Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Ευρωπαϊκή Ένωση




Κεφάλαιο: «Μέλη»
1+1=7x2=64...Δεν τα λέω καλά? Αφού ο παππούς μου από την πλευρά της μητέρας μου έχει 7 αδέρφια. Η γιαγιά μου από την ίδια πλευρά έχει 8 αδέρφια. Ο μέσος όρος παιδιών του καθενός από τα αδέρφια είναι 2, τα οποία όλα πλην ενός είναι παντρεμένα και έχουν από 2 παιδιά! Ερώτησις 1η: πόσο μεγάλο είναι το σόι μου από πλευράς της μητέρας μου? Πιάστε κομπιουτεράκια και υπολογίστε! Εμείς έχουμε σταματήσει το μέτρημα. Το μόνο που κάνουμε είναι να αναρωτιόμαστε γιατί είναι παροιμιώδης του Κουτρούλη ο γάμος και όχι του Μαγκούφη! Που όπως αποδεικνύεται, μόνο Μαγκούφη δεν τον λες τον προπάππο μου… Διότι,  κάθε 9 με 12 μήνες έχουμε τουλάχιστον έναν γάμο, αν όχι βάφτιση! Ερώτησις 2η: Φταίω εγώ που με λένε Βασίλω για το όπου γάμος και χαρά? Βασίλης ήτανε ο προπάππος μου και Ελένη η προγιαγιά μου. Έχουμε έναν Βασίλη, μία Βασιλική και πέντε Ελένες. Τη χάρη της Βασίλως όμως την έχουνε όλοι, διότι…

Κεφάλαιο: «Κοινοβούλιο-Επιτροπές-Συμβούλια»
…τους γάμους κάποτε τους κάναμε χωρίς λίστες. Α λα παλαιά! Καθόταν ο καθένας όπου έβρισκε. Τώρα, σε «εκπολιτισμένα» μαγαζιά, που δεν είναι το καφενείο του παππού του Βασίλη, μήτε η ταβέρνα, αλλά τα κτήματα συνεστιάσεων,οι αίθουσες συνεδριάσεων και τα συναφή, δίνουμε λίστες με ονόματα για να καθίσουμε σε τραπέζια! Ματαιότης ματαιοτήτων! ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΚΑΘΕΤΑΙ ΠΟΤΕ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ! «Γκιζιρνούμι»* από θέση σε θέση σαν να παίζουμε τις μουσικές καρέκλες! Επιπλέον…

Κεφάλαιο: «Κινητικότητα-Σταθερότητα»
…πέρα από τους γάμους, έχουμε όλοι ένα άτυπο ραντεβού κάθε Χριστούγεννα, Πάσχα και Δεκαπενταύγουστο στο ορεινό μας χωριό και θα πρέπει να υπολογίζουμε πολλές στρωματσάδες, καζάνια με φαΐ και πολλά ταψιά με πίτες χωριάτικες. Σαν βγούμε έξω, έστω οι μισοί έχουμε ρεζερβέ τουλάχιστον τη μισή καφετέρια ή ταβέρνα και γενικά η βόλτα στα σοκάκια του χωριού θυμίζει διαδήλωση του ΚΚΕ. Κατά τι περισσότεροι φυσικά από τη συντροφική παράταξη…

Κεφάλαιο: «Ισονομία, Ισηγορία, Ισοπολιτεία και Ανθρώπινα Δικαιώματα»
Συζητάμε... Τρόπον τινά! Διότι η πολυλογού -μαντέψτε!- δεν είμαι εγώ. Πολλές φορές έχουνε γίνει αναρίθμητες προσπάθειες να καθίσουμε όλοι αντάμα και να πούμε τα νέα μας ή τις απόψεις μας, αλλά τελικά περισσότερο θυμίζουμε χάβρα Ιουδαίων. Καταλήγουμε πηγαδάκια, πηγαδάκια, πηγαδάκια, κι ο Θεός να σε φυλάει μην πέσεις σε κανένα μέσα!!! Μιλάει ο ένας και δεν προλαβαίνει ποτέ να ολοκληρώσει. Να πάρει σειρά? Από και κλείεται! Διότι έχει πολλές πιθανότητες να τον διακόψει κάποιος άλλος που θέλει να μιλήσει επάνω στη φωνή του άλλου και να πει τα δικά του. Ήτοι, όλοι έχουμε δικαίωμα να διακόψουμε τον άλλον!

Κεφάλαιο: «Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, Αναπτυξιακά πακέτα ΕΣΠΑ»
Όλοι οι θείοι είναι πια συνταξιούχοι! Τώρα αρχίσανε και τα ξαδέρφια… Ο αγαπημένος όλων κι ο μέντορας πιο όλων είναι ο θείος από την Αμερική που ζει εν Αθήναις και όχι στην Αμερική, αλλά έχει όλες τις ιδιότητες ενός θείου από την Αμερική! Κανείς δεν κάνει κίνηση στη ζωή του, εάν πρώτα δεν υποβάλει αίτηση και δεν πάρει έγκριση για κινήσεις οικονομικές, πολιτικές και κατ’ επέκταση κοινωνικές! Παρίσταται παντού και πάντα, τρώει ΤΟ δούλεμα από όλους, τον αγαπάνε απαξάπαντες, αγαπάει τους πάντες, αλλά αποδίδει τα του Καίσαρος των Καίσαρι… κάτι σαν το Διεθνές (και όχι απλά το Ευρωπαϊκό) Δικαστήριο της Χάγης!

Κεφάλαιο: «Συμμαχίες-ΝΑΤΟ»
Όχι βέβαια! Ποιος μίλησε μόνο για υπερβάλλουσα και ξεχειλίζουσα αγάπη! Πέφτουν και μαχαιριές! Απλά δεν είναι πισώπλατες! Διότι θα σου την πετάξει ο άλλος με τέτοια ταχύτητα μέχρι να πεις «κύμινο», άρα δεν προλαβαίνεις να την φας στην πλάτη! Πέφτει κατάστηθα!


Το περασμένο, λοιπόν, Σάββατο νυμφεύσαμε τον χαμογελαστό μας Γιαννάκη με την πιο χαμογελαστή Ευρώπη, ους ο θεός συνέζευξε άνθρωπος μη χωριζέτω: εν ολίγοις ο γάμος μπορεί να ονομαστεί Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου συγκεντρώθηκαν οι G15 και είχε όλα τα χαρακτηριστικά της οικονομικής και πολιτικής ένωσης:
- Ήμασταν όλοι κουστουμαρισμένοι
-Υπήρχανε δείπνα και γεύματα
-Μας χαρακτήριζε μια πολυγλωσσία, καθώς οι μισοί, πριν πάνε στο τραπέζι, «πεινούσανε» και οι άλλοι μισοί «πεινάγανε»
-Η πολιτική συζήτηση πήγαινε σύννεφο, αλλά τα προβλήματα δε λύθηκαν, απεναντίας μπερδεύτηκαν κι άλλο
-Οι μισοί μιλούσαν από θέση ισχύος, συνταξιούχοι γαρ
-Το προλεταριάτο φωνασκούσε σαν την υποψήφια κυβερνώσα αριστερά που ποτέ δε θέλει να κυβερνήσει, αλλά επαναστατεί εν τέλει αναίμακτα και μια χαρά δέχεται τα δανεικά κι αγύριστα από τους δυνατούς κεφαλαιούχους της Δύσης….
-Τι άλλο να σας πως για να σας πείσω πως είμαστε μια Ένωση με όλα τα συμπαρομαρτούντα?

Γιάννη και Ευρώπη ΝΑ ΖΗΣΕΤΕ και σας ευχαριστούμε πολύ για το υπέροχο Σαββατοκύριακο!
 Να ‘μαστε πάντα καλά και να ανταμώνουμε!

*γυροβολάμε 


Ένα μικρό αφιέρωμα στο πολυαγαπημένο μου σόι:


Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

Έκθεση: Πώς πέρασα το καλοκαίρι;


Φέτος το καλοκαίρι δεν έμοιαζε με τ’ άλλα! Ήτανε ξεχωριστό. Πολύ ξεχωριστό. Πρώτ’ απ’ όλα έβρεχε συνέχεια και παντού. Ήτανε ένα κακοκαίρι. Το θερμόμετρο δεν έπιασε σχεδόν καμία μέρα καύσωνα και οι μπόρες εναλλάσσονταν αρμονικά με τους κατακλυσμούς, τους καταποντισμούς και τα ψιλόβροχα. Οι διακοπές από τη δουλειά δεν κράτησαν πολύ. Η δουλειά ήτανε πολλή, η εφορεία όμως περισσότερη. Η ευφορία αντιστρόφως ανάλογη προς την εφορεία.  Δουλεύαμε όλοι πολύ και σαν οικογένεια βρισκόμασταν λίγο έως καθόλου, όπως κάνουν όλες οι οικογένειες που σέβονται τον εαυτό τους στις εκπολιτισμένες δυτικές κοινωνίες, οι οποίες διασκεδάζουν μόνο κάθε Σάββατο στο super market! Ωστόσο, ότε και αν βρισκόμασταν, τρωγόμασταν και μαλώναμε, γιατί είχαμε όλοι νεύρα από τη δουλειά και από ανούσια πράγματα που αν είχαμε σοβαρότερα, με αυτά δε θα ασχολιόταν κανείς και ποτέ. Μερικούς ανθρώπους όμως η ζωή τούς χαρίζει τέτοια γκρίνια και τέτοια αχαριστία που τους στερεί παραπάνω μυαλό ώστε να καταλάβουν πως υπάρχουν πολύ χειρότερα…  
Επιπλέον, οι διακοπές έγιναν με φειδώ. Αλλά και με φίδια. Από αυτά που τρέφεις στον κόρφο σου. Οι διακοπές πιο πολύ μοιάζανε με κοπές. Κάναμε κάτι διαλείμματα από χαζοπαρεξηγήσεις, ζήλιες και μπερδέματα. Ξεκινήσαμε και το ψάρεμα. Μάθαμε να ψαρεύουμε πληροφορίες από τους συνομιλητές μας, να βγάζουμε λαβράκια από τις συζητήσεις και να ψήνουμε το ψάρι στα χείλη σε ανθρώπους που ισχυριζόμαστε ότι αγαπάμε. Μετά ζητήσαμε συγνώμη και θέλαμε να έρθουν όλα στη θέση τους!
Το καλοκαίρι όμως τελείωσε. Και τολμώ να πω πως έχω παρατηρήσει το εξής: το φθινόπωρο δε δίνει περίοδο χάριτος σχεδόν ποτέ στο καλοκαίρι. Δεν του δίνει ούτε τόσο από τον χρόνο του. Έγραψε το ημερολόγιο «Σεπτέμβρης», το Καλοκαιράκι παίρνει τις ξαπλώστρες του, κλείνει τις ομπρέλες του, διπλώνει τις πετσέτες του, ξεκρεμάει από τους πασσάλους τις αιώρες του, μαζεύει τα κουβαδάκια του και «μπρος!» για άλλες παραλίες. Μετακομίζει στο νότιο ημισφαίριο.
Απλά ευελπιστώ πως το κλίμα μας εδώ θα γίνει κάποια στιγμή τροπικό σαν αυτό της Κούβας, όπου θα έρχονται όλοι οι τουρίστες από τις βόρειες χώρες να κάνουν πάμφθηνες διακοπές. Οι θερμοκρασίες θα γίνουν σταθερά όλον τον χρόνο 20-30 βαθμούς Κελσίου. Οι παραλίες μας και δη η Χαλκιδική δε θα ζηλεύει τίποτε από την Καραϊβική. Τα αυτοκίνητά μας δεν θα τα αλλάζουμε, γιατί προσεχώς, σε 30 χρόνια θα γίνουν αντίκες και δη ανεκτίμητης αξίας. Τα σπίτια μας θα ανήκουν όλα στο Κράτος (εν Κράτει), δλδ στις Τράπεζες. Εκτός από τις φοιτητικές λέσχες θα τρώμε, θα πίνουμε, αλλά και θα ψωνίζουμε και οι υπόλοιποι –μη φοιτητές- με κουπόνια (Groupon, goldendeals κλπ), ωστόσο θα χορεύουμε και θα διασκεδάζουμε ξένοιαστοι στα καφέ της Νέας Κούβας. Το μόνο που θα μας λείπει θα είναι ένας Τσε και ένας Φιντέλ!

Καλό Χειμώνα



Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Σας αγαπώ γιατί είστε ωραίοι...


Όταν ήμουνα μικρή ο μπαμπάς μου μου τραγουδούσε ένα τραγούδι που έλεγε «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία, σ’ αγαπώ γιατί είσαι συ...τραλα λα ...κι αγαπώ όλον τον κόσμο, γιατί ζεις κι εσύ μαζί»! Τότε ήμουνα τριών. Όταν έγινα δεκατριών, αλλά και είκοσι τριών εξακολουθούσε και μου το έλεγε με το ίδιο πάθος...Τώρα που είμαι κάτι παραπάνω από τριάντα τριών εξακολουθεί και μου το τραγουδάει σαν να είμαι όχι είκοσι τριών, ούτε δεκατριών, αλλά τριών! «Ευχαριστώ πολύ μπαμπά» θα ήθελα να του πω, αλλά μεγάλωσα!
Δε νομίζω βέβαια ότι ως γνήσιος μπαμπάς ποτέ θα το καταλάβει αυτό! Διότι όσο μεγαλώνω εγώ, μεγαλώνει σαφώς κι εκείνος και έτσι η ηλικιακή απόσταση μεταξύ μας ποτέ δε μειώνεται, αλλά διατηρείται σταθερή. Πάντα όμως προσπαθούσα να καταλάβω αυτό το «Αγαπώ όλον τον κόσμο, γιατί ζεις κι εσύ μαζί». Και αναρωτιόμουνα τι αποθέματα ψυχής πρέπει να έχει κάποιος προκειμένου να φτάσει να αγαπάει όλον τον κόσμο.
 Μέχρι που...άρχισα να καταλαβαίνω ότι υπάρχει μια ομορφιά γύρω μου. Έστω και μέσα στην ασχήμια και τη βουβαμάρα, μέσα στην ανυπόφορη, όπως μας την κάνανε και κάναμε ζωή μας, ανακαλύπτεις μια καθημερινότητα που αξίζει μια ματιά, έστω θολή, έστω μισή, με την άκρη του ματιού σου. Ανακαλύπτεις πως υπάρχει μία επαρχία που βρίσκεται στην εποχή της καρποφορίας, υπάρχουν αγρότες που τρέχουν πανικόβλητοι από χωράφι σε εργοστάσιο και από εργοστάσιο σε συνεταιρισμό. Υπάρχει ένας κόσμος που χαιρετίζει το γεγονός ότι δουλεύει και που ευγνωμονεί το ότι έχει ψωμί. Υπάρχει ένας κόσμος που κάποτε γκρίνιαζε  για την πολλή δουλειά και τώρα απλά ευχαριστεί. Υπάρχει ένας κόσμος που σηκώνει το κεφάλι να πει μια καλημέρα στο γείτονα, γιατί πλέον δε βιάζεται σαν παλαβός και δεν τρέχει ασκόπως μην παρατηρώντας ποιος περνάει από δίπλα του.
Μου αρέσει που αυτός ο κόσμος δίνει σημασία στην καθημερινότητα. «Καθημερινότητα» παρακαλώ. Επαναλαμβάνω! Όχι ρουτίνα! Γιατί μπορεί «ο βίος ο ανεόρταστος» να είναι «μακρά ζωή απανδόκευτος», αλλά αν βρεις το νόημα στο κάθε μέρα, κάνεις τη ζωή σου πιο ανεκτική και τη δύναμή σου πιο ανθεκτική. Στο κάτω-κάτω αυτό που μετράει πιο πολύ δεν είναι η ανατολή του ηλίου? Δεν  είναι η καλημέρα στον αγουροξυπνημένο-έστω και κουτσομπόλη γείτονα? Και δεν είναι το ότι ξυπνάς με στόχο? Να πας στην προγραμματισμένη σου δουλειά? Να δουλέψεις, να κουραστείς, να αναζητάς το κρεβάτι σου στην μεσημεριανή σου σιέστα? Να αποκτήσει νόημα ο απογεματινός σου ο καφές, και το ποτό το βράδυ...?
Βαρέθηκα τη γκρίνια του κόσμου! Μαζί και τη δική μου! Το μόνο πράγμα που στη ζωή βαρέθηκα είναι η γκρίνια. Να φοβόμαστε τη δουλειά, να επιδιώκουμε την τεμπελιά, αλλά ταυτόχρονα να επιζητούμε τα πολλά λεφτά. Να βουλιάζουμε στον καναπέ καίγοντας τον εγκέφαλο και να εξακολουθούμε να πιστεύουμε στο θεό της ενημέρωσης, μια πανηλίθια εφεύρεση που καίει και εξηλιθιώνει τα εγκεφαλικά μας κύτταρα.
Η ζωή όμως, φίλε μου, περνάει έξω από το παράθυρο: είναι στο γήπεδο παρέα με μια μπάλα ή στους δρόμους πάνω στις ρόδες ενός ποδήλατου, είναι στο βουνό με ένα σακίδιο στην πλάτη, είναι στις αλμυρές μας θάλασσες με φύκια και κοράλλια μπλεγμένα στα μαλλιά, είναι στο χωριό παρέα με τη γιαγιά που φτιάχνει  πίτα ή με τον παππού που σου λέει ιστορίες πολέμου τσούζοντας ένα τσιπουράκι στον καφενέ, είναι παρέα με το μπαμπά που κάθεστε μαζί  κάτω από το κιόσκι ζωγραφίζοντας πίνακες, είναι με το φίλο που του λες τον πόνο σου γερμένος στον ανακουφιστικό του ώμο και κείνος σου χαρίζει χαρτομάντιλα...
 Είναι πιο πέρα, στα παιδιά της γειτονιάς σου που τρέχουνε πίσω από μια μπάλα ξένοιαστα πια από τους χειμερινούς σχολικούς εφιάλτες. Και είναι σε κάτι παππούδες που ‘ναι καθισμένοι στα παγκάκια και στηρίζονται σε μπαστούνια συζητώντας με περισσό πάθος τον Προκρούστη που τους πετσόκοψε τη σύνταξη....
Αυτήν την καθημερινότητα δεν έχουμε παρά να τη λατρέψουμε σαν θεό μας. Και προσωπικά δεν μ’ έκανε να βαρεθώ. Δεν είμαι ικανή να κάνω τη ζωή μου ρουτίνα. Περιμένω να ξημερώσει εναγωνίως η επόμενη μέρα και γυρεύω λίγες ώρες από εκείνη παραπάνω για να ξεπεράσω το 24ωρο που μου είναι λίγο!
Και κάπου εκεί ήταν που κατάλαβα –θαρρώ- τον μπαμπά γιατί αγαπά όλον τον κόσμο! Γιατί είναι ένας πολύ δραστήριος συνταξιούχος που ασχολείται με σαράντα δώδεκα πράγματα ταυτόχρονα και δεν παύει ποτέ να είναι φιλομαθής και φιλοπρόοδος. Γιατί είναι καλά μέσα του. Άρα είναι καλά και με τους γύρω του! Και αγαπά κι όλον τον κόσμο γιατί ζω κι εγώ μαζί!
Καλημέρα. Σήμερα είναι μια καινούργια μέρα!






Τα ξαναλέμε μετά τις διακοπές...

Μπορεί να μουχλιάσαμε και να μουλιάσαμε από τη βροχή, αλλά ό,τι και να γίνει το καλοκαίρι είναι μπροστά. Εγώ φεύγω. Πάω να «βαρεθώ» δουλεύοντας πολύ φέτος και διακοπεύοντας λίγο! Αλλά έχω μια λαχτάρα! Χρόόόόόόόνια τώρα μια ζουζουνιά  θέλω να κάτω σ’ αυτήν τη θάλασσα (πειραματικά):
 Να την αδειάσω! Να κάνω κάτι για να στερέψει. Θα ήθελα να έχει σαν την μπανιέρα μου μια τάπα και να την τραβήξω. Να δω το νερό της να στροβιλίζει, να γυρίζει, να στροφάρει γρήγορα πολύ και να τραβήξει στο σιφόνι της όλο το νερό και να απομείνουν «έξω απ’ τα νερά τους» τα πάντα: φύκια, κοράλλια, καράβια, κολυμβητές, φάροι, λιμάνια, ψάρια, δίχτυα, μπετονιές, βότσαλα, αρμυρίκια, βράχια.... Θέλω να δω τη γύμνια της. Να δω τον κόσμο χωρίς εκείνη. Να δω πώς θα ‘ναι ο κόσμος χωρίς τα ηλιοβασιλέματά της. Να αδειάσουν οι ωκεανοί, να χαμηλώσουν τα βουνά, τα σιωπήσουν τα γλαροπουλιά, να μη γυαλίζεται σ’ αυτήν το ασημένιο μας φεγγάρι, μήτε τα άστρα, κι ουρανός να μη γίνει ποτέ ξανά γαλάζιος.... Δεν μπορείτε καν το φανταστείτε ε? Είδατε λοιπόν που η ομορφιά της ζωής βρίσκεται στα μικρά μα τόσο μεγάλα καθημερινά και δεδομένα?

Καλό καλοκαίρι παίδες! Τα λέμε πιο μαυρισμένοι... (όχι απ’ το κακό μας, μα απ’ τον ήλιο)

Πλααααααατς!!!!!




Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Έκθεση Αν-ίδεης!


Φυσικά και με σκάσατε! Εννοείται πως έφτασα σε σημείο να μην ξέρω πώς να σας (δια)χειριστώ. Από πέρυσι ακόμα έκανα προσευχές και τάματα να μου δίνει ο Θεός κουράγιο να σας αντιμετωπίσω. Το αν με κάνατε να κλαίω ή να βρίζω το έχουμε ξανασυζητήσει. Δε θα λέμε τα ίδια συνεχώς! Το κακό είναι πως, ό,τι κι αν μου κάνετε -δεν ξέρω πώς τα καταφέρνετε κάθε χρόνο τέτοια μέρα- εγώ στενοχωριέμαι. Ή θλίβομαι? Δεν ξέρω. Δεν το έχω αποφασίσει ακόμα. Ίσως το πιο σωστό είναι ότι μελαγχολώ. Από συνήθεια? Από μαζοχισμό? Από ακρωτηριασμένο ή μεταλλαγμένο καθωσπρεπισμό? Ή από επαγγελματισμό? Δεν ξέρω. Ίσως οι λόγοι να μην παίζουν ρόλο. Στο κάτω κάτω δεν ξέρω αν πρέπει να θεωρούμαι και επαγγελματίας. Αυτό που καταλαβαίνω είναι πως δεν το ‘χω. Μου λείπει πολύ το τεχνοκρατικό κομμάτι, σιχαίνομαι πιο πολύ να σας θεωρώ «πελάτες», αποτάσσομαι το γεγονός να σας επιλέγω με βάση τις επιδόσεις σας, αδυνατώ να κρατάω τα συναισθήματα της σχέσης μας έξω από τον οίκο μου και δεν θα κατορθώσω, θαρρώ, ποτέ να κρατήσω κακές αναμνήσεις από κανέναν σας. Γιατί είναι πραγματικά δύσκολο για τη μνήμη να έχει να διαλέξει ανάμεσα στην τεμπελιά και την αναβλητικότητα από τη μία και  την ευστροφία του μυαλού και την καίρια παρατήρηση από την άλλη, ή ανάμεσα στην ανεκπλήρωτη υπόσχεση των καθηκόντων και τα λαμπερά μάτια μιας χαρισματικής ψυχής που δείχνει να έχει όρεξη να αλλάξει τον κόσμο, ή ανάμεσα σε έναν βαρύ και ασήκωτο χαρακτήρα και ένα ήθος λαμπερό με ένα μυαλό ακόμα πιο φωτεινό, ή ανάμεσα σε νεύρα άνευ λόγου και προηγουμένου και μια ψυχή γεμάτη λογική, ή ανάμεσα σε χαρακτήρα που παρασύρεται και σε χαρακτήρα που δίνεται άνευ όρων, ή ανάμεσα σε έναν κλειστό σαν καβούκι  άνθρωπο και μια καρδιά ανθισμένη χειμώνα-καλοκαίρι, ή ανάμεσα σε ένα παιδί ιδιότροπο και δοκησίσοφο και σε ένα μυαλό παράωρα προσγειωμένο, ή ανάμεσα σε ένα σκεπτικό εγκλωβισμένο στα όρια ενός χωριού και μία σκέψη αυστηρώς δομημένη με τα κριτήρια του νεοφιλελεύθερου τεχνοκράτη, ή ανάμεσα σε ένα φλατ και σχεδόν άοσμο παρουσιαστικό και μία άποψη εύστοχη με χιούμορ πετυχημένο, ή ανάμεσα  σε έναν υπερβολικά ήσυχο χαρακτήρα και σε ένα ακόμη πιο υπερβολικά ανήσυχο προβληματισμό, ή ανάμεσα σε έναν βαρυκόκαλο άνθρωπο που βαριέται να πιεστεί και σε έναν πρόθυμο άνθρωπο να πειστεί, εφόσον του παραθέσεις σφοδρά επιχειρήματα. Θεωρώ πως η μνήμη είναι μια ζυγαριά που γέρνει πάντα προς τα θετικά. Κι αυτή είναι η δουλειά της. Τα άλλα όλα είναι απλώς φύρα. Απλά για να μας θυμίζουν πως κανείς δεν είναι τέλειος και για να λειτουργούν ως αντίβαρο στην ανιαρή ησυχία μιας καθόλου ενδιαφέρουσας καθημερινότητας.
Αγαπητά μου παιδιά, όπως βλέπετε δεν ξέρω ούτε μια έκθεση να γράφω. Είναι μια ακέφαλη έκθεση των σωψύχων μιας περαστικής από τη ζωή σας καθηγητριούλας του συρμού. Δεν έχει αρχή, είναι δίχως τέλος, και από δομή «πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι». Ωστόσο, ΜΗΝ ΤΟΛΜΗΣΕΤΕ ΝΑ ΓΡΑΨΕΤΕ ΑΥΡΙΟ ΕΤΣΙ!!! αχαχαχα!

Τζένη, Μιχάλη, Βαγγέλη, Ανατολή, Ανίτα, Σωτηρία, Ελισάβετ, Δημήτρη, Γιώργο, Λάζαρε, Δέσποινα και Χρήστο, καθώς και όλα εσείς τα παιδιά που αγωνίζεστε αύριο, σας εύχομαι Καλή Επιτυχία. Θέλω να θυμάστε πως, ό,τι και να γίνει, η ζωή σας δε σταματάει εδώ με αυτές τις εξετάσεις. Ίσα-ίσα, αύριο ξεκινάει!

Σας αγαπώ πολύ κι ας μην το πιστεύετε!
Σήμερα εξετάζομαι μαζί σας για 18η συνεχόμενη χρονιά!

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά....


Τι σου κάνουν 24 γράμματα σε ένα Αλφάβητο και 7 νότες στο Πεντάγραμμο? Μια ιστορία που όμοιά της δεν θα ξαναϋπάρξει. Γιατί μπορούν να αντανακλούν την ιστορία και να εμπνέονται από αυτήν, αλλά παράλληλα τη γράφουν! Θα την ξαναγράψουν όμως με τον ίδιο τρόπο? Γιατί η ιστορία μάλλον επαναλαμβάνεται σπειροειδώς, απλά ποτέ συγκυριακά και προφανώς δεν ταυτίζεται σε όλες της τις φάσεις με ίδιες παραγωγές, μορφές ή φωνές. Η ιστορία γράφεται, αλλά δε διαγράφεται. Υπάρχει και υφαίνεται και συνυφαίνεται ες αεί με άλλες όμοιες και παρόμοιες.


Ποιος? Τι? Πώς? Γιατί? Πότε? Αυτή πια η απορία που ξεφυτρώνει παντού!!!... τη σπέρνεις δεν τη σπέρνεις...!!! Ανθίζει, λουλουδίζει, πετάει κάτι κλαδιά... να σου βγάλουν το μάτι! Δε θέλω ρε παιδί μου να ξέρω! Φύγε από το κεφάλι μου! Βγήκα να πιω ένα ποτηράκι να ξεχάσω και να ξεχαστώ και να ακούσω δυο στίχους και δυο μελωδίες. Αλλά ποιους στίχους? Και ποιες μελωδίες?
Γιατί δεν είναι που ακούς τη Συννεφιασμένη Κυριακή και αυτομάτως νιώθεις ο Μεγάλος Αδερφός-Τσιτσάνης να παρακολουθεί μια Κυριακή εν έτει 2014 τη ζωή σου και να σε κοροϊδεύει από κει ψηλά, σαν να σου λέει πως σε νιώθει. Είναι που μαθαίνεις πως για κείνον οι Κυριακές συννέφιαζαν για πολύ «πιο σοβαρούς λόγους», ανατριχιαστικά πραγματικούς. Τραγούδια που περιγράφουν κακουχίες, θύματα των Πολέμων, των Εμφυλίων ή των Παγκοσμίων, της καταστροφής της Σμύρνης! Αλλά για σένα η καταστροφή είναι μόλις ένας καβγάς, ένας προβληματισμός για μια σχέση, μια φιλία, μια απογοήτευση.
Ωστόσο, η ενοχοποίηση αυτή μπορεί να θεωρηθεί άκυρη, εάν σκεφτεί κανείς πως οι δυσκολίες για τον καθένα αλλάζουν και μετασχηματίζονται στο χώρο ή στο χρόνο, ανάλογα με τη φάση της ζωής του ή ανάλογα με τη ζωή του σκέτο. Τα τραγούδια και δη τα ρεμπέτικα, ανήκουν στην Τέχνη, γεγονός που σημαίνει ότι, όπως με όλα τα είδη τέχνης, άπαξ και φύγουν από τον στιχουργό-καλλιτέχνη, περνάνε στην ευχέρεια του κοινού να τα ερμηνεύσει και να τα συνδέσει, όπως εκείνο θέλει ή μπορεί. Για τέτοιους περίπου λόγους, τραγούδια, όπως το απαγορευμένο-κατοχικό Κάνε Λιγάκι Υπομονή, ανήκουν στα τραγούδια της «διπλής ανάγνωσης». Θαρρείς πως γράφτηκε για κάποιον απογοητευμένο ερωτευμένο, για να μάθεις πως ο στιχουργός, καθώς το έγραφε, ονειρευόταν την Ελευθερία στην κατοχική Ελλάδα και χρειαζόταν απλά ένα ωραίο καμουφλάζ. Ποιος αποκλείει όμως και το προφανές?  
Και γιατί τα πιο ξεκάθαρα ιστορικά και πονεμένα τραγούδια μιλάνε τόσο στην ψυχή σου, όταν δεν έχεις περάσει ούτε τα μισά απ’ όσα λέει? Τι νιώθεις σαν κατεβάζεις τις ρετσίνες ακούγοντας το Αντιλαλούνε Τα Βουνά από τον Μπιθικώτση ή το Κάποια Μάνα Αναστενάζει από την Μπέλλου? Έχεις σίγουρα αίσθηση, όταν χορεύεις σε ρυθμό συρτού, ότι το ΣτοΤούνεζι στην Μπαρμπαριά εκφράζει τον πόνο αυτών που έχασαν τους ανθρώπους τους στην άβυσσο της θαλάσσιας ξενιτιάς και ίσως ο καλλιτέχνης ποτέ δεν φαντάζονταν με πόσο «κέφι» θα σύρεις τον χορό αυτόν σε κάποιο ξενυχτάδικο-ελληνάδικο-ρεμπετάδικο? Και δεν είναι τόσο «-άδικο» να μην μπορέσει να σου μεταφέρει τον πόνο, ή μήπως η μουσική είναι μαγευτική, γιατί καταφέρνει να κάνει τον πόνο τραγούδι?
Και επιπλέον, έχουμε μάθει να τραγουδάμε μόνο τον ερωτικό μας πόνο? Γιατί πολλά από αυτά τα άσματα ασμάτων μας πιρουνιάζουν το μυαλό? Πάντα υπήρξε κάποια Αρχόντισσα στη ζωή μας, πάντα μια Αχάριστη που φάνηκε ανάξια των προσδοκιών μας? Για όλους μας υπάρχει ένας άνθρωπος που Γεννήθηκε Για Την Καταστροφής μας? Περάσαμε όλοι από τις τρυφερές φάσεις να μας ξενυχτάει ένας έρωτας? Περιμέναμε όλοι κάποιον Χαράματα Η Ώρα Τρεις Να‘ρθει Να μας Ξυπνήσει και ύστερα, αφού έκανε τον κύκλο του, κλάψαμε, αδιαφορήσαμε, γκρινιάξαμε που Μας Ξύπνησε Νωρίς?
Γιατί η Θεσσαλονίκη είναι τόσο Όμορφη, ακόμη και για κείνον που δεν την έζησε ποτέ? Και τι τον συγκινεί από το Μπεχ Τσινάρ(ι) και το Μπαχστέ Τσιφλίκ(ι), όταν δεν ξέρει ούτε πού βρίσκεται, ούτε τι σημαίνει? Γιατί σιγοτραγουδάμε όλοι τον Άγιο Νείλο στο Χατζηκυριάκειο του Πειραιά, ο οποίος δεν ξέρουμε πού πέφτει? Τι οίστρος ανατολίτικος είναι αυτός που μας τσιμπάει, όταν ακούμε για λάγνες Αραπίνες, για τη Ζαΐρα που δε γνωρίσαμε ποτέ, ή τη Σεράχ?
Πόσοι από μας ξενύχτησαν κάτω από παραθύρια Σουρωμένοι Πάλι, πόσοι χτύπησαν κουδούνια νυχτιάτικα, πόσοι ενσάρκωσαν το μοτίβο του παρακλαυσίθυρου και πόσοι πιστεύουν πως Γεννήθηκαν Για Να Πονούν?
Η Μαρίκα Νίνου και ο Βασίλης Τσιτσάνης δεν έμειναν στην ιστορία για τη θυελλώδη σχέση τους και τον ακόμα πιο θυελλώδη χωρισμό τους. Έμειναν κυρίως για το ότι υπήρξαν το πιο γνωστό δίδυμο του ελληνικού πενταγράμμου στα μεταπολεμικά χρόνια λίγο πριν εκείνη φύγει πρόωρα από τη ζωή. Τραγούδησαν μαζί πολλά από τα μεγαλύτερα «καψουροτράγουδα» της εποχής και όχι μόνο, άσματα που έκαναν τόσους από εμάς να απορούμε πόσο παράλληλη μπορεί να είναι η ζωή μας με εκείνων. Και μπορεί τα μοτίβα της ομορφιάς ή της χάρης σε μια κοπέλα, σε έναν μάγκα, σε έναν κουτσαβάκη, να διαφοροποιούνται από εποχή σε εποχή, μπορεί η σύγχρονη Γυναίκα-Vamp να μην γλυκοτηγανίζει κεφτέδες σαν την Κατερίνα ή την Πιο Καλή Γκαρσόνα, και μπορεί η ξενιτιά να μην είναι τόσο μακρινή όσο κάποτε, λόγω εκμηδενισμού των αποστάσεων, Το Παράπονο του Ξενιτεμένου όμως θα είναι μια ζωή κοινό σ’ αυτή τη ζωή, και ο έρωτας για έναν άντρα πάντα θα περνάει από το στομάχι και θα κολακεύεται από την καλή μαγείρισσα που πέρα από το γκουρμεδίστικο πιάτο α λά Botrini, ψιλοζηλεύει την ωραία σκορδαλιά με το περίσσιο λάδι.
Βάζω, λοιπόν, το χέρι μου στη φωτιά! Δεν πά’ να ‘σαι ο πιο στριμμένος γεροξεκούτης άνθρωπος ή η απομίμηση σε πρόωρη φάση ενός κακιασμένου γέρου? Ανέραστος? Αγέλαστος? Άμουσος? Δεν πα’ να ‘σαι ένα αμούστακο κανακεμένο και χλεχλέδικο βουτυρόπαιδο του μπαμπά σου, από εκείνα που σκορπάν γαρούφαλλα από το δίσκο της λουλουδούς? Ό,τι και να ‘σαι, είσαι σίγουρα από εκείνους που εκτέθηκαν σε περιβάλλον με ακούσματα, βαριά και απαγορευμένα, ελαφρά και ταξιδιάρικα, ιστορικά και ανεπανάληπτα. Και ίσως να μην ξέρεις τον Παπαϊωάννου, τον Τούντα, τον Τσάντα, την Παπαγιαννοπούλου, την Αμπατζή, τη Χασκίλ ή τον Σκαρβέλη. Σου είναι όμως σίγουρα γνωστός ο Χιώτης, η Εσκενάζυ, η Νίνου, ο Τσιτσάνης και ο Μπιθικώτσης. Και έχεις ρε παιδάκι μου κάτι που κυλάει στις φλέβες σου μαζί με το τσιπουράκι, όταν τους ακούς, κι αυτό το λένε: Βάσανα Ελληνικά και Χιλιοτραγουδισμένα!

Στην Υγειά Μας...



Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

L’ esprit d’ escalier


Οι Γάλλοι το ονομάζουν esprit d’ escalier! Είναι όλα όσα θα ήθελες να του/της πεις επάνω στον καβγά, τη συζήτηση, τη συνάντηση, αλλά ο χρόνος, το στρες, ο θυμός, ο «δεν ξέρω», δεν σου επέτρεψε. Φεύγοντας και κατεβαίνοντας τις σκάλες, αρχίζεις και παίζεις σε ταινία στο μυαλό σου, όσα είπατε. Και αρχίζουν τα κατηγορώ στον εαυτό σου: «Γιατί δεν του είπα αυτό?», «Γιατί δεν του είπα το άλλο?», «Γιατί όταν με ρώτησε εκείνο, εγώ του απάντησα αυτό αντί για εκείνο?»...Δεν βγάζεις άκρη! Ποτέ δεν είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου! Ή τέλος πάντων δεν είμαι εγώ με τον δικό μου.
Ποιος να μου το ‘λεγε ότι θα έβγαζα το σκασμό σε μια συνάντηση που την ονειρευόμουνα χρόνια και στην οποία είχα να πω τα σώψυχά μου!? Χάρτινα όνειρα! Μα τα ‘καψα, πριν καλά καλά τα ζήσω! Έχασα τα λόγια μου! Ή μάλλον, τα έχανα! Απαντούσα μονολεκτικά στις ερωτήσεις του. Δεν απάντησα τουλάχιστον σε πέντε ερωτήσεις, γιατί απλά «δε θυμόμουνα την απάντηση» και δεν ήθελα -για ανεξήγητο λόγο- να τη θυμηθώ! Δε θυμόμουνα για παράδειγμα πού μου αρέσει να πίνω καφέ. Δε θυμόμουνα γιατί βγήκα με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Δε θυμόμουνα εάν ήμουν ή δεν ήμουνα καλά! Δε θυμόμουνα γιατί με στεναχωρεί αυτός ο κόσμος. Δε θυμόμουνα για ποιον λόγο γελούσα όλη την ώρα. Δε θυμόμουνα γιατί μια ζωή χαμογελάω. Δε θυμόμουνα...
Άφηνα συζητήσεις στη μέση. Τις δε πολιτικές συζητήσεις... ούτε καν στη μέση. Στην άκρη! Εκεί ακριβώς στο χείλος του γκρεμού, μπας και αυτοκτονούσαν οικειοθελώς, πριν τις σπρώξω εγώ με το έτσι θέλω και το σαρδόνιο γέλιο ενός στυγερού δολοφόνου. Κι αν σκεφτείς ότι ο λόγος της συνάντησης ήτανε ακριβώς αυτός.... να δω πόσο πιο βαθιά μπορεί να σκέφτεται ένας άνθρωπος πίσω από το γυαλί της τηλεόρασης, πόσο πιο πολιτικά πίσω από την πένα ενός άρθρου στην κυριακάτικη εφημερίδα, με ποια πνευματική τροφή τρέφεται και παράγει τόσα θρεπτικά συστατικά για τη δική μας κρίση....
 Δεν ξέρω-δεν απαντώ, γιατί μετατράπηκα σε βουβό κινηματογράφο με ένα χαζό και σαστισμένο χαμόγελο αμηχανίας μίας α-νόητης ύπαρξης.
-Πού γεννήθηκες?
-Στην πόλη των καταρρακτών
-Και η πόλη όπου εργάζεσαι πόσο μεγάλη είναι?
-έχει 38 καφετέριες
-ποια βιβλία μου έχεις διαβάσει?
-κανένα
-και από πού με ξέρεις?
-από την τηλεόραση που δεν έχω και τις επιφυλλίδες σας τις (συννεφιασμένες μου) Κυριακές
-μα αυτές είναι αστείες, δεν θεωρούνται σοβαρή παραγωγή
-τις γράφει όμως ένας σοβαρός παραγωγός
-και γιατί ήθελες να με γνωρίσεις?
-για τον ίδιο λόγο που μια τενίστρια θέλει να γνωρίσει τη Σαράποβα!(sic)
-γιατί πιστεύεις τόσο πολύ στο λόγο-την ομιλία κάποιου?
-επειδή δεν έχω εξασκηθεί στο να ακούω τον άλλον
-Θα σε ρωτήσω κάτι, επειδή δεν σε ξέρω, για να τσεκάρω το IQ σου..................................................................... (με πολύ γέλιο φυσικά)
-ΚΕΝΟ! Κουρτίνα! Κόκο μπλόκο! Δε θυμάμαι τι με ρώτησε, ούτε καν το θυμόμουν «όταν κατέβαινα τις σκάλες», πάντως σίγουρα θα τσέκαρε πως το IQ μου είναι IQ ραδικιού, μυρμηγκιού, βρακιού!
Δεν είχα να αποδείξω τίποτα! Δεν του είπα πόσο συμφωνώ, αλλά και πόσο διαφωνώ κάποιες φορές με τις τόσο καλογραμμένες απόψεις του, ακόμη κι όταν η συζήτηση πήγε πολλές φορές κατά κει. Δεν ανέφερα τίποτα για το νεύρο και την σπίθα που βγάζει η γραφίδα του στο χαρτί και που τόσο λατρεύω. Δεν επέμεινα σε διευκρινίσεις για θέσεις του οι οποίες μου φαίνονται ρομαντικές, ανέφικτες και αφηρημένες μερικές φορές, αλλά τόσο σπουδαίες, εάν υλοποιηθούν. Δεν του είπα ότι διάβασα πολύ παλιά βιβλία του, αλλά ήμουν τόσο ανώριμη που δεν μπήκα στο πνεύμα τους και περιμένω το πλήρωμα του χρόνου για να πιαστώ ξανά και πιο σοβαρά με κάτι τέτοια. Δεν του είπα ποιος με πόνεσε εξ αιτίας του. Δεν του μετέφερα καν το σκεπτικό μου περί πολιτικοποιημένης φύσης του Έλληνα το οποίο μοιάζει τόσο πολύ με το δικό του ή μπορεί και να διαμορφώθηκε από εκείνο. Και τέλος, δεν κατέθεσα την αποστροφή μου στα κόμματα τα σημερινά ούτε φυσικά εξήγησα το  γιατί.
Είπα λίγα. Αλλά με πολύ αυθορμητισμό, όπως εύστοχα πρόσεξε. Το μόνο που του εξομολογήθηκα με τον πληγωμένο εγωισμό μιας εξ ορισμού φελλο-λόγου ήταν ότι με εκνευρίζει που σε κάθε επιφυλλίδα του με έκανε παλιά να ανοίγω τουλάχιστον 30 φορές λεξικό και τελευταία το περιόρισα σε πέντε, για να μου απαντήσει πως ο ίδιος, ώσπου να τη γράψει, το ανοίγει τρεις και πως ο Ζήσιμος Λορεντζάτος του είχε πει κάποτε πως το τρεις είναι καλά. Εκείνος το άνοιγε δεκατρείς!
Παρήγορο, δε λέω, αλλά έμεινα στο να μην πω ΤΙΠΟΤΑ! Κι αφού τα κενά ήτανε μεγαλύτερα από τη συζήτηση, μου έμεινε η ανάμνηση ενός θορυβώδους καφωδείου στο κέντρο της μικρής μας πόλης, με θέα αθέατη, επειδή έφταιγε η κοινή μας οπτική, καθώς τρώγαμε κέικ με τυροπιτάκια, γελώντας και λέγοντας ανέκδοτα! Τελικά, είχε πλάκα να «μου παίρνει συνέντευξη» ένας τόσο ευφυής και αξιόλογος πνευματώδης Κύριος τέτοιου βεληνεκούς και να διαπιστώνει απλά ότι έχει μία θαυμάστρια που είναι ανίκανη να του αποδείξει το γιατί (το) είναι  (όπως λένε και πάλι οι φίλοι μας οι Γάλλοι)...

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Της Αγίας και Δαίμονος (Υ)Ιοκάστης!



Λέει η μάνα μου:

-Εγώ δε γέννησα κόρη! Την Lufthansa με την Aegean μαζί έκανα! Αλλού πατάει, αλλού πετάει, κι αλλού βρίσκεται!

...ναι! Αλλά πού βρίσκομαι, μάνα ο-έ-ο?

Δεν ξέρει! Κι ούτε και ρωτάει! Πού ήμουνα τόσον καιρό, τι κάνω, με τι ασχολούμαι, με τι δεν ασχολούμαι, δεν έχει πια ιδέα! Άλλωστε η κόρη μοιραία φεύγει. Πρέπει να φύγει! Πρέπει να απογαλακτισθεί και δη βίαια! Να κόψει σύρριζα τον ομφάλιο λώρο. Με το στανιό να μάθει να στέκεται στα πόδια της! Με το ζόρι να γίνει νοικοκυρά! Όπως και να είναι, πρέπει να αποδείξει πως φέρει επάξια τον ρόλο που της κληροδότησαν, πριν γεννηθεί. Να γίνει και όμορφη. Να έχει και θηλυκότητα. Οφείλει να εκπαιδευτεί για καλή σύζυγος, για καλύτερη μάνα και πλέον για ακόμη καλύτερη καριερίστρια με στιλ και πρεστίζ! Πρέπει τέλος πάντων να είναι αυτό που απεχθανόταν η σοφή Φραγκογιαννού!
Ο (υ)ιός όμως? Ένας (υ)ιός πάντα γυροφέρνει τη μάνα, όπως η σελήνη τη γη,  κι όσο δυνατός οργανισμός και να είναι, κάποια στιγμή θα «πέσει» από βαριάς μορφής (υ)ίωση! Έτσι είναι οι αγορομάνες! Θα φέρουν τον κόσμο από κάτω επάνω και vice versa για να κανακέψουν τον (υ)ιό, να τον δικαιολογήσουν, να τον ευχαριστήσουν, δεν θα κάνουν και ό,τι περνάει από το χέρι τους για να τον αυτονομήσουν, γιατί ο (υ)ιός χτυπάει λίγο ύπουλα. Και διαστροφικά. Η αυτονόμηση περιορίζεται στο κυνήγι. Ο (υ)ιός το μόνο που πρέπει να μάθει είναι να κυνηγάει... τη σωστή γυναίκα, συνήθως εκείνη που θα μοιάζει στης (Υ)Ιοκάστης, όχι στο τούτο της, αλλά στις συνήθειές της, στον τρόπο που μαγειρεύει και στον τρόπο που μαζεύει τις πεταμένες κάλτσες και τα σώβρακα από το πάτωμα, χωρίς να μιλάει, να γκρινιάζει και να βρίζει! Εάν τα χαρακτηριστικά του θηράματος παρεκκλίνουν απ’ της (Υ)Ιοκάστης αρχίζουν τα ντράβαλα. Η (υ)ίωση επιδεινώνεται σε πενθερίαση και αρχίζεις να πιστεύεις στις παρετυμολογίες του τύπου ότι η «πενθερά» είναι αυτή που πενθεί τον έρωτα!!!!!!!!!!!!!!!(sic) Εάν τον επέτρεψε ποτέ να συμβεί!
 Όχι βέβαια! Δε ζηλεύω! Πώς σου πέρασε κάτι τέτοιο από το μυαλό? Γιατί άλλωστε? Δεν έχω λόγο! Επί ίσοις ήταν και είναι όλα μεταξύ εμού και του μικρότερού μου αδερφού! Τα πάντα! Ποτέ δεν είχα τίποτε λιγότερο, ποτέ τίποτε περισσότερο! Στα σημεία ήτανε οι διαφορές μας. Κάτι σαν Άρης-Πάοκ! Απλά μου κάνει εντύπωση αυτή η έγνοια ώρες-ώρες σαν να δε βγήκε ποτέ του από την κούνια του! Και να πω πως δεν αυτονομήθηκε? Κι αν στρέψω το κεφάλι παραδίπλα, λίγο πιο κει, παρακάτω, βλέπω πολλά αντίγραφα της (Υ)Ιοκάστης, φωτοτυπίες της, μοντέλα εξελιγμένα σε νέα version, αλλά και σε αντίκα style, με τσεμπέρι στο κεφάλι ή με γόβα στιλέτο, ωστόσο αντίτυπο. Καμιά φορά και κακέκτυπο. Η Παναγία, η Ιοκάστη, του Κίτσου η μάνα ...... είναι όλες αρχετυπικές μορφές της μάνας που διατρέχουν όλη την βιβλιογραφία. Ωστόσο η μάνα (Υ)Ιοκάστη είναι πάντα μία! Απλά έχει πολλές όψεις. Σαν τον Τριαδικό Θεό. Τον τρισυπόστατο, που αν ποτέ δεν κατάλαβες στο σχολείο τον θεολόγο σου τι εννοεί, θα θυμάσαι το απιστεύτου: «Εκεί που σταματάει η λογική, ξεκινάει η πίστη!». Έτσι απλά και τελεσιγραφικά! Η Αγία, λοιπόν, αυτή μάνα, η γνωστή ως (Υ)Ιοκάστη, είναι επιεικής πάντα με τον (υ)ιό της. Με σκυμμένο το κεφάλι καταπίνει τις δουλειές που τις βγάζει στη μέση του πουθενά, σχίζεται οικιοθελώς να τον υπηρετήσει, ωστόσο όμως δεν είναι καθόλου το ίδιο με τη νύφη της, την οποία καραδοκεί στη γωνία. Σε περίπτωση δε, που αντιληφθεί ότι δεν περιποιείται «κατά πώς πρέπει» τον άντρα της (δλδ τον (υ)ιό της (Υ)Ιοκάστης), γίνεται από αγία δαίμονας! Ναι, ναι! Μιλάμε πάντα για την ίδια. Για εκείνη που σχεδόν πάντα έχει να σούρει για την πενθερά, όσα δεν έβαλε καν ο νους του αείμνηστου Παπαδιαμάντη!

Αλλέως και λαϊκιστί είναι αυτό που ακούγεται:

*Όλες οι Ελληνίδες μάνες μεγαλώνουν έναν γιο,  που δε θα ‘θελαν ποτέ να ‘χαν για άντρα τους!




*Άντε καλά! Σχεδόν όλες... μόνο μη νομίζει η καθεμιά πως είναι η εξαίρεση J




Μάνα Χρόνια Πολλά
Σ’ αγαπάω κι ας πάσχεις από (υ)ίωση
Θα θελα να ‘ξερα εάν ποτέ ο (υ)ιός σου θα σε θυμηθεί
στη γιορτή σου έστω μία φορά!!!
Ηλέκτρα




ΥΓ1: Για όσους δεν ξέρουν τι είναι η μάνα, ιδού:


 ΥΓ2: Και για τους λάτρεις της τέχνης να ένα πολύ ωραίο αφιέρωμα στην Ελληνίδα μάνα από το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων