Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Όταν οι σχέσεις κάνουν Shopping Therapy


Πώς να θεραπευτείς από τον κακό εαυτό σου? Ε κάνε την κλασική βόλτα στα μαγαζιά να ξοδέψεις λίγο χρόνο σουλατσάροντας στην αγορά. Μπορείς να χαζέψεις βιτρίνες, αν και από μόνος σου είσαι μια κινητή βιτρίνα, από αυτές μωρέ τις κλασικές, για το «θεαθήναι» που λένε.  Μπορώ αν θες να σου πω εγώ πού να πας στοχευμένα να ψωνίσεις για να μην κουράζεσαι! Θα είσαι ήδη κουρασμένος από τις βόλτες στους διαδρόμους του μυαλού μου. Άνοιξε το πορτοφόλι μου και πάρε όσα χρήματα σου χρειαστούν. Πόσα? Μα δεν ξέρω από τιμές, μόνο από τιμήματα!
Λοιπόν, όπως πας έξω για να «ψωνιστείς» -πράγμα βέβαια  που κάνεις συχνά τελευταία- κοίτα να προλάβεις να περάσεις απ’ τον μανάβη να αγοράσεις μερικές φρέσκιες ιδέες. Αυτές που έχεις στο ψυγείο εδώ και χρόνια μαράζωσαν. Και από τον χασάπη πέρνα, να σου κόψει σε μικρά κομμάτια τον εγωισμό σου, μπας και τον φάμε λίγο-λίγο. Όλος μαζί μου κάθεται στο στομάχι βαρύς. Αν έχεις  χρόνο, σταμάτα στη μοδίστρα να σου μπαλώσει λίγο το στοματάκι. Ξηλώθηκε και ώρες-ώρες δεν ξέρει τι λέει. Α! Στον τσαγκάρη? Δε θα πας? Οι σόλες σου έλιωσαν με το να τσαλαπατάνε συνειδήσεις και αξιοπρέπειες. Και μην ξεχάσεις να κάνεις μια στάση στο φαρμακείο. Να  πεις του φαρμακοποιού να σου δώσει λίγο φαρμάκι αλλά αυτή τη φορά σε σταγόνες, γιατί όσο είχες το χρησιμοποίησες για εντριβή. Κρίμα βρε παιδάκι μου! Δε το λυπήθηκες  καθόλου να το ρίχνεις με τη σέσουλα? Και είναι κι ακριβό το άτιμο! Και πες του να σου δώσει και μια κρέμα ημέρας. Από τις καλές ε! Μπας και εξαφανιστεί η διπροσωπία που έβγαλες στο πρόσωπο. Δεν είναι σωστό που την πειράζεις με τα χέρια. Θα μολυνθεί και θα γίνει χειρότερα, αλλά...πόσο χειρότερα? Μπαχαρικά όχι, μην πάρεις! Να τα κάνουμε τι? Βαρέθηκα να ψάχνω για αλατοπίπερα στη σχέση μας και αυτή να παραμένει άνοστη. Κανά κρασί πάρε για να ‘χει άλλοθι η περπατησιά της. Μια σχέση που τρεκλίζει. Να λέμε τουλάχιστον ότι ήπιε, γι’ αυτό παραπατάει!
Πες ακόμη του ανθοπώλη να σου αλλάξει τα γαϊδουράγκαθα που έχεις στο βάζο της καρδιάς σου. Απορώ πως δε σε τσίμπησε κανένα ακόμα, να έχουμε τρεχάματα σε εντατικές. Αλλά ίσως φταίει το ότι δεν έχεις καρδιά αλλά μια απλή απομίμησή της που ξεγελά στην όψη. Εν πάση περιπτώσει, ζήτα του λουλούδια ανθισμένα, κι ας είναι και χειμώνας. Τι πειράζει; Άλλωστε η ψυχή σου μόνο το χειμώνα ξέρει. Στο ζαχαροπλαστείο μη σταματήσεις, δε χρειάζεται. Όσα γλυκά και να πάρεις το μόνο που θα καταφέρεις θα είναι να μου ανεβάσεις το ζάχαρο, μαζί με την πίεση, όπως κάνεις συχνά τελευταία. Την πίκρα μου μια φορά αποκλείεται να τη διώξεις με όλα τα προφιτερόλ του κόσμου!
Στη γωνία του δρόμου θα βρεις τον ΟΤΕ. Κάνε σε παρακαλώ μία αίτηση διακοπής επικοινωνίας μεταξύ μας. Και όπως έρχεσαι, πέρνα και από τα Hondos . Θέλω να μου πάρεις μια λίμα. Αυτή που είχα μου ‘σπασε και δε βρίσκω άλλον τρόπο να λιμάρω το χρόνο μαζί σου.

Τα ρέστα κράτα τα! Άλλωστε...
 και να μη σου τα δώσω, εσύ πάλι θα τα ζητάς! Όπως πάντα!

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Γύρω-γύρω όλοι και στη μέση το ΕΓΩ μου...

Τι κι αν οι άλλοι θεωρούν ότι είσαι ό,τι δηλώσεις? Εσύ? Δεν πρέπει να είσαι προσεκτικός στις δηλώσεις σου? Και φειδωλός μη σου πω! Η υπερηφάνεια για αυτό που είμαστε, που γίναμε ή μας κάνανε, δεν είναι αξιόμεμπτη. Η ψωροπερηφάνια όμως για όσα έχουμε και  για όσα κάναμε, θαρρώ πως βρίσκεται σε υψηλές τιμές στο αίμα μας! Και όπως όταν ανεβαίνουν τα λευκά ή τα ερυθρά αιμοσφαίρια, ο οργανισμός δίνει σήμα κινδύνου εκ των έσω, κάτι αντίστοιχο πρέπει να συμβεί  στην περίπτωση αυτή από ένα εξωτερικό αναγκαστικό αίτιο.
Θαυμαστά τα έργα μας, εντάξει. Παλέψαμε, στερηθήκαμε, θυσιάσαμε για να τα χτίσουμε. Γκρεμίσαμε κάποια άλλα. Δεν είμαστε οι μόνοι όμως. Οι περισσότεροι, για να μην πω όλοι, το ίδιο νιώθουν τουλάχιστον. Όταν καλείσαι να συντάξεις το βιογραφικό σου επιστρατεύεις ακόμη και τα κενά μνήμης. Δεν έχεις αμνησία ποτέ. Δε σε πιάνει η νόσος του Alzheimer. Ανασκαλεύεις και αποκαλύπτεις όσα έκανες και όσα νομίζεις ότι έκανες ή ακόμα και όσα δεν έκανες για να τα πλασάρεις γαρνιρισμένα με σοβαροφάνεια σε έναν κατάλογο.
Κάποτε απέκτησες πτυχία, κατέκτησες θέσεις, ταξίδεψες σε μέρη μακρινά ή ταξίδεψες τους άλλους ή τη φαντασία τους μέσα από τα γραφόμενά σου. Συμμετείχες σε σεμινάρια, παρακολούθησες μαθήματα, εξέδωσες βιβλία, πήρες στην πλάτη σου μία εκδήλωση ή ένα μέρος της. Κι όταν καλείσαι να συντάξεις το βιογραφικό σου, ακόμη και σύντομο, σπεύδεις να στριμώξεις σε λίγες γραμμές τις ανιαρές παρακολουθήσεις σεμιναρίων για να μπεις στο μάτι της ελεγκτικής επιτροπής ή του αναγνώστη.
Το βιογραφικό μας, για να στραγγίξει από ναρκισσισμούς και εγωπάθειες, για να αποξηρανθεί μετά την πλημμύρα του εγωκεντρικού έλους, όπου βάλτωσε, χρειάζεται να μείνει κρεμασμένο στο σύρμα έτη πολλά. Να το δει ο ήλιος της ωριμότητας για να αφυδατωθεί από ασημαντότητες διογκωμένες. Και βιογραφικό δεν είναι μόνο το έντυπο ή ηλεκτρονικό πια curriculum vitae. Είναι η πρώτη γνωριμία ή η δεύτερη συνάντηση με κάποιον ή η μία ακόμη σύναξη με την παρέα σου, όπου, όταν κάποια στιγμή πάρεις ή υφαρπάξεις το λόγο, θα αρπάξεις και την ευκαιρία να πεις αυτό που θα προκαλέσει το θαυμασμό: δήθεν εν τη ρύμη του λόγου, επειδή το έφερε η κουβέντα ή επειδή εσύ την κατηύθυνες εκεί.
Το παράδοξο είναι, όταν μιλάς, να έχεις την αίσθηση του «Εσύ και κανένας άλλος». Βλέπεις οι υπόλοιποι να μη μιλούν αλλά μόνο να (σε) ακούν. Δε σπεύδουν να συμπληρώσουν: «Α! Κι εγώ μία φορά έκανα αυτό ή το άλλο...» αλλά μένουν σε αυτά που λες. Το πιο παράδοξο είναι να πιστεύεις πως είσαι ο μόνος στον κόσμο που κατορθώνεις πράγματα. Και το πιο ηλίθιο από όλα είναι η ατάκα που τη χρησιμοποιείς ως όπλο: «Είσαι μικρός /-ή ακόμα. Εγώ στην ηλικία σου...».
Καταρχήν αυτό δεν είναι όπλο αλλά νεροπίστολο, διότι: εσύ στην ηλικία μου την οποία ενδεχομένως και να την έζησες π.Χ. είχες άλλα δεδομένα ζωής, πολύ πιο διαφορετικά από τα δικά μου. Επίσης γεννήθηκες από άλλον μπαμπά, από άλλη μαμά, με άλλα αδέρφια και ξαδέρφια, σε άλλο σπίτι και άλλες εικόνες, πράγμα που σημαίνει ότι και συνομήλικοι να ήμασταν τα περιβάλλοντά μας = ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ. Η θεωρία του Χάους σου λέει κάτι? Αν όχι, μάθε απλά ότι αυτό που κάνεις ή έκανες εσύ είναι συνισταμένη των όσων σε επηρεάζουν από αξίες, ιδανικά, βιώματα, γνώσεις, πληροφορίες, ανθρώπους που ‘χεις πλάι ή μακριά σου και της πεταλούδας που πέταξε κάποια στιγμή στην Κίνα ενώ εσύ άπλωνες τραχανά!. Αντίστοιχα για μένα ισχύει το ίδιο για όσα κάνω ή δεν κάνω. Επίσης την ηλικία στην οποία βρίσκεσαι να τη χαίρεσαι, αν τη βρίσκεις τόσο διαφορετική, σε ομήγυρη μοναχά συνομηλίκων σου για να μην αισθάνεσαι και γέρος. Και κάτι ακόμη φίλε ονόματι «Εγώ στην ηλικία σου...»: το τι έκανες ή δεν μπόρεσες να κάνεις είναι αποτέλεσμα των όσων σε πλαισίωναν από μικρό. Οι αντοχές, ο συνδυασμός και συντονισμός πολλών πραγμάτων στα οποία μπορεί κάποιος άλλος να καταφέρνει πιο καλά από εσένα ή να καταφέρνει σκέτο, ενώ εσύ δεν μπορείς, είναι προνόμιο λίγων. Όταν κάτι δεν μπορέσαμε να πετύχουμε εμείς, δε σημαίνει από του αυτομάτου ότι δεν το μπορεί κανείς. Γι’ αυτό λοιπόν άκου, βλέπε, θαύμαζε και το τι έκανες εσύ θα μας τα πεις μιαν άλλη φορά και όχι μέσα από συγκριτική μελέτη βιογραφικών.  
Δεν είμαι μυγιάγγιχτη. Δέχομαι τη συμβουλή. Και σέβομαι την εμπειρία. Απλά αποστρέφομαι τους διδακτισμούς με έπαρση. Μου αρέσουν οι χαμηλοί τόνοι. Κάνω προσπάθεια, ΝΟΜΙΖΩ, -γιατί μάλλον πλανώμαι πλάνην, και μάλιστα οικτράν - να χαμηλώσω και τους δικούς μου. Και επειδή την καμπούρα τη δική μου δεν μπορώ να τη δω, βλέπω αυτήν του μπροστινού μου. Χαριτωμένα σε μια παρέα να αραδιάζει πού ταξίδεψε ή τι σπούδασε, σοβαροφανώς να μου εκθέτει ένα βιογραφικό σημείωμα θεωρώντας ότι «Κανείς δεν έκανε παιδί μόνο η Μαριώ το Γιάννη», με περηφάνια να μου δείχνει όσα απέκτησε (ok! Κανείς δεν είπε ότι τα έκλεψε) και με επιδειξιομανία να μου τρίβει την ετικέτα που φέρει η μπλούζα που φορά.
Τα σέβομαι, εκτιμώ τους κόπους του, συγχαίρω τα κατορθώματά του αλλά ειδικά στα βιογραφικά με πιάνουν γέλια όταν βλέπω τραβηγμένα από τα μαλλιά σεμινάρια άνευ σημασίας, ξεχειλωμένες σημασίες που δίνονται σε μαθήματα που δεν παρακολούθησε αυστηρώς, διογκωμένες εκτιμήσεις, φουσκωμένες σαν το κέικ επάρσεις. Το θέμα είναι το target group. Πού χτυπάς? Σε ανθρώπους που δεν έχουν ιδέα τι είναι τα όσα περιγράφεις και αναγράφεις? Τότε ναι θα σε θαυμάσουν. Σε ανθρώπους που έχουν κάνει όμως περισσότερα από εσένα? Να ξέρεις ότι αυτοί θα σε χλευάσουν.
Κι αν ενίσταται κάποιος τον καταλαβαίνω! Φυσικά και υπάρχουν οι με καλή τη προθέσει  συνδαιτυμόνες που από καρδιάς και μετά χαράς θέλουν να μοιραστούν τη χαρά της δημιουργίας, να αποσπάσουν ένα «Μπράβο!» που θα τους δώσει κουράγιο για το παρακάτω βήμα και οι φίλοι που, αν μοιραστούν τη χαρά τους, εκείνη θα γίνει διπλή! Και τους πιστεύω και δεν αναφέρομαι σε εκείνους! Και φυσικά υπάρχουν πάντα άνθρωποι που θα έχουν κάνει περισσότερα από μας, και σπουδαιότερα και καλύτερα. Κι αυτό δηλαδή τι σημαίνει? Ότι εγώ δεν έχω το δικαίωμα να καταθέσω τα κατορθώματά μου? Και στο κάτω-κάτω, τι είναι το σπουδαίο, τι το μη σπουδαίο και τι τ’ ανάμεσό του?
Δεν ξέρω! Δηλώνω άγνοια. Κι αυτό με κάνει να ζω ευτυχής! Αυτό που ξέρω είναι ότι: Όταν για πραγματικά σπουδαίους ανθρώπους θέλησα κάποια στιγμή κάπου, κάπως, κάποτε να ψάξω το βιογραφικό τους, δεν έβρισκα παρά μερικές επιγραμματικά γραμμένες πληροφορίες που τόνιζαν τον τόπο καταγωγής και τον τρόπο που μεγάλωσαν. Κι όταν καθόμουνα μαζί τους δε μου λέγανε τι κάνανε αλλά τι σκοπεύουν να κάνουν ή τι πρέπει να κάνουν.
Τότε ένιωσα πως ναι, δεν είναι τυχαίο πως η ταπεινότητα εκτόξευσε στα ύψη αυτούς τους ανθρώπους και τότε κατάλαβα τον Ποιητή που μου έμαθαν στο σχολείο ότι έλεγε:
«Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά!»

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Το tango των σοσιαΛΗΣΤΩΝ!!!

Τα κλειδιά προορίζονται για να είναι κρεμασμένα πάνω στις πόρτες από την έξω μεριά του σπιτιού μας και οι κλειδαριές για να είναι ξεκλείδωτες, όταν ο νοικοκύρης βρίσκεται μέσα.
Οι αυλές των σπιτιών στα χωριά στις ζεστές ακόμα νύχτες του Σεπτέμβρη πρέπει να ξεχειλίζουν από  γιαγιάδες που παρέα με τις γειτόνισσες κουτσομπολεύουν τα τεκταινόμενα του χωριού.
Τα πλακάκια στα πεζοδρόμια και στις πλατείες είναι φτιαγμένα για να χαράσσουν τα παιδιά αριθμούς από το 1 έως το 8 και για να γεμίζουν από τα ξεφωνητά τους. Κατόπιν τρέχοντας σαν συλφίδες πάνω-κάτω και ενοχλώντας τους γκρινιάρηδες παππούδες, εκείνοι να τα κάνουν συνεχώς παρατήρηση: «Πηγαίνετε να παίξετε πιο κάτω! Μας ζαλίσατε».
Οι τηλεοράσεις εφευρέθηκαν για να στρώνεις πάνω τους τα πλεχτά σεμεδάκια της γιαγιάς και να τα τραβάς μονάχα μετά τις 17.00 μ.μ., όταν ξεκινάει το «Σουσάμι Άνοιξε!»
Οι θείοι και οι θείες μας μετανάστευσαν στην Αμερική για να μας φέρνουν, όταν έρχονται, δώρα που δεν μπορούμε να τα βρούμε αλλού.
Το γέλιο και το χαμόγελο είναι ο απώτερος στόχος όλων, ακόμη και εκείνων που φύσει είναι μουντρούχες.
Ο άνθρωπος οφείλει, κατά κοινωνική σύμβαση τουλάχιστον, να έχει ως στόχο του τη διαιώνιση του είδους του και τη δημιουργία μίας υγιούς οικογενειακής θαλπωρής, ενός κατάλληλου περιβάλλοντος δηλαδή στο οποίο θα γεννήσει  και θα αναθρέψει τα τέκνα του.
Το χρήμα φτιάχτηκε κάποτε για να αποτελέσει το μέσο, ώστε να διευκολυνθούν οι ανταλλακτικές σχέσεις των πολιτών μέσα σε μία κοινωνία.
Το συμβατικό ταγκό των ’60s χορεύονταν δύο βήματα μπρος και ένα πίσω. Σε κάθε περίπτωση ένιωθες ότι κινείσαι και  κάνοντας  πιρουέτες πως λικνιζόσουνα στο χώρο μέσα από άλλη αίσθηση, ακόμα κι αν πήγαινες ΜΠΡΟΣΤΑ με ρυθμούς αργούς.
Ο σοσιαλισμός κατασκευάστηκε για να έχει ως βάση την κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και για να θεωρείται το πιο δίκαιο για τον απλό λαό πολιτικοοικονομικό σύστημα.
Και ο Αύγουστος... προορίζονταν κάποτε ως ο μήνας των ονείρων, όπως έγραψε ο Roger Cohen, των ανέμελων περιπλανήσεων στους άδειους δρόμους της πόλης και του διαβάσματος των άνευ ουσιαστικού περιεχομένου και μάλλον «χαζών» ρεπορτάζ στις εφημερίδες.
Ο Αύγουστος όμως, διαπιστώνει ο ίδιος,  αναβλήθηκε για φέτος.
Και να αναβλήθηκε μονάχα αυτός?
Τα κλειδιά άλλαξαν ρόλο, κλειδαμπαρώνουν πόρτες, ακόμη κι αν ο νοικοκύρης βρίσκεται μέσα.
Οι αυλές ερήμωσαν από Σεπτέμβρη ακόμη μήνα και αρνούνται πεισματικά να ακούσουν τα κουτσομπολιά του χωριού. Προτιμούν να βυθίζονται στα μαύρα, αν και ζεστά σαν του καλοκαιριού, σκοτάδια.
Τα πεζοδρόμια δεν είναι γραμμένα με αριθμούς από το 1 ως το 8 αλλά είναι απλά λευκά, σαν τα φαντάσματα.
Τα σεμεδάκια ξεστρώθηκαν από τις τηλεοράσεις, γιατί πρέπει να είναι σε κάθε σπίτι ανοιχτές επί 24ώρου βάσεως.
Οι θείοι δεν θα ξανάρθουν ποτέ από την Αμερική να μας φέρουν δώρα, γιατί τώρα θα μεταναστεύσουμε εμείς εκεί.
Οι στόχοι μας χαθήκανε, το χαμόγελό μας πάγωσε και το γέλιο μας κόπηκε. Γίναμε όλοι ανταγωνιστικοί μεταξύ μας στη μαυρίλα της ψυχής.
Οι οικογένειες νοσούν, οι θεσμοί ψυχορραγούν, το χρήμα από μέσο έγινε πρώτα στόχος και μετέπειτα από στόχος μάσκα οξυγόνου για επιβίωση στην ασφυξιογόνα ελληνική πραγματικότητα.
 Το ταγκό χορεύεται πια επί τόπου και ενίοτε με βήματα που πάνε ΜΟΝΟ  ΠΙΣΩ  και ο σοσιαλισμός στη γενέτειρα της δημοκρατίας έγινε συνώνυμο του  ολοκληρωτισμού και της τρομοκρατίας και μας χορεύει όλους πηγαίνοντας τον τόπο ετούτο ΠΙΣΩ. Καμία πρόοδος. Στασιμότητα και ακαμψία. (Πού είσαι Στάλιν!!)
Σκέψεις κομμάτια, κατακερματισμένες σαν τις ασύνειδες σημερινές συνειδήσεις. Στη βασιλεία της απόγνωσης, στην ολιγαρχία των μέσων, στη δικτατορία των αιρετών και την πτώση της δημοκρατίας, βουλιάζει η νήσος των πάλαι ποτέ Μακάρων. Κάπου εδώ βρίσκονταν κάποτε τα Ηλύσια πεδία. Τα αντικατέστησε τώρα απλά μια Ηλίθια Παιδεία. Μέσα σε αυτά τα ξεκλείδωτα «θέλω», δίπλα σε  αυτά τα χορευτικά «μπορώ», τα χαμογελαστά «αγαπώ» παρατάχτηκαν πεισματικά αμπαρωμένα «Επιβάλλεται», απολυταρχικά και στάσιμα «Πρέπει», αυστηρώς ακατάλληλα «Δεν επιτρέπεται».
 Οι δρόμοι γεμάτοι σιωπή. Πού πήγαν τα παιδικά ξεφωνητά και οι γεροξεκούτηδες παππούδες? Ποιος φίμωσε τις γιαγιάδες στα χωριά και σφάλισε  ερμητικά τα πατζούρια τους? Πόσο φοβήθηκαν τους γέρους τα παχύσαρκα πια παιδάκια και το ‘ριξαν απ’ το κουτσό στο playstation τρώγοντας πίτσα που παρήγγειλε η μαμά απ’ έξω? Γιατί η μαμά πάλι παρήγγειλε απ’ έξω και δεν πρόλαβε να μαγειρέψει? Πού έτρεχε πάλι ολημερίς? Και γιατί η θεία μου από την Αμερική δε θα ξανάρθει πια εδώ με δώρα-surprise !? Γιατί να γίνω εγώ η θεία που θα έρχεται σε λίγα (?) χρόνια εδώ μόνο τα καλοκαίρια να δει τα ανίψια της?
Κι αυτά τα οξύμωρα πια σχήματα να τα αναπνέω παντού! Να έχει 35 βαθμούς Σεπτέμβρη μήνα, αλλά μια παγωμένη ησυχία στους δρόμους που θυμίζει πρόωρα τον θάνατο της φύσης του χειμώνα. Με το στανιό να έρθει το κρύο και η κρυάδα! Η χιονισμένη ερημιά.
Θα προχωρήσω πιο κάτω, δεν μπορεί! Με περιμένει ετοιμόγεννη η ελπίδα! Στη στροφή του δρόμου θα είναι η παρέα μου. Θα καθίσουμε στην ταβέρνα να πιούμε μια ρετσίνα. Χαχα! Με βλέπει ο Θεός και γελά. Λάθος! Η μήτρα της ελπίδας μου, καθημαγμένη πια, απέβαλε! Επρόκειτο για κύημα-έκτρωμα! Δεν είναι κανείς στην άκρη του δρόμου. Κλείστηκαν όλοι στο σπίτι και στον εαυτό τους. Κι ο ταβερνιάρης τα πίνει μόνος του. Έδιωξε τα γκαρσόνια. Σηκώνεται από την καρέκλα με αργό βηματισμό σέρνοντας ξοπίσω την πιστή σαν το σκύλο αξιοπρέπειά του για να κολλήσει στο τζάμι μια ασπροκόκκινη μακρόστενη ταμπέλα γνώριμη. Τελευταία τη βλέπω παντού. Γράφει  κι ετούτη:  
«Ενοικιάζεται / Πωλείται».



Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Τα παιδεία δεν παίζει πλέον, αλλά σαστίζει ...!

Πες πως δεν  ξέρεις τι ώρα είναι, τι μέρα ή τι μήνας! Πες πως το ρολόι σου έσπασε... υπάρχει όμως στην ατμόσφαιρα κάτι που σε κάνει να νιώθεις τη στιγμή, να αισθάνεσαι το χρόνο μέσα από άλλες διαστάσεις...λίγο το χώμα που μυρίζει φρέσκια βροχή, λίγο ο αέρας που έγινε πιο δροσερός, λίγο η μέρα που βράχυνε το φως της, λίγο τα χρυσάνθεμα που έχουν την τιμητική τους...και πολύ, πιο πολύ οι καινούργιοι μπόμπιρες  που με νέα βάρη στην πλάτη αυτήν τη χρονιά, προσθέτουν νέα διαδρομή στην καθημερινότητά τους....
        Ακόμη θυμάμαι εκείνη την πρώτη μέρα στο δημοτικό, να με βρίσκει, μετά από μια εξαετία γεμάτη παιχνίδι και μόνο, στο προαύλιο ενός σχολείου τεράστιου, που τα κάγκελά του χάνονταν μαζί με τους ορίζοντές μου και που η αμηχανία μου απέναντι σε νέες συνομήλικες φατσούλες παιδικές είχε χτυπήσει κόκκινο. Αλλά και στο γυμνάσιο τα ίδια. Σοβάρευαν τα πράγματα και σοβάρευε και η αμηχανία...και στο λύκειο επίσης! Και στο πανεπιστήμιο! Μια επανάληψη ήταν το σχολείο σε κάθε του βαθμίδα. Επανάληψη της προηγούμενης με προσθήκη τη σοβαρότητα της επόμενης!  
Βάζεις στο σάκο σου αντοχές, φοράς το φρεσκοπλυμένο σου λευκό πουκάμισο, τακτοποιείς  στις εσωτερικές σου θήκες τα καλοκαιρινά σου βιώματα αποτυπωμένα στις Α4 ως φόντο, στις εξωτερικές σου τσέπες έχεις το κέρμα για το κουλούρι του κυλικείου μαζί με τα κλειδιά σου και ξεπορτίζεις. Στη γωνιά σε περιμένει η τσακαλοπαρέα! Έχετε κανονίσει να φοράτε τα ίδια ή περίπου τα ίδια και τα σχηματισμένα πηγαδάκια πριν τον κώδωνα ποντάρουν σε ανασχηματισμούς και αναδιαρθρώσεις...μεγαλώνουν, μικραίνουν στο λεπτό, μπολιάζουν και συρρικνώνονται... και ύστερα ο αγιασμός των μικρών διαβολακίων... ζιζάνια και μη, στη σειρά. Το καλωσόρισμα του διευθυντή, τα «πρωτάκια», αυτά τα εξιλαστήρια θύματα που σε κάθε σχολείο, από το δημοτικό ως το  πανεπιστήμιο, μας κάνουν να αισθανόμαστε «εμάς τους μεγαλύτερους» καλύτερα, οι νέοι δάσκαλοι και οι καινούργιοι καθηγητές. Και τα σιγοψυθιρίσματα  δίνουν και παίρνουν: «Πώς είναι έτσι αυτή!», «Κοίτα τη μύτη εκεινού!», «Δες τη φοράει η άλλη!» κ.α.ό.!!!!
Κρούει ο κώδων, όχι του κινδύνου αλλά της προγραμματισμένης σου πια καθημερινής υποχρέωσης. Ξύνεις τα μολύβια και οξύνεις τις διαθέσεις σου. Σβήνεις τα θέλω σου και καταγράφεις τα πρέπει, τραβάς μια μονοκοντυλιά στην τεμπελιά και ανασυνάζεις  τις ορέξεις και τις αντοχές σου μαζί με τις λευκές σου κόλλες. Ξεφυλλίζεις το φετινό σου μέλλον μαζί με τα νέα φρεσκοκομμένα βιβλία που μυρίζουν τυπογραφείο και μελάνι και παίρνεις μια γεύση της ύλης που θα σπουδάσεις φέτος.  Ξέρεις καλά ότι «κάθε πέρσι και ευκολότερα, κάθε φέτος και χειρότερα». Σε παρηγορούν οι φίλοι που έχασες το καλοκαίρι και ξαναβρήκες το Σεπτέμβρη. Μαζί θα αναγνώσετε τις εμπειρίες, όπως θα γράφονται στα καινούργια σας τετράδια. Μαζί θα μετρήσετε τις νέες ατασθαλίες που θα στήσετε στο δάσκαλο και μαζί θα πειραματιστείτε στο χημείο του σχολείου σε από κοινού εμπειρίες που θα προστίθενται στο σχολικό σας βιογραφικό.
Η Δευτέρα σου δεν θα διαφέρει ιδιαίτερα από την Τετάρτη σου και η Τρίτη σου θα είναι παρόμοια με την Πέμπτη. Η Παρασκευή σου όμως θα σου δίνει κουράγιο ότι την άλλη μέρα δεν έχεις υποχρεώσεις. Θα βγεις με τους φίλους σου στο πάρκο ή θα σε παν οι γονείς σου μια εκδρομή. Ή πάλι, θα κοιμηθείς στη γιαγιά και στον παππού που σε πεθύμισαν από το περασμένο καλοκαίρι. Και ο χρόνος, αυτός ο φίλος και γιατρός σε κάθε σου βήμα, θα συμπορεύεται μαζί σου στην ακαδημαϊκή σου πορεία με βροχές, αέρα ή χιόνια, ηλιοφάνεια ή συννεφιά!
Μα εσύ θα βλέπεις μονίμως ως αντάρα τα όσα έχεις μπροστά σου. Η υποχρέωση θα είναι πάντοτε συνώνυμο της καταπίεσης. Σε πνίγει μια θηλιά στο λαιμό, γιατί βλέπεις βουνό τις γνώσεις που σε περιμένουν στη γωνία! Είναι και οι τόσες πληροφορίες που σε γεμίζουν καθημερινώς τα χαζοκούτια! Πόσα να χωρέσει ο κουβάς του εγκεφάλου σου?
«Αφού σου είπα!», φωνασκεί η συνείδηση, «Άσε λίγο χώρο για ουσία!. Δε μ’ ακούς! Του κεφαλιού σου! Σε κάνανε δίβουλο σε κάθε σου βήμα! Γιατί τους άφησες? Πιάσε την ουσία απ’ τα μαλλιά, σαν να ‘ναι ευκαιρίες. Τα όνειρα δεν φτιάχνονται από μαγικά ραβδιά αλλά από αγώνες που μυρίζουν ιδρώτα. Και συ βρομάς αρώματα γαλλικά, μαθητάκο μου, να καμουφλάρεις την ασχήμια. Ψευδαίσθηση είναι οι πληροφορίες. Η γνώση είναι η αλήθεια. Η γνώση είναι η περηφάνια σου και η tv η γνωστική ορφάνια σου. Κι αν ήξερες πόσα παιδιά στον κόσμο ετούτο, θα ήθελαν να ‘ναι στη θέση σου, η υποχρέωση του σχολείου θα ήτανε αυτόματα δικαίωμα!»
Είναι καλό να αγαπάω τον αγώνα και την εργασία. Είναι καλό να έχω όρεξη. Δε μου τα μάθανε όμως όλοι καλά τα γράμματα. Δε μου είπαν όλοι πως η δουλειά είναι ευλογία και όχι κατάρα. Δε μου εκμυστηρεύτηκε κανείς πως η κούραση αγλαΐζει τη μαθητική μου πορεία, γιατί οι καρποί που δρέπεις στο τέλος είναι πιο γλυκείς.
Αναζητούσα κι εγώ το σχολείο της χαράς. Εκείνο στο οποίο, όταν θα πηγαίνω, θα ξεχνιέμαι, θα μαθαίνω μέσα από το παιχνίδι και δε θα θέλω να γυρίσω σπίτι. Δε θα αποζητάω την επιστροφή, δε θα γεμίζω αποστροφή, δε θα γνωρίζω την καταστροφή. Πού είναι? Μου το τάξανε! Τι έμαθα? Τα αντίθετα: Να θέλω να επιστρέφω! Από πού? Από το ταξίδι στην ανακάλυψη. Επιστρέφεις από εκεί που δεν πήγες ποτέ? Να θέλω να αποστρέφομαι! Τι? Το διάβασμα. Αποστρέφεσαι κάτι που δεν γνώρισες ποτέ? Να θέλω να καταστρέφω! Ποια? Τη γνώση μου. Μα αυτήν δεν την έχτισα ποτέ.
Κάτι κουρασμένα ταξίδια, μια οδύσσεια ενός ξενιτεμένου μυαλού θυμάμαι. Να αναζητάω την Ιθάκη της παιδείας μου και να θαλασσοδέρνομαι στις μεταρρυθμιστικές της τρικυμίες! Να με χτυπάν αλύπητα στα βράχια κάτι ξιπασμένες ιδέες δήθεν σοφών πολιτικών που είναι τιμονιέρηδες σε αλίκτυπες σχεδίες. Να φτάνω σε λιμάνια ξένα ή να με ξεβράζει το κύμα επάνω σε βράχια κοφτερά, έτοιμα να τσακίσουν τον εγκέφαλό μου. Αλλά ο νόστος ισχυρός! Εκεί! Πυξίδα στο ταξίδι! Να επιμένω να βρω το τζάκι του σχολείου αναμμένο. Μία γωνιά, μια θαλπωρή να με αγκαλιάσει. Το ξέρω πως εκείνη έχει υπομονή και αναμένει. Της το ‘μαθε η Πηνελόπη. Τη βρήκα. Έφτασα. Μπήκα μέσα. Μα οι αγώνες μου ποτέ δε σταματήσανε. Μου είπανε πρέπει να ξαναπολεμήσω. Έπρεπε, λέει, να σκοτώσω τους μνηστήρες. Αυτούς, που κλέψανε από εκείνη την τέχνη του «ράβε-ξήλωνε» και την κάνανε τέχνασμα. Αυτούς, που διατείνονται πως φροντίζουν για το μέλλον μου, αλλά μόνο καρπώνονται την προίκα, το παρόν μου. Και φάγανε από το παρελθόν μου κριάρια τροφαντά...
Να εύχεσαι σε αυτήν την περίπτωση ή να απεύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος, σαν βγεις στον πηγαιμό? Ιδού η απορία!
Αγώνας. Αγωνία. Άγονες προσπάθειες και πάλι από την αρχή! Νομοσχέδια και αποφάσεις! Αναλαμπές. Μέτρα πυροτεχνήματα! Λάμπουν για ένα δευτερόλεπτο κι ύστερα μένουν τ’ αποκαΐδια! Διάττοντα αστέρια τα πειράματα. Μαθητές πειραματόζωα...Λείπουν κι αυτοί οι Δάσκαλοι! Οι πεφωτισμένοι, όπως ήταν κάποτε. Δεν ακούγονται κι εκείνοι οι ποιητές...κάπου χαμένοι σ’ ένα λαβύρινθο που το λένε πανελλήνιες είναι. Ο λόγος τους όμως, και των Δασκάλων-εξαιρέσεων και των ποιητών βρίσκεται  ΕΔΩ!!!!!!: (κάνε ΚΛΙΚ, μήπως και σου κάνει «κλίκ»)


«Δουλεύτε τον ξανά τον κόσμο στην φωτιά
και τα καλά του ξανανθίστε και τα κρίματα,
χτυπώντας τον με το σφυρί και με τ' αμόνι!»

Καλή Χρονιά Παιδιά...Καλή δουλειά!

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

Παρά θίν’...αλλιώς!

Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
- έχει γεύση από λαδερά φαγιά, φρεσκοκομμένη από τον κήπο μας ντομάτα και η γειτονιά μυρίζει γεμιστά και τηγανητές πιπεριές που σου σπαν τη μύτη!

Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-τα απογέματα στα χωριά γεμίζουν από ξεφωνητά παιδιών επαναπατρισθέντα εκ Γερμανίας «και βάλε» που παίζουν με τα αυτόχθονα ξαδέρφια τους. Μακάρια τα γέρικα πλατάνια που δεκάδες χρόνια χαρίζουν τη δροσιά τους σε ανταμώματα από εγγόνια και παππούδες στις πλατείες οδούς των χωριών!

Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-σε αγκαλιάζουν, σε ιδρώνουν και σε κάνουν να στριφογυρίζεις σαν αρνί στη σούβλα νύχτες ζεστές και υγρές και σε εξωθούν να κοιμηθείς στο μπαλκόνι, στη βεράντα ή στον κήπο, στην ξαπλώστρα κάτω από το δέντρο της αυλής.

Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-σου αρέσει να πλένεις αυλές και βεράντες με το λάστιχο, να βρέχεις τα πόδια σου με άφθονο νερό και να τσαλαβουτάς στη σαπουνάδα τρίβοντας τα πλακάκια της αυλής και τις ριγέ σου τέντες αφειδώς  αποθέτοντας για λίγο την οικολογική σου φύση στην άκρη! 

Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-το άλλοθι που σε δροσίζει είναι ένα κομμένο ολόκληρο παγωμένο και γλυκό ζουμερό καρπούζι συνοδευόμενο ή όχι από τυρί (για τους φίλους Αθηναίους «φέτα») ή ένα εξ ίσου παγωμένο πεπόνι που το έχεις αγοράσει ολόκληρο, ανακατατάσσοντας μετά δυσκολίας τα λοιπά εδέσματα στο ψυγείο σου κι αρνούμενος να μιμηθείς τον αλλοδαπό που το ψωνίζει σε φέτες... και σου το φέρνει κι ο «καρπουζάς» μπροστά στο σπίτι σου ενίοτε, φωνασκώντας: «Καρπούζια καλάάάάά......» και τον πιστεύεις αμαχητί!

Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-λατρεύεις τα ουζάκια στο κύμα με παστή σαρδέλα και σκουμπρί κι ας τρέχει ο ιδρώτας κρουνός στο μέτωπό σου!
Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-κάθεσαι στην αυλή σου απολαμβάνοντας τα τριζόνια και τα τζιτζίκια αλλά και τις κουκουβάγιες  να σου θυμίζουν ότι ζεις εν μέσω Μεσογείου λεκάνης!

Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-λαμβάνουν χώρα άοκνες μάχες μεταξύ σου και σμήνους κουνουπιών ή μυγών που καταπολεμάς με κεριά από κίτρο και την ελληνοπρεπή μυγοσκοτώστρα!

Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-η ξερή ελιά σε φόντο φρύγανου και αρχαιολογικού χώρου στην  αλμυρή  ατμόσφαιρα του Ιούλη είναι προνόμιο καθ’ όλα  ελληνικό.

Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-το ασβεστωμένο σπιτάκι πνιγμένο στη βουκαμβίλια  και δεμένο με την καταπράσινη κληματαριά δεν είναι αξιοθέατο σε καμιά άλλη cart-postal στον κόσμο

Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-και η μαυροφορεμένη φαφούτα με το τσεμπέρι γιαγιά καθισμένη κάτω από το μασίφ παραδοσιακό πατζούρι αποτελεί εξίσου θελκτικό «αξιοθέατο» όσο ο Παρθενώνας για τον τουρίστα. 

Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-το πανηγύρι (να μην ξεχνιόμαστε!) είναι κατ’ εξοχήν ελληνικότατη εφεύρεση  και όλοι έχουμε πάει ηθελημένα ή όχι σε ένα τέτοιο αγοράζοντας σουβλάκι ή τρώγοντας γίδα βραστή

Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-μόνο η γιαγιά σου θα σε κάνει να αισθάνεσαι τύψεις που τρως λάδι παραμονή της Παναγιάς «γιατί είναι αμαρτία!» κι εσύ θα χαίρεσαι ωσάν παιδίσκη που «ακόμα» υπάρχει κάποιος που σε μαλώνει για τη σκανταλιά σου. Πόσο πειθήνιες είναι οι γιαγιάδες σε θέματα θρησκείας! Λατρεύω αυτήν την αφοσίωση!

Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-Δίνουμε το βασίλειο μας για έναν μεσημεριανό ύπνο και άλλο ένα (βασίλειο) για έναν ελληνικό καφέ (για να μην ξεχνιόμαστε δις!) μόλις ανοίξουμε το μάτι μας μετά τη μεσημεριανή μας σιέστα. 

Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-οι συναυλίες και η αρχαία τραγωδία στα ανοιχτά θέατρα απολαμβάνονται πάντα με την πιο πρωτόγνωρη αίσθηση κι ας ξέρεις το ρεπερτόριο και την υπόθεση απ’ έξω κι ανακατωτά!

Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-μυρίζει βασιλικό η αυλή με το που θα τον θίξεις. Κι εκείνος, «μή μου άπτου» γαρ, ψοφάει από παρεξήγηση -που λέει κι η μαμά μου- να μοσχοβολήσει.

Γιατί το καλοκαίρι εν Ελλάδι:
-γίνεσαι άθελά σου ο πιο μεγάλος κουτσομπόλης ακούγοντας τα οικογενειακά του καθενός να συζητιούνται στα μπαλκόνια και τις αυλές των σπιτιών από τον θερμόαιμο βροντόφωνο μεσόγειο γείτονά σου

Γιατί αυτό το καλοκαίρι, Έλληνα, όπου κι αν δραπέτευσες, στην ημεδαπή ή αλλοδαπή γαία, για μια βδομάδα, δέκα μέρες, ένα Σαββατοκύριακο μόνο ή για καθόλου, κοινώνησες το ελληνικό καλοκαίρι μερικώς ή ολικώς ως άνω. Γιατί για όλα αυτά και για άλλα τόσα είναι το καλοκαίρι στην Ελλάδα αλλιώς. Γι’ αυτό κι εσύ λέγεσαι Έλληνας: γιατί ο τόπος ετούτος είναι ευλογημένος να σου γεμίζει τις μπαταρίες ακόμη κι αν δε «διέκοψες» την εργασία σου με επίσημες «άδειες» από τη δουλειά σου.


Αφιερωμένο σε όσους δεν είχαν την ευκαιρία να πάνε διακοπές φέτος για διάφορους λόγους...και ειδικά στην Κική (ξέρει αυτή το γιατί!)

Σας καλωσορίζω και σας εύχομαι καλό χειμώνα, ήπιο ή βαρύ, όπως τον θέλει ο Θεός....

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Σας φιλώ!


Από την Υστερική Γλωσσολογία και το Μια Καλημέρα είν’ αυτή ή πολλές, τη Βιβλιο-δίκη, και το σεργιάνι στου Παναΰρ, πιασμένοι  όλοι μαζί στην Ποντικοπαγίδα, να αναρωτιόμαστε ο καθένας τι οΜΑΖΑ είναι, σας έσυρα τα εξ αμάξης, χαιρέτισα την ανύμφευτη νύφη, και μιλήσαμε για καθα(γ)ριότητες. Στη συνέχεια Θεσσ...αλωνίσαμε αλλά και τη Στρουμφίσαμε, σας εξομολογήθηκα τις επιφάνειες εν τω βάθει, μοιράστηκα τον πόνο της Αποφράδας μέρας μου και θαύμασα τη επίδοξή μου ευ-familly κατάσταση. Αναρωτηθήκαμε μαζί αν προτιμούμε να είμαστε Παραδοσιακοί ή παραδομένοι, παρακολουθήσαμε πώς η κατάσταση οδηγήθηκε από το Εργοστάσιο στη στάση εργασίας και σας διηγήθηκα πώς ήτανε όταν μία νύχτα επισκέφθηκα  το σπίτι μου. Παραδεχτήκαμε πως τα παιδιά σήμερα (το) παίζουν στα δάχτυλα. Προκηρύξαμε την άνεση στις πόλεις και υποσχεθήκαμε στους €υρόντες αμοιβή. Ταξιδέψαμε με ένα ΤρεΝοκομείο αλλά πλησιάζοντας οι γιορτές σας τα έψαλα μέρες που ήταν. Ωστόσο σας έδωσα τη συνταγή για μελομακάριους και άρθηκε το απόρρητο της προσωπικής αλληλογραφίας αφού κοινοποίησα το γράμμα μου στο Αϊ-Βασίλη. Μοιράστηκα την εξαίρετη παράσταση της Ρωξάνδρας, ορισμού του φεμινισμού και τρέψατε με τους μαθητές μου τα γενάθλιά μου σε γεναίθρια. Βάλαμε καφέ και πιάσαμε κουβέντες από κουτσομπολιό μέχρι φιλοσοφικές συζητήσεις, όπως αν η τύχη ενίοτε είναι δΗγμα και μάλιστα δωρεάν. Άντρες και γυναίκες ενώσαμε τις αδυναμίες μας και βγάλαμε τη συνισταμένη μας, γνωρίσατε ότι τελικά η Κουτσή και η Μαρία μπορούν ενίοτε να είναι δύο ξεχωριστά πρόσωπα κι όχι ένα και να γίνουν κατά καιρούς μπαλάκι του τένις στο σύστημα υγείας της χώρας. Σας είπα «Τα λέμε!» και μερικοί από σας ξεσηκωθήκατε γιατί πήρατε το μήνυμα και μιλήσαμε για αξίες άξιες και αξίες ανάξιες λόγου. Ο Μάρτης μας βρήκε με ένα θλιβερό γεγονός που δε θέλησα να το τιτλοφορήσω (παρεμπιπτόντως υπήρξε το πρώτο σε αναγνωσιμότητα κείμενο όλων). Παραδεχτήκαμε τις Δια(σ)τροφικές μας συνήθειες και προσπαθήσαμε να γίνουμε φίλοι με το χρόνο. Περάσανε μέρες που δεν έκανα απολύτως τίποτε και δεν ντράπηκα να σας το πω και άλλες που βάλαμε μια Kodak να θυμηθεί τι κάναμε όλα αυτά τα χρόνια. Και η άνοιξη μας βρήκε με μία γλώσσα που άλλοτε βασίζεται στο Like και το εικονίζειν και άλλοτε μαλώνει με τον Εθνικισμό που της βγάζει γλώσσα. Και η ελληνικότατη Λαμπρή μας βρήκε με οικογενειακούς (επι)δέσμους να ανοίγουμε όλοι στο ευρύ κοινό το ημερολόγιό μας Αλήστου Μνήμης. Περιηγηθήκαμε στου Παζάρ’ ή Bazaar, ευχηθήκαμε στη γιορτή της μητέρας και στον πατέρα που συνήθως τον ξεχνάμε και αφιερώσαμε λίγο χρόνο στους βιβλιολάγνους! Μετά αρχίσαμε τους Πομφόλυγες και τα Φληναφήματα και γράψαμε ένα πρόχειρο διαγώνισμα στη φιλία. Συμφωνήσαμε πως μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις τέτοια γράμματα θα μάθεις και σας εξωτερίκευσα έναν εσωτερικό μου διάλογο μαζί με έναν μονόλογο. Η αισθητική της αναισθησίας μας ενοχλεί και την καταδικάσαμε και κλείσαμε με ένα παράξενο προαίσθημα του παππού μου που επιβεβαιώθηκε!
Ευχαριστώ που μου εμπιστευτήκατε τον πολύτιμό σας χρόνο. Και ‘γω  σας πίστεψα και συνέχισα. Ήσασταν μια πολύ ωραία παρέα όλους αυτούς τους μήνες. Συμφωνήσαμε, διαφωνήσαμε,  παρεξηγηθήκαμε και παραεξηγηθήκαμε ώρες-ώρες. 
Σας φιλώ και σας εύχομαι καλό καλοκαίρι μακριά από υπολογιστές και γραφεία αλλά πάνω σε αμμούδες και βότσαλα, κοχύλια και αρμυρίκια στα μαλλιά.
Ραντεβού το Σεπτέμβρη μαζί με τις πρώτες ψύχρες του φθινοπώρου και τα πρωτοβρόχια που θα προϋπαντούν τα μαθητούδια στα σχολειά!



Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Κι όμως....

Λένε πως  οι άνθρωποι έχουν περίεργες συμπεριφορές ώρες-ώρες  και ανεξήγητα προαισθήματα που τα επαληθεύει η πραγματικότητα.

Πάνε κιόλας  πέντε ολόκληρα χρόνια. Να! Σαν χθες μου φαίνεται που κάθονταν εκεί στο ντιβανάκι του με τη συνηθισμένη του πυτζάμα και τη ρόμπα του. Καλωδιωμένος με ένα σωληνάκι που του εξασφάλιζε τη δεδομένη για μας, στερημένη για κείνον,  αναπνοή και δεν τον άφηνε να πάει πιο πέρα από το μήκος του σωλήνα. Πληρώνεται ακριβά η ζωή μερικές φορές. Για να σου δώσει τα αυτονόητα πρέπει να της δώσεις κάτι σε αντάλλαγμα. Σαν τον αισώπειο σκύλο που η τροφή του οφειλόταν στη στέρηση της ελευθερίας. Έτσι και ο παππούς μου! Για να αναπνέει έπρεπε να βρίσκεται μέσα στο σπίτι σε ακτίνα μόλις δυο μέτρων!  
Στην αρχή δεν παραπονιότανε ιδιαίτερα. Το μόνο που ζητούσε ήτανε παρέα. Να μας έχει κοντά του! Το δικαιούνταν άλλωστε. Ο παππούς μου, που λέτε, ήτανε ένας αξιολάτρευτος παππούς. Αν αυτό ισχύει για όλους του παππούδες του κόσμου δεν ξέρω. Επίσης δεν ξέρω αν ένας άνθρωπος είναι αξιολάτρευτος ως παππούς αλλά όχι ο ίδιος άνθρωπος ως πατέρας ή ως σύζυγος και τούμπαλιν!  
Ψηλός, γεροδεμένος, από τους ανθρώπους που έστυβαν την πέτρα, με χέρια δυνατά, δουλεμένα. Είχε περήφανο περπάτημα, αργό και σταθερό βήμα και παρά τα γηρατειά του είκαζες εύκολα πως στα νιάτα του ήτανε ωραίος άντρας! Άλλωστε το λένε όλοι κι όχι μοναχά η γιαγιά μου.  
        Αλλά εμένα δε με ένοιαζε η εξωτερική του ομορφιά όσο αυτή της ψυχής του. Με ένοιαζε που ήτανε ένας παππούς ευαίσθητος. Με ενδιέφερε που ήτανε ένας παππούς της δευτέρας Δημοτικού αλλά που ασχολούνταν με τα πολιτικά με εκείνη τη γνωστή σφοδρότητα του καφενείου «Η ωραία Ελλάς» και πως ό,τι έλεγε το πίστευε! Βυθιζόμουνα σε απύθμενες σκέψεις, όταν τον άκουγα να μαίνεται με τους πολιτικούς, γιατί του έφαγαν τους κόπους μιας ζωής σε εργοστάσια και οικοδομές. Μου σπάραζε την καρδιά, όταν τον έβλεπα να κλαίει από διάχυτη ευαισθησία και καμάρι για παιδιά που πετυχαίνουν στόχους μέσα από αγώνες με στερήσεις. Ράγιζα, όταν η δική του η φωνή έσπαγε στο τηλεφώνημα που έπαιρνε από τα αδέρφια του που ήταν μακριά. Τον άκουγα όλη αφτιά, όταν μας συμβούλευε με τον αδερφό μου να είμαστε αγαπημένα και μας τόνιζε συνέχεια με άπταιστα γρεβενιώτικη προφορά: «Τ’ μάνα σας κι τα μάτια σας!!!». Γελούσα, όταν με έστελνε στο προποτζίδικο να του ρίξω το ΛΟΤΤΟ, γιατί, πριν πάω, είχε «μοιράσει» ήδη τα λεφτά, που δεν κέρδισε ποτέ, στα έξι εγγόνια και τις τρεις του κόρες. Και δεν είδα κανέναν άλλον παππού να μοιράζει το πενιχρό της σύνταξής του δώρο και να κρατάει για τον ίδιο μέρισμα που το προόριζε για το οικογενειακό με όλα του τα παιδιά και εγγόνια χριστουγεννιάτικο ή πασχαλιάτικο τραπέζι.
        Κι όμως, αυτόν τον παππού μου στέρησε η μοίρα πολύ νωρίς. Δεν του επέτρεψε να ζήσει με την οικογένειά του, όπως λογάριαζε. Αγώνες μιας ζωής που πήγανε στο βρόντο. Εξασφάλιζε απλά και διεκδικούσε στο τέλος ένα κρεβάτι στο νοσοκομείο και μια ζωή εξαρτημένη από τον τεχνητό παροχέα οξυγόνου και από τους άλλους, τους γιατρούς και τα παιδιά του που θα τον περιθάλπανε. Ζητιάνευε μιαν αξιοπρέπεια από έναν Θεό που του ‘κοβε λίγο-λίγο το πνευμόνι, που του τέλειωσε μέσα σε έξι μήνες το λαδάκι απ’ το καντήλι του με ορμή καλπάζουσα. Μα ήτανε τόσο νέος, αν και παππούς!
 Οι Μοίρες στο κρεβάτι του όταν ήρθαν, τότε, όταν γεννήθηκε, αποφάσισαν για εκείνον μια σύντομη διαδρομή και σίγουρα όχι στρωμένη με ροδοπέταλα. Αλλά εμείς, τα αχόρταγα και εγωιστικά όντα, που δεν καταλήξαμε ακόμα στο αν ο θάνατος για ορισμένες περιπτώσεις είναι λύτρωση, τον θέλαμε «έστω κι έτσι», καθηλωμένο και ανήμπορο κοντά μας. Το γιατί δεν το κατάλαβα ποτέ! Δεν ξέρω αν, όταν κάποιος φεύγει, στενοχωριέμαι για εκείνον που δε ζει πια ή για μένα που δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου δίχως εκείνον.
Εγωισμός ή αλτρουισμός η απώλεια του άλλου?
        Το μόνο που ξέρω είναι ότι προσπαθούσα απεγνωσμένα να δώσω (τρομάρα μου!) κουράγιο στον παππού μου τον Παύλο ότι θα ζήσει. Ακόμη κι αν έβλεπα ότι μετρούσε αντίστροφα το χρόνο. Του έλεγα: «Παππού, στη γιορτή σου θα κάνουμε γλέντι μεγάλο! Θα βγεις από το νοσοκομείο και θα είναι όλα καλά!» και εκείνος, αρχές Ιούνη του 2006 ήτανε, όταν μου απάντησε: «Όχ’ χρυσό μ’ πιδί δέ θα ‘νι! Γιατί ιγώ, θα ζήσου μέχρ’ ντ’ γιουρτή μ’ κι τν άλλ' μέρα θα μι “πάρ’” η μάνα μ’» (=όχι χρυσό μου, δε θα ‘ναι! Γιατί εγώ θα ζήσω μέχρι τη γιορτή μου και την άλλη μέρα θα με “πάρει” η μάνα μου)
        ...όπερ και εγένετο: Ο παππούς έζησε μέχρι τη γιορτή του, Πέτρου και Παύλου, (Καλή ώρα!) στις 29 Ιουνίου, του είπαμε «Χρόνια Πολλά» και του ευχηθήκαμε να ζήσει. Αλλά εκείνος έπραξε με απόλυτη συνέπεια, όπως μας το δήλωσε ένα μήνα πριν: Την επόμενη μέρα, στις 30 Ιουνίου, άφησε την τελευταία του πνοή, την ίδια ημερομηνία, την ίδια ώρα, στην ίδια ηλικία από την ίδια ασθένεια στα 20 χρόνια ακριβώς με τη μάνα του. Κι εκείνη τον “πήρε” κοντά της......
Δεν το πιστεύετε? Κι όμως...