένας έρωτας? Περιμέναμε όλοι κάποιον Χαράματα Η Ώρα Τρεις Να‘ρθει Να μας Ξυπνήσει και ύστερα, αφού έκανε τον κύκλο του, κλάψαμε, αδιαφορήσαμε, γκρινιάξαμε που Μας Ξύπνησε Νωρίς?
Γιατί η Θεσσαλονίκη είναι τόσο Όμορφη, ακόμη και για κείνον που δεν την έζησε ποτέ? Και τι τον συγκινεί από το Μπεχ Τσινάρ(ι) και το Μπαχστέ Τσιφλίκ(ι), όταν δεν ξέρει ούτε πού βρίσκεται, ούτε τι σημαίνει? Γιατί σιγοτραγουδάμε όλοι τον Άγιο Νείλο στο Χατζηκυριάκειο του Πειραιά, ο οποίος δεν ξέρουμε πού πέφτει? Τι οίστρος ανατολίτικος είναι αυτός που μας τσιμπάει, όταν ακούμε για λάγνες Αραπίνες, για τη Ζαΐρα που δε γνωρίσαμε ποτέ, ή τη Σεράχ?
Πόσοι από μας ξενύχτησαν κάτω από παραθύρια Σουρωμένοι Πάλι, πόσοι χτύπησαν κουδούνια νυχτιάτικα, πόσοι ενσάρκωσαν το μοτίβο του παρακλαυσίθυρου και πόσοι πιστεύουν πως Γεννήθηκαν Για Να Πονούν?
Η Μαρίκα Νίνου και ο Βασίλης Τσιτσάνης δεν έμειναν στην ιστορία για τη θυελλώδη σχέση τους και τον ακόμα πιο θυελλώδη χωρισμό τους. Έμειναν κυρίως για το ότι υπήρξαν το πιο γνωστό δίδυμο του ελληνικού πενταγράμμου στα μεταπολεμικά χρόνια λίγο πριν εκείνη φύγει πρόωρα από τη ζωή. Τραγούδησαν μαζί πολλά από τα μεγαλύτερα «καψουροτράγουδα» της εποχής και όχι μόνο, άσματα που έκαναν τόσους από εμάς να απορούμε πόσο παράλληλη μπορεί να είναι η ζωή μας με εκείνων. Και μπορεί τα μοτίβα της ομορφιάς ή της χάρης σε μια κοπέλα, σε έναν μάγκα, σε έναν κουτσαβάκη, να διαφοροποιούνται από εποχή σε εποχή, μπορεί η σύγχρονη Γυναίκα-Vamp να μην γλυκοτηγανίζει κεφτέδες σαν την Κατερίνα ή την Πιο Καλή Γκαρσόνα, και μπορεί η ξενιτιά να μην είναι τόσο μακρινή όσο κάποτε, λόγω εκμηδενισμού των αποστάσεων, Το Παράπονο του Ξενιτεμένου όμως θα είναι μια ζωή κοινό σ’ αυτή τη ζωή, και ο έρωτας για έναν άντρα πάντα θα περνάει από το στομάχι και θα κολακεύεται από την καλή μαγείρισσα που πέρα από το γκουρμεδίστικο πιάτο α λά Botrini, ψιλοζηλεύει την ωραία σκορδαλιά με το περίσσιο λάδι.
Βάζω, λοιπόν, το χέρι μου στη φωτιά! Δεν πά’ να ‘σαι ο πιο στριμμένος γεροξεκούτης άνθρωπος ή η απομίμηση σε πρόωρη φάση ενός κακιασμένου γέρου? Ανέραστος? Αγέλαστος? Άμουσος? Δεν πα’ να ‘σαι ένα αμούστακο κανακεμένο και χλεχλέδικο βουτυρόπαιδο του μπαμπά σου, από εκείνα που σκορπάν γαρούφαλλα από το δίσκο της λουλουδούς? Ό,τι και να ‘σαι, είσαι σίγουρα από εκείνους που εκτέθηκαν σε περιβάλλον με ακούσματα, βαριά και απαγορευμένα, ελαφρά και ταξιδιάρικα, ιστορικά και ανεπανάληπτα. Και ίσως να μην ξέρεις τον Παπαϊωάννου, τον Τούντα, τον Τσάντα, την Παπαγιαννοπούλου, την Αμπατζή, τη Χασκίλ ή τον Σκαρβέλη. Σου είναι όμως σίγουρα γνωστός ο Χιώτης, η Εσκενάζυ, η Νίνου, ο Τσιτσάνης και ο Μπιθικώτσης. Και έχεις ρε παιδάκι μου κάτι που κυλάει στις φλέβες σου μαζί με το τσιπουράκι, όταν τους ακούς, κι αυτό το λένε: Βάσανα Ελληνικά και Χιλιοτραγουδισμένα!

Στην Υγειά Μας...



Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

L’ esprit d’ escalier


Οι Γάλλοι το ονομάζουν esprit d’ escalier! Είναι όλα όσα θα ήθελες να του/της πεις επάνω στον καβγά, τη συζήτηση, τη συνάντηση, αλλά ο χρόνος, το στρες, ο θυμός, ο «δεν ξέρω», δεν σου επέτρεψε. Φεύγοντας και κατεβαίνοντας τις σκάλες, αρχίζεις και παίζεις σε ταινία στο μυαλό σου, όσα είπατε. Και αρχίζουν τα κατηγορώ στον εαυτό σου: «Γιατί δεν του είπα αυτό?», «Γιατί δεν του είπα το άλλο?», «Γιατί όταν με ρώτησε εκείνο, εγώ του απάντησα αυτό αντί για εκείνο?»...Δεν βγάζεις άκρη! Ποτέ δεν είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου! Ή τέλος πάντων δεν είμαι εγώ με τον δικό μου.
Ποιος να μου το ‘λεγε ότι θα έβγαζα το σκασμό σε μια συνάντηση που την ονειρευόμουνα χρόνια και στην οποία είχα να πω τα σώψυχά μου!? Χάρτινα όνειρα! Μα τα ‘καψα, πριν καλά καλά τα ζήσω! Έχασα τα λόγια μου! Ή μάλλον, τα έχανα! Απαντούσα μονολεκτικά στις ερωτήσεις του. Δεν απάντησα τουλάχιστον σε πέντε ερωτήσεις, γιατί απλά «δε θυμόμουνα την απάντηση» και δεν ήθελα -για ανεξήγητο λόγο- να τη θυμηθώ! Δε θυμόμουνα για παράδειγμα πού μου αρέσει να πίνω καφέ. Δε θυμόμουνα γιατί βγήκα με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Δε θυμόμουνα εάν ήμουν ή δεν ήμουνα καλά! Δε θυμόμουνα γιατί με στεναχωρεί αυτός ο κόσμος. Δε θυμόμουνα για ποιον λόγο γελούσα όλη την ώρα. Δε θυμόμουνα γιατί μια ζωή χαμογελάω. Δε θυμόμουνα...
Άφηνα συζητήσεις στη μέση. Τις δε πολιτικές συζητήσεις... ούτε καν στη μέση. Στην άκρη! Εκεί ακριβώς στο χείλος του γκρεμού, μπας και αυτοκτονούσαν οικειοθελώς, πριν τις σπρώξω εγώ με το έτσι θέλω και το σαρδόνιο γέλιο ενός στυγερού δολοφόνου. Κι αν σκεφτείς ότι ο λόγος της συνάντησης ήτανε ακριβώς αυτός.... να δω πόσο πιο βαθιά μπορεί να σκέφτεται ένας άνθρωπος πίσω από το γυαλί της τηλεόρασης, πόσο πιο πολιτικά πίσω από την πένα ενός άρθρου στην κυριακάτικη εφημερίδα, με ποια πνευματική τροφή τρέφεται και παράγει τόσα θρεπτικά συστατικά για τη δική μας κρίση....
 Δεν ξέρω-δεν απαντώ, γιατί μετατράπηκα σε βουβό κινηματογράφο με ένα χαζό και σαστισμένο χαμόγελο αμηχανίας μίας α-νόητης ύπαρξης.
-Πού γεννήθηκες?
-Στην πόλη των καταρρακτών
-Και η πόλη όπου εργάζεσαι πόσο μεγάλη είναι?
-έχει 38 καφετέριες
-ποια βιβλία μου έχεις διαβάσει?
-κανένα
-και από πού με ξέρεις?
-από την τηλεόραση που δεν έχω και τις επιφυλλίδες σας τις (συννεφιασμένες μου) Κυριακές
-μα αυτές είναι αστείες, δεν θεωρούνται σοβαρή παραγωγή
-τις γράφει όμως ένας σοβαρός παραγωγός
-και γιατί ήθελες να με γνωρίσεις?
-για τον ίδιο λόγο που μια τενίστρια θέλει να γνωρίσει τη Σαράποβα!(sic)
-γιατί πιστεύεις τόσο πολύ στο λόγο-την ομιλία κάποιου?
-επειδή δεν έχω εξασκηθεί στο να ακούω τον άλλον
-Θα σε ρωτήσω κάτι, επειδή δεν σε ξέρω, για να τσεκάρω το IQ σου..................................................................... (με πολύ γέλιο φυσικά)
-ΚΕΝΟ! Κουρτίνα! Κόκο μπλόκο! Δε θυμάμαι τι με ρώτησε, ούτε καν το θυμόμουν «όταν κατέβαινα τις σκάλες», πάντως σίγουρα θα τσέκαρε πως το IQ μου είναι IQ ραδικιού, μυρμηγκιού, βρακιού!
Δεν είχα να αποδείξω τίποτα! Δεν του είπα πόσο συμφωνώ, αλλά και πόσο διαφωνώ κάποιες φορές με τις τόσο καλογραμμένες απόψεις του, ακόμη κι όταν η συζήτηση πήγε πολλές φορές κατά κει. Δεν ανέφερα τίποτα για το νεύρο και την σπίθα που βγάζει η γραφίδα του στο χαρτί και που τόσο λατρεύω. Δεν επέμεινα σε διευκρινίσεις για θέσεις του οι οποίες μου φαίνονται ρομαντικές, ανέφικτες και αφηρημένες μερικές φορές, αλλά τόσο σπουδαίες, εάν υλοποιηθούν. Δεν του είπα ότι διάβασα πολύ παλιά βιβλία του, αλλά ήμουν τόσο ανώριμη που δεν μπήκα στο πνεύμα τους και περιμένω το πλήρωμα του χρόνου για να πιαστώ ξανά και πιο σοβαρά με κάτι τέτοια. Δεν του είπα ποιος με πόνεσε εξ αιτίας του. Δεν του μετέφερα καν το σκεπτικό μου περί πολιτικοποιημένης φύσης του Έλληνα το οποίο μοιάζει τόσο πολύ με το δικό του ή μπορεί και να διαμορφώθηκε από εκείνο. Και τέλος, δεν κατέθεσα την αποστροφή μου στα κόμματα τα σημερινά ούτε φυσικά εξήγησα το  γιατί.
Είπα λίγα. Αλλά με πολύ αυθορμητισμό, όπως εύστοχα πρόσεξε. Το μόνο που του εξομολογήθηκα με τον πληγωμένο εγωισμό μιας εξ ορισμού φελλο-λόγου ήταν ότι με εκνευρίζει που σε κάθε επιφυλλίδα του με έκανε παλιά να ανοίγω τουλάχιστον 30 φορές λεξικό και τελευταία το περιόρισα σε πέντε, για να μου απαντήσει πως ο ίδιος, ώσπου να τη γράψει, το ανοίγει τρεις και πως ο Ζήσιμος Λορεντζάτος του είχε πει κάποτε πως το τρεις είναι καλά. Εκείνος το άνοιγε δεκατρείς!
Παρήγορο, δε λέω, αλλά έμεινα στο να μην πω ΤΙΠΟΤΑ! Κι αφού τα κενά ήτανε μεγαλύτερα από τη συζήτηση, μου έμεινε η ανάμνηση ενός θορυβώδους καφωδείου στο κέντρο της μικρής μας πόλης, με θέα αθέατη, επειδή έφταιγε η κοινή μας οπτική, καθώς τρώγαμε κέικ με τυροπιτάκια, γελώντας και λέγοντας ανέκδοτα! Τελικά, είχε πλάκα να «μου παίρνει συνέντευξη» ένας τόσο ευφυής και αξιόλογος πνευματώδης Κύριος τέτοιου βεληνεκούς και να διαπιστώνει απλά ότι έχει μία θαυμάστρια που είναι ανίκανη να του αποδείξει το γιατί (το) είναι  (όπως λένε και πάλι οι φίλοι μας οι Γάλλοι)...

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Της Αγίας και Δαίμονος (Υ)Ιοκάστης!



Λέει η μάνα μου:

-Εγώ δε γέννησα κόρη! Την Lufthansa με την Aegean μαζί έκανα! Αλλού πατάει, αλλού πετάει, κι αλλού βρίσκεται!

...ναι! Αλλά πού βρίσκομαι, μάνα ο-έ-ο?

Δεν ξέρει! Κι ούτε και ρωτάει! Πού ήμουνα τόσον καιρό, τι κάνω, με τι ασχολούμαι, με τι δεν ασχολούμαι, δεν έχει πια ιδέα! Άλλωστε η κόρη μοιραία φεύγει. Πρέπει να φύγει! Πρέπει να απογαλακτισθεί και δη βίαια! Να κόψει σύρριζα τον ομφάλιο λώρο. Με το στανιό να μάθει να στέκεται στα πόδια της! Με το ζόρι να γίνει νοικοκυρά! Όπως και να είναι, πρέπει να αποδείξει πως φέρει επάξια τον ρόλο που της κληροδότησαν, πριν γεννηθεί. Να γίνει και όμορφη. Να έχει και θηλυκότητα. Οφείλει να εκπαιδευτεί για καλή σύζυγος, για καλύτερη μάνα και πλέον για ακόμη καλύτερη καριερίστρια με στιλ και πρεστίζ! Πρέπει τέλος πάντων να είναι αυτό που απεχθανόταν η σοφή Φραγκογιαννού!
Ο (υ)ιός όμως? Ένας (υ)ιός πάντα γυροφέρνει τη μάνα, όπως η σελήνη τη γη,  κι όσο δυνατός οργανισμός και να είναι, κάποια στιγμή θα «πέσει» από βαριάς μορφής (υ)ίωση! Έτσι είναι οι αγορομάνες! Θα φέρουν τον κόσμο από κάτω επάνω και vice versa για να κανακέψουν τον (υ)ιό, να τον δικαιολογήσουν, να τον ευχαριστήσουν, δεν θα κάνουν και ό,τι περνάει από το χέρι τους για να τον αυτονομήσουν, γιατί ο (υ)ιός χτυπάει λίγο ύπουλα. Και διαστροφικά. Η αυτονόμηση περιορίζεται στο κυνήγι. Ο (υ)ιός το μόνο που πρέπει να μάθει είναι να κυνηγάει... τη σωστή γυναίκα, συνήθως εκείνη που θα μοιάζει στης (Υ)Ιοκάστης, όχι στο τούτο της, αλλά στις συνήθειές της, στον τρόπο που μαγειρεύει και στον τρόπο που μαζεύει τις πεταμένες κάλτσες και τα σώβρακα από το πάτωμα, χωρίς να μιλάει, να γκρινιάζει και να βρίζει! Εάν τα χαρακτηριστικά του θηράματος παρεκκλίνουν απ’ της (Υ)Ιοκάστης αρχίζουν τα ντράβαλα. Η (υ)ίωση επιδεινώνεται σε πενθερίαση και αρχίζεις να πιστεύεις στις παρετυμολογίες του τύπου ότι η «πενθερά» είναι αυτή που πενθεί τον έρωτα!!!!!!!!!!!!!!!(sic) Εάν τον επέτρεψε ποτέ να συμβεί!
 Όχι βέβαια! Δε ζηλεύω! Πώς σου πέρασε κάτι τέτοιο από το μυαλό? Γιατί άλλωστε? Δεν έχω λόγο! Επί ίσοις ήταν και είναι όλα μεταξύ εμού και του μικρότερού μου αδερφού! Τα πάντα! Ποτέ δεν είχα τίποτε λιγότερο, ποτέ τίποτε περισσότερο! Στα σημεία ήτανε οι διαφορές μας. Κάτι σαν Άρης-Πάοκ! Απλά μου κάνει εντύπωση αυτή η έγνοια ώρες-ώρες σαν να δε βγήκε ποτέ του από την κούνια του! Και να πω πως δεν αυτονομήθηκε? Κι αν στρέψω το κεφάλι παραδίπλα, λίγο πιο κει, παρακάτω, βλέπω πολλά αντίγραφα της (Υ)Ιοκάστης, φωτοτυπίες της, μοντέλα εξελιγμένα σε νέα version, αλλά και σε αντίκα style, με τσεμπέρι στο κεφάλι ή με γόβα στιλέτο, ωστόσο αντίτυπο. Καμιά φορά και κακέκτυπο. Η Παναγία, η Ιοκάστη, του Κίτσου η μάνα ...... είναι όλες αρχετυπικές μορφές της μάνας που διατρέχουν όλη την βιβλιογραφία. Ωστόσο η μάνα (Υ)Ιοκάστη είναι πάντα μία! Απλά έχει πολλές όψεις. Σαν τον Τριαδικό Θεό. Τον τρισυπόστατο, που αν ποτέ δεν κατάλαβες στο σχολείο τον θεολόγο σου τι εννοεί, θα θυμάσαι το απιστεύτου: «Εκεί που σταματάει η λογική, ξεκινάει η πίστη!». Έτσι απλά και τελεσιγραφικά! Η Αγία, λοιπόν, αυτή μάνα, η γνωστή ως (Υ)Ιοκάστη, είναι επιεικής πάντα με τον (υ)ιό της. Με σκυμμένο το κεφάλι καταπίνει τις δουλειές που τις βγάζει στη μέση του πουθενά, σχίζεται οικιοθελώς να τον υπηρετήσει, ωστόσο όμως δεν είναι καθόλου το ίδιο με τη νύφη της, την οποία καραδοκεί στη γωνία. Σε περίπτωση δε, που αντιληφθεί ότι δεν περιποιείται «κατά πώς πρέπει» τον άντρα της (δλδ τον (υ)ιό της (Υ)Ιοκάστης), γίνεται από αγία δαίμονας! Ναι, ναι! Μιλάμε πάντα για την ίδια. Για εκείνη που σχεδόν πάντα έχει να σούρει για την πενθερά, όσα δεν έβαλε καν ο νους του αείμνηστου Παπαδιαμάντη!

Αλλέως και λαϊκιστί είναι αυτό που ακούγεται:

*Όλες οι Ελληνίδες μάνες μεγαλώνουν έναν γιο,  που δε θα ‘θελαν ποτέ να ‘χαν για άντρα τους!




*Άντε καλά! Σχεδόν όλες... μόνο μη νομίζει η καθεμιά πως είναι η εξαίρεση J




Μάνα Χρόνια Πολλά
Σ’ αγαπάω κι ας πάσχεις από (υ)ίωση
Θα θελα να ‘ξερα εάν ποτέ ο (υ)ιός σου θα σε θυμηθεί
στη γιορτή σου έστω μία φορά!!!
Ηλέκτρα




ΥΓ1: Για όσους δεν ξέρουν τι είναι η μάνα, ιδού:


 ΥΓ2: Και για τους λάτρεις της τέχνης να ένα πολύ ωραίο αφιέρωμα στην Ελληνίδα μάνα από το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων