Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Τι προτιμάς? Το Παραδοσιακός ή το Παραδομένος ?

Ήταν κάποτε ένα κοριτσάκι 17 χρονών, που προβληματιζόταν πάνω στο θέμα της «παράδοσης και της ιστορίας και πώς αυτά διαφυλάσσονται ΚΑΙ μέσα από την τηλεόραση». Ήθελε να γράψει έκθεση, λέει, στο σχολείο και –κλασικά- δεν ήξερε τι. Έψαχνε ολημερίς πληροφορίες στο internet και παρακολουθούσε τηλεόραση για να βρει στοιχεία, να πάρει ιδέες, να αποσπάσει γνώσεις. Αλλά εις μάτην. Ο προβληματισμός έδωσε τη θέση του στην απόγνωση και αυτός ο καθημερινός πιστός σαν τον σκύλο φίλος, η tv, ένιωσε πως την πρόδωσε. Κατάλαβε πως δεν είχε ΤΙΠΟΤΑ να της δώσει παρά ψήγματα…
Και μια φωνή, συνείδηση τη λέγαν, είπε:
«Κι αναρωτιέσαι τι είναι η παράδοση και ποια η ιστορία σου? Αν είναι ο Παρθενώνας και ο Περικλής, ο Ιουστινιανός και η Θεοδώρα, ο Διγενής Ακρίτας, ο Ερωτόκριτος,  ο Κολοκοτρώνης και η Μαντώ Μαυρογένους, ο Σεφέρης, ο Παπαδιαμάντης, ο Ελύτης και η Δημουλά? Οι χοροί σου, το λεβέντικο Τσάμικο και ο πολεμικός  Πυρρίχιος? Τα πανηγύρια σου? Το ιδίωμα που μιλούν στο χωριό σου? Τα πετσετάκια που σου ‘πλεξε η γιαγιά σου βγάζοντας τα μάτια της και τα έθαψε σε ένα σεντούκι για την προίκα σου? Η φασολάδα της μαμάς? Τα πασχαλινά τσουρέκια που ζύμωσε όλη η γειτονιά και σου ‘σπασαν τη μύτη, πειρασμός στη νηστεία σου? Τα μπουζούκια και τα ξενύχτια μέχρι πρωίας και η μεταμεσονύχτια μπουγάτσα ή ο πατσάς που στρώνει το στομάχι από τα ξίδια, η βοκαμβίλια με τα ασβεστωμένα σπιτάκια σε φόντο γαλάζιο, το χειροκρότημα στην παράσταση  «Αντιγόνη» στην Επίδαυρο, οι εκκλησιές του Αϊ-Λια στις κορφές των βουνών και τα κρεμαστά στα βράχια μοναστήρια? Αυτά είναι ναι, αλλά και…
Ο συνοφρυωμένος φιλόλογος Παπαγιαννόπουλος  που απαγγέλλει το «Ναυσικα, τ ν σ δε μεθμονα γενατο μτηρ;/εματα μν τοι κεται κηδα σιγαλεντα,/σο δ γμος σχεδν στιν…» στην ξενυχτισμένη Πετροβασίλη που «είχε τριάντα καλεσμένους και της μαθαίνανε κουν-καν», ο καρπαζοεισπράκτορας Τζανετάκος που επιμένει να μας πληροφορεί για το γάμο του αφεντικού του «αλλά δε μας το λέει», ο βλακέντιος Γκιωνάκης που ρωτάει αν «Θέτε Μπορντογκαλλάδα αμπό μπορντογκάλια», ο θρασύτατος υπάλληλος Ζήκος που στέλνει στο «Διάααλο» το κεφάλαιο πληροφορώντας το ότι «πάει στο γιατρό, γιατί έχει γίνει σα σουβλί και μπορεί και ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες» χωρίς να φοβάται την απόλυση και κοροϊδεύει τον «Βατραχονύσσ’» γιατί «κάτι τέτοιους στου χουριό τ’ τς πνίγουνι στου νιρουχύτ’ για να μη χαλάσ’ η ράτσα», η αφράτη Σαμιωτάκη που «τρώει πολύ για να ‘ναι αεράτη», το μαγαζί του Αθηνόδωρου Προύσαλη που έγινε «σαν δρόμος που του περνάνε καλώδια από τον ψηλό, όμορφο, βουτυράτο με την αψηλή τσιριμπίμ τσιριμπόμ», ο κατά φαντασίαν εφευρέτης Ξαρχάκος του οποίου η αυτόματη πόρτα δε βασίζεται στη λογική του φωτοκύτταρου αλλά στο άκουσμα του «Βαγγέλη» και η ανύψωση του αεροπλάνου στο «τράβα μαλλί-άσε μαλλί», τα αξέχαστα χαστούκια του νεοπροσληφθέντα καθηγητή της κλασικής φιλολογίας, Δημήτρη Παπαμηχαήλ,  που δεν ιδρώνει το αφτί του από τις «επιταγές» του «Θεμιστοκλέους Βεβαίως-Βεβαίως», ο διαχρονικός στην Ελλάδα υποψήφιος «Γκόοορτζος, Γκόοορτζος», η «κηδεμονευομένη μαθητρία της ογδόης, Λίζα Πετροβασίλη»-Βουγιουκλάκη που «δεν της κάνει πια η ποδιά», η σοφερίνα που παρακαλάει το Νίκο της «να φύγουνε, να φύγουνε» από το δικαστήριο, ο ψευτοαριστοκράτης Βουτσάς που «έχει κι ένα κότερο» και μας προσκαλεί «να πάμε μια βόλτα», οι στάμνες της θείας από το Σικάγο, ο Κωνσταντάρας που δεν εφαρμόζει το «Χούφτωσ’ την, χούφτωσ’την», ο Κωνσταντίνου που «δε θέλει να το πει το Πρόοφιτερολ αλλά να το φάει», η Σαπφώ Νοταρά που βλέπει ότι εκεί «μέσα γίνονται Σόδομα και Γόμορρα» … Αλλά και η «Στέλλα που πρέπει να φύγει» γιατί ο Φούντας «κρατάει μαχαίρι», κι ο Κούρκουλος που «δε θέλει άλλο κάρβουνο»
Είναι το Σάββατο το βράδυ που είχε νερό βραστό με την καραβάνα στο πετρογκάζ ή στη σόμπα για να κάνεις μπάνιο στη σκάφη πριν ξεκινήσει η ελληνική ταινία στη ΕΡΤ-1 και την χάσεις. Και την είχες δει πολλές φορές, την ίδια ταινία αλλά δε σε πείραζε. Δεν είχες καλωδιακή τηλεόραση, ψηφιακά κανάλια και πιάτα δορυφορικά, ούτε youtube… Είχες ένα κανάλι, σε ασπρόμαυρη τηλεόραση αναλογική, που έπαιζε μία ταινία την εβδομάδα. Δεν είχες επιλογή? Δεχόσουνα τους όρους που ορίζανε άλλοι στη διασκέδασή σου? Είτε έτσι είτε αλλιώς, οι ταινίες αυτές μπήκαν στην καρδιά σου, μονοπώλησαν τη σαββατιάτικη ζωή σου, έβαλαν το πηγαίο χιούμορ στο μυαλό σου, σου έμαθαν τι θα πει γέλιο, τι είναι ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η αποστροφή στο χυδαίο και σου δίδαξαν πώς να επικοινωνείς με την παρέα σου μιλώντας με ατάκες που μόνο ένας Έλληνας μπορεί να κατανοήσει…
Παράδοση είναι… αυτές οι ταινίες γιατί είναι διαχρονικές, αξεπέραστες και επίκαιρες. Παράδοση είναι να γνωρίζεις την υπόθεση, το τέλος της ταινίας αλλά κάθε φορά που την ξαναβλέπεις  είναι σαν να πρόκειται για πρώτη προβολή. Παράδοση είναι να γελάς πριν από την επικείμενη σκηνή που γνωρίζεις το περιεχόμενό της. Παράδοση είναι να γελάς με τις φιγούρες αυτών που ποιούν ήθος χάρη στο πηγαίο ταλέντο τους και όχι χάρη στους κοιλιακούς και τις πλαστικές προσώπου των όλως τυχαίως εξαιρετικών καλλονών. Παράδοση είναι ο Χρόνος! Παρεξηγημένος ο χρόνος! Δε φθείρει μονάχα αλλά εκτιμά και προσδίδει αξία. Σε κάποια πράγματα. Σε αρκετά πράγματα. Διυλίζει τα πράγματα, και ό,τι  αφήνει άθικτο στα βάθη των αιώνων, ό,τι παλιώνει αλλά ανεβάζει την αξία του, το αποκαλεί παράδοση: σαν τις αντίκες στις δημοπρασίες ή το παλιό κρασί.
Παράδοση όμως δεν είναι… όταν το γελοίο γίνεται συνώνυμο του γέλιου, όταν το πρόστυχο παίρνει τη θέση του  αστείου, όταν το συζυγικό κέρατο αποτελεί τον κανόνα και πάει να παραβγεί τον ηθικό αρραβωνιαστικό που φεύγει μετανάστης στη Γερμανία για να μαζέψει λεφτά για την αποκατάσταση της αρραβωνιάρας του, όταν ο χωρισμός και οι μονογονεϊκές οικογένειες είναι ο ορισμός και όχι η εξαίρεση, όταν η νοητική υστέρηση αποτελεί για τους «αρτιμελείς» και «διανοούμενους» αυτής της χώρας λόγο ξεκαρδίσματος μπροστά στην οθόνη, όταν η λογική της κλειδαρότρυπας έχει μονοπωλήσει το ενδιαφέρον σου, όταν προσέχεις το θόρυβο που προκαλούν μόνο οι άδειοι τενεκέδες αυτής της κοινωνίας, όταν η αφρόκρεμα, η ελίτ αυτού του τόπου είναι απλώς φελλοί, εξ ου και επιπλέουν, όταν δέχεσαι, αποδέχεσαι και καταδέχεσαι να συναγελάζεσαι με ανθρώπους μιας μάζας που απλώς μεμψιμοιρεί  στην καθημερινότητα, γιατί η κούραση σε εξαντλεί και δεν έχεις τι άλλο να κάνεις –αλίμονο!!!!- από το να δίνεις απλά το σχήμα του κορμιού σου στον καναπέ του σαλονιού σου με το δάχτυλο στη σκανδάλη-τηλεκοντρόλ σαν ετοιμοπόλεμος στρατιώτης σε αμυντικό ζάπιγκ, όταν δίνεσαι και παραδίνεσαι άνευ όρων σε μία διασκέδαση που αποφάσισαν κάποιοι άλλοι για σένα, χωρίς εσένα, γιατί κατάλαβαν ότι δεν έχεις τη δύναμη να αντισταθείς στο φθηνό χιούμορ, τον κακόγουστο και κιτς τρόπο διασκέδασης, γιατί αντιλήφθηκαν νωρίς πως το μυαλό σου καθοδηγείται και είναι εύκολο να σε αποτρέψουν από την ελεύθερη επιλογή και την πρωτοβουλία, γιατί σε έκαναν πρώτα ανήξερο, μετά ανίδεο και εν τέλει ανήμπορο.
Και ξέχασες τη ζωή, εγκλωβισμένος στις έγχρωμες 3D τηλεοράσεις των πολλών ιντσών. Δε θυμάσαι το πετυχημένο grafity «έγχρωμη tv, ασπρόμαυρη ζωή». Δεν κατάλαβες ότι αυτό το χαζοκούτι δεν παράγει πια αλλά αναπαράγει, δεν εκπέμπει αλλά αναμασά εκπομπές της προηγούμενης ζώνης, δεν πετάει αλλά ανακυκλώνει την είδηση που την πλασάρει αν όχι με το ίδιο αλλά με παρόμοιο περίβλημα λίγες μέρες μετά, και το μόνο που δημιουργεί είναι απλώς κακέκτυπα…
Αλλά γελάς: Επειδή τη βρίσκεις αστεία ή γιατί προσπαθείς απεγνωσμένα να βρεις το χιούμορ σου? Και παρακολουθείς: Επειδή είναι ενδιαφέρουσα ή γιατί προσπαθείς αγχωμένα να είσαι μέσα στα πράγματα? Και τη βρίζεις: Επειδή όντως «δεν έχει τίποτα» ή γιατί σε κάνει να μην αισθάνεσαι αγελαίος? Αλλά είσαι! Ή έγινες? Ή σε κάνανε? Τι σημασία έχει το λογικό Υποκείμενο? Σημασία έχει το παράλογο Κατηγόρημα
Αν δεν ξυπνήσεις από τον τηλεοπτικό λήθαργο, αν δεν καταλάβεις ότι η ζωή σου βρίσκεται έξω από την tv, αν δεν βρεις τη δύναμη να πατήσεις το off, θα παραδοθείς σε ό,τι θέλουν οι άλλοι να ξέρεις.
 Και επειδή δεν είμαστε προγονόπληκτοι, αγιοποιητές του παρελθόντος και πολέμιοι της τεχνοκρατίας αλλά δημοκράτες, τεχνολάτρες και αισιόδοξοι που πιστεύουμε στην ελεύθερη πρωτοβουλία της σκέψης απλά προτείνουμε:
Επίλεξε τι θα δεις, για ποιο λόγο θα το παρακολουθήσεις, πόση ώρα θα αφιερώσεις, ποια χρονική στιγμή θα το κάνεις και φυσικά τον τρόπο που θα το αφομοιώσεις! Φίλτραρέ το! Μη μασάς και καταπίνεις ό,τι σου πλασάρουν! Και προπαντός, φτύσε ό,τι δε σου χρειάζεται, ακόμα κι αν το μάσησες. Ποτέ δεν είναι αργά…
Γιατί διαγράφοντας την πορεία μας, γράφουμε την ιστορία μας. Εμείς και όχι οι άλλοι… Λέμε ναι στην « ελληνική παράδοση» αλλά όχι στην «άνευ όρων παράδοση»
Κοριτσάκι σε βοήθησα ή ου?

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

από το ΕργοΣτάσιο στη ΣτάσηΕργασίας

Πολλές φορές, πολλές στιγμές, ξαφνικές, στη μέση του ποτέ και στη μέση του πουθενά, σε στιγμές ηρεμίας, καθώς ποδηλατώ, προσπαθώντας να αποβάλω όλη την υπερένταση της δουλειάς,  πιάνω τον εαυτό μου υπό τη  μουσική υπόκρουση ενός ipod να θέλω να γράψω μια έκθεση σαν μαθητούδι του Δημοτικού!
        Να βάλω μέσα μια γιαγιά που συνομιλεί με τη γειτόνισσα για το πώς έφτιαξε τα φασο(υ)λάκια στη γάστρα, έναν παππού που κάνει βόλτα το εγγόνι του, έναν μπαμπά που περπατάει βιαστικά με το γιο του, ανθρώπους που πάνε κι έρχονται μέσα στο χρόνο, που περιστρέφονται γύρω από τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους, που γράφουν πολλά χιλιόμετρα στην προσωπική τους ζωή.
 Κι όχι μόνον ανθρώπους αλλά και κτίρια. Όπως το Εργοστάσιο της γειτονιάς μου! Το παλιό και κάποτε ένδοξο εργοστάσιο που κάποτε έσφυζε από ζωή! Κάποτε. Τώρα σκουριάζει μέσα στην καταθλιπτική ερημιά του και η μόνη ζωή που πλανάται στους χώρους του είναι οι σαύρες, οι κουκουβάγιες και τα φίδια που μπαινοβγαίνουν από τα σπασμένα πορτοπαράθυρα. Πού? Στο εργοστάσιο αυτό, όπου κάποτε μπαινοέβγαιναν  στους κόλπους του τρένα με βαγόνια που γεμίζανε και αδειάζανε φρούτα, παίρνοντας στη συνέχεια το δρόμο του εξωτερικού. Το τρένο δεν μπαίνει πια! Σηκώσανε απαγορευτικό οι αράχνες που σαν σύγχρονες Πηνελόπες υφαίνουν τον ιστό τους στις πόρτες περιμένοντας τι? Είκοσι χρόνια πέρασαν από κείνο το κάποτε. Ο Οδυσσέας είχε γυρίσει στην εικοσαετία, μα οι εργάτες του κάποτε δεν κάνουν να φανούν!
Οι Εργάτες!  Εκείνοι οι άνθρωποι του μεροκάματου με τα ροζιασμένα χέρια. Με τα χέρια τα σημαδεμένα από τα μικροατυχήματα της δουλειάς. Και η γιαγιά μου. Εργάτρια κι αυτή. «Πρωτεργάτρια» θα ‘λεγα! Κι αν δε δούλεψε όχι σ’ ένα, όχι σε δύο αλλά σε όλα τα εργοστάσια της περιοχής. Πήγαινε όπου είχε μεροκάματο. Αρκεί να έπαιρνε κάτι για τον κάματο της ημέρας. Κι εδώ μέσα? Εδώ κι αν δεν έριξε δουλειά, κι αυτή και όλοι  σ’ αυτό το εργοστάσιο που οι  πύλες  του είναι πια κλειστές και δε δέχονται κανέναν άλλον σήμερα παρά τους παράνομους επισκέπτες που έρπονται κάτω από αυτές ή που παραβιάζουν το FIR του εργοστασίου.
Πόσα άραγε μυστικά κρύβουν οι τοίχοι του? Πόσος ιδρώτας χύθηκε στα πατώματά του? Πόσα ταπεινωτικά λόγια των επιστατών αντήχησαν στις αίθουσές του? Πόση υποταγή στο δίκαιο του ισχυρότερου μαρτυρεί η ζωή του? Πόσα διπλά μεροκάματα μετρούν τα κρυφά βιβλία του? Όλα αυτά τα έκρυψε και τα ‘πνιξε ο χρόνος!  Τα πήρε μαζί της η σιωπή που σφράγισε το άδοξο τέλος του! Κι έμεινε απλώς στην ιστορία, να το μνημονεύουνε στα καφενεία οι παλιοί εργάτες, επιστάτες, εργοστασιάρχες.
        Σαν να μην μπορούνε να κάνουνε τίποτε πια για να το αναστήσουνε! Δεν έχει νόημα! Όσοι θεωρούσανε κάποτε τη δουλειά ευλογία, μέχρι πρό τινος κορόιδευαν λέγοντας πως δουλεύουν τα ρολόγια και οι βλάκες. Οι ίδιοι που έμαθαν να δουλεύουν από παιδιά ακόμα και με μισό μεροκάματο δίπλα στον εργάτη πατέρα τους, έφτιαξαν τα δικά τους παιδιά από «βούτυρο» και όλα τα κομφόρ. Εκείνοι που πάλευαν με τα διπλά μεροκάματα και έφτιαξαν κάποτε μία περιουσία, την έφαγαν με τον πιο ξιπασμένο τρόπο με αγορές-δείκτες μεγαλομανίας…
        Και καθώς σκέφτομαι έξω από το Εργοστάσιο, πάνω στο ποδήλατο, αφαιρέθηκα… Με κορνάρανε! Θα με πατούσανε! Και έκανα στην άκρη… και τότε συγκεντρώθηκα και άρχισα να «προσέχω» τα αυτοκίνητα που περνούσανε: ήταν μια BMW σειρά 5, ένα Porsche Cayenne, ένα άλλο BMW Z4, μια Mercedes CLC Sport Coupe, μια Maserati Quattroporte και άλλα παρόμοια. Είχανε κοινή κατεύθυνση. Πάρκαραν λίγο πιο πέρα: εκεί που είναι οι καφετέριες μαζεμένες κι όταν θες να πιεις καφέ δεν βρίσκεις κάθισμα!
Πέρασα κι εγώ με το ποδήλατο μετά από λίγο και ένιωσα μιαν ανακούφιση! Είπα κι εγώ! Επειδή κλείσανε τα εργοστάσια πάει να πει πως ερήμωσε και η πόλη μας? Όχι βέβαια! Η νέα γενιά είναι εδώ! Δουλειές μπορεί να μην έχει αλλά ξέρει καλά πώς να ζει σε βάρος της προηγούμενης, να τρώει από τα έτοιμα και να γεύεται τους καρπούς των κόπων όλων όσοι κάποτε έσταξαν ιδρώτα σε εκείνα τα εργοστάσια! Άλλωστε πού να τρέχουν τώρα? Αφού πια δουλειές δεν υπάρχουν!

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Μια νύχτα επισκέφθηκα το σπίτι MOY!

«Κάθε φορά μπαινοβγαίνεις σαν κλέφτης», «Εμείς δε σε βλέπουμε ποτέ», «Όλο οι άλλοι έχουνε προτεραιότητα» «θα μας χάσεις και τότε θα μας αναζητάς»… Αυτά είναι λίγα από τα παράπονα της δικής μου μάνας όλα αυτά τα χρόνια από τότε που «έφυγα» από το σπίτι. Πρόσθεσε κι άλλα αν θες, με βάση τα όσα λέει η δική σου! Κι αυτή της η επιμονή, να υπενθυμίζει μονίμως την επικείμενή της  απώλεια από τη ζωή (σου), που είναι τόσο φυσική αλλά τόσο απάνθρωπη,  σου την περνάει σαν εμμονή, χειριστή των κινήσεών σου, πυξίδα των αποφάσεών σου.
        Απογαλακτίζεσαι νωρίς (θες να πιστεύεις!), ανοίγεις τα φτερά σου, φεύγεις, μα δε βρίσκεις ποτέ τη δύναμη να πας μακριά. Δεν τολμάς να ξεμυτίσεις, ξαναγυρίζεις. Κι αν δεν γυρίσεις, το νου σου θα τον έχεις πάντα εκεί, κοντά σ’ αυτήν που σε γέννησε, σε ανάθρεψε, σε λάτρεψε όσο κανείς, κι ας διεκδικεί ο έρωτας της ζωής σου τα πρωτεία στη λατρεία!
Παίρνοντας το δισάκι μου στον ώμο, μαζί με την οδοντόβουρτσα, τις πυτζάμες και μια λαχτάρα να φωλιάσω στο παιδικό μου το κρεβάτι-σημειολογικό άλλοθι περί (δήθεν) αποκοπής του ομφάλιου λώρου απαρνήθηκα το δικό μου σπίτι, και «επισκέφθηκα  νυχτερινώς» το σπίτι των γονιών μου: λίγο από τάσεις αλλαγής, λίγο από τάσεις ενοχής, πολύ από νοσταλγία και επιδιωκόμενη ευτυχία, τρύπωσα στο πατρικό  μου και καταχώνιασα στο δωμάτιό μου που ήταν σε κατάσταση όπως την είχα απαιτήσει: εκεί καταλαβαίνεις ότι οι μάνες έχουν ένα τέτοιο και τόσο  διαστροφικό ίδιον: να υποτάσσονται εκουσίως και ασμένως σε όποια παράλογη και ατίθαση επιθυμία, εκπεφρασμένη ή μη, έχεις ως παιδί της! Θα λιώσουν, θα φέρουν τα πάνω κάτω, θα στερηθούν, θα παρακάμψουν το «εγώ» και το «υπερεγώ» τους προκειμένου να υπηρετήσουν τα «θέλω» και τα «απαιτώ» σου.
 Όπερ και εγένετο! Η σόμπα αναμμένη, το μονό κρεβάτι μου στρωμένο, σαν φωλίτσα, όπως μας έλεγε όταν ήμασταν μικρά, και φυσικά ο φυσικός χυμός στυμμένος, το έπαθλό σου, μια προσφορά της ικανοποίησης της, όταν σε βλέπει να διαβάζεις και να την υπακούς.
Μα η κούραση με πρόδωσε. Δε μ’ άφησε να «έχω τα μάτια μου ανοιχτά», να παρατηρώ καθετί που έκανε, που έλεγε, που τραγουδούσε και να το τυπώνω, να το αποτυπώνω, να το εξετάζω και να το υιοθετώ. Κοιμήθηκα! Από υπερφίαλη δόξα ότι ό,τι ήταν να μάθω το έμαθα? Από φυσιολογική της ηλικίας μου τάση να κρίνω και να απορρίπτω? Από πεποίθηση πως ξέρω πολλά, δε θέλω άλλα? Από απλή εξάντληση των δυνάμεων που με εγκατέλειπαν κατά την κατάκλιση? Δεν έχει και πολλή σημασία. Κοιμήθηκα!
Και η επόμενη μέρα με βρήκε σε στάση εμβρυακή, κουλουριασμένη σαν στον αμνιακό μου σάκο, πάνω σε ένα κρεβάτι και ένα δωμάτιο κρύο που δεν έμοιαζε σε τίποτε το δωμάτιο της περασμένης νύχτας! Ήταν γιατί η σόμπα είχε πια σβήσει, σκέφτηκα αρχικά! Αλλά έπεσα έξω: ήταν γιατί η μαμά είχε φύγει στη δουλειά, τελικά!
Και το σπίτι κρύωσε…
Καλημέρα Μαμά!

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

(Το) «παίζουν» στα δάχτυλα!

Όλα τα πεζοδρόμια  είχαν γραμμένους με κεραμίδι αριθμούς  από το ένα ως το οχτώ. Οι πλακουτσωτές πέτρες ήτανε συνήθως στοιβαγμένες στην άκρη του δρόμου μετά από ισχυρές συγκρούσεις με την μπάλα στο «τζαμί». Το ψιλικατζίδικο στη γωνία του κυρ-Φώτη πουλούσε βρακολάστιχο με το μέτρο όχι μοναχά στις γιαγιάδες μας που μπάλωναν παλιές φόρμες με  φθαρμένα λάστιχα. Ο κυρ-Κώστας με τα είδη κήπου και θερμοκηπίου δεν έδινε σχοινί μόνο στους αγρότες για να δέσουν τα δέντρα στο μπόλιασμα, ενώ τα ποδήλατα αποτελούσαν το must όχημα κάθε ανήλικου κατεργάρη που ήθελε «να έχει πρόσωπο» στην τσακαλοπαρέα της γειτονιάς του. Δεν το αγόραζε κατά τις επιταγές της οικολογικής του συνείδησης και της «πράσινης μόδας». Οι «κούνιες» στις παιδικές χαρές δεν ήταν κατ’ αποκλειστικότητα των μικρών παιδιών που τις απολάμβαναν κουνιστά-λυγιστά ως έπαθλο από την «τρελαμένη» μάνα που έτρεχε από πίσω τους με το μπολ και το κουτάλι στο χέρι. Αν, δηλαδή, κατάφερνε το μικρό της να φάει μία για το μπαμπά (κουταλιά), μία για τη μαμά και μία για το θείο το Μήτσο (!!!), εκείνη το ‘βγαζε στην παιδική χαρά! Αντιθέτως, ΚΑΙ πολλά παιδιά-γαϊδούρια οργανώνανε αγώνες σε αυτές για το ποιος θα κάνει το πιο μακρινό πέταγμα.
Αλλά τώρα πια περνώ από τη γειτονιά μου και τη βλέπω άδεια. Δυο τρία παιδάκια μετά βίας, κι αυτά παιδάκια οικονομικών μεταναστών κάνουν υπεράνθρωπες προσπάθειες να γεμίσουν το πάρκο με ξεφωνητά. Μα δεν μπορούν! Δεν αρκούν! Δεν τα καταφέρνουν! Η παρέα τους δεν έχει εκτόπισμα! Δεν είναι  ΤΣΑΚΑΛΟπαρέα. Η οργουελική τους μάνα,  ως Μεγάλος Αδερφός, παρατηρεί από την άλλη γωνία την κάθε τους κίνησή, γιατί ο κίνδυνος, που λέγεται αμάξι μεγάλης ταχύτητας, παιδεραστής ή πωλητής οργάνων, καραδοκεί και στην πιο αθώα γειτονιά (υπάρχει?) ενός χωριού-κουκκίδα στο χάρτη. Τίποτε δε θυμίζει το τότε!
Σε μας οι γονείς δεν ήτανε επόπτες αλλά συμπαίκτες! Στη δική μου γειτονιά έπαιζαν μαζί μας «τζαμί» κάθε απόγεμα σε ένα ανείπωτο ραντεβού μετά τις 7.00 τα καλοκαίρια. Όχι για να επιβλέπουν αλλά για να νιώσουν και κείνοι παιδιά. Και παίζανε και «μήλα» και «ένα-δύο-τρία κόκκινο φως» και «ψείρες»! Αλλά στο «κυνηγητό» και στο «κρυφτό» δε συμμετείχαν. Ούτε στο «τρέξιμο» και τους «αγώνες» που διοργανώναμε με τα ποδήλατα! Ούτε στη «μακριά γαϊδούρα» που ήθελε μια μέση-λάστιχο! Είχαν οριοθετήσει τα χόμπι τους με βάση τις σωματικές αντοχές τους. Κι αν καμιά φορά τους συνέπαιρνε η παιδική ψυχή τους ήταν από αυθορμητισμό και χαβαλέ που έκαναν μεταξύ τους.
Εμείς πάντως συνεχίζαμε… Τα κοριτσάκια κυκλοφορούσαμε με ένα λάστιχο  στη τσέπη και με την πρώτη ευκαιρία το ξετρυπώναμε δείχνοντάς το στις φίλες μας που σημειολογικά ήτανε  πρόταση για παιχνίδι, μόλις σχηματίζαμε τουλάχιστον τριάδα.  Αλλιώς, αν τριάδα δε συμπληρωνότανε και ο καιρός δε συνωμοτούσε, ουδείς αναντικατάστατος! Μία καρέκλα ήταν αρκετή μέσα στο σπίτι να παριστάνει τον στυλοβάτη και να μας βοηθήσει να μη χάσουμε το πολυπόθητο παιχνίδι, το «λάστιχο». Κάτω, γόνατο, γοφούς, μέση, μασχάλες, λαιμός και για τους άλτες εις ύψος ΑΕΡΑΣ! Το «σχοινάκι», άλλος λατρεμένος φίλος, διπλό ή τριπλό, με βαρίδιο ή όχι καταμεσής, με λαβές ξύλινες ή άνευ στις άκρες, μονοπωλούσε στα σχολικά διαλείμματα και τα μετασχολικά απογεματινά. Με ζευγάρια ή κατά μόνας, έπρεπε να μη σταματάς να χοροπηδάς μέχρι τελικής πτώσεως! Λάστιχο ή σχοινάκι, το αριθμητικό ήταν κοινός παρονομαστής!
Και για τους πιο intellectuelle είχαμε τις μέρες θεάτρου: αποσπάσματα ή έργα ολόκληρα του Ψαθά, φιλοξενούνταν στο Ανθολόγιο του Δημοτικού κι αν ήξεραν τη μοίρα τους θα τρόμαζαν! Δε ανέβηκαν μόνο στο θέατρο της Κοτοπούλη ή στο Βασιλικό από σκηνοθέτες διεθνούς φήμης αλλά από παιδιά δημοτικού που στήνανε μια σκηνή στο γιαπί της γειτονιάς και είχανε για σκηνικά τις κλούβες και τα τελάρα του μπαμπά από το χωράφι που σαν τεράστια lego έπαιρναν όποια μορφή ήθελε να δει –με περισσή φαντασία βεβαίως- το μάτι του σκηνοθέτη-ενδυματολόγου-υποβολέα-σκηνογράφου-….όλα τα έκανε! Βάζαμε και είσοδο. Δεν ξέρω γιατί! Για τα έξοδα της ανέξοδης παράστασης! Έτσι, επειδή αλλιώς δε θα είχε νοστιμάδα!
Κι άλλες φορές παίζαμε και μαγαζιά! Γυναίκες γαρ! (είμαι σίγουρη άλλοι λένε γρρρρρρ (!!!) σκέτο, χωρίς το α ανάμεσα!). Βέέέέέβαια! Από μικρή ηλικία καλλιεργείται ο θηλυκός-θρυλικός καταναλωτισμός! Πουλούσαμε πραμάτεια από το σπίτι, κανά γλυκάκι, κανά παλιό λικέρ που αράχνιαζε στο καλό σαλόνι που άνοιγε μόνο στις γιορτές και κανά σοκολατάκι από τη φοντανιέρα της μαμάς. Κι έψαχνε μετά αυτή να βρει πού πήγαν! Μάντεψε!
Κι αφού το παιχνίδι τελείωνε, έπρεπε να τους βάλω όλους για ύπνο και μετά να γυρίσω σπίτι. Η τελευταία από τη γειτονιά. Η μαμά φώναζε (κλασικά!!!) ότι πάλι είχα αργήσει, ότι δεν αφήνα χρόνο να διαβάσω κανένα λογοτεχνικό και τέτοια! Πού να της εξηγούσα τώρα ότι εγώ ήμουν ευτυχισμένη που χόρτασα παιχνίδι με τους φίλους μου και πως ΖΟΥΣΑ αλλιώτικη ζωή έξω από τα βιβλία.
Και μου έλεγε ακόμα η μάνα μου πως δεν έβαζα δράμι, πως ήμουν πετσί και κόκκαλο και η φίλη μου με φώναζε «σαμιαμίδι», «ακτινογραφία με πόδια» και τέτοια! Και πώς όχι? Από πού κι ως πού να πάρω κιλό? Τη ζωή μου τη θυμάμαι γεμάτη παιχνίδι, κίνηση στα όρια της υπερκινητικότητας, γεμάτη δράση (που τη σήμερον κατέληξε σε αντίδραση εν γένει- ΑΣΧΕΤΟ!) και για φαΐ? Ούτε λόγος φυσικά! Μοναχά τα παγωτά με νοιάζανε, γιατί κάναμε κόντρες ποιος θα φάει τα περισσότερα άμα τη ενάρξει της θερινής περιόδου που θεωρούνταν η Πρωτομαγιά και για τους πιο extreme  η 25η Μαρτίου μετά την παρέλαση φυσικά! Και δεν ήμουν ως ισχνή η εξαίρεση. Αλλά ο κανόνας! Είχαμε και σε κάθε παρέα έναν χοντρό ή και μια χοντρή. Αλλά ήτανε δακτυλοδεικτούμενος/-η!
Κι όταν μεγάλωσα και σταμάτησα να έχω τα γόνατά μου γρατσουνισμένα (-terminus post quem ότι μπαίνω στην εφηβεία) πίστεψα πως έδωσα τη σκυτάλη σε σπουδαίους αντικαταστάτες: μικρούς φίλους που πάνε στο δημοτικό και ξεχύνονται στις αλάνες για παιχνίδι μετά το τελευταίο κουδούνι. Μα δυστυχώς οι μικροί φίλοι έγιναν μικρομέγαλοι, καρικατούρες των απωθημένων των γονιών τους στις γλώσσες, στα ωδεία, στο μοντέρνο χορό. Τρέχουν, αλλά όχι σε αλάνες, μα μέσα σε κουτιά τσίγκινα με τέσσερις ρόδες, για να προλάβουν, όχι μη φύγουν οι φίλοι τους από τη γειτονιά σε καμιά άλλη και δεν τους βρουν (άλλωστε θα τους στείλουν μήνυμα), αλλά για να προλάβουν το χρόνο που τρέχει σαν παλαβός και δεν προφταίνουν… Κι αυτός  ο σωματότυπός τους, να πάρει, δεν τα βοηθάει. Τα κάνει δυσκίνητα. Δεν μπορούν να τρέξουν, γιατί το υπέρβαρο είναι πια ο κανόνας και όχι η εξαίρεση! Άλλωστε πώς να μην είναι παχύσαρκα τα παιδάκια σήμερα? Αφού, όταν λένε ότι παίζουνε, εννοούνε απλά τα παιχνίδια που παίζονται με τα δάχτυλα πατώντας απλά πλήκτρα. Τα «κακέκτυπα πιανίστα» ωστόσο, παίζουν τόσο γρήγορα, που θα τους ζήλευε και ο πιο γρήγορος τζαναμπέτης της αλάνας μιας άλλης εποχής! Ασκούν, λέει, το μυαλό τους και ό,τι έχει σχέση με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια?........το παίζουν στα δάχτυλα!