Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

Θεσσ…αλωνίζοντας!!


Ραντεβού (κλασικά) ως φοιτητές στην καμάρα. Ο φίλος μου ο Αντώνης έμενε κοντά στην Ευαγγελίστρια. Ο φίλος μου ο Απόστολος είχε το δικηγορικό του γραφείο στην Κομνηνών. Εγώ έμενα δέκα ολόκληρα χρόνια στην Παπάφη. Το στέκι μας  ήτανε χρόόόόνια στο Καρντού απέναντι από το Λευκό Πύργο. Το πάρκινγκ της πλατείας Ελευθερίας φιλοξενεί χρόνια ολόκληρα το αμαξάκι μου, όταν το κατεβάζω στο κέντρο. Στη Ναβαρίνου κόβω άλλοτε σκόπιμα και άλλοτε άσκοπα βόλτες! Την Τσιμισκή την γνωρίζω μόνο για τα καταστήματα της, ενώ η Αριστοτέλους είναι για μένα απλά η ωραιότερη πλατεία της Θεσσαλονίκης! Αυτά και άλλα πολλά ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ σημεία της πόλης περνάνε από μπροστά μου τόσο ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΑ που δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να εξετάσω σε βάθος αυτήν την πόλη που ΝΟΜΙΖΑ ότι την έζησα για τα καλά. Αλλά νόμιζα…
Έχω γυρίσει τόσες πόλεις και χωριά στον κόσμο, παραμάσχαλα με έναν τουριστικό οδηγό. Ξεποδαριάστηκα επισκεπτόμενη το κάθε μουσείο τους, σημαντικό ή ασήμαντο και στη Θεσσαλονίκη επισκέφτηκα μοναχά με το σχολείο αυτά στα οποία με πήγαν. Διάβασα για ναούς γοτθικού ρυθμού, σήματα κατατεθέντα της μεσαιωνικής Ευρώπης αλλά δεν εντρύφησα στο στολίδι αυτής της πόλης, τον Άγιο Δημήτριο. Μπορεί να αγόρασα μινιατούρες για τον Πύργο του Άιφελ ή για το Κολοσσαίο αλλά δεν έχω ούτε μια κάρτα με τον Πύργο το Λευκό. Και ενώ μπορεί να πόζαρα μπροστά σε αγάλματα που δε θυμίζουν πια σε μένα τουλάχιστον τίποτε περισσότερο από την Αναγέννηση, διαπίστωσα πως δεν πήρα χαμπάρι για το άγαλμα του Κασομούλη στην Αγγελάκη.
Ποτέ δεν είναι αργά! Τηλεφωνώ στη φίλη μου τη Μαρία, αιρετική από τα γεννοφάσκια της και της ξεστομίζω την ιδέα μου. Δε θα μπορούσε να αρνηθεί σε μία τόσο δελεαστική πρόταση. Για να εγκλιματιστούμε καλύτερα, της προτείνω να μείνουμε για ένα τριήμερο σε ένα ξενοδοχείο της πόλης! Κρίση μετά σου λέει! Ε και? Άλλοι τρέχουν αυτές τις μέρες στην Κων/πολη ή στην Πράγα! Εμείς τουλάχιστον δε θα ‘χουμε αεροπορικά στα έξοδά μας! Κατά τ’ άλλα, της υποσχέθηκα πως θα κάνουμε αυτό ακριβώς που κάνουν οι άλλοι στην Πράγα!
Ετοιμάζουμε βαλίτσες, ξεχνάμε τα σπίτια μας και οδεύουμε προς  το ξενοδοχείο, φθηνό αλλά αξιοπρεπές! Με τον τουριστικό οδηγό στο χέρι κάνουμε πλάνο. Το ξενοδοχείο μας βρίσκεται πάνω από την Αριστοτέλους! Από δω θα ξεκινήσουμε: από την ομορφότερη πλατεία της Θεσσαλονίκης, δημιούργημα της Διεθνούς Επιτροπής Σχεδιασμού με πρόεδρο τότε τον Αρχιτέκτονα Ερνέστ Ερμπράρ, που κλήθηκε να σχεδιάσει την πόλη μετά την πυρκαγιά του 1917. Η πλατεία Αριστοτέλους μαζί με την Πλατεία Δικαστηρίων, όπου επρόκειτο να φιλοξενηθούν όλα τα δημόσια κτίρια της πόλης, ορίστηκαν να ακολουθήσουν το νεοβυζαντινό στιλ. Με αρκετές τροποποιήσεις των αρχικών σχεδίων η πλατεία πήρε τη μορφή που βλέπουμε σήμερα. Περνώντας βιαστικά έξω από το ζαχαροπλαστείο του Τερκενλή, μας σπάει τη μύτη η μυρωδιά απ’ τα τσουρέκια. Τσεκάρουμε να επιστρέψουμε στο γυρισμό από την ίδια διαδρομή για να τσακίσουμε ένα οι δυο μας. Οι τύψεις των θερμίδων δεν έχουν δικαίωμα στις διακοπές. Βαδίζουμε προς τα Δυτικά. Στάση στο Ut Kapan (Καπάνι) και στο Μοδιάνο για μια φωτογραφία, όπως έχουν όλοι οι τουρίστες και ακριβώς δίπλα, στο Γιαχουντί Χαμάμ, δημόσιο λουτρό από την εποχή της τουρκοκρατίας (τέλη 15ου αιώνα). Ααα! Δεν είναι ανοιχτό για το κοινό! Κρίμα!  Μια στιγμή! Βγάλε με μια φωτογραφία εδώ στο Μπεζεστένι της Θεσσαλονίκης. Δεν είχα προσέξει ποτέ τους τρούλους.
Κατεβαίνοντας πεζή την οδό Βενιζέλου, στεκόμαστε μπροστά στο γλυπτό του Β.Δορόπουλου, στο σημείο που δολοφονήθηκε το 1963 ο Γρ. Λαμπράκης, βουλευτής τότε της ΕΔΑ. Λέω να μπούμε και στον Ι.Ν.του Αγίου Μηνά που διαθέτει εικόνες με πολύ εμφανή την επιρροή από τη ρωσική σχολή. Φυσικά δεν θα μπορούσαμε να παραβλέψουμε το Εβραϊκό μουσείο, στην ίδια οδό. Κοίτα να δεις που από δω περνάω σχεδόν κάθε Σάββατο για να πάω στα μπαράκια της Βαλαωρίτου κι αυτό δεν το είχα πάρει είδηση. Και φτάνουμε στην Πλατεία Ελευθερίας, η οποία, όπως διαβάζω στον οδηγό, σχεδιάστηκε επίσης από τον Ερμπράρ. Είναι συνδεμένη με το εβραϊκό ολοκαύτωμα, αφού εκεί ο αξιωματικός των Ες-Ες, Αλοΐς Μπρούνερ συγκέντρωνε τους Εβραίους για να τους στείλει στο Άουσβιτς με το τρένο. Επίσης όμως η πλατεία αυτή αποτελεί τον πρώτο χώρο στάθμευσης της πόλης αλλά και το οικονομικό της κέντρο, καθώς εκεί συγκεντρώνει πάρα πολλές τράπεζες! Ώστε αυτό το περίεργο κτίριο με τα οθωμανικά παράθυρα και τον μικρό πύργο στην ταράτσα  είναι το μέγαρο Στάιν, οικοδομημένο από το 1908 με αρχιτέκτονα τον Ερνστ Λεβί, ενώ το κτίριο που φιλοξενεί την Τράπεζα της Ελλάδος διαβάζω πως αποτελεί κτίριο Νεοκλασικού ρυθμού, όπως και αυτό της Alpha Bank αλλά με πολλά διακοσμητικά στοιχεία από την Αρ Νουβό.
Από την πίσω μεριά, σεργιανίζουμε τα καλντεριμάκια στα Λαδάδικα, περιοχή όπου γνώρισε δόξες το χονδρεμπόριο κατά το 19ο αιώνα και που μετά την εμπορική παρακμή του με κοινή απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού και του Δήμου Θεσσαλονίκης ανακηρύχθηκε ολόκληρη διατηρητέα! Ευτυχώς! Από την άλλη η ανάδειξη της Θεσσαλονίκης σε ευρωπαϊκή πολιτιστική πρωτεύουσα το 1997 μας άφησε μία πολύ πλούσια πολιτισμική προίκα. Στα Λαδάδικα, στεγάζεται το Μουσείο αρχαίων, βυζαντινών και μεταβυζαντινών μουσικών οργάνων, κατασκευασμένων με βάση τις φιλολογικές και εικαστικές μαρτυρίες. Η περιπλάνηση στη Λέοντος Σοφού μας θυμίζει πως υπάρχει και η άλλη Θεσσαλονίκη, εκείνης που δεν έχει σχέση με το μπετό, το τσιμέντο και τα σίδερα. Μιας Θεσσαλονίκης γεμάτης ιστορία, γούστο και πολιτισμό.
Ήξερες εσύ τι είναι αυτό το τείχος πίσω από το οποίο παρκάρουμε στα Δικαστήρια? Δεν έχει σχέση, λέει, με τα παλιά Βυζαντινά κάστρα, αλλά είναι του Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Το τείχος καταλήγει στον Πύργο, γνωστό ως Τοπ Χανέ, που βρίσκεται σε καλή κατάσταση γεμάτο προμαχώνες και πολεμίστρες, πράγμα λογικότατο, αφού εκεί ήταν η είσοδος της πόλης, εξού και το λιμάνι!
Πλατεία Βαρδαρίου! Πάμε γρήγορα! Κακόφημη περιοχή! Μια στιγμή όμως! Μήπως να περνούσαμε από το Μουσείο Ύδρευσης? Μηχανολόγοι μπορεί να μην είμαστε για να μάθουμε όλες τις λεπτομέρειες περί μηχανισμών άντλησης νερού και πετρελαιομηχανών πρώτης και δεύτερης γενιάς αλλά νομίζω πως έχει εγκυκλοπαιδικό τουλάχιστον ενδιαφέρον να δούμε αναλυτικά τον τρόπο παραγωγής ατμού για την κίνηση ατμομηχανών. Ε! Και επί τη ευκαιρία, μιας και πιάσαμε τις ατμομηχανές, εντελώς συνειρμικά και συμπτωματικά λόγω περιοχής δεν πεταγόμαστε στο Μουσείο Σιδηροδρόμου στη Μοναστηρίου? Ξέρεις ότι εκεί εκτός από στολές σταθμαρχών, όργανα, γραφεία και βιβλία αρχείων με τα δρομολόγια της Ελλάδας και όχι μόνο φιλοξενείται και ένα αυθεντικό βαγόνι-εστιατόριο του θρυλικού Orient Express?
Στη δε Σταυρούπολη, λέει, βρίσκεται το μεγαλύτερο στρατιωτικό νεκροταφείο της Ελλάδας από τον Πρώτο Παγκόσμιο. Και αν αναρωτιέσαι προς τι η (μακάβρια) όρεξη για επίσκεψη σε νεκροταφείο, θα σου πω πως έχει να κάνει όχι με τη μελαγχολική πλευρά του εαυτού μου αλλά με την άγνοια που δέρνει τόσο όλους τους Θεσσαλονικείς ακόμα και τους κατοίκους της περιοχής που δεν γνωρίζουν βασικά πράγματα της ιστορίας όπως ότι οι νεκροί στρατιώτες είναι θαμμένοι κατά εθνικότητα και ότι κάθε περιοχή έχει το παρεκκλήσι της, φιλοξενεί χιλιάδες ξένους που έρχονται να βρουν κάποιον δικό τους που έπεσε εδώ κατά τον πόλεμο και ότι κάθε που γαλλικό πολεμικό πλοίο μπαίνει στο λιμάνι της πόλης, στέλνει στρατιωτικό άγημα για να αποτίσει φόρο τιμής στους γάλλους στρατιωτικούς, ενώ οι οικογένειες Σέρβων που έχασαν δικό τους άνθρωπο επισκέπτονται το νεκροταφείο χρόνο παρά χρόνο με τιμητικές εκδηλώσεις στη μνήμη τους!
Και μια που φτάσαμε Σταυρούπολη, πάμε μια βόλτα μέχρι το Μουσείο Σύγχρονης τέχνης στη Μονή Λαζαριστών. Είμαστε απαράδεκτες. Εδώ ερχόμαστε μόνο για παραστάσεις και συναυλίες! Εμείς μόνο το Τελλόγλειο ξέρουμε για μουσείο σύγχρονης τέχνης και τούτο γιατί «σκοντάφτεις» επάνω του. Αλλιώς…
Φτάνει για σήμερα! Αρκετά! Ξεποδαριαστήκαμε αλωνίζοντας τη δυτική Πλευρά. Πάμε να ξεκουραστούμε και θα κεράσω ουζάκι το βράδυ στο Τσινάρι. Έτσι, να θυμηθείς τα παλιά και μια γωνιά που μοιάζει παρακμή αλλά είναι αυθεντική. Και λέω να πάμε για κουλουράκι σαλονικιώτικο στο φούρνο εκείνον τον γνωστό, πίσω από τη Βίλκα, κοντά στο Μύλο μωρέ, εκείνα τα παλιά εργοστάσια που κάποιοι ευφυείς τα μετέτρεψαν σε πολυδύναμα πολιτιστικά κέντρα, χωρίς να αλλάξουν τίποτα στην εξωτερική και στην εσωτερική τους φυσιογνωμία…
Το πρωί θα κατηφορίσουμε από το άγαλμα του Βενιζέλου κι αφού επισκεφθούμε το Μπέη Χαμάμ, χτισμένο από το 1444, το αρχαιότερο στην Ελλάδα, γνωστά και ως «Λουτρά Παράδεισος», θα σεργιανίσουμε στο βιβλιοπωλείο του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων, δίπλα στον Ι.Ν. της Παναγίας των Χαλκέων που πήρε το όνομά της από τους χαλκωματάδες που είχαν το σινάφι τους τριγύρω. Πιο πάνω λέω να περιηγηθούμε στη Ρωμαϊκή αγορά, για να πάμε στο Μπιτ Παζάρ ή αλλιώς την Πλατεία Αβυσηνίας για να χαζέψουμε στα παλαιοπωλεία . Το Τζαμί Χαμζά Μπέη είναι αυτό που βρίσκεται μπροστά στη στάση Αλκαζάρ, ενώ το Δημαρχείο της πόλης φιλοξενείται, όπως διαβάζουμε στον οδηγό, στο κτίσμα Καραβάν Σαράι και το Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, γνωστό ως Διοικητήριο είναι ένα κτίριο χτισμένο από το 1891, προορισμένο, τότε, να στεγάσει τις αρχές του Οθωμανικού κράτους.
Ανηφορίζουμε προς την Άνω Πόλη, τη γεμάτη γραφικά σπιτάκια με χαγιάτια, καλντεριμάκια, μονές και ιστορικές εκκλησίες, δημόσια λουτρά, οθωμανικές δημόσιες κρήνες και μουσεία περίεργα όπως αυτό των Χαρτών, γνωστό ως Εθνική Χαρτοθήκη που καταγράφει, διασώζει, αρχειοθετεί, συντηρεί, εκθέτει και προβάλλει τον πολιτιστικό και επιστημονικό ρόλο των χαρτών και συνεργάζεται με ελληνικούς και διεθνείς φορείς παρέχοντας ειδικές βάσεις δεδομένων. Όσο για το περιτείχισμά της νομίζω ότι οφείλουμε να γνωρίζουμε πως έγινε από τον Κάσσανδρο το 315 π.Χ. Αργότερα ο Μέγας Κων/νος, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, ο Μέγας Θεοδόσιος και  η Άννα Παλαιολογίνα ενίσχυσαν κατά καιρούς το τείχος.
Πάει και τούτη η μέρα. Αύριο λέω να αλωνίσουμε προς ανατολάς. Να περιηγηθούμε σε γνωστά κτίρια νεοκλασικά, όπως τη Βίλα Μπιάνκα, Μορντώχ, Ζαρντινίδη και Αλλατίνη που φιλοξενούν έργα Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών. Για το τέλος θα αφήσουμε κάτι πιο φουτουριστικό: το κέντρο Διάσωσης των Επιστημών, γνωστό και ως Πλανητάριο.
Ναι το ξέρω: Αρχαιολογικό, Βυζαντινό, Μακεδονικό και Πολεμικό Μουσείο τα αφήσαμε! Μα δεν προλαβαίνουμε σε αυτό το τριήμερο! Θα τα αφήσουμε για καμία Κυριακή που θα μου παραπονιέσαι τι να κάνουμε ΠΑΛΙ. Πάω στοίχημα πως όσο κι αν πιστεύουμε πως την ξέρουμε καλά αυτήν την πόλη, αν θέλουμε μπορούμε να ανακαλύπτουμε κάθε μέρα και μία «ευμορφιά»!
Κάποτε το όνειρό μου ήτανε να περάσω στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης: να σπουδάσω  σε μία από τις πιο ιστορικές σχολές, να γνωρίσω πολλές από τις πιο σπουδαίες προσωπικότητες της πόλης αυτής, να περπατήσω στα σοκάκια της, να γευτώ τα φαγητά της, να ακούσω τους βραδινούς παλμούς της, να ταπεινώσω την άγνοια και την αμάθειά μου στον πολιτιστικό της πλούτο. Ήρθα εδώ πριν ακριβώς 13 χρόνια. Κι αυτή η πόλη όχι μόνο δεν πρόδωσε τις προσδοκίες μου αλλά ήταν  απλόχερη μαζί μου, δοτική, χουβαρντού! Ακόμα μου δίνει! Κι ανακαλύπτω κάθε μέρα μέσα στην απόλυτη ρουτίνα, καινούργια εγχειρήματα, καινούργιες ομορφιές.
 Αν μεμψιμοιρήσεις, θα σου κλαυτεί και ‘κείνη. Θα σου παραπονεθεί για το κυκλοφοριακό, για τους αγχώδεις ρυθμούς της, για την αδιαφορία του διαβάτη της καθημερινότητας, του γκρινιάρη πολίτη της ρουτίνας. Όχι πως πρέπει να σταματάς να διεκδικείς το «καλύτερο» (τον γνωστό εχθρό του «καλού»), αλλά σεβάσου κι αυτό που έχει, δώσε σημασία στην ιστορία της, γνώρισε τα μυστικά της που σου τα σιγοψιθυρίζει στ’ αφτί κάθε γωνιά της και θα δεις πως θα σε ανταμείψει με την πιο γενναιόδωρη κίνηση. Μην περιμένεις να γνωρίσεις τον κόσμο με τριήμερα και ακριβά πακέτα διακοπών στα εξωτερικά. Η ομορφιά μπορεί να είναι δίπλα σου κι εσύ να μην την ανακάλυψες ακόμη! Δε θα ‘ρθει πάντως εκείνη να σε βρει. Πρέπει εσύ να πας, να ψάξεις, ίσως όχι πολύ, ίσως όχι μακριά, ίσως δίπλα στο διαμέρισμα-κουβούκλιο των 80 τετραγωνικών, όπου στριμώχνεις καθημερινά την ύπαρξή σου.
Τη μοίρα την προδιαγράφεις μόνο σου (ως ένα σημείο). Αν θες να βλέπεις ασχήμιες, ασχήμιες θα βλέπεις.
Καλές διακοπές στον τόπο διαμονής σας!


Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

Τη Στρούμφισα!

Σάββατο πρωί και μετά από χρόνια επιστρέφω σε μία αγαπημένη συνήθεια της παιδικής μου ηλικίας: πίνω το γάλα μου μπροστά στην τηλεόραση παρακολουθώντας τους ασπρογάλαζους περίεργους μικροσκοπικούς μου φίλους σε ένα ακόμη επεισόδιο της διάσημης Στρουμφοπαρέας! Δεν υπήρξε ουδέποτε επεισόδιο που να απογοήτευσε τις προσδοκίες μου. Λάτρευα πάντοτε αυτές τις «γαλάζιες πονηριές» και μου έκανε ενδόμυχα απίστευτη εντύπωση αυτή η μεγάλη «οικογένεια». Όταν μεγάλωσα (?) διάβασα κάπου ότι  οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν  πως τα Στρουμφάκια θεωρούνται ακατάλληλα για τα μικρά παιδιά, διότι δε διάγουν το οικογενειακό πρότυπο μιας «καθώς πρέπει» οικογένειας που αποτελείται από μία μαμά, έναν μπαμπά και παιδάκια που γεννήθηκαν από τον μεταξύ τους έρωτα και ζουν κάτω από την ίδια στέγη…. !!!
 Πέρα από το ότι αναρωτιέμαι αν εξακολουθούν και το υποστηρίζουν αυτό (στην εποχή που η μονογονεϊκή οικογένεια τείνει να αποτελέσει τον κανόνα σε αυτή την κοινωνία και όχι την εξαίρεση πια), πέφτω σε μια γλυκιά μελαγχολία, γιατί μου κατέστρεψαν όλη εκείνη την ωραία αίσθηση την οποία  είχα για τα κινούμενα σχέδια που ήταν «της μοδός» στα παιδικά μου χρόνια και που χάρη (και) σε εκείνα έμαθα πως το καλό πάντα νικάει το κακό στο τέλος (α), πως για να πετύχεις ακόμη και το πιο δύσκολο πράμα στον κόσμο, όπως να παλέψεις ως Δαβίδ με το Γολιάθ, μπορείς με αγώνες και συνεργασία να το καταφέρεις (β) και πως όταν πας κόντρα στη φύση (σου), αυτή κάποια στιγμή θα εκδικηθεί και θα σου γυρίσουν όλα boomerang (γ)!
Οι χαρακτήρες δε, απίστευτοι! Όλοι τους φέρουν ένα ίδιον που τους στιγματίζει και τους ονοματίζει. Και παγώνω για μια στιγμή σαν σκέφτομαι πώς πραγματώνω την καθημερινότητά μου: σαν ένα στρουμφάκι που υποδύεται τους πάντες από το στρουμφοχωριό!
Σαν ξυπνήσω το πρωί, νωρίς-νωρίς, στις 6.30 ας πούμε, είμαι ένας Χουζούρης απίστευτος! Αφ’ ης στιγμής βάλω στο στόμα μου την πρώτη γουλιά καφέ αρχίζουνε τα πράγματα να στρώνουνε λιγάκι. Στο μεταξύ βέβαια (ώσπου να γίνει ο καφές)  έχω υποδυθεί πολλάκις τον ρόλο του Γκρινιάρη: μου τη δίνει το ένα, μου τη δίνει το άλλο, βογκάω από τους πόνους στον αυχένα, ξεφυσάω από τις στοίβες των εκάστοτε τρεχουσών  υποχρεώσεων, σκάω με το χρόνο που μου είναι πάντα λίγος, γιατί ήθελα να κοιμηθώ κι άλλο! Ok! Η δουλειά όμως ξεκίνησε κι εκεί δεν έχω περιθώρια παρά να αποδεικνύομαι Ξεφτέρης! Πειραματίζομαι, ενεργοποιώ όλες τις πνευματικές μου δυνάμεις αλλά και αδυναμίες ενίοτε - γιατί κι αυτές είναι ευεργετικές στη μεθόδευση των επαγγελματικών μου υποχρεώσεων… Μεσημέριασε! Το στομάχι διαμαρτύρεται: ένας Λιχούδης βγαίνει από μέσα μου. Δε βλέπω την ώρα να φάω! Αρχίζουν οι υπεκφυγές. Να φάω παραπάνω (που σημαίνει παράταση του ελεύθερου χρόνου) γιά στον καθρέπτη να κάνω πρόβα (βλ. Μελένιος), για να ροκανίσω το χρόνο μου και να μη διαβάσω…?  Οπότε καταλήγω (Θεού θέλοντος) ένας Κοιμήθης! Κομμάτια! Σηκώνομαι! Όχι επειδή χόρτασα. Ένας Κοιμήθης δε χορταίνει ποτέ αλλά επειδή έχω τύψεις (!!!). Πρέπει να διαβάσω, να διορθώσω, να ετοιμάσω. «Σήκω σου λέω!!!!!» (:φωνάζει η συνείδηση). Ορίστε, σηκώθηκα, αν και εκείνο το άσμα: «Μη με ξυπνάς απ’ τις έξι…λαλαλαλαλαλαλα» είναι το πρώτο που μου ‘ρχεται στο μυαλό! Ε και? Σκουντούφλης! (τι άλλο?). Δε με βαστούν τα πόδια μου. Απλώνω τα βιβλία μου στο κρεβάτι, στο κομοδίνο, στο πάτωμα, όπου βρω (!!!) και ξεκινάω το διάβασμα για να δουλέψω. Αλλά δε δουλεύει! Τώρα το δουλεύω ή με δουλεύει, δεν ξέρω! Μα δεν προχωράει. Κάπου κολλάει! Κάτι δε μου κολλάει. Και πώς να δουλέψει? Αφού στο μεταξύ έχω αναλάβει το ρόλο της Στρουμφίτας. Ή μάλλον τον έχω ενσαρκώσει για τα καλά. Τη Στρουμφίτα την ξέρεις: αυτήν την ξανθιά χαζή γκόμενα που ακούει κομπλιμέντα  από παντού αλλά έχει IQ ραδικιού, μυρμηγκιού κ.τ.ό…. Πιο χαζή κι απ’ τα μαρούλια! Δεν ξέρω τι να πρωτοδιαβάσω, τι να θυμηθώ και τι να ξαναπιάσω! Στο τέλος διαπιστώνω πως ένας Σπιρτούλης φαφλατάς είμαι, που λέει, λέει, λέει και κάτι εποικοδομητικό στη ζωή του δεν κάνει. Γι’ αυτό δεν τον χωνεύουν οι υπόλοιποι.
Ο Σπιρτούλης παρεμπιπτόντως φεύγει για άλλη μια φορά πετώντας κατόπιν εκσφενδονισμού από τους υπολοίπους και προσγειώνεται ανωμάλως εκτός πολεοδομικού συστήματος, χωροταξικού πλαισίου και  σχεδίου πόλεως, εν προκειμένω Στρουμφοχωριού!
Φεύγω κι εγώ! Αλλά διαπιστώνω πως το μυαλό μου δεν προσγειώνεται αλλά απογειώνεται, κοινώς πετάει, υπερίπταται του σώματος και βλέπει τη ζωή από ψηλά, αποστασιοποιημένα χωρίς συναισθηματισμούς, ακρωτηριάζοντας το εγώ: Τι μου συμβαίνει? Ποιος είναι ο ρόλος μου σε τούτη τη ζωή? Τη ζωή που έχει διλήμματα και τριλήμματα. Που είναι ένας κύκλος με κιμωλία. Και στην οποία εμείς καθόμαστε μέσα και περιμένουμε  κάποιον να μας τραβήξει. Προς ποια μεριά? Σε ποια πλευρά? Προς όποια να ‘ναι αλλά ας μας τραβήξει. Πρωτοβουλία? Τι ‘ν’ τούτο πάλι?
Ως Σπιρτούλης έχω μάθει να αποστηθίζω θεωρίες. Πολλές θεωρίες! Να! Ας πούμε θυμάμαι πολλούς τύπους από τη Φυσική:
m*g = Βάρος (…στην κοινωνία)
F/m (Επιτάχυνση: Για να προλάβω το Χρόνο, τη Ζωή)
x/t (Ταχύτητα: το καλύτερό μου. Γι’ αυτό και φέρω μια δόση από άλλα κινούμενα σχέδια, όπως π.χ. το Roadrunner….μπιτ μπιιιτ!)
Και σπάω το κεφάλι μου, και το ξύνω, και προσπαθώ να θυμηθώ τι άλλους τύπους έμαθα από όσους ανακάλυψε ο Νεύτωνας, ο Καρτέσιος και ο Κουλόμπ μαζί. Ψάχνω! Μα δε θυμάμαι. Δε θυμάμαι τον τύπο της Ματαιοδοξίας. Δεν θυμάμαι, ίσως γιατί αυτόν τον ανακάλυψα κάποτε εγώ και προσπαθώ να τον ξεχάσω. Σου συνιστώ να μην τον εφαρμόσεις ποτέ:
Η Ματαιοδοξία ισούται με τη διαίρεση του αθροίσματος μεταξύ  του γινομένου της Φιλοδοξίας επί του Διαβάσματος και του τετραγώνου της Εργασιομανίας προς Τρέξιμο Ανελέητο, εφόσον βέβαια από όλο αυτό αφαιρέσεις την Προσωπική σου Ζωή. Τότε προκύπτει άθροισμα ανάμεσα σε μία Γυναίκα-Λάστιχο και μία Γιάπισσα που ουσιαστικά πρόκειται για το ίδιο και το αυτό πρόσωπο, πράγμα που οδηγεί σε κλονισμό ψυχικής ηρεμίας, διατάραξη σχέσεων (ενδο- ή έξω-οικογενειακών, φιλικών, κοινωνικών, επαγγελματικών κλπ), όπερ και πολλάκις εγένετο! Ήτοι:


Μ= Φ(ιλοδοξία) * Δ(ιάβασμα) + [Ε(ργασιομανία)]2    - [Π(ροσωπ). Ζ(ωή)  =
       _______________________________________________
                        Τ(ρέξιμο) Α(νελέητο)

= Γ(υναίκα)-Λ(άστιχο) + Γ(ιάπισσα) =>
= Κλονισμός Ψυχικής Ηρεμίας + Διατάραξη Σχέσεων….

Κατάλαβες τίποτα? Ούτε κι εγώ. Ή μάλλον το αποτέλεσμα το κατάλαβα γιατί ενίοτε το ένιωσα. Το πρώτο μέλος της εξίσωσης δεν είχα καταλάβει …. αλλιώς θα προλάβαινα και το αποτέλεσμα. Αν άλλαζα έστω κι ένα δεδομένο, το αποτέλεσμα αυτήν τη στιγμή θα ήταν άλλο. Καλύτερο? Χειρότερο? Δεν ξέρω. Γείωση!  
Τα  Στρουμφάκια τελείωσαν! Οι τίτλοι πέσανε! Το άλλο Σάββατο πάλι. Αλλά εγώ δε θα ‘μαι πάλι εκεί: στον καναπέ, παρέα με το γάλα μου, μπροστά στην τηλεόραση. Τους ρόλους των Στρουμφς τους έμαθα πια καλά. Θα γυρίσω μοναχή μου επεισόδια. Αυτοτελή ή με συνέχεια. Και σε κάθε επεισόδιο θα εναλλάσσω τους ρόλους από την αρχή. Θα είμαι Ξεφτέρης  στη δουλειά, Λιχούδης στο φαγητό, Μελένιος στον καθρέπτη, Στρουμφίτα με τους άντρες, Κοιμήθης τα βράδια, Σκουντούφλης όλη μέρα (αυτόν θα τον περιορίσω γιατί τελευταία όλο σκουντουφλοζημιές είμαι!), Γκρινιάρης πού και πού αλλά όχι Σπιρτούλης! Αυτόν δεν τον χώνεψα ποτέ! Θα κόψω τη θεωρία και θα κάνω πράξεις. Θα φτιάξω όνειρα αλλά όχι χάρτινα. Και δε θα ‘ξαναεφεύρω’-διατυπώσω νόμους της φυσικής. Αυτούς θα τους αφήσω για τους ανθρώπους. Εγώ είμαι ένα ταπεινό, τοσοδούλικο και ματαιόδοξο  χαζοστρουμφάκι στα πόδια των ανθρώπων…λα λά λαλαλα λά λαλαλα λάάάάάάάά!!!!!!!!!!!!!

Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

Επιφάνεια εν τω βάθει …


-Στο βάθος κήπος. Καρέκλες σε απραξία. Τραπέζια σε ανάπαυση. Σκαμπό σε ακινησία. Μαξιλάρες νωχελικές. Δεν ξεκουράζουν πια κορμιά. Ξεκουράζονται από τις μεταμεσονύχτιες υπερωρίες του περασμένου καλοκαιριού!
-Στο πιο βάθος πέλαγο. Μπλάβο. Μαύρο. Βαθύ φαντάζομαι, απύθμενο ίσως, σαν το βλέμμα μου, εσωστρεφές. Το σκότος διακόπτουν  κάτι λαμπιόνια που σουλατσάρουν από δεξιά προς τα αριστερά και vice-versa. Κλώθουνε αδημονώντας σαν να ψάχνουνε το δαχτυλίδι που παράπεσε στην άμμο και δεν το βρίσκουν ποτέ! Υπακούουν απλώς στον Καββαδία: «της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι / να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ απ’ τη στεριά»
-Η γη χλωμή. Εκλιπαρεί σημασία. Δεν της δίνει κανείς. Κοιτάει προς το πέλαγος. Εκείνο αδιαφορεί. Σαν το ζευγάρι που κρατάει μούτρα το ένα μισό στο άλλο μετά από ερωτικό καβγά.
-Ο ουρανός σκοτεινός. Ακυρώνει τον ορίζοντα, γιατί δανείζεται το ρούχο της θάλασσας. Και συνοφρυωμένος που είναι ποιος τον βλέπει; Πού σταματά το πέλαγος, πού ξεκινά αυτός;
-Οι άνθρωποι απόντες. Δεν κυκλοφορεί ψυχή. Η υγρασία της ατμόσφαιρας σήκωσε απαγορευτικό στην περαντζάδα.
-Ξεκαρφώνω το βλέμμα από ‘κεί. Το παίρνω και το καθηλώνω μέσα. Εκεί που είμαι κι εγώ (σώματι). Έχει κι εδώ ουρανό και σύννεφα. Φτιαγμένα από καπνό και από αδιαθεσίες. Εδώ οι καρέκλες πιάσανε νωρίς δουλειά. Τα τραπέζια έχουν τον απόλυτο λόγο ύπαρξης, τα σκαμπό είναι δυσεύρετα και οι μαξιλάρες βολεύουν εκ περιτροπής ορδές ανθρώπων που υποδύονται το ρόλο της φιλικής παρέας.
-Εδώ η περαντζάδα δεν επιτρέπεται απλώς. Επιβάλλεται. Οι άνθρωποι υπεράριθμοι, παρόντες, χωρίς λόγο ύπαρξης απαξάπαντες. Το προσυπογράφει και το βλέμμα τους που αιωρείται. Ντυμένοι κοκετίστικα, ενίοτε και λατερνοειδώς, έχουν την ψευδαίσθηση ότι διασκεδάζουν την ανία της εβδομάδας που πέρασε μετά από μία ακόμη πεζή καθημερινότητα, εγκλωβισμένης στα δεσμά της εργασιακής-επαγγελματικής τους υποχρέωσής και όχι μόνο. Σχεδόν όλοι τους φαίνονται πως  «επαγγέλλονται» την υπόσχεση της αειφόρου πατρικής τους προίκας,  ξεθωριασμένης όμως πια από τη μούχλα του προδότη χρόνου και ξεφτισμένης από την ασυνεπή διαχείριση της γενιάς τους.
Αυτή διαχειρίζεται σωστά και με συνέπεια μοναχά τα χρήματα που προορίζονται για αλκοόλ! Εκεί επενδύει η γενιά αυτή: στη Λήθη. Ξεχνάει για να μη θυμάται τις υποχρεώσεις της. Για να αποθέτει στην άκρη του μυαλού της τον ετεροχρονισμένο οικονομικό απογαλακτισμό από τη γονική περιουσία, ο οποίος όμως δεν έρχεται τώρα πια, γιατί όλα έχουν την ώρα τους, όσο κι αν κάποιοι ισχυρίζονται πως δεν είναι ποτέ αργά! Καθολική ισχύς δεν υπάρχει σε τίποτε! Οι αναχρονισμοί είναι περιορισμένης εμβέλειας! Γι’ αυτό η νέα γενιά επιλέγει να πιει. Να ποτίσει τις φλέβες της με ουίσκι ακριβό για να ‘χει το αίμα της παρέα ζαλισμένη στη διαδρομή που κάνει, τον Αλαφροΐσκιωτο!
-Το βλέμμα επαναποδημεί στο έξω! Αγνώριστο πια το έξω, σε illustration μορφή αυτή τη φορά. Η γη φαίνεται εισακούσθηκε: Ο θυμωμένος ουρανός της έδωσε απλόχερα σημασία στέλνοντάς της βροχή πολλή! Βίαιη, Θορυβώδη και Ζημιάρα! Εκείνη πάλι, σε συνεργασία με τα κύματα, ξεπλένει λυσσασμένα το δρόμο, από φόβο μήπως προδώσει το ρόλο της. Δείχνει να μη θέλει να αφήσει ίχνος από τα παπούτσια που ποδοπάτησαν τα κράσπεδα! Και μάλλον έχει στο νου της να συντείνει στο αφιλόξενο του κήπου. Πώς θα προϋπαντήσεις τον χειμώνα, αν ο κήπος είναι εξίσου θελκτικός με το καλοκαίρι? Πρέπει η εικόνα του να σε αφήνει «παγερά» αδιάφορο. Τα κατάφερε! Κανείς δε θέλει να καθίσει στους καναπέδες που βροχολούζονται ανεμοδαρμένοι στο αίθριο. Μουσκεύεται και μόνο που τους βλέπει μέσα από το τζάμι. Κανείς δε θέλει να τον φυσήξει ο παγωμένος αέρας, όπως (απεναντίας) παρακαλούσε το καλοκαιράκι για να δροσιστεί. Κρυώνει και μόνο στη σκέψη. Κάτι κορδελάκια, θερινό –εικάζω-  decor, κυματίζουν εκ παραδρομής υπερήφανα και δίχως επιλογή σαν τη γαλανόλευκη από ένα δέντρο. Σίγουρα θα ήθελαν να βρίσκονται αλλού ή να ανακτήσουν την αλλοτινή, περίοπτη καλοκαιρινή τους αίγλη.
-Επανέρχομαι ένδον. Αφήνω το βαθύ το βλέμμα. Τώρα εδώ έχει την τιμητική της όχι το Βάθος αλλά η  Επιφάνεια: τα ψεύτικα χαμόγελα, οι κρύες αγκαλιές, η δήθεν έννοια για το πώς είσαι και πώς περνάς, οι άσκοπες ερωτήσεις που δε δείχνουν κανέναν σεβασμό στις απαντήσεις, το αδιάφορο ενδιαφέρον του άλλου για την καθημερινότητά σου, ο υποτυπώδης ενθουσιασμός του πρώτου πεντάλεπτου…
-Καθείς πάντως έχει έναν άλλο λόγο που βρίσκεται φθινοπωριάτικα σε αυτό το παραλιακό σαλονικιώτικο μπαράκι. Άλλος από θέση, άλλος από φύση. Θέσει ή φύσει ωστόσο επαληθεύεται ο ερμηνευτής που λέει:

Σφαίρα από γη και θάλασσα κι εμείς μικροί και μόνοι
καθένας μας στον κόσμο του κι όλοι στο πουθενά
κι από όσα μας χωρίζουνε ένα που μας ενώνει
είναι που ζούμ’ ελεύθεροι σ’ αυτήν την ερημιά… ή  μοναξιά?

….δε θυμάμαι ακριβώς αλλά «ταιριάζουν» και «τρομάζουν» αμφότερα!!!!

Σας Φιλώ εκ βαθέων…

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Αποφράδα μέρα!!!

Ώρα 13.30. Μόλις επέστρεψα σπίτι! Η μέρα δεν υποσχόταν και πολλά! Ήτανε κακή μαζί μου και επέμενε να μου το δείχνει από πρωί! Τρίτη και 13 Οκτωβρίου… δεν είμαι προληπτική, δεν ήμουν προληπτική! Κι αν κάποια σύννεφα απειλούσανε επίμονα τη μέρα μου από το πρωί, άλλο τόσο επέμενα κι εγώ να αδιαφορήσω! Δεν έδωσα και τόση σημασία. Ο ήλιος πάλευε να τα υπερνικήσει και τα κατάφερε! Ήθελα να βλέπω μια Ηλιόλουστη μέρα! Ή έτρεφα αυταπάτες? Μάλλον! Βάζω το κλειδί στην πόρτα και δεν προλαβαίνει να γυρίσει μια φορά. Το τηλέφωνο χτυπάει επίμονα… «Ορίστε!»… η γραμμή ανοίγει. Λαμβάνω ως απάντηση έναν θόρυβο πολύβουο κεκραμένο με αναστεναγμό! Επαναλαμβάνω: «Ορίστε», μα δε με ορίζει κανείς! Μετά από λίγα δευτερόλεπτα απαντά επιτέλους: «Γύρισες? Όλα καλά?», «ναι!  γιατί?» «Γιατί………………………………………………………………………………………………………………………………….»
ΣΚΟΤΑΔΙ!ΘΟΛΟΥΡΑ! ΣΥΓΚΡΥΟ! Ψάχνω να βρω πού πήγε η γη… Πριν από λίγο ήτανε σίγουρα κάτω από τα πόδια μου και τώρα έφυγε και μ’ άφησε να αιωρούμαι! Επί ξύλου κρεμάμενη! Από την άλλη μεριά της γραμμής κάποιος μιλάει αλλά έχω χάσει την αίσθηση της ακοής! Και της όρασης! Δε βλέπω τίποτε εκτός από σκοτάδι! Η γραμμή έχει κλείσει και «έχω πιάσει» πριν το χαρακτηριστικό τουτ τουουτ τουτ τουουτ  μόνο μια λέξη:
 ΨΥΧΡ-ΑΙΜΙΑ! Δεν ήτανε ανάγκη! Το αίμα είχε παγώσει ήδη! Ενεργοποιείται η μνήμη στο δευτερόλεπτο! Κάνω ένα flash back δέκα ημερών. Γυρίζω στην προηγούμενη Κυριακή, την ώρα που ήλιος ζητιάνευε κάτι ψίχουλα στο φως της μέρας και πεισματικά αρνιότανε να δώσει από νωρίς-νωρίς πια τη θέση στη σελήνη, παρά τις επιταγές του φθινοπώρου! Καταλαβαίνω πως χαμογελάω! Επίσης καταλαβαίνω πως το χαμόγελο οφείλει την ύπαρξή του στην αμηχανία, η οποία γεννάει πολλά παιδιά σε τέτοιες περιπτώσεις!
«Γιατί φεύγεις?» τον ρωτούσα επίμονα!
«Γιατί, βρε μωρό μου, έχω δουλειά. Πρέπει να μπω στο στρατόπεδο αύριο στις 6.00 το πρωί»
«Ναι αλλά εγώ σε περίμενα τόσον καιρό να έρθεις! Μόνο τόσο ήτανε?»
«Θα ξανάρθω! Να τώρα, θα είμαι κοντά από δω και πέρα! Πού νομίζεις ότι είναι η Σαλονίκη? Θα έρχομαι συνέχεια και θα κάνουμε βόλτες! Θα σε πηγαίνω με τη μηχανή όπου θέλεις, θα σε βγάζω έξω και θα σε κερνάω πορτοκαλάδα! Και μετά θα γυρίζουμε σπίτι και θα καθόμαστε μαζί! Θα κοιμόμαστε μαζί και θα παίζουμε! Ε?»
«Αλήθεια λες? Θα έρχεσαι τόσο συχνά?» (δεν το πίστευα μετά από τόσον καιρό που είχα να τον δω)
«Σου είπα εγώ ποτέ ψέματα? Αφού ξέρεις! Ένα κορίτσι έχω εγώ και το λατρεύω!»
Η αλήθεια είναι ότι δε μου είχε πει ΠΟΤΕ ψέματα! Απ’ τη χαρά μου που θα ήμασταν πια μετά από τόσο καιρό μαζί άρχισα τις παλαβομάρες! Γελούσα, Πετούσα, τον κυνηγούσα και με κυνηγούσε στην αυλή, με αγκάλιαζε, με έσφιγγε πολύ πολύ σφιχτά και μου έδινε τα δεύτερα σε γλυκύτητα φιλιά στον κόσμο μετά από αυτά της μαμάς!  
«Πρέπει να φύγω»
Ανέβηκε στη μηχανή, σαν καβαλάρης σύγχρονου παραμυθιού και έφυγε! Θυμάμαι την πλάτη του γυρισμένη, φορτωμένη με έναν σάκο, πάνω σε μια μηχανή μεγάλου κυβισμού, να παίρνει τη στροφή στην άκρη του δρόμου… και να χάνεται μαζί με το τελευταίο φως της μέρας.
Επιστρέφω απ’ το πισωγύρισμα του νου, και θέλω να απαντήσω στη γραμμή. Εξακολουθώ κι έχω το ακουστικό στο χέρι και πάω να το κολλήσω ξανά στο αφτί. Θέλω να πω: «Δεν γίνεται αυτό που μου λες! Δεν σε πιστεύω μαμά! Είσαι μια ψεύτρα! Εμένα μου το υποσχέθηκε! Και δεν μου έχει πει ποτέ του ψέματα, το ξέρω! Μου υποσχέθηκε πως θα είμαστε μαζί…». Πώς να το πω όμως? Αφού αυτό το «τουτ τουουτ» ήτανε ό,τι πιο αποθαρρυντικό γέννησε η τεχνολογία… 
        Είκοσι τρία χρόνια μετά, δεν ξέρω αν πίστεψα τη μαμά σε εκείνο το τηλεφώνημα! Ούτε οι εικόνες που έζησα , αν και ισχυρές,  δεν  με έκαναν να πιστέψω πως ήταν εκείνος! Ένα μαύρο μακρόστενο κουτί θυμάμαι, επτασφράγιστο σαν τα μυστικά που πήρε μαζί του! Η ά-μορφη πια μορφή του ήτανε (μας είπανε) συσκευασμένη, πακεταρισμένη, σαν κούτα έτοιμη…  για μετακόμιση?, για ταξίδι?, για  μετατόπιση?, για μετουσίωση?, για εξαΰλωση?, για ανάληψη? …πάντως όχι για ανάνηψη!
Δεν ξέρω πού πήγες, δεν ξέρω γιατί δεν ξανάρθες, δεν ξέρω γιατί αθέτησες την υπόσχεσή σου! Ξέρω απλά ότι δεν την κράτησες! Δεν ήρθες να με πάρεις να πάμε βόλτα, να παίξουμε με τις ρακέτες, ούτε να με κάνεις σουλάτσα με τη μηχανή μες στο χωριό. Δεν με ξανακέρασες ποτέ πορτοκαλάδα, ούτε και με έσφιξες ποτέ στην αγκαλιά σου για να μου δώσεις ένα ακόμα φιλί. Δεν ήρθες ξανά στο κρεβάτι μου να μου δώσεις το γάλα μου και να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά ώσπου να κοιμηθώ, ούτε εμφανίστηκες ποτέ ξανά στην αυλόπορτα του σχολείου για να μου κάνεις έκπληξη και να με πάρεις να πάμε σπίτι. Τραγούδια δε μού ‘βαλες ποτέ ξανά να ακούσω στο καινούργιο σου πικ-απ κι ούτε με ξανασύστησες ποτέ σε καινούργιους σου φίλους…
Κι αφού ποτέ δε μου είπες πού είσαι για να έρθω κι εγώ, αρνούμαι πεισματικά να σε ενοχλήσω την ώρα που λύνεις ασκήσεις στη χημεία. Κι ούτε θέλω να σου πειράξω το ποδήλατο πάλι. Κι άμα θες να μάθεις δε θα ξαναπεριμένω να γυρίσεις από την προπόνηση για να πάμε μαζί βόλτα. Κι ούτε θα έρθω να ξανατρυπώσω στο κρεβάτι σου, κάτω από τη ζεστή κουβέρτα την ώρα που βλέπεις ελληνική ταινία. Και δε θα σου κάνω τη χάρη να μοιραστούμε ξανά  τη φέτα με τη μαρμελάδα που έφτιαξες για σένα κι ούτε θα πιω κρυφά ξανά από τη ζεστή σου σοκολάτα! Να μάθεις άλλη φορά να με κοροϊδεύεις!
Είκοσι τρία χρόνια κι ακόμα να φανείς! Πού και πού μονάχα, εμφανίζεσαι- επισκέπτης απρόσκλητος- στα όνειρά μου! Μα δε μιλάς! Δε μου λες! Δε μου ζητάς μια συγνώμη! Μόνο με κοιτάς! Αφού το ξέρεις, το λέει κι ο λαός: «Μην τάξεις σε μικρό και σε χαζό». Εγώ μικρή μπορεί να ήμουνα. Χαζή όμως όχι. Κι εσύ μου έλεγες πως μ’ έβρισκες ώριμη για την ηλικία μου. Προτίμησες να με ωριμάσεις και μιαν ώρα αρχύτερα. Εσύ! Εσύ και το φευγιό σου! Που έπρεπε από τα 9 μου να νιώσω με τόσο  σκληρό τρόπο τι θα πει ΑΠΩΛΕΙΑ!
Μόνο η μακρόχρονη απουσία σου που επιμένει να υπάρχει με βάζει σε υποψίες πως, ίσως, και να ‘σουνα τελικά εσύ σ’ εκείνο το μαύρο μακρόστενο κουτί που θάψαμε κάτω απ’ τη γη, πως ίσως, εκείνη η αγγελία στην εφημερίδα που μιλούσε για το 21 χρονών παλικάρι που έπεσε θύμα τροχαίου εκείνη την «αποφράδα ημέρα», την Τρίτη 13 Οκτωβρίου το 1987 στην οδό Αγγελάκη  στη Θεσσαλονίκη, να αναφερόταν σε σένα, πως  ίσως, τα μοιρολόγια που έπλεκε η γιαγιά και τραγουδούσε ήταν για σένα. Ίσως ….
Εν τέλει ομολογώ  πως ναι,
σπείραμε το χώμα με το σώμα σου
και φύτρωσε η ανάμνησή σου,
δέντρο αειθαλές και αιωνόβιο…

ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ……ΠΟΣΟ ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ!!!!

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

ευ-family κατάσταση…

Η Θεοδώρα είναι ένα παιδί 5 χρονών και είναι ένα παιδί-θαύμα. Αποτελεί για τους γονείς της αυτό που λέει το όνομά της (Δώρο Θεού) και μεγαλώνει μέσα σε ένα ζεστό οικογενειακό περιβάλλον με άλλες δύο αδερφούλες  μικρότερες από αυτήν, τη Ζωή και τη Φωτεινή. Είναι ένα παιδί όμορφο και αγνό, όπως όλα τα παιδάκια του κόσμου σε αυτήν την ηλικία, τρισχαριτωμένο και πάνω απ’ όλα ΕΞΥΠΝΟ! Σε κάθε της κουβέντα σου κρύβει μία έκπληξη για τις γνώσεις της, σε κάθε της απάντηση μία ξεσυγυρισμένη ατάκα που σε αποστομώνει. Κι αν κάποιος θεωρεί πως όλα τα παιδάκια είναι έξυπνα αυτήν την εποχή λόγω ερεθισμάτων θα του αντιπαρατάξω πως και πολλά χωράφια είναι εύφορα ή δυνάμει εύφορα λόγω γεωργικών μηχανημάτων, λιπασμάτων κ.ο.κ. ωστόσο παραμένουν Α-Καλλιέργητα …
        Η Θεοδώρα δεν είναι ένα παιδάκι σαν τα άλλα. Αν τη ρωτήσεις μπορεί να σου δώσει απαντήσεις για την Οδύσσεια, να σου θυμίσει λεπτομέρειες που δε θυμάσαι ή που δεν έμαθες ποτέ, όπως για παράδειγμα ότι η Αρήτη ήταν η σύζυγος του Αλκίνοου, βασιλιά των Φαιάκων. Θα σου εξηγήσει με δικό της τρόπο πως πλανήτες είναι κάτι μεγάλες μπάλες στον αέρα, πως ένας από αυτούς είναι η γη, ότι εμείς πατάμε πάνω σε αυτήν τη μπάλα και δεν πέφτουμε γιατί εμείς έχουμε βάρος και υπάρχει βαρύτητα!!!!(Τι έγινε? Ποιος ήρθε?) Επίσης γνωρίζει για τις πιο μικρές μπαλίτσες που περιστρέφονται γύρω από τους πλανήτες  και λέγονται «δορυφόροι». Κι αν στο δικό σου το μυαλό ο πρώτος δορυφόρος που έρχεται στο νου σου είναι η σελήνη, στης Θεοδώρας έρχεται η Αμάλθεια που είναι δορυφόρος του Κρόνου και πήρε το όνομά της από μία κατσικούλα μονόκερη, από της οποίας το κέρατο έπινε γάλα ο Δίας….. μπλα μπλα  μπλα !!!!
        Αλλά η Θεοδώρα δεν έχει να σου πει μόνο λεπτομέρειες από όλο το επιστητό που εντυπωσιάζουν ακόμα και τους συγγραφείς της «Παπυρος larousse britannica» (άλλωστε θα μπορούσε να αντιπαρατάξει κανείς το γνωστό «όλα τα παιδιά είναι σφουγγάρια σήμερα και ό,τι τα ποτίσεις θα το ρουφήξουν». Το θέμα είναι όμως , όπως είπαμε, ποιος μπαίνει στη διαδικασία ποτίσματος…) έχει να σου δείξει ακόμα και τρόπους συμπεριφοράς: ξέρει να μοιράζεται τα πράγματα του σπιτιού της  και τις αγκαλιές των γονιών της, να μιλάει και να συμπεριφέρεται ευγενικά παρά την ηλικία της, που για πολλά παιδάκια χρησιμοποιείται η ηλικία ως άλλοθι, και να σου απαντάει με ολοκληρωμένες προτάσεις που έχουν νόημα! Ακόμη και όταν ρωτάει, διαπιστώνεις πως οι ερωτήσεις της έχουνε λογική.
        Επισκέπτομαι τη Θεοδώρα στο σπίτι της πολύ συχνά. Ομολογουμένως είναι ένα παιδί που ζει σε μια ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ευπρεπή. Δεν θα πω τέλεια. Τι είναι άλλωστε το τέλειο σε μία οικογένεια?  Να μην υπάρχουν φωνές ή καβγάδες? να βλέπει το παιδί τη μάνα στο σπίτι ολημερίς? να ζει σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον όπου όλα είναι αγγελικά και ρόδινα και να μην γνωρίζει από στερήσεις και ύπουλα παιχνίδια της ζωής?
        Όχιιιι… Δεν είναι αυτό οικογένεια. Αυτό είναι γυάλα. Δεν είναι αυτό ιδανικό γιατί ως ιδανικό ορίζεται συνήθως το μη εφικτό! Ιδανικό, αν θέλουμε να υπάρχει, πρέπει να θεωρούμε το φυσιολογικό - το φυσικό και το λογικό. Και η λογική λέει πως και καβγάδες υπάρχουν, και φωνές υψώνονται, και η μαμά θα λείψει από το σπίτι και πως η ζωή έχει αναποδιές και κακοκεφιές και ψευτιές…
        Ιδανικό για ένα παιδί είναι το περιβάλλον που του δίνει σημασία, που ασχολείται μαζί του και δε το παρκάρει στον παππού, στη γιαγιά, στη νταντά, στην οθόνη της τηλεόρασης, στο χοροδιδάσκαλο ή την καθηγήτρια των γαλλικών. Είναι το περιβάλλον που είναι ζεστό, που του προσφέρει σιγουριά και του θυμίζει ότι πάντα υπάρχουνε άνθρωποι που το φροντίζουν και το αγαπάνε, όπως είναι ο μπαμπάς και η μαμά, που του δίνουνε αυτό που οι ίδιοι τους «είναι» και όχι μόνο αυτό ή αυτά που «έχουν», που του  απαντάνε όταν ρωτάει και δε το «διώχνουνε συνεχώς από το κεφάλι τους» για να πιουν καφέ ή να δουν τηλεόραση.  Ιδανικοί είναι εκείνοι οι γονείς  που ποντάρουνε στο να φτιάξουνε ανθρώπους στην κοινωνία και όχι να «γεννήσουνε» απλά ένα ακόμη παιδί για να «ολοκληρωθούν» ως άνθρωποι (αυτήν την ολοκλήρωση καθείς τελικά την ερμηνεύει κατά το δοκούν).
        Καβγάδες στο σπίτι της Θεοδώρας υπάρχουνε αλλά δεν είναι ο κανόνας, φωνές και κλάματα επίσης αλλά δεν είναι ο ορισμός, τους παππούδες της τους επισκέπτεται πολύ συχνά αλλά δεν αποτελούν υποκατάστατο των γονιών, τηλεόραση βλέπει αλλά δεν είναι καθημερινό, η μαμά της μπορεί και να τη «διώξει» καμιά φορά από τα πόδια της αλλά αυτό δεν είναι νόμος, και επίσης έχει καθηγήτρια γαλλικών αλλά αυτό δεν είναι «παρκάρισμα».
        Και ευλόγως κατανοεί κανείς τι και ποιος  κρύβεται πίσω από τη Θεοδώρα!  Δυο γονείς συνειδητοποιημένοι, που ξέρουν γιατί γέννησαν, που ξέρουν τι σημαίνει έχω παιδιά, που ξέρουν πώς να τα μεγαλώσουν… Κι αν κάποιοι πιστεύουνε πως η μαμά της έχει χρόνο και της διαβάζει παραμύθια, ότι  χασομεράει και την πηγαίνει στο θέατρο με τις αδερφές της, ότι χαζολογάει και της εξηγεί την Οδύσσεια και  τους πλανήτες του γαλαξία μας, ότι  έχει λύσει το βιοποριστικό της και ότι δε δουλεύει ή ότι έχει 15 παρατρεχάμενους για τις δουλειές του σπιτιού και ότι δεν έχει τίποτε άλλο να κάνει, σας πληροφορώ πως είναι γιατρός με εφημερίες και ολονύκτιες καταστάσεις στην εντατική, κάνει διδακτορικό και είναι μια ΚΟΥΚΛΑ! Και δεν είναι το θέμα μας ότι η μαμά της Θεοδώρας είναι ιδανική. Το θέμα είναι ότι πολλές μαμάδες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, για  το έναν ή τον άλλον λόγο, με το ένα ή το άλλο άλλοθι δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα για τα μόνιμα ξεφορτώματα των παιδιών τους στην τηλεόραση, για τα κατ’ επανάληψιν φορτώματα των παιδιών στους παππούδες, για τους κατεξοχήν καβγάδες και τις μόνιμες φωνές στο σπίτι…
        Γονιός δεν είμαι! Και δεν ξέρω αν θα γίνω ποτέ! Η φόρμα που έχω στο δικό μου το μυαλό όμως προσιδιάζει σε αυτήν της Θεοδώρας. Η οικογένειά της είναι «αξία» για μένα,  η Θεοδώρα ως παιδί «ανταρσία» για τα δεδομένα της εποχής και η μαμά της «άξια» και υπεύθυνη για όσα συμβαίνουν γύρω της. Έχει κάνει το «θέλω» «μπορώ», ενσάρκωσε τις επιθυμίες της και έδωσε πνοή στα όνειρά της.  Έφτιαξε μια οικογένεια μαζί με τον άντρα της  Πρότυπη, Πρωτότυπη για τα περιβάλλοντα που την πλαισιώνουν, χαρούμενη και ευτυχισμένη, μια οικογένεια πώς να το πω? Εφ-άμιλλη( ή ευ-family) των προσδοκιών μου και σου και του… και του κόσμου όλου…