Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Βιβλιο-δίκη!!


        Χθες έδωσα ραντεβού με την αποθήκη μου! Της υποσχέθηκα εδώ και καιρό να την αποκαθαρίσω από οτιδήποτε τη βαραίνει, από κάθε άχρηστο πράγμα για την ξαλαφρώσω. Θα με ρωτήσεις: για ποιο λόγο να γίνει αυτό? αφού οι αποθήκες γι’ αυτό υπάρχουν: για να μαζεύουν τα ασυμμάζευτα, για να βγάζουν από τη δύσκολη θέση οποιαδήποτε clean-freak  νοικοκυρά που διασπείρει τον πανικό, όταν τακτοποιεί το κυρίως σπίτι και για να συγκεντρώνει οτιδήποτε διαφορετικό και ετερόκλιτο που ενώ πρέπει να το πετάξεις, δε θέλεις, που ενώ σου είναι άχρηστο εν συνόλω, ευελπιστείς ότι ένα μέρος μπορεί να σου χρησιμεύσει ως ανταλλακτικό (κά-ποτέ και ενδεχομένως). Προορίζονται επίσης για να προστατεύουν όσα θα ξαναχρειαστείς ίσως το επόμενο καλοκαίρι ή τον επόμενο χειμώνα (ασχέτως αν θα αγοράσεις ένα από τα ίδια άμα τη ενάρξει της νέας σεζόν, αποθέτοντας στην άκρη του μυαλού σου τι έχεις και τι όχι στην αποθήκη από πέρσι, τι πραγματικά χρειάζεσαι… Κάπως έτσι γεμίζουμε άχρηστα πράγματα)  
Εγώ πάλι, θα διαφωνήσω! Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο, αυτό το μικρό, το πιο μικρό σημείο του σπιτιού, το πιο αδικημένο (ένα ανήλιαγο υπό της  γης ντάμι), το πιο άσχημο (άβαφο), το πιο βρόμικο (λιγότερο ξεσκονισμένο και σκουπισμένο) να συγκεντρώνει ό,τι πιο σπουδαίο, ό,τι πιο δυνατό για τη μνήμη, τον πιο δυνατό κρίκο που σε συνδέει με το παρελθόν? και μη μου πεις ότι εσύ στην αποθήκη σου δεν έχεις τίποτα από αυτά που σε ταξιδεύουν πίσω στο χρόνο, έστω στο περασμένο καλοκαίρι, ή στον περασμένο χειμώνα! Δεν θα το πιστέψω και συν τοις άλλοις θα σε πω και αχάριστο: Για ρώτα το ψυγείο θαλάσσης που έχεις στο κάτω ράφι: «πόσα μπουκάλια παγωμένο νερό και πόσες κρύες μπύρες σού εξασφάλισε το καλοκαίρι στην παραλία, όταν ψηνόσουνα σαν αστακός παίζοντας ρακέτες παρά θίν’ αλός?» Δώσε το λόγο στα χαλιά να σου μαρτυρήσουν: «πόσα ζευγάρια παπούτσια φίλων σου φιλοξένησαν στο πέρασμά τους από το ακριβό σου σαλόνι το χειμώνα για να παίξετε μπιρίμπα?». Ρώτα επίσης τα χιονολάστιχα: «πόσες φορές σε γλίτωσαν από εκτροχιασμό όταν εξέδραμες στα όρη παραμονές Πρωτοχρονιάς  αναζητώντας στα σαλέ των χιονοδρομικών τη ρομαντζάδα που σου στερεί το σπίτι της ρουτίνας?» Αμ το βαλιτσάκι με τα εργαλεία?: «λίγες φορές σε γλίτωσε από το ξεχείλισμα της βρύσης στο μπάνιο ή το ξηλωμένο καρφάκι στην άκρη της ντουλάπας?». Μη μου απαντήσεις δε χρειάζεται. Ξέρω!
Όλα αυτά πάντως στη δική μου αποθήκη έχουν «πρώτη μούρη»: από σεβασμό, από ακαταστασία, δεν ξέρω κι ούτε θέλω να μάθω! Και σαν δε μου ‘φταναν όλα τούτα έχω και τα βιβλία… Αυτά θέλουν μια αποθήκη από μόνα τους! Τόσα βιβλία! Για να μην πω είναι μια αποθήκη από μόνα τους!  Αποθηκεύουν γνώσεις, πληροφορία, τη σχολική μου ζωή, τη ζωή μου ολόκληρη, αποθηκεύουν την ευθύνη για αυτό που έγινα, τις αιτίες για όσα έκανα, τις αφορμές για όσα καταπιάστηκα! Μάλιστα! Μια αποθήκη μέσα σε μια άλλη αποθήκη! Η λογική της Ρώσικης Μπάμπουσκας, γνωστή και ως Εγκιβωτισμός!
Και τώρα τι κάνουμε? Τι να καθαρίσω από τα βιβλία, μου λες? Τώρα αισθάνομαι να μου ταιριάζει όσο τίποτε άλλο ο τίτλος του παιδικού bestseller της Άλκης Ζέη «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της»! Όνομα και πράμα! Από πού να αρχίσω? Βιβλία όλων των τάξεων μαζί: Α’ δημοτικού, Β’ λυκείου, Γ’ γυμνασίου. Τέτοια συμφιλίωση γνώσεων, τόσο ανατρεπτική «σειρά» (λέμε τώρα!) γνώσεων, θα ζήλευε οποιαδήποτε εκπαιδευτική μεταρρύθμιση! Το να συγχωνεύονται βιβλία πάνω σε ένα τραπέζι, βιβλία γραμμένα το ’74 και το ’84 ή το ‘94 που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές πολιτικές επιλογές, νομίζω πως ούτε η οικουμενική κυβέρνηση το ’89 δεν είχε καταφέρει. Αμ το άλλο? Να βρίσκεται ο Όμηρος πλάτη με πλάτη με το Σοφοκλή! Η τέλεια αναίρεση του χρόνου! Αν το ήξερε αυτό ο τελευταίος ,  χαρές που θα έκανε!!
Ανοίγω τον Όμηρο. Σταθερότατος στις απαιτήσεις και στα «θέλω» του 29 αιώνες μετά: εξακολουθεί κι εκλιπαρεί τη Μούσα του να τον εμπνεύσει! Βρε να μην είμεθα αι γυναίκες σαν κι αυτόν, που άλλο θέλουμε, άλλο λέμε ότι θέλουμε και άλλο διεκδικούμε? Απαπάάά! Λες να μη με δίδαξε τίποτε ο Όμηρος με αυτή του τη σταθερότητα (29 αιώνες λέμε) στις  διεκδικήσεις του? Δηλαδή η Α’ γυμνασίου «πέρασε από δίπλα μου και δεν ακούμπησε» που λένε! Ντροπή! Προτίμησα να υπερισχύσει επάνω μου η γυναικεία μου φύση? «Καλύτερα» μονολογώ και ομολογώ. Με φαντάζεσθε Όμηρο? Τώρα τουλάχιστον είμαι γυναίκα. Είμαι και «όμηρος» βέβαια αλλά άλλων πραγμάτων: των «θέλω» και των «δεν θέλω» μου… Τέλος πάντων! Ανοίγω και τον Σοφοκλή που είναι δίπλα-δίπλα στον  Όμηρο σαν μαθητούδια που μοιράζονται το ίδιο θρανίο κι ας έχουν μια διαφορά ηλικίας τουλάχιστον 300 χρόνια!  Άλλος και τούτος! «Οτοι συνέχθειν, λλ συμφιλεν φυν» (γεννήθηκα για να αγαπώ και όχι για να μισώ) μας λέει εκ στόματος Αντιγόνης! Κοίτα να δεις πώς γίνονται διάσημοι οι άνθρωποι! Της έβαλε δυο κουβέντες στο στόμα της ο Σοφοκλής κι αυτή καμαρώνει στην αιωνιότητα ως  άλλη DIVA καλλιστείων αναλόγου βεληνεκούς με αυτές του PLAYBOY. Σιγά κοπέλα μου! Ξεπέζευε τον κάλαμον! Τι να πουν τα κάλλη σου που τα πήρε ο άνεμος με την πάροδο του χρόνου? Σήμερα αν δεν είσαι αναλογιών Barbie, τουτέστιν 90 – 60 – 90, δεν πας μπροστά! Τραγούδα εσύ «γεννήθηκα για να αγαπώ». Βλέπεις να σε ακολούθησε η ανθρωπότητα? Μήπως φαντάζεις λίγο γραφική? Θα μου πεις, δουλειά σου είναι αυτή, να αναβιώνεις κάθε χρόνο στην Επίδαυρο ή στο Λυκαβητό  και να μας θυμίζεις «περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα κλαις» και συ και το κοινό σου υποσχόμενη κάθαρση!  Και πώς να σε πείσω τώρα εγώ ότι 2.500 χρόνια μετά, τόσα πανεπιστημιακά εργαστήρια και άλλα τόσα ακαδημαϊκά εργοτάξια δεν έχουν απαντήσει στο αν ο κόσμος πάει μπροστά με το «συμφιλειν» ή με το «συνέχθειν». Οι πόλεμοι δε, μάλλον το δεύτερο αποδεικνύουν. Αρκετά και μαζί σου. Δε βγάζω άκρη! Κάθισε στην άκρη, σε παρακαλώ, να πιάσω τίποτε άλλο.! Μμμμμ! Τώρα μάλιστα! Η Φυσική της Α’ λυκείου πήρε μαζί με την Αστρονομία της Β’ λυκείου τα Θρησκευτικά της Γ’ Δημοτικού και τα έκαναν σάντουϊτς! Η απόλυτη ασυμφωνία χαρακτήρων! Αυτές οι επιστήμες είναι διαζευγμένες εν τη γενέσει τους. Εγώ πώς τα κατάφερα να τις παντρέψω δεν ξέρω! Ούτε η Βασιλειάδου στο ελληνικό σινεμά δεν κατάφερνε τέτοια προξενιά! Ας γελάσω! Η θεωρία του bing bang αγκαζέ με τη Γένεση της Π.Δ. Τελικά είπεν ο Θεός «Γενηθήτω φως» και εκείνο υπάκουσε και «εγένετο» ή έγινε μία μεγάλη έκρηξη κάπου, κάπως, κάποτε? Ποιος Θεός? Πιο δίπλα ο Σεφέρης στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας αναρωτιέται ακόμα «τι ‘ναι Θεός, τι μη Θεός και τι τ’ αναμεσό του». Εδώ δεν ξέρει ο Νομπελίστας,  εγώ η αδαής θα απαντήσω σε τέτοιο ερώτημα? το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι και τα Θρησκευτικά και η Αστρονομία το ίδιο πράγμα λένε αλλά με άλλα λόγια. Ήτοι, το «και εγένετο φως» είναι ταυτόσημο του «bing bang»! Άσε και το άλλο. Έναν χρόνο τον φάγαμε στη Β’ γυμνασίου για τον Τρωικό πόλεμο για να ‘ρθει να μας πει πάλι ο ίδιος Νομπελίστας στην Α’ Λυκείου πως πόλεμος για την Ωραία Ελένη δεν έγινε ποτέ! Παρά μόνο «για ένα πουκάμισο αδειανό». Ωχούούού! Τα παρατάω δεν μπορώ!
Τι ισχύει και τι δεν ισχύει! Εγώ να βάλω μια τάξη ήρθα εδώ. Λες να είναι ματαιοδοξία να συμμαζέψω τα ασυμμάζευτα της επιστήμης? Μάλλον. Θα αρκεστώ στο συμμάζεμα των αναμνήσεών μου! Θα κρατήσω τα βιβλία μου και δε θα πετάξω τίποτε! Πετάς ποτέ φωτογραφίες από το παρελθόν? Μπορεί και να πετάς! Κακώς! Γιατί να μην έχω κι εγώ τη Μαρία Θηρεσία με μουστάκια δλδ όπως η Βουγιουκλάκη? Τι είχε εκείνη παραπάνω από μένα? Εγώ έχω κι άλλα! Λουλουδάκια και καλλιγραφίες στα εξώφυλλα, τηλέφωνα (σταθερά) συμμαθητών μου στην πρώτη σελίδα των βιβλίων (γιατί τότε δεν  είχαμε κινητά), μεγάλες μουτζούρες στα τετράδια ασκήσεων όταν έκανα λάθη, κάτι Χ περίοπτα σε σελίδες που δεν είχαμε στη διδακτέα ύλη των παν-τρελαδικών εξετάσεων και σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις επάνω στο μάθημα της Χημείας που το κατάντησα ένα ακόμα προσωπικό ημερολόγιο… Όπως καταλαβαίνετε τη Λάτρευα τη Χημεία!! Μέχρι και λίστα για ψώνια   βρήκα στο «ΚΕΦΑΛΑΙΟ-ΑΓΚΑΘΙ» στο βιβλίο της ιστορίας, την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας, πάνω από το όνομα του Μέτερνιχ που ποτέ δε χώνεψα. Το τι θα αγόραζα από το super-market είχε μεγαλύτερη σημασία για μένα από τις βλέψεις του Αυστριακού Καγκελάριου! Από τότε το είχα πάρει απόφαση πως οι Γερμανόφωνοι Καγκελάριοι θα κάνουν κουμάντο μια ζωή στον τόπο μας και δεν έδειχνα το ίδιο δέος για τα επιτεύγματα τους,  όπως έκανε ο καθηγητής μου της ιστορίας!
Η ώρα πέρασε. Ξεχάστηκα! Πάλι όπως να ‘ναι τα έβαλα τα βιβλία! αν με  έβλεπε από καμιά μεριά η καθηγήτρια της Οικιακής Οικονομίας, θα έλεγε: "Κρίμα που σου έβαζα και 20άρια με τέτοια αταξία! " Εγώ φταίω? Εδώ ερίζουν επιστήμες, αντιμάχονται, αναιρεί η μία την άλλη ή η ίδια τον εαυτό της μετά από χρόνια και θα κατηγορηθώ εγώ για τις αντιδικίες τους? Τι μας λες! Που κατέβηκα να συμμαζέψω την «αποθηκευμένη» μου παλαιά βιβλιοθήκη και η όλη φάση κατέληξε σε μια βιβλιο-δίκη. Ή βιβλιο-φρίκη? Δεν ξέρω! Φρίκαρα!


Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Στου παναΰρ’



Τόσοι Άγιοι, άλλοι τόσοι Όσιοι, Μεγαλομάρτυρες, Απόστολοι, Εκκλησίες, εκκλησιές, εκκλησάκια, μονές, μοναστήρια, χωριά και χωριουδάκια με έναν πολιούχο ή με δύο εκκλησιές, ή δυο ξωκλήσια. Με μια αφορμή και μια γιορτή. Ένα λαϊκό πανηγύρι…
        Η τσίκνα από τις καντίνες πλαισιώνουν τις εκκλησιές και η καμένη ζάχαρη από τα «επίδοξα» μαλλιά της γριάς σε προϋπαντούν στο πανηγύρι. Γυρολόγοι σε πλευρίζουν ή στήνονται αδιακρίτως και  ευθαρσώς μπροστά σου επιβάλλοντάς σου να ρίξεις μια ματιά στην πραμάτεια τους, η οποία πλούσια και φθηνή, πλαστική και εμφανώς Β’ διαλογής φιγουράρει πάνω στους ξύλινους πτυσσόμενους πάγκους. Αλλά τη ρίχνεις τελικά τη ματιά! Εκείνοι το απαιτούν, εσύ συνωμοτείς. Περπατάς και περιδιαβάζεις χαϊδεύοντας με το βλέμμα σου ακόμη και πράματα που φύσει και θέσει δεν εμπίπτουν στα ενδιαφέροντά σου. Χαζεύεις κάθε λογής καροτσάκια για παιδικές κούκλες, αυστηρώς ακατάλληλα για ενηλίκους, κουζινικά για εκκολαπτόμενες νοικοκυρές ετών εννέα και κάτω! Πιο πέρα κοκαλάκια, βραχιολάκια, κλαμεράκια και αλυσίδες για το πόδι ή το χέρι. Πιο κει πάλι κουβέρ-λι και πετσέτες πολύχρωμες και παραδίπλα κατσαβίδια, σφυριά και πριόνια. Χαζεύω τα ρούχα: μπλούζες, φουστάνια, πουκάμισα και σόρτς. Τιμές εξευτελιστικές. Για ποιον? για μας που τα αγοράζουμε ή για εκείνους που τα πουλάνε? ακόμη πιο πίσω: μήπως για εκείνους που τα φτιάχνουνε? Α, να και τα παιχνίδια! Πολλά παιχνίδια: κοριτσίστικα, αγορίστικα, unisex. Δεν έχει σημασία. Όλα έχουν θέση στο πανηγύρι. Ό,τι πιο άσχετο, ό,τι πιο αταίριαστο, ό,τι πιο όμορφο, ό,τι πιο άσχημο! Πουθενά δεν ταιριάζουνε τόσα και τόσο αταίριαστα πράγματα μαζί, πουθενά δε δικαιούνται για πιο δίκαιο λόγο πρώτη θέση αντικείμενα Β’ διαλογής, πουθενά δεν είναι πιο νόστιμο το μη σπιτικό φαγητό, το «βρόμικο», όπως συνθηματικά το λέμε στη γλώσσα της μεταμεσονύχτιας τσάρκας και όχι μόνο. Και φυσικά πουθενά αλλού δεν συμβαίνει να έχουν όλοι οι άνθρωποι το δικαίωμα να παρευρεθούν δίπλα-δίπλα ανεξαρτήτως πορτοφολιού, καταγωγής ή παιδείας. Μην κοιτάτε που στα επίσημα gala δεν καταδέχονται και απαξιούν να υπάγουν οι λαϊκοί άνθρωποι. Στα πανηγύρια πηγαίνουν όλοι. Οι «λαϊκοί» και οι «ελίτ», οι «αλήτ-ες» και η «αφρόκρεμα», οι «επίσημοι» και οι «ανεπίσημοι», οι «άσημοι» και οι «διάσημοι». Κάποιοι το περιμένουν πώς και πώς: να βάλουν τα «καλά» τους, να ντυθούν, να βγουν, να δείξουν, να χορέψουν, να φάνε, να πιούνε, να κεράσουν και να κεραστούνε. Περιμένουν το πανηγύρι, γιατί είναι ο μόνος λόγος που θα τους ξεκουνήσει από την καθημερινότητα.
 Παλιότερα, στο όχι και πολύ μακρινό παρελθόν περίμεναν το «παϊνύρ’» ή το «παναΰρ’» για να γλεντήσουν, να χορέψουν, να στολιστούν, να φάνε, να πιούνε! Σήμερα οι περισσότεροι χορεύουν κάθε μέρα, εκτός από τη μέρα του πανηγυριού και  χορεύουν παντού εκτός από την πλατεία όπου γίνεται το πανηγύρι (γιατί οι χώροι και οι λόγοι διασκέδασης βρίθουν τον κόσμον όλον!). Σήμερα χορεύουν όλοι, εκτός από αυτούς που βγαίνουν σημαιοστολισμένοι στο πανηγύρι (γιατί οι γυναίκες φοβούνται πως θα σκαλώσει το τακουνάκι ανάμεσα στα πλακάκια ή θα καρφωθεί η γόβα στο χώμα ή θα γρατσουνιστεί στο χαλίκι, αλλέως και λαϊκιστί: φοβούνται «μη σκίσουν κανά καλσόν»…) Σήμερα τρώνε παντού (οι ηγεμόνες δε αυτού του τόπου «από παντού») εκτός από το πανηγύρι, γιατί ντρέπονται να φάνε φασολάδα και γίδα βραστή! Η δικαιολογία: «αυτοί που τρώνε στα πανηγύρια είναι (οι) γύφτοι». (Αν όπου γύφτος=ο γύφτος από τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» του Παλαμά, θα ήμουνα περήφανη να ήμουνα ένας τέτοιος). Ένα κατάλοιπο είναι το πανηγύρι… έχει κι αυτό μεταλλαχθεί πια!
        Η διασκέδαση μετατράπηκε σε κατανάλωση, ο χορός μετουσιώθηκε σε οφθαλμόλουτρο παραστάσεων παραδοσιακών συλλόγων με «δήθεν» αναβίωση παραδοσιακών εθίμων και χορών παρουσιασμένων βάσει «στημένων» χορογραφιών (αλήθεια, ποιος εγγυάται την πατρότητα και την αυθεντικότητα τους?)!! Δεν ‘ν’ κακό!!!! Αλλά… προτιμώ να σεργιανίσω ανάμεσα στους πάγκους. Με παρέσυρε το καταναλωτικό μου ένστικτο που θέλει να βολτάρει ανάμεσα στα «τζιβιτζιλάκια», αφήνοντας πίσω μου την εξέδρα των χορευτών και παίρνοντας μονάχα για παρέα τη μουσική υπόκρουση των λαϊκών οργάνων…. Όλο και κάποια χαζομάρα θα αγοράσω: ένα βραχιολάκι, κανά σκουλαρίκι ή ένα τραπεζομαντηλάκι για τη μαμα μου που έχει πολλά μα δεν ενοχλείται να τα κάνει περισσότερα! Θα φάω ένα σουβλάκι από τον πλανόδιο ψήστη ακόμη κι αν δεν πεινάω, θα πιω και μια ρετσίνα σε πλαστικό μιας χρήσεως ποτηράκι για να μην ξεχνώ πού βρίσκομαι. Θα ανεχτώ τη χειραψία των υποψηφίων δημάρχων ή βουλευτών που σεργιανίζουν πάντα στα πανηγύρια (τυχαίο? δε νομίζω!) ανάμεσα στα «υποψήφια» θύματά τους. Θα κριτικάρω για άλλη μια φορά την απεγνωσμένη προσπάθεια των συλλόγων να παρουσιάσουν ως παραδοσιακό ό,τι πιο μοντέρνο χωρίς την υπογραφή των παππούδων, χωρίς να προσυπογράψει η παλαιά γενιά. Θα κουνηθώ ωστόσο και θα λικνιστώ στο άκουσμα της χάλκινης τρομπέτας και του κλαρίνου, θα μιλήσω με ανθρώπους που δε συνάντησα ποτέ ξανά στο παρελθόν και πιθανώς να μη ξανασυναντήσω (ΑΝ… μου το επιτρέψει η μοίρα!!), θα πιάσω στα χέρια μου με πρωτοφανές ενδιαφέρον πραμάτεια από τους πάγκους που δε θα αγοράσω ποτέ αλλά θα την αγγίξω, θα την μυρίσω, θα την απορρίψω (ωστόσο θα την χαζέψω, γιατί –είπαμε-το δικαιούται). Και θα συνεχίσω την περιπλάνηση ανάμεσα από τις ψησταριές για να μυρίσουν τα ρούχα μου τσίκνα, θα κεράσω στο μπαμπά ένα σουβλάκι, για να αρχίσω να ξεχρεώνω όσα με κέρασε όλα αυτά τα χρόνια (ματαιοδοξία!)…
        Όπως και να ‘χει, το πανηγύρι είναι θεσμός, σταθμός, δεσμός, ελιγμός για άλλους εθισμός και για άλλους καταναγκασμός! Για μένα είναι καημός! Και κρίνω πως πρέπει να είναι και σεβασμός αυτό καθεαυτό ως οντότητα αλλά και για αυτό που εκπροσωπεί, για αυτό που φέρει παλαιόθεν! Είναι λοιπόν θεσμός και μάλιστα ελληνικός, ελληνοπρεπής, ελληνοκεντρικός! Και πώς όχι? Το πανηγύρι δεν είναι ντροπή. Το πανηγύρι είναι ανατροπή στα ευρωπαϊκά και εν γένει ξενόφερτα δεδομένα, είναι προκοπή για τα ελληνικά κεκτημένα!
        Ας μην το ξεπουλήσουμε! Ας το στηρίξουμε κι αυτό θα μας ανταμείψει. Αφού κι εγώ κι εσύ, το ξέρουμε καλά πως είμαστε ομαδικώς και όλοι «για τα πανηγύρια».
        Χρόνια σας Πολλά! Βοήθειά σας!

Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

Μια Καλημέρα είν’ αυτή?...ή πολλές?


Αγαπώ τη λέξη «Καλημέρα» γιατί είναι ευ-λογία και κατά μία έννοια ευ-γλωττία! Αγαπώ την «Καλημέρα», να την λέω σε όλον τον κόσμο
 -και στους πιο ενοχλητικούς που με το «Καλημέρα σας» σε εξετάζουν ιερώς,
- και στους πιο σκληρούς που με το «Καλημέρα σας» σκάει ένα χαμόγελο στο πρόσωπό τους κι ας είναι το πρώτο και το τελευταίο όλης της ημέρας,
-και στους πιο κλειστούς που με το «Καλημέρα σας» θα είναι η μόνη φορά που θα ανοίξουν το στόμα τους και θα σου μιλήσουν ρίχνοντάς σου μια φευγαλέα ματιά,
-και στους πιο χαρούμενους που με το «Καλημέρα σας» θα πλημμυρίσουν τον κόσμο χαμόγελα από τις πρωινές σου ώρες,
-και στους πιο φλύαρους  που με το «Καλημέρα σας» θα πάρουν αφορμή να σου πουν απ’ το πρωί ό,τι σκέφτονται ακόμη κι ό,τι δε σκέφτονται,
-και στους πιο δουλευταράδες που και πυρετωδώς θα κάνουν τον κόπο να σηκώσουν κεφάλι και στο «Καλημέρα σας» θα σου απαντήσουν ένα βιαστικό «καλημέρα» σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό τους
-και στους πιο κεφάτους που στο «Καλημέρα σας» θα σου απαντήσουν ένα τραγουδιστό και μακρόσυρτο «καλημέραααα…» δια ανατάσεως της χειρός,
-και στους πιο βαρείς που περπατάνε με σκυμμένο το κεφάλι και στο «Καλημέρα σας» θα κάνουν τον κόπο να το σηκώσουν και να σου απαντήσουν ένα βαρύ κι ασήκωτο «ΜΜΜέρρααα»…
        Είναι ωραίος αυτός ο κόσμος το πρωί, διαφορετικός. Ακόμη κι όταν είναι αδιάφορος στο μέσο της ημέρας, γίνεται ενδιαφέρων στο «Καλημέρα». Οι ρυθμοί δεν τον έχουνε συνεπάρει ακόμη, το άγχος δεν έχει προλάβει να ανακόψει τους ανθρώπους από την κοινή για τους θνητούς ευχή.
        Μια «καλημέρα» είναι πάντα επίκαιρη όσο και επιτακτική. Ακόμα και ρουτινίστικη μένει πάντοτε πρώτη στις προτιμήσεις των ανθρώπων, ως πρώτη ευχή, ως πρώτη λέξη, ως πρώτη σκέψη, ως πρώτη αρχή, ως πρώτο μέλημα… Σε βγάζει από την αμηχανία, σε μπάζει στη δράση, στην πράξη, στο «ομιλείν», στο «συναναστρέφεσθαι»!
        Μ’ αρέσουν οι «Καλημέρες» το πρωί, όταν οι καθαριστές σκουπίζουν τους δρόμους, όταν οι καθαρίστριες γυαλίζουν τα τζάμια στις καφετέριες από τον χθεσινοβραδινό καπνό και τρίβουν τις σχάρες στα οβελιστήρια.
Μ’ αρέσουν οι «Καλημέρες» στις νοικοκυρές που ξυπνούν πριν την πόλη, πριν το σύζυγο και τα παιδιά για να απλώσουν τα ρούχα της μπουγάδας.
Μ’ αρέσουν οι «Καλημέρες» του φούρναρη της γειτονιάς που το  φούρνισμα το τέλειωσε, πριν ακόμα ξυπνήσεις εσύ, και στο «καλημέρα σας» το ψωμί του φιγουράρει ζεστό-ζεστό δίπλα σε άλλα εξίσου φρέσκα αρτοποίηματα και σε περιμένει…
Μ’ αρέσουν οι «Καλημέρες» του ψαρά και του μανάβη που έχουν ήδη επιστρέψει από την ψαρ- και λαχαν-  αγορά αντίστοιχα, προτού εσύ ανοίξεις το μάτι.
Μ’ αρέσουν οι «Καλημέρες» του ανθοπώλη που πρωί-πρωί ποτίζοντας κι αναδεύοντας τους βασιλικούς μοσχοβολά ο τόπος όλος.
Μ’ αρέσουν και οι πιο τεμπέλικες «καλημέρες», όταν ο ήλιος παίρνει κι ανεβαίνει ψηλά αλλά θεωρείται ακόμη πρωί. Τα καταστήματα ανοίγουν στις εννέα αλλά προηγείται μία προετοιμασία. Καθείς αναλαμβάνει  να σκουπίσει το κομμάτι του πεζοδρομίου που του ανήκει. Οι σκούπες παρελαύνουν πάνω ή κάτω από τα πεζούλια, τα λάστιχα καταβρέχουν γενναιόδωρα τους δρόμους με νερό και το χώμα μυρίζει πρωί. Αυτές είναι οι καλοκαιρινές «καλημέρες» γιατί… υπάρχουν και οι χειμερινές.
Εκείνες, πιο φειδωλές, πιο σπάνιες, «πού να τις βρεις να τριγυρίζουν?». Κουκουλώνονται στα καβούκια τους, γιατί το κρύο δεν τις επιτρέπει να κυκλοφορούν ευρέως, θα συναχωθούν! Εκείνες είναι οι «καλημέρες» των παιδιών, σκεπασμένες με σκουφάκια, γαντάκια, κασκόλ και παλτό και φορούν μια τσάντα μεγάλη στην πλάτη, γεμάτη γράμματα (?). Άλλες φορές οι «καλημέρες» πηγαίνουν καμουφλαρισμένες, πάνω σε τέσσερις ρόδες και σε χαιρετούν μέσα από το τζάμι σηκώνοντας απλά το χέρι συνοδευόμενες από ένα νεύμα. Εκείνες είναι οι βουβές «καλημέρες».
Όπως και να ‘χει, ζεστές ή κρύες, δροσερές ή αέρινες, τραγουδιστές ή βουβές, χειμερινές ή θερινές, βιαστικές ή τεμπέλικες, φλύαρες ή λακωνικές, καταχρηστικές ή εκούσιες, λιτές ή φορτωμένες είναι τόσο επίκαιρες όσο και διαχρονικές. δεν χάνουν την αξία τους, δεν εκπίπτει η τιμή τους, συνεχώς ανατιμώνται.
Οι δικές μου οι «καλημέρες» πάλι ανήκουν και στις βιαστικές και στις τεμπέλικες, ενίοτε δε στις φλύαρες αλλά πάντοτε εκούσιες! Όπως το πάρει κανείς. Σήμερα με βρήκαν να ξεκινάω με πολλή δουλειά και στην πορεία να παρεκκλίνω επειδή τις περιγράφω.
Βιαστικά λοιπόν και εκουσίως (εννοείται!) σας λέω κι εγώ ένα τεμπέλικο και μετά φλυαρίας «καλημέρα σας»….

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Υστερική γλωσσολογία


Cogito ergo sum. Σκέφτομαι άρα υπάρχω, υπάρχω άρα μιλάω, αρθρώνω άρα σκέφτομαι, γιατί η γλώσσα είναι σκέψη και η σκέψη αποτυπώνεται στη γλώσσα. Ο άνθρωπος υπάρχει μέσα από το λόγο, τη λογική, τη σκέψη, την εκπεφρασμένη σκέψη, άρα τον έναρθρο λόγο, τη γλώσσα… Γλώσσα – Άνθρωπος! Τι σχέση; Απόλυτη! Άνθρωποι, τύποι και τύποι ανθρώπου, συνδυασμοί στις σχέσεις τους, διαφορετικοί και πάμπολλοι!
        Άνθρωποι ουσιαστικοί και αν-ούσιοι, περι-ούσιοι και επιθετικοί, προσδιοριστικοί και απροσδιόριστοι, με προθέσεις ή άνευ, σε ρόλο υποκειμένου ή ενός απλού αντικειμένου, άμεσου ή έμμεσου. Σύμφωνοι και ασύμφωνοι, φωνήεντες ή άφωνοι, παράφωνοι, άηχοι , ηχηροί. Άνθρωποι που ζουν με συμπλέγματα ή χωρίς complex, αντιθετικοί μεταξύ τους, συζυγικοί ή ανώμαλοι, με κλίσεις ή άκλιτοι προς καμία κατεύθυνση, με μεταπτώσεις και  πτώσεις, ελεύθερες ή ελεγχόμενες! Άνθρωποι από γένος μεγάλο και τρανό, που έχουνε θέμα, αρσενικοί, θηλυκοί άλλοτε θρυλικοί ή ουδέτεροι, συντάσσονται ή υποτάσσονται, παραγωγικοί ή άπρακτοι, σύνθετοι, αληθείς, έτυμοι ή ανέντιμοι και άτιμοι, μέτοχοι και συμμέτοχοι, αμέτοχοι, με διάθεση ή αδιάθετοι, εντός ή εκτός χρόνου, με καθαρό πρόσωπο ή προσωπείο, με ταυτοπροσωπία στις μεταξύ τους ενέργειες ή ετεροπροσωπία στην ασυνεννοησία και την ανοησία (ευτυχώς!), με σκόπιμες ενέργειες  ή άσκοπες, αποτελεσματικές ή και χωρίς αποτέλεσμα. Ενέργειες τελικές ή ατελείς, από ανθρώπους ειδικούς ή ανειδίκευτους που κάνουν πράξεις ευθείες ή πλάγιες και είναι γεμάτοι ενδοιασμούς, που είναι ενδεείς, ενίοτε αδαείς. Δεν τους πειράζει…
        Άνθρωποι! Υπάρχουν άνθρωποι αναφορικοί στις ζωές των άλλων, με περιεχόμενο ή είναι κενοί περιεχομένου, με ποιότητα σε σχέση με τους άλλους ή σε σχέση με το μηδέν. Το απόλυτο μηδέν!  Άνθρωποι με δομή, με υποδομή ή σκέτο με οικοδομή, είναι κι αυτό κάτι ή είναι το παν (σήμερα). Άνθρωποι απλοί ή σύνθετοι, επαυξημένοι ή ελλειπτικοί που προσδιορίζουν αυτόν που έχουν δίπλα τους ή προσδιορίζονται από αυτόν. Άνθρωποι κατηγορηματικοί και αμετάκλητοι, άνθρωποι που δίνουν εξηγήσεις και δεν παίρνουν ποτέ αλλά «τα παίρνουν». Άνθρωποι που μονίμως εξηγούν, παρεξηγούν ή παρεξηγούνται ή και παρα-εξηγούνται, φλύαροι ή άρρητοι, άλαλοι, άφωνοι, άηχοι άνθρωποι.
         Άνθρωποι υποκοριστικοί, ανθρωπάκια, αλλά και ψηλοί, ευθυτενείς, μακροί και βραχείς, πολλοί άνθρωποι. Υπάρχει άνθρωπος «πολύς» και άνθρωπος «λίγος». Τι κρίμα να είσαι άνθρωπος «λίγος»! Υπάρχουν άνθρωποι οξείς αλλά και βαρείς, γεμάτοι ερωτηματικά, σου προκαλούν απορία ή έχουν απορίες, άνθρωποι με άγνοια, μερική ή ολική. Άνθρωποι σύγχρονοι ή προτερόχρονοι με αντιδράσεις υστερόχρονες, αναχρονικοί, ετεροχρονισμένοι. Άνθρωποι με πνεύμα, που το «πουλάνε» ή όχι, άνθρωποι που προορίζονται μόνο για οινό-πνευμα.
        Άνθρωποι τέλειοι ή ατελείς, ατελείωτοι. Που ανήκουν σε κάποιο κόμμα ή ανυπότακτοι, ασύνδετοι με τα δεδομένα. Άνθρωποι γεμάτοι ερωτηματικά χωρίς ερωτικά πολλά. Άνθρωποι απροβλημάτιστοι. Γεμάτοι θαυμασμό για τους άλλους ή για κάποιους άλλους προκαλούν οι ίδιοι τους θαυμασμό όχι όμως για τον εαυτό τους. Δεν είναι αυτοαναφορικοί, ποτέ! Είναι άνθρωποι σιωπηλοί, σιωπαίνουν, αποσιωπούν γιατί είναι εχέμυθοι και εχέφρονες αλλά υπάρχουνε και άφρονες και παράφρονες. Άνθρωποι που αφομοιώνουν ή αφομοιώνονται από το πλήθος, τη μάζα, τον κόσμο και κάποιοι όμως που  ανομοιώνουν το «είναι» τους για να κάνουν την εξαίρεση του κανόνα. Άνθρωποι με ροπή, τροπή και ντροπή σε κάποια, για κάποια θέματα. Άνθρωποι που αναπτύσσονται ή μένουν υπο-ανάπτυκτοι, που αποβάλλονται ή τους αποβάλλει το σύστημα, απορρίπτονται ή εκθλίβονται, συνθλίβονται, συντρίβονται.
         Και άνθρωποι ανέπαφοι, άφθαρτοι, άφατοι, αναίσθητοι, γλαφυροί, γραφικοί, απλοί ή λιτοί, βαρύγδουποι ή στομφώδεις, φαφλατάδες, ανιαροί, ανίεροι, αναβλητικοί ή υποβλητικοί, που έχουν μάθει να προστάζουν, να εύχονται και να απεύχονται, να επιτρέπουν και να αποτρέπουν, να ανατρέπουν, να υποτάσσουν αλλά οι ίδιοι τους να μην υποτάσσονται ΠΟΤΕ κι ούτε να παρατάσσονται δίπλα σε κανέναν γιατί θεωρούν εαυτούς μοναδικούς και ανεπανάληπτους. Επιτάσσουν όμως στους πάντες τα «θέλω» τους!
         Και φυσικά υπάρχουν και οι «κατηγορούμενοι» από τους άλλους. Κάνουν ένα λάθος στη σύνταξη των όρων, προσδιορίζουν οριστικά κάποιους που δεν έπρεπε, βάζουν λάθος υποκείμενα στις πράξεις τους και λάθος αντικείμενα στα μεταβατικά ρήματα. Προτρέχουν! Κάνουν λάθη εκ παραδρομής και τα πληρώνουν, ενίοτε ακριβά, μια περιουσία μη σας πω! Κατεβαίνει ο βαθμός τους εύκολα. Κι όταν διορθώσουν τα εσφαλμένα δεν παίρνουν έπαινο γιατί ούτως ή αλλέως έτσι έπρεπε να γίνει. Το δεδομένο δεν επευφημείται ποτέ, το λάθος λιθοβολείται! Καταδικάστηκε το «κατηγορούμενο» σε πολλάκις ισόβια κάθειρξη χωρίς κάθαρση!
        Τάχα τα συνδετικά ρήματα ονομάζονται έτσι γιατί συνδέουν «Τον κατηγορούμενο» με το Υπο-κείμενο! Και ποιος είναι αυτός που «κείται ΥΠΟ..» σήμερα; Κανείς! Άρα δε συνδέει. Αποσυνδέει! Μαθητικές ανοησίες άρα! Πώς μπορεί αυτός που υπό-κείται να κάνει μία ενέργεια, να «κατηγορήσει» και πόσο μάλλον να συγχωρήσει έναν «κατηγορούμενο». Λίγοι! Α ναι! Οι λίγοι! Ο αιώνας της ολιγαρχίας! Κρεμόμαστε από τους λίγους, βρισκόμαστε στην ευνοϊκή διάθεση των λίγων που έχουν τη δύναμη να συγχωρέσουν ή των «λίγων» ανθρώπων; Είπαμε υπάρχουν άνθρωποι που είναι «λίγοι»! Τι κρίμα! Στην εποχή του πλούτου και του πλουραλισμού να είσαι «Λίγος»! Πώς μπορείς, Άνθρωπε, να είσαι λίγος μέσα σε τέτοια πληθώρα συναισθημάτων; Αν ήξερες τι χάνεις θα πολλαπλασίαζες τους κόπους σου να γίνεις συγκριτικά τουλάχιστον καλύτερος! Κι εμείς; Εμείς τι κάνουμε με τους «λίγους»; Περιμένουμε υπομονετικά την ανομοίωσή τους από τους υπόλοιπους «λίγους», την τροπή τους και την ανατροπή τους, την αφομοίωσή τους με εμάς. Με εμάς που είμαστε large, που είμαστε in σε υπερθετικό βαθμό.
         Άνθρωποι καταλυτικοί εν τέλει και καταληκτικοί ή ακατάληκτοι και ενίοτε ακατάλληλοι, γενικοί ή ειδικοί, δοτικοί κι ανένδοτοι ή ενδοτικοί, αφαιρετικοί, αφηρημένοι, οργανικοί,  οργανωτικοί ή ανοργάνωτοι! Κυριολεκτικοί ή μεταφορικοί, με παροιμιώδη συμπεριφορά, προληπτικοί, υπερβατικοί και παρεμβατικοί…
Άνθρωποι, άνθρωποι, άνθρωποι… κι όμως αυτοί οι άνθρωποι ονομάζονται άνθρωποι γιατί σκέφτονται και άρα υπάρχουν… και εκείνοι που δεν σκέφτονται; Πώς λέγονται; Απ-άνθρωποι; Θα μπορούσε! Η πρόθεση «από» κατά μία έννοια όταν προτάσσεται δηλώνει αφαίρεση. Τελικά όλα έχουν «έτυμον», όλα εξηγούνται!
 Η ιστορική γλωσσολογία είναι ένα θαύμα της επιστήμης αρκεί να την αφήσεις να πράξει το έργο της σωστά. Θα σου πει πολλά, θα σου εξηγήσει τα ανεξήγητα γιατί οι λέξεις γράφουν τη δική τους Ιστορία ασχέτως αν ο Άνθρωπος (πάλι αυτός!) την μετέτρεψε σε Υστερία!