Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Ρινηλασία...

   Χωρίς δεύτερη κουβέντα κάθισα κάτω ακουμπώντας ελαφρά την πλάτη στον τοίχο για να στηρίζομαι και να μη χάσω την ισορροπία μου. Και ενώ τα αφτιά μου άκουγαν προσεκτικά τον ομιλητή, τα μάτια μου ξέφυγαν από την ως εκείνη τη στιγμή προσήλωση στα λεγόμενα και άρχισαν να περιφέρονται ανάμεσα σε πολλά ζευγάρια παπούτσια. Βρέθηκαν ανάμεσα σε πολλά πόδια και άρχισαν να οργώνουν το πάτωμα και να σέρνονται από ζευγάρι σε ζευγάρι σαν τα ποντικάκια που ρινηλατούν στο πάτωμα της αποθήκης. Έστεκαν διστακτικά σε μιαν άκρη και παρατηρώντας εξονυχιστικά τα υποδήματα άρχισαν να βλέπουν τον κόσμο ανάποδα από κάτω προς τα πάνω και με μια διάθεση αντίστροφη. Υπάρχει ένας άλλος κόσμος πέρα από εκείνον που κρύβουν τα μάτια στο πρόσωπο. Υπάρχει ο κόσμος  των παπουτσιών, των ποδιών. Πες μου τι παπούτσι φοράς να σου πω ποιος ή τι είσαι!  
     Οι περισσότεροι φορούσαν χρώμα μαύρο. Οι εξαιρέσεις ελάχιστες. Χειμώνας γαρ. Το καφέ ή το κόκκινο αποτελούσαν τη μειοψηφία. Το μαύρο πενθεί αλλά δεν προδίδει ποτέ. Κόβει αλλά και σε βγάζει από τη δύσκολη θέση. Κρύβει την ανασφάλειά σου απέναντι στις συνδυαστικές σου ανικανότητες. Το σκούρο είναι μελαγχολικό χρώμα. Αλλά τα σχέδια ποίκιλλαν πολύ: άλλα είχαν μύτες οξείες έτοιμες να σου επιτεθούν και άλλα μύτες στρογγυλεμένες πιστές στην άνεση. Άλλα είχαν μια γυαλάδα λούστρινη που θα ζήλευε και ο πιο καθαρός καθρέφτης  και άλλα μια λασπωμένη θαμπάδα που πρόδιδε τις αντίξοες συνθήκες στις οποίες επιβιώνουν. Κάποια είχαν τακούνι, διότι έπρεπε να δηλώσουν πάραυτα και ανυπερθέτως τη γυναικεία τους φύση!!!  Όμως το τακούνι δεν ήταν για όλες το ίδιο. Άλλα τακούνια ήταν χαμηλότερα και άλλα υψηλότερα, αντιστρόφως ανάλογα με την ηλικία. Τα πόδια που ισορροπούσαν επάνω τους ήταν λεπτότερα και λιγότερο πρησμένα στα πιο στιλάτα και στιλέτα, ενώ τα λιγότερο κομψά σήκωναν το βάρος μιας γερόντικης κινητικής ανικανότητας, κουρασμένης να σύρει την ανεπίδεκτη βραδεία βάδιση. Κάποια φωνασκούσαν ότι ο τόπος προέλευσης ήταν ένα φαρμακείο με προϊόντα ποιότητας, ενώ άλλα διατυμπάνιζαν ότι αγοράστηκαν από καταστήματα ξιπασμένης πολυτέλειας που φιγούραρε σε βιτρίνα της Τσιμισκή. Τα αξεσουάρ, όπως κορδόνια, γουνάκια, κουμπιά ή φερμουάρ σε άλλα υποδήματα παντρεύονταν και σε άλλα προτιμούσε καθένα τη μοναξιά. 
    Οι άντρες φυσικά πιο αυστηροί και εδώ! Περιορισμένων αναγκών και στόχων: το παπούτσι στοχεύει στην άνεση. ΣΤΟΠ! Δετό ή μοκασινέ. ΣΤΟΠ! Σε κρεπ ή σε δερμάτινη εκδοχή. ΣΤΟΠ! Λιγότερο, περισσότερο ή εντελώς αθλητικό. ΣΤΟΠ! Σπαρτιάτικα. Παραλλαγές σε δέρμα φιδιού ή σε πάνινο, σε μέγεθος επιδεικτικά μεγαλύτερο από το θηλυκού γένους υπόδημα, το αντίστοιχο ανδρικό θέλει να δηλώσει ότι το παπούτσι είναι ανάγκη και οφείλει να σέβεται την άνεση.
       Με αυτήν την εκδοχή δε συμφωνούν παρά ελάχιστες γυναίκες, ειδικά αν πρόκειται για νεαρές σε ηλικία. Τα ψηλά παπούτσια μπορούν να δείχνουν αυτοπεποίθηση μιας προσωπικότητας που έχει θέσει υψηλούς στόχους, ταυτόχρονα όμως, όταν αντί να τα περπατάς σε περπατούν ή ακόμη χειρότερα σε πατούν ή σε χτυπούν επιβεβαιώνουν την ανασφάλειά σου να αποδεχτείς την  καθ’ ύψος και όχι μόνο ταυτότητά σου. Όταν πάλι το φαρμακείο καθορίζει εκτός από τα γεύματά σου σε εναιωρήματα και τα βήματά σου και μάλιστα βροντοφωνάζει το υπόδημα από χιλιόμετρα ότι αγοράστηκε μαζί με υπογλώσσια και ένα κουτί Depon ή Fenistil, τότε συνήθως σημαίνει πως τα κεριά στην τούρτα γενεθλίων σου αρχίζουν να ζυγίζουν όσο και η τούρτα.
    Οι περισσότερες γυναίκες πάντως θεωρούν τα παπούτσια απαραίτητο αξεσουάρ και όχι μόνο. Για κάποιο λόγο θεωρούν ότι είναι σαρανταποδαρούσες. Και αγοράζουν αρκετά, αλλά λιγουρεύονται κι άλλα και χαλβαδιάζουν τα καινούργια και εν τέλει φοράνε λίγα. Η ανασφάλεια οδηγεί σε φορτωμένες παπουτσοθήκες ή παραγεμισμένες αποθήκες. Ωστόσο κάποιες προσπαθούν να ισορροπήσουν σε «ανεμοδαρμένα ύψη», επειδή αυτά πλασάρονται ως κομψοτεχνήματα illustration περιοδικών μοδός, αλλά, όταν εν τέλει ανέβουν «εκεί ψηλά», πολλές που δε γνωρίζουν το σπορ, αντί να «ανέβουν», πέφτουν χαμηλά. Ενίοτε γελοιοποιούνται, άλλες φορές πάλι ξεφτιλίζονται. Οι άντρες κοροϊδεύουν. Αλλά το ψηλοτάκουνο το θαυμάζουν. Το δυστυχές είναι ότι το περιοδικό και η tv έβαλε το δωδεκάποντο να περιφέρεται στην κουζίνα καθώς ετοιμάζεις μουσακά και άλλοτε να πατάει το κουμπί να ανοίξει η ηλεκτρική. 
Γίνεται? Ε δε γίνεται!

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Επάγγελμα: «Κατίνα»

Πάντα λάτρευα τα κουτσομπολιά! Να κάθομαι με τη φίλη μου πίνοντας καφέδες ατελείωτους και να την κουτσομπολεύω μέχρι εκεί που δεν πάει. Το ίδιο και σε εκείνη. Πάρε και δώσ’ του το θάψιμο η μία για την άλλη. Ε καμιά φορά έπαιρνε η μπάλα και τις μαμάδες μας:  «Εμένα μου έκανε εκείνο, μου είπε το άλλο»! Τα ίδια κι εκείνη. Ε μερικές φορές πιάναμε καμιά κουβέντα και για κανένα περιφερειακό αρσενικό που μας πλεύριζε... αυτά! Μέχρις εκεί. Άλλωστε η φιλοσοφία πάει πακέτο με το «τσάι και συμπάθιο». Οι συνειρμοί σε εξοκέλλουν από το θέμα και το κουτσομπολιό είναι μόνο η αρχή. Για να μην καταντήσει «τσάι και αντιπάθιο»! Άλλωστε έχεις τόσα να πεις για τη βουλιμία που σε πιάνει με τα ξεροψημένα βουτήματα του καφέ, για το λεωφορείο που άργησε και πάγωσες στη στάση περιμένοντάς το, αλλά και για την εργασία που έστειλες στον καθηγητή και σου τη γύρισε αγνώριστη σαν να την έκανε μόνος του και ψάχνεις το μερίδιό σου πίσω από ένα σκασμό διορθώσεις, που πού να σου μείνει χρόνος να σχολιάσεις με ποια τα έφτιαξε ο γείτονας και άφησε τη γυναίκα του με τρία παιδιά πίσω, ύστερα από είκοσι επτά χρόνια γάμου!!!
    Είναι κι εκείνα τα όνειρα και οι βλέψεις που έχουν στριμωχτεί κάτω από τη γλώσσα, και ως γνήσια υπογλώσσια θέλουν να καταλαγιάσουν την έξαρση του ενθουσιασμού σου, που όσο μιλάς, εκείνος άλλο τόσο παροξύνεται!! Από πού να αρχίσεις? Τι να πρωτοπείς στη φιλενάδα σου? Ξεστομίζεις τη λεπτομέρεια του άβολου χθεσινοβραδινού σου ύπνου και στο καπάκι το ανάγεις σε θεωρίες περί ηρεμίας, που έχει ή δεν έχει σκοπό να αποκτήσει το σώμα σου, και βρίσκεσαι ξαφνικά να αναλύεις ανατολικής προέλευσης θεωρίες περί ψυχοσωματικών θεμάτων και βάλε.
    Κι όμως! Ξαφνικά, σε μια ομήγυρη, σε μια παρέα, σε ένα ουζάκι, πώς γίνεται και ξεφυτρώνουν καμιά φορά τέτοια παράσιτα που αναρριχώνται γύρω από το λαιμό σου και σε πνίγουν? Επιμέέέένουν...εκείείείεί! Να σου πουν «παρών» με τον χειρότερο τρόπο. Να σπάσουν τον πάγο με την κάκιστη συνήθεια: έμαθαν, άκουσαν, ρώτησαν, τους είπανε τέλος πάντων ότι ο χ τα έφτιαξε με την ψ, και ο δείνα μάλωσε με τη νύφη του και τσακώθηκε το ζευγάρι, και ο τάδε έκανε στη γυναίκα του αυτά και τα άλλα  γι’ αυτό κι εκείνη έφυγε από το σπίτι!!! 
Και μένω ενεή! Από πού στο καλό πηγάζουν οι ανεξάντλητοι κρουνοί της ενημέρωσης σε μια κοινωνία τοπική και όχι μόνο? Οι ειδήσεις των οκτώ δεν κάνουν άλλη δουλειά από απ’ ευθείας μετάδοση -σε real time νεοελληνιστί (!)- ανάμεσα στην κρεβατοκάμαρα του χ και τον ρεπόρτερ του καναλιού? Ή είναι τόσο φίλος ο «ρεπόρτερ της γειτονιάς» με τον τάδε που εκείνος του ξεφούρνισε τα σώψυχά του και του εμπιστεύτηκε τις μύχιες σκέψεις του? Κι αν είναι, γιατί ο άλλος, ως γνήσιος φίλος, δεν κράτησε μυστικό καλά κρυμμένο ούτε τα σώψυχα ούτε τις μύχιες σκέψεις, κι έσπευσε διόλου βραδέως αλλά τάχιστα να το διατυμπανίσει? Όλοι τα ξέρουν όλα πια σ’ αυτόν τον κόσμο?
Μα ποιος τους είπε πως εμένα με νοιάζουν οι ειδήσεις και δη τα συμβάντα σε ξένες κρεβατοκάμαρες?
 Όταν λέω θέλω να κουτσομπολέψω, εννοώ τη φίλη μου που, όταν τη φιλοξενώ, καραδοκώ πότε θα ξυπνήσει για να φτιάξω καφέ σε έναν κουβά και να αρχίσουμε κάτι 3ωρα κουτσομπολιά με τις πυτζάμες για όσα συνέβησαν στα 80 τετραγωνικά της δικής μου ζωής και στα άλλα τόσα της δικής της.
Και μια τελευταία ερώτηση:
Ποιος σοφός το είπε τέλος πάντων ότι «Οι μεγάλοι άνθρωποι μιλούν για ιδέες, οι μεσαίοι για γεγονότα και οι «μικροί»...για του άλλους!»? Θέλω να μάθω τώρα και να του δώσω ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!!!!
Ε? Ποιος?

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Πάει (κι) ο καινούργιος χρόνος...


Τινάζει τις χρυσόσκονες και τα τυχερά φλουριά του σε μια σκονισμένη αισιοδοξία θαμμένη κάτω από τόνους λάσπη και μελαγχολία. Ρόδια. Όσα τα σπόρια του, τόσες οι τύχες του. Καρύδια. Όσοι οι καρποί, τόσες οι ευχές. Πορτοκάλι. Με γεύση ξινής γλύκας ή γλυκιάς ξινίλας (αναλόγως την οπτική!) και φλούδες μανταρίνι ξεροψημένες στη σόμπα μαζί με καψαλισμένες φέτες χωριάτικου ζυμωτού ψωμιού. Η τσαγιέρα σφυρίζει σαν το Βεζούβιο, έτοιμη να εκραγεί από το χοχλασμό του βραστού βουνίσιου τσαγιού.
Δίπλα στη φλόγα, πλάι στο τζάκι, ζεσταίνεις την ελπίδα σου παρέα με τα χνώτα που το ‘σκασαν από τη φάτνη του θείου βρέφους. Πετάς στη φωτιά τις τσακισμένες αναμνήσεις. Την τρέφεις με κάτι κουρασμένες ηθικές. Μόνο για προσανάμματα αξίζουν, να ζεστάνουν τα νεογέννητά σου οράματα. Ο Άγιος Βασίλειος με άδεια τη λινάτσα σού κλείνει το μάτι καθώς με το ένα πόδι είναι πια στη γνωστή κούτα της αποθήκης και ο χιονάνθρωπος λιώνει στην ιδέα και μόνο του επερχόμενου Τριωδίου που ξεπροβάλλει δειλά-δειλά στον ορίζοντα χρόνο. Αυτόν που ορίζει. Αυτόν που καθορίζει και χωρίζει το έτος σε κομμάτια. Το συνθλίβει, άλλοτε πάλι το συντρίβει. Ενίοτε το τσακίζει και το θρυμματίζει. Το κόβει σε φέτες και το μοιράζει σε περιόδους νεκρές, μακρές και βραχείες. Σε εποχές όπου η φύση πεθαίνει ή κοιμάται σε νάρκες χειμερίες που απαγορεύεται να πατήσεις για να μην εκραγούν. Σε εποχές όπου ο χρόνος ξυπνάει, η γη εκτός από το να γυρίζει, επίσης γεννάει. Ομορφαίνει. Ανθίζει. Ξεραίνει. Φρυγανίζει. Φθίνει. Και πάλι από την αρχή...
«Σταμάτα γη να γυρνάς με εντολή του χρόνου! Θέλω να κατέβω. Θέλω να παγώσεις! Κι εσύ και ο εντολέας σου! Φτάνει! Μπέρδεψες τα πάντα λόγω κεκτημένης ταχύτητας»:
Λαμπιόνια στα δέντρα, μπλεγμένα με γαϊτάνια, κρυμμένα κάτω από μάσκες που τρομάζουν τα κακά πνεύματα οδεύοντας στο Γολγοθά με το Σταυρό στην πλάτη, ώσπου η φύση να Αναστηθεί μαζί με την  καρδιά σου, ώσπου να κάνεις βουτιές στα καταγάλανα νερά, να πιεις κρασί στα πανηγύρια και μετά από ένα ολόγεμο αυγουστιάτικο φεγγάρι με σάρκα ηλιοκαμένη τη σάκα στον ώμο και μπρος στην τάξη σου για μάθημα μετρώντας αντίστροφα τις μέρες για την πιο χαρούμενη γιορτή του χρόνου. Διακοπές. Κύκλος. Ζωή. Θάνατος. Γέννα. Γέννηση. Αναγέννηση. Αναμονή. Υπομονή. Καρτερικότητα. Ελπίδα.
Ζαλίστηκα!
Πάλι κύκλους κάνει. Πάλι την ίδια τροχιά διαγράφει. Κυκλικά? Όχι! Σπειροειδώς? Ναι! Ξαναγυρίζεις εκεί από όπου ξεκίνησες αλλά με ένα χρόνο συν στην πλάτη και μια ρυτίδα συν στο πρόσωπο. Έρχεται, φεύγει, κινείται κι εσύ στάσιμος. Προόδευσες σε σχέση με πέρσι? Έκανες ένα βήμα πιο πέρα? Ή νιώθεις να μένεις στην ίδια τάξη στάσιμος και μετεξεταστέος...?? Η τροχιά που διαγράφει η ζωή δεν είναι ποτέ ίδια. Μας φαίνεται. Αλλά δεν είναι! Κι ακούς κι εκείνες τις κενές δηλώσεις από τις παλιές παστρικές: «Τι είναι οι γιορτές? Μια ιδέα»...
        Ο Αϊ-Βασίλης φεύγει με άδεια τη λινάτσα. Πιο ελαφρύς στο σάκο έχει αναλάβει μια αποστολή: να τον ξαναγεμίσει με ένα δώρο κοινό για όλους χωρίς διακρίσεις και εξαιρέσεις. Δώρο που το δικαιούνται όντως όλοι και πιο πολύ οι άνθρωποι που είναι μόνοι, χωρίς ένα χέρι να πιάνουν τα βράδια, χωρίς μια αγκαλιά να τρυπώνουν για χάδια, χωρίς δουλειά να κάνουν όσα εύχονται και ονειρεύονται ανάμεσα στο ζην και στο ευ ζην.  
Καλή χρονιά στους Μόνους...
...αλλά και στους Μοναδικούς!.. δηλαδή σε Όλους!